Supreme Court dismisses appeal on labor dispute appeal grounds for lack of specific evidence of document distortion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of her labor dispute claim. The appellant alleged that the appellate court distorted the content of specific documents she submitted, but the court found her arguments vague and unsupported by the required comparative analysis. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to the lack of specific details regarding the alleged distortion and the negative evidentiary outcome.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging distortion of documents must precisely identify the true content, the content attributed by the decision, the substantive claim proven, and the detrimental evidentiary result, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1648 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1648/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Απόστολο Φωτόπουλο και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 28 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δήμου Αδάμ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "ALPHA ΒΑΝΚ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ειρήνης Αποστολοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 2172/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5699/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-9-2022 αίτησή της και τους από 19-10-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 14-9-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 7426/825/30-9-2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 5699/9-10-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 6-6-2017 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 2172/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν α) ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (τόσο κατά την κύρια βάση από τη σύμβαση, όσο και κατά τις επικουρικές βάσεις από την αδικοπραξία και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) η από 5-11-2007 (αριθ.
έκθ. κατάθεσης 242626/4956/2007) αγωγή αυτής κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και β) ως απαράδεκτη η ασκηθείσα με τις προτάσεις της ενάγουσας παρεμπίπτουσα αγωγή. Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε μη νόμιμη η αγωγή ως προς αμφότερες τις επικουρικές βάσεις της και ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την κύρια βάση της.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, με το από 19-10-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 145/2023) αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (βλ.
υπ' αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Σ. Μ., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα), η τελευταία άσκησε εμπρόθεσμα και παραδεκτά πρόσθετους λόγους, οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο τούτων (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ι) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, υπό την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους, και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημίωσης για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η οποία υπολογίζεται βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του ίδιου νόμου.
Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και αποβλέπει στη διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδότησης των μισθωτών για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ' αυτήν όρους, μειωμένης αποζημίωσης. Περαιτέρω, η σύμβαση εργασίας που διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη, ο οποίος έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου.
Αν, όμως, με τον Κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 30/2009, ΑΠ 419/2021, 225/2021, 375/2014, 214/ 2014).
Εξάλλου, ο Οργανισμός Προσωπικού της εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", περιέχεται στην από 11-11-1977 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθ. 46806/10314 της 21/26-11-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1255), κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 15869 της 10/27-7-1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446) και έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις (ΑΠ 985/2024, 225/2021).
Κατά το άρθρο 31 του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με την από 22-6-1999 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, που καταρτίστηκε υπό την ισχύ του Ν. 1876/1990, η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και κάθε εργαζομένου σ' αυτήν λύεται: α) με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες, οι εργαζόμενοι δε, που συμπληρώνουν το εν λόγω όριο ηλικίας κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, αποχωρούν αυτοδικαίως την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους και β) πριν από τη συμπλήρωση των προαναφερόμενων ορίων ηλικίας στις ακόλουθες περιπτώσεις:
αα) λόγω θανάτου του εργαζομένου, ββ) λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, η οποία θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, γγ) λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 672 ΑΚ και δδ) λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 5 του Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε.
Περαιτέρω, οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού Εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας του μισθωτού και, συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού (ΟλΑΠ 42/2002). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο περιεχόμενος στο άρθρο 31 του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας όρος, ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας, σε περίπτωση αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, δηλαδή παραίτηση τούτου, η οποία και επιφέρει τη λύση της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955, στην ίδια δε περίπτωση εμπίπτει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και η οικειοθελής αποχώρηση του εργαζομένου από την ως άνω Τράπεζα, λόγω παραίτησης, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, αφού και η με τον τρόπο αυτό παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντίωσης της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου, που λύεται με την κατά τον εν λόγω τρόπο παραίτησή του πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.
Επομένως, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διάταξης, ο αποχωρών, λόγω παραίτησης πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον Οργανισμό Προσωπικού της δικαίωμα παραίτησης του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται, για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραίτησης, η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεσή της στην αποχώρηση των εργαζομένων της (ΑΠ 419/2021, 70/2016, 907/2012, 1828/2011).
ΙΙ) Σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 435/1976, µε την οποία αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, που είχε προστεθεί µε την παρ. 4 του άρθρου 8 Ν.Δ. 3789/1957, "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόµενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισµού, δια την χορήγησιν συντάξεως συµπληρώσαντες ή συµπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου ν' αποχωρώσιν της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε ν' αποχωρώσιν είτε ν' απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαµβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας, οι µεν επικουρικώς ησφαλισµένοι τα 40%, οι δε µη ησφαλισµένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εκ μέρους του εργοδότου", ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου (5 Ν. 435/1976), "Τυχόν ευνοϊκώτεροι δια τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι εις άλλας διατάξεις, συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικάς συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος".
Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρα 680 ΑΚ, 3 παρ. 1 Ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 Ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 Ν. 2112/1920) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδ. α' του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, το οποίο, όπως από το ανωτέρω άρθρο 5 του Ν. 435/1976 προκύπτει, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων.
Κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής, που συμπλέει με την επιταγή του άρθρου 22 του Συντάγματος για προστασία του δικαιώματος της εργασίας, ως ευνοϊκότεροι όροι θεωρούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της σύμβασης, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού, είτε αυτές ανάγονται στο ύψος της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας είτε στο ίδιο το δικαίωμα καταγγελίας (ΟλΑΠ 26/1992) και, συνεπώς, αν με όρο Σ.Σ.Ε.
ή Κανονισμού προβλέπεται η καταβολή, στους υπαλλήλους που αποχωρούν από την υπηρεσία, μεγαλύτερης αποζημίωσης, οφείλεται σ' αυτούς η αποζημίωση αυτή και όχι η μειωμένη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955 (ΟλΑΠ 30/2009, ΑΠ 375/2014). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν µε την ατομική σύμβαση εργασίας ή µε μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σχέσης µε ευνοϊκότερους όρους, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημίωσης, σε σχέση με τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του Ν. 3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, ο δε μισθωτός δεν δικαιούται να αξιώσει αθροιστικώς, πέρα από τη συμφωνηθείσα, και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο.
Το μόνο δε δικαίωμα που έχει αυτός, είναι να αξιώσει τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ της αποζημίωσης του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955 και εκείνης που καταβλήθηκε ως κίνητρο για την πρόωρη αποχώρηση αυτού (ΑΠ 419/2021, 375/2014, 681/2011). Οι προαναφερθείσες υπό στοιχ. Ι και ΙΙ ουσιαστικές διατάξεις, με τις οποίες κατοχυρώνεται το δικαίωμα του μισθωτού να λάβει, σε περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης εργασίας του, είτε τη νόμιμη αποζημίωση ή τη συμφωνηθείσα μεγαλύτερη (της νόμιμης) αποζημίωση είτε αμφότερες τις αποζημιώσεις (νόμιμη και συμφωνηθείσα), εφόσον υπάρχει σχετική προς τούτο συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 17 παρ. 1, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1 και 3, 26 παρ. 1 και 3, 28 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 10 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ), 157 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), 47, 49 και 54 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ) και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠ) που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 (ΦΕΚ Α' 25/26-2-1997).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες (παραδοχές) πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο.
Σφάλμα τυχόν της απόφασης, συνδεόμενο με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται μόνο ως παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Έτσι, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια.
Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1935/2017, 818/2017, 414/2017, 103/2017).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε από την αρχικώς εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." την 20-9-1982, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία όμως, ενόψει του άρθρου 31 του έχοντος ισχύ νόμου Οργανισμού Προσωπικού της ως άνω Τράπεζας, μπορούσε να μετατραπεί εξ αρχής σε αορίστου χρόνου με την πλήρωση της περιεχόμενης στο άρθρο τούτο διαλυτικής αίρεσης, ήτοι με την πρόωρη λύση της σύμβασης εργασίας για τους αναφερόμενους σ' αυτό λόγους, μεταξύ των οποίων και η οικειοθελής αποχώρηση του μισθωτού.
Ότι την 27-6-2007 η ενάγουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, υποβάλλοντας έγγραφη παραίτηση υπό την προϋπόθεση ότι θα ελάμβανε ως αποζημίωση το ποσό των 93.000 ευρώ. Ότι δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2007 εντάλματος πληρωμής, η εναγομένη κατέβαλε την ίδια ημέρα στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό, αφού προηγουμένως παρακρατήθηκε ο αναλογών φόρος, ποσού 14.600 ευρώ, με το υπ' αριθ. ...-2007 γραμμάτιο είσπραξης της εναγομένης.
Ότι το ποσό που καταβλήθηκε στην ενάγουσα υπερκαλύπτει την αιτηθείσα με την ένδικη αγωγή αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, που ανέρχεται σε 35.809,79 ευρώ, καθώς και ότι δεν αποδείχθηκε καμία αντίθετη συμφωνία για σωρευτική καταβολή της ληφθείσας και της αιτηθείσας αποζημίωσης. Ότι η ενάγουσα επέλεξε την ευνοϊκότερη γι' αυτήν συμφωνία και, συνεπώς, δεν δικαιούται την αιτηθείσα αποζημίωση, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης, ο οποίος δεν προβλήθηκε καταχρηστικά, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα.
Κατόπιν αυτών, το Εφετείο έκρινε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ αναφορικά με τις επικουρικές βάσεις αυτής, από τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αντίστοιχα, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή ως προς αμφότερες τις επικουρικές βάσεις της, ειδικότερα δε, έκρινε ότι "Η βάση της αγωγής ως προς την αδικοπραξία είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον η μη καταβολή της αιτούμενης αποζημίωσης δεν συνιστά αδικοπραξία.
Επίσης, είναι (ενν. μη νόμιμη) και η βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον δεν επικαλείται περιστατικά διαφορετικά από τα θεμελιούντα την κύρια βάση της αγωγής" και ακολούθως συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι α) με το να δεχθεί ότι, ελλείψει αντίθετης συμφωνίας, η ενάγουσα δεν δικαιούται σωρευτικά την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και την, κατόπιν σχετικής συμφωνίας με την αρχικώς εναγομένη, ληφθείσα μεγαλύτερη αποζημίωση, απορρίπτοντας συνακόλουθα ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της, και β) απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς αμφότερες τις επικουρικές βάσεις της, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955, 31 του Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας, 3, 174, 281, 288, 340, 341, 346, 648, 649, 653, 679, 680, 904 επ., 914 επ. 932 ΑΚ, 176 ΚΠολΔ, 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 17 παρ. 1, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1 και 3, 26 παρ. 1 και 3 και 28 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 10 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ), 47, 49 και 54 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ) και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠ), αλλά, αντιθέτως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στις προηγηθείσες υπό στοιχ.
Ι και ΙΙ νομικές σκέψεις, ήτοι τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ. α' και β' του Ν. 3198/1955, 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 και 31 του Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας, των οποίων συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ορθώς ερμήνευσε και έκρινε μη εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
και 904 επ. ΑΚ.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε στο σκεπτικό αυτής σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 εδ.
α' και β' του Ν. 3198/1955, 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 και 31 του Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα α) με τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, καθώς και με όλους τους εννέα (9) εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετους λόγους αναίρεσης και κατά το μέρος που με αυτούς (κύριους και πρόσθετους λόγους) ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με τις ως άνω κρίσεις του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955, 31 του Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας, 3, 174, 281, 288, 340, 341, 346, 648, 649, 653, 679, 680, 904 επ., 914 επ., 932 ΑΚ, 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 17 παρ. 1, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, β) με τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο έκτο, έβδομο, όγδοο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, καθώς και με όλους τους εννέα (9) εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετους λόγους αναίρεσης και κατά το μέρος που με αυτούς ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με τις ως άνω κρίσεις του παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, επιπλέον και τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 και 3 και 28 παρ. 1 του Συντάγματος, 47, 49 και 54 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ), 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠ) και 10 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ), είναι επίσης απορριπτέα ως αβάσιμα, γ) με τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης καθώς και με όλους τους εννέα (9) εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετους λόγους αναίρεσης και κατά το μέρος που με αυτούς ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με τις ως άνω κρίσεις του παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, επιπλέον και τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 και 2 παρ.
α', 907, 908, 910 περ. 4 και 176 ΚΠολΔ, είναι, επίσης, απορριπτέα ως αβάσιμα, καθόσον ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, δεδομένου ότι οι ως άνω διατάξεις αναφέρονται στην αναγκαστική εκτέλεση των τελεσίδικων και των προσωρινά εκτελεστών δικαστικών αποφάσεων, στην προκειμένη δε περίπτωση δεν τίθεται θέμα αναγκαστικής εκτέλεσης, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, δ) με τον ένατο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο και κατά το μέρος που με αυτόν ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με τις ως άνω κρίσεις παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, επιπλέον και τις διατάξεις των άρθρων του Α.Ν. 539/1945, των άρθρων 1 παρ. 4 και 5 του Ν. 1346/1983, 3 του Ν.Δ. 3755/1957, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, 1 του Ν. 1082/1980 σε συνδ.
με την ΚΥΑ 19040/1981 και 157 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, ε) η εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, που προβάλλεται με τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο λόγους αναίρεσης, καθώς και με όλους τους εννέα (9) εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετους λόγους αναίρεσης, καθ' ο μέρος αφορά τις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες κρίθηκαν μη νόμιμες αμφότερες οι επικουρικές βάσεις της αγωγής, από την αδικοπραξία και την αδικαιολόγητο πλουτισμό αντίστοιχα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1284/2023). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 1284/2023, 941/2009). Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται (και) όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη στη διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1284/2023, 823/2020, 885/2017, 2060/2014).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και τον όγδοο πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Αμφότεροι οι ως άνω λόγοι είναι αόριστοι και συνεπώς απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον δεν προσδιορίζεται με αυτούς σε τι συνίσταται "το επιδικασθέν" με την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο δεν είχε ζητηθεί, σε κάθε περίπτωση όμως είναι αβάσιμοι, ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή.
Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Πέραν του μισθού, όμως, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει (εκουσίως, από ελευθεριότητα). Οι παροχές αυτές, οι οποίες δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως "οικειοθελείς". Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγησή τους κατά πάντα χρόνο και, για τον λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους (ΑΠ 1395/2023, 923/2022, 286/2022, 722/2021).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι όχι κάθε ομολογία, αλλά εκείνη που γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 57/2023, 664/2021, 303/2020).
Η κρίση για το αν συνάγεται ομολογία ανάγεται σε πράγματα και, ως εκ τούτου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 57/2023, 1218/2020, 1099/2019). Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Στον ΚΠολΔ ισχύει, κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτιμηθούν "ελεύθερα".
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2/2022, 175/2019, 328/2018).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε σε δικαστική ομολογία της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης την αποδεικτική δύναμη που δεσμευτικώς ορίζει το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι η εναγομένη με τις πρωτόδικες προτάσεις της είχε ισχυριστεί ότι α) ο λόγος αποχώρησης της ενάγουσας από την υπηρεσία δημιουργήθηκε από τα οικονομικά κίνητρα που δόθηκαν σ' αυτήν και β) εάν η ενάγουσα δεν αποχωρούσε, όπως ήταν η σαφώς εκπεφρασμένη επιθυμία της, δεν θα δικαιούτο το ως άνω ποσό (ενν.
το ποσό των 93.000 ευρώ) για κανένα απολύτως λόγο, αφού αυτό δεν οφειλόταν από καμία άλλη αιτία και δεν αποτελούσε κανενός είδους αντάλλαγμα για την παρασχεθείσα εργασία της. Ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγομένης αποτελούν ομολογία ως προς τη φύση του καταβληθέντος στην ενάγουσα (μικτού) ποσού των 93.000 ευρώ ως "οικειοθελούς παροχής", γεγονός που συνεπάγεται ότι η τελευταία είχε δικαίωμα να λάβει σωρευτικώς, κατά την αποχώρησή της, και την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955. Ότι την ως άνω ομολογία της εναγομένης είχε επικαλεστεί η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω σκέλος του κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου και δη η κρίση ότι η καταβολή στην ενάγουσα του ποσού των 93.000 ευρώ είχε τον χαρακτήρα συμφωνηθείσας μεταξύ των διαδίκων μεγαλύτερης (της νόμιμης) αποζημίωσης, λόγω οικειοθελούς αποχώρησης της τελευταίας από την εργασία της, με συνέπεια αυτή να μη δικαιούται σωρευτικώς και την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955. Κατά το άρθρο 440 ΑΚ, ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, επέρχεται δε ο συμψηφισμός, κατά το άρθρο 441 του ίδιου Κώδικα, με δήλωση του ενός προς τον άλλον, η οποία επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν, δηλαδή ο συμψηφισμός ενεργεί αναδρομικά.
Ειδικότερα, συνάγεται από τις ανωτέρω διατάξεις ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της δήλωσης (πρότασης) συμψηφισμού δημιουργείται από τότε που θα συνυπάρξουν δύο αντίθετες απαιτήσεις με τα προσόντα του συμψηφισμού.
Συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο ο δικαιούχος της μιας απαίτησης και οφειλέτης της άλλης έχει το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, επέρχεται δε, με την πρότασή του αυτή, η απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικά και στο μέτρο που καλύπτονται, είτε γίνει αποδεκτή είτε όχι η πρότασή του από εκείνον στον οποίο απευθύνθηκε. Πρόδηλο είναι, επίσης, ότι ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που προτείνεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη (ΑΠ 1568/2021, 123/2020). Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές (ΑΠ 1568/ 2021, 695/2020, 486/2016). Ληξιπρόθεσμες, συνεπώς, καθίστανται οι απαιτήσεις κατά το χρονικό σημείο που ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει την παροχή και ο οφειλέτης υποχρεούται να την εκπληρώσει. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (ΑΠ 1568/2021, 123/2020).
Εξάλλου, με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 69 του Ν. 3371/2005 ορίζεται ότι "Σε περίπτωση προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου τα πιστωτικά ιδρύματα βαρύνονται εξ ολοκλήρου με το κόστος της δαπάνης αυτής", σύμφωνα δε με την ερμηνευτική διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 10 του Ν. 3620/2007 "Η αληθής έννοια της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 69 του ν. 3371/2005 (ΦΕΚ 178/Α') είναι ότι τα πιστωτικά ιδρύματα βαρύνονται εξ ολοκλήρου, συμπληρωματικά προς τα ποσά των εισφορών που προκύπτουν από τις μελέτες των άρθρων 59 περ. γ' και 63 περ. α' του νόμου αυτού, και με το κόστος της δαπάνης οποιασδήποτε εθελουσίας εξόδου ή πρόωρης συνταξιοδότησης που δεν καλύπτεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και δεν έχει προβλεφθεί στις μελέτες των άνω άρθρων".
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο σκέλος αυτών προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, συνιστάμενες σε ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 440 ΑΚ, 69 παρ. 1 του Ν. 3371/2005 και 10 παρ. 6 του Ν. 3620/2007.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με την προβληθείσα έκ μέρους της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ένσταση συμψηφισμού, έκρινε ότι ".... απορριπτέα είναι η ένσταση συμψηφισμού που προτείνει η εκκαλούσα, ως προς το ποσό των εισφορών που θα κατέβαλλε η εναγομένη σε περίπτωση που θα αποχωρούσε η εκκαλούσα σύμφωνα με το όριο ηλικίας, καθόσον δεν γεννήθηκε η αξίωση και συνεπώς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 440 ΑΚ". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι με το να απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συμψηφισμού της ένδικης αξίωσής της με τις εισφορές που θα κατέβαλλε η αναιρεσίβλητη σε περίπτωση αποχώρησης της αναιρεσείουσας σύμφωνα με το όριο ηλικίας, ορθώς ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ, την οποία έκρινε μη εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, διέλαβε δε στο σκεπτικό της απόφασής του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη.
Περαιτέρω, με την ως άνω κρίση του, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 69 παρ. 1 του Ν. 3371/2005 και 10 παρ. 6 του Ν. 3620/2007, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε στην υπό κρίση υπόθεση, καθότι δεν ήταν εφαρμοστέες.
Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι ο πέμπτος λόγος αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος ως προς το πρώτο σκέλος τους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 905 εδ. α' του ΑΚ, η απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται, αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε ότι δεν υπήρχε το χρέος. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 905 εδ. α' ΑΚ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η καταβολή σ' αυτήν του ποσού των 93.000 ευρώ εκ μέρους της αναιρεσίβλητης έγινε εν γνώσει της τελευταίας ότι επρόκειτο για παροχή αχρεώστητη και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προταθεί από την αναιρεσίβλητη προς συμψηφισμό με την ένδικη απαίτηση αποζημίωσης.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τον ως άνω ισχυρισμό της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας έκρινε ότι ".... απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός περί καταβολής αχρεωστήτου παροχής, αφού η καταβολή της αυξημένης αποζημίωσης έγινε υπό τον όρο της οικειοθελούς αποχώρησης". Με την ως άνω κρίση του, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες, στα πλαίσια της εξέτασης του πρώτου λόγου αναίρεσης, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και έκρινε μη εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση τη διάταξη του άρθρου 905 εδ. α' του ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη.
Συνεπώς, ως προς το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος ο έκτος λόγος αναίρεσης, σε κάθε περίπτωση δε, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον το Εφετείο απέρριψε την ασκηθείσα με την ένδικη αγωγή απαίτηση της ενάγουσας για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης ποσού 35.322,25 ευρώ, επειδή έκρινε ότι αυτή είναι ουσιαστικά αβάσιμη και όχι κατόπιν συμψηφισμού της εν λόγω απαίτησης με το καταβληθέν στην τελευταία, εκ μέρους της εναγομένης, ποσό των 93.000 ευρώ. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 170/2023, 62/2022, 14/2022). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής, κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 170/2023, 14/2022).
Με τους έβδομο και όγδοο (τελευταίο) λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εξής πλημμέλειες: α) Με το πρώτο σκέλος αυτών, η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το υποβληθέν με τις κατ' έφεση προτάσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας αίτημα επίδειξης εγγράφων, και β) με το τελευταίο σκέλος αυτών, οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, συνιστάμενες σε ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 450 επ. ΚΠολΔ. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με το ως άνω υπό στοιχ. α' αίτημα, έκρινε ότι "Το αίτημα επίδειξης εγγράφων (συμβάσεις, εκκαθαριστικά), που προτείνει η εκκαλούσα, είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο, καθόσον δεν είναι στοιχεία απαραίτητα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς".
Συνεπώς, οι έβδομος και όγδοος λόγοι αναίρεσης κρίνονται απορριπτέοι α) ως προς το πρώτο σκέλος τους, εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμοι, αφού το Εφετείο εξέτασε το επίμαχο αίτημα και απέρριψε τούτο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, και β) ως προς το τελευταίο σκέλος τους, ως απαράδεκτοι, καθόσον οι αναιρετικοί λόγοι εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται σε περίπτωση παράβασης διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικών, όπως εκείνες των άρθρων 450 επ. ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 επ. και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του τα παραδεκτώς, κατά την οικεία διαδικασία, επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, όπως δε προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 115 παρ. 3, 524 παρ. 1 και 2, 591 παρ. 1 περ. γ' και 621 ΚπολΔ, οι διάδικοι κατά την έκκλητο δίκη, στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, πρέπει να επικαλεστούν με τις προτάσεις τους τα αποδεικτικά τους έγγραφα και να προσκομίσουν αυτά έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο.
Συνεπώς, τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, με την προσθήκη στις προτάσεις, είναι απαράδεκτα, εκτός αν με αυτά αποδεικνύεται ισχυρισμός τον οποίο προέβαλε παραδεκτώς ο διάδικος με την προσθήκη των προτάσεών του, προς αντίκρουση προταθέντος με τις προτάσεις του αντιδίκου του (το πρώτον) ισχυρισμού (ΑΠ 1272/2002, 216/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 26/2022, 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1350/2017, 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 669/2018, 1350/2017, 798/2010).
Για την πληρότητα του ως άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτών, κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1022/2022, 26/2022, 960/2017).
Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ειδικώς αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε με την προσθήκη στις κατ' έφεση προτάσεις της, μετά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Ο πρόσθετος αυτός λόγος, κατά το ως άνω πρώτο σκέλος του, είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η επίκληση και προσκομιδή των εν λόγω εγγράφων έγινε προς απόδειξη ισχυρισμού που προέβαλε παραδεκτώς η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα με την προσθήκη των προτάσεών της, προς αντίκρουση ισχυρισμού προταθέντος για πρώτη φορά με τις προτάσεις της αντιδίκου της.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέβαλε το βάρος της απόδειξης στον αναιρεσείοντα, μολονότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, αυτό έφερε ο αντίδικός του, με συνέπεια να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων.
Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο α) ο ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος της απόδειξης, β) η παράβαση στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και γ) το θέμα απόδειξης που επέβαλε το δικαστήριο (ΑΠ 555/2019, 1542/2018, 286/2013).
Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, χωρίς να διατάξει απόδειξη, δέχθηκε όλα όσα ήδη έχουν αναφερθεί στα πλαίσια της εξέτασης του πρώτου λόγου αναίρεσης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο σκέλος του, ως απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται ο ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος της απόδειξης, σε κάθε περίπτωση δε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 187/2013, 23/2023, 19/2022, 15/2019).
Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 187/2013, 87/2013, 1304/2012, 292/2011), ανεξαρτήτως αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 187/2013, 262/2020, 677/2015).
Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ (άρθρα 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει στο δικόγραφο να προσδιορίζεται, ποια είναι τα πράγματα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, καθώς και ποια πράγματα ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 19/2022).
Με τον έκτο πρόσθετο λόγο και κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ως αληθινά όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί στα πλαίσια της εξέτασης του πρώτου λόγου αναίρεσης και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς την κύρια βάση της.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο σκέλος του, ως απαράδεκτος, διότι δε προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα πράγματα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αληθινά χωρίς απόδειξη και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε κάθε περίπτωση δε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, 12/2000, 1/1999, ΑΠ 19/2022, 558/2008).
Περαιτέρω, η ένσταση (άρθρο 262 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ), όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα, διαφορετικά είναι αόριστη και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 19/2022, 558/2008), ενώ η παράλειψη αναφοράς των γεγονότων αυτών δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, στο οποίο τυχόν αναγράφονται (ΑΠ 19/2022, 1383/2008). Ως προς την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής ή της ένστασης, γίνεται διάκριση μεταξύ νομικής αοριστίας και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη νομική επάρκεια, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία υπάρχει, αν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση της αγωγής ή της ένστασης από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της.
Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός που δικαιολογούσε τη νομική ή ποσοτική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης, αν και δεν προτάθηκε, ή αντιστρόφως δεν λήφθηκε υπόψη τέτοιος ισχυρισμός, αν και προτάθηκε (ΑΠ 19/2022, 922/2019).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέστηκε η παραβίαση, αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 510/2022, 571/2021, 1110/2021, 449/2012, 598/2010) ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 510/2022, 598/2010).
Με τον έβδομο πρόσθετο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "Η ενάγουσα βάσει της συμφωνίας επέλεξε την ευνοϊκότερη συμφωνία και συνεπώς δεν δικαιούται την αιτούμενη αποζημίωση, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης μη προβληθέντος καταχρηστικά, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, και πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσία αβάσιμη", υπέπεσε στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον δέχθηκε ισχυρισμό, ο οποίος είχε προβληθεί όλως αορίστως από την εναγομένη, την αοριστία δε αυτή είχε επικαλεστεί η αναιρεσείουσα με το δικόγραφο της έφεσης, αλλά και με τις κατ' έφεση προτάσεις της.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, κατά το πρώτο σκέλος του, ως απαράδεκτος, καθόσον από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της από 6-6-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 549868/502937/2017) έφεσης και των ενώπιον του Εφετείου από 11-11-2019 προτάσεων μετά της από 15-11-2019 προσθήκης - αντίκρουσης της αναιρεσείουσας ουδόλως προκύπτει ότι αυτή προέβαλε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου το απαράδεκτο που επικαλείται με το πρώτο σκέλος του υπό κρίση πρόσθετου λόγου.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
του KΠολΔ εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλ' ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για τον σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς δηλαδή να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 70/2022, 78/2022, 1162/2019, 856/2019, 236/2017 1915/2016, 472/2016).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως, και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 70/2022, 922/2018). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθεμένο, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 70/2022, 194/2005).
Παράλληλα, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο που φέρεται, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου το περιεχόμενό του να εκτιμηθεί σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 70/2022, 1167/2019, 1414/2010).
Με τον ένατο (τελευταίο) πρόσθετο λόγο και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, το οποίο προβάλλεται επικουρικά για την περίπτωση απόρριψης του δευτέρου πρόσθετου λόγου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ειδικώς αναφερόμενων στο αναιρετήριο εγγράφων, που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει με την προσθήκη στις κατ' έφεση προτάσεις.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, κατά το πρώτο σκέλος του, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο είναι το περιεχόμενο που προσέδωσε στα επίμαχα έγγραφα η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση με το αληθές περιεχόμενο αυτών να προκύπτει το διαγνωστικό σφάλμα της.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης (κύριου ή πρόσθετου) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-9-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 7426/ 825/2022) αίτηση και τους από 19-10-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 145/2023) πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 5699/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ