Legislator Case Law & Legislation
78/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's error in misreading employment contract dates regarding termination compensation.

Case Number 78/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision, which had incorrectly found the employee's employment began in 2008 instead of 2010. The lower court's factual error led to a ruling that the employer must pay termination compensation, whereas the correct date would have exempted the employer from this obligation. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's judgment and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a final judgment if the lower court distorted the content of documents by accepting a false date as a proven fact, thereby altering the legal consequences of the case.

Keywords

AI generated
misreading of documents factual error in judgment termination compensation trial period exemption remittal for retrial Code of Civil Procedure employment contract dates

Cited Legislation

AI generated
Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 503(1), (2), (3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 74(2)(A) of Law 3863/2010
Article 17(5)(a) of Law 3899/2010

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 5/2001
Supreme Court of Greece, Case 9/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 78 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 78/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Βραζιλίας, νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον Υπουργό Εξωτερικών της Βραζιλίας και εν προκειμένω από τον διαπιστευμένο της διπλωματικής υπηρεσίας αυτής στην Ελλάδα, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Μπαλτά, η oποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Παυλάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/7/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3079/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/11/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001 και 9/1996). Εξάλλου κατά το άρθρο 503 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ενώ όταν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στο εξωτερικό, η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση κατά το άρθρο 135 παρ.1 του ΚΠολΔ της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι, κατά περίπτωση, παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, ή (όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος διαμένει στο εξωτερικό) η εξηκονθήμερη προθεσμία από την τελευταία κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ δημοσίευση της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού.

Τούτο, διότι έκτοτε η ερήμην εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ. Περαιτέρω η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, ΟλΑΠ 17/2013, Ολ.ΑΠ 626/1980).

Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ.β ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, Ολ.ΑΠ. 9/1996 και 626/1980, ΑΠ 845/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους, διότι, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίνεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.

Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνον η, μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας, απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Με τον τρόπο αυτό, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, θεωρούμενα ως επικυρωθέντα από το εφετείο, μπορούν να προβληθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/90, ΑΠ 1253/2018).

Στη προκειμένη περίπτωση φέρεται προς κρίση η από 9.11.2017 και με αριθμό κατάθεσης 8421/798/10.11.2017 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 3079/23.6.2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, (και της ενσωματωμένης σε αυτήν με αριθμό 57/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία, λόγω της μη προσήκουσας συμμετοχής της εναγομένης- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας στην κατ' έφεση δίκη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τη δίκασε ερήμην και απέρριψε την από 23.12.2015 (και με αριθμό κατάθεσης 529/2016) έφεση που αυτή είχε ασκήσει κατά της με αριθμό 57/8.1.2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε ερήμην της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 22.7.2011 (και με αριθμό κατάθεσης 136343/4213/2011) αγωγή του ενάγοντος -εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία αυτός ισχυριζόταν ότι στις 6.6.2011 η εναγομένη κατήγγειλε την από 1.10.2008 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που είχε συνάψει με αυτόν, χωρίς να τηρήσει τον έγγραφο τύπο και χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, αλλά και καταχρηστικά και ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της εν λόγω καταγγελίας, την αναγνώριση της υποχρέωσης της αντιδίκου του να τον απασχολεί, την καταβολή μισθών υπερημερίας για τη χρονική περίοδο από 6.6.2011 μέχρι 10.1.2014, την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και την αναγνώριση της υποχρέωσής της να του καταβάλει από την 11η.1.2014 και μέχρι την άρση της υπερημερίας της μηνιαίο μισθό και επιδόματα εορτών και αδείας, άλλως ζητούσε την επιδίκαση αποζημίωσης απόλυσης.

Συγκεκριμένα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με τη με αριθμό 57/8.1.2015 οριστική του απόφαση: Α) απέρριψε ως μη νόμιμη την από αδικοπραξία βάση της αγωγής και την εξ αυτής αιτούμενη ηθική βλάβη, Β) απέρριψε ως μη νόμιμη την επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στο άρθρο 281 ΑΚ βάση της αγωγής και Γ) δεχόμενο ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την από την ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος λόγω μη καταβολής σε αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης, βάση της αγωγής:

α) αναγνώρισε ότι η από 30.5.2011 εκ μέρους της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) είναι άκυρη λόγω μη καταβολής σε αυτόν της αποζημίωσης απόλυσης, β) υποχρέωσε την εναγομένη: 1) να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του αντιδίκου της στη θέση που αυτός κατείχε κατά την πρόσληψή του, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής ποσού πενήντα (50) ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή της αυτή και 2) να του καταβάλει για μηνιαίους μισθούς υπερημερίας της χρονικής περιόδου από 1.6.2011 έως 5.2.2011 το ποσό των 18.803,68 ευρώ και γ) αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα: 1) για μισθούς υπερημερίας (συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας) της χρονικής περιόδου από 5.2.2012 έως 10.1.2014 το ποσό των 66.985 ευρώ και 2) το ποσό των 2.350, 46 ευρώ κάθε μήνα ως μισθό υπερημερίας για τη χρονική περίοδο από 10.1.2014 μέχρι την άρση της υπερημερίας της, με το νόμιμο τόκο κατά τις σε αυτή διακρίσεις.

Κατά της με αριθμό 3079/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δεν προκύπτει να έχει επιδοθεί σε οποιονδήποτε διάδικο με επιμέλεια του αντιδίκου του, δεν έχει ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας (βλ. το με αριθμό πρωτ. 919/28.12.2020 πιστοποιητικό περί κατάθεσης ενδίκων μέσων της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών Ναυσικάς Γιαννοπούλου).

Σύμφωνα, όμως, με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα με αριθμό 1901/11.10.2017 ειδικό πληρεξούσιο, που συνέταξε ο Συμβολαιογράφος Αθηνών Γ. Θ. Α., αυτή, δια του εκπροσώπου της και διαπιστευμένου της διπλωματικής της υπηρεσίας στην Ελλάδα πρέσβη, χορήγησε στη δικηγόρο Αθηνών Κυριακή Χ. Μπαλτά, που υπογράφει την ένδικη αίτηση, την ειδική πληρεξουσιότητα να ζητήσει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και της ενσωματωμένης σε αυτή απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να παρασταθεί και να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της αίτησης, καθώς και να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

Υπό τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά την 10.11.2017, οπότε κατατέθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, υφίσταται η από 11.10.2017 έγκυρη σιωπηρή παραίτηση της -ερημοδικασθείσας στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας- αναιρεσείουσας από το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η παραίτησή της δε αυτή κατέστησε την ως άνω απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη σε αναίρεση από τον ως άνω χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), (απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου, που περιλαμβάνονται στις προτάσεις που κατέθεσε στον Άρειο Πάγο στις 29.10.2021, μετά, δηλαδή, τη συζήτηση της αναίρεσης) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ.2 του Ν.2556/1997 και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ορίζεται ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ συνάγεται ότι συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και στην περίπτωση μη καταβολής ή ελλιπούς καταβολής της οφειλομένης αποζημίωσης (ΑΠ 277/2016, ΑΠ 624/2008), η οποία υπολογίζεται κατά τα άρθρα 3 παρ.2 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ.1 του Ν. 3198/1955 με βάση τις τακτικές αποδοχές του απολυομένου μισθωτού του τελευταίου πριν την καταγγελία μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας για οιονδήποτε λόγο δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου, υποχρεούμενος να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και να καταβάλει τις αποδοχές αυτού, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 839/2019, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).

Περαιτέρω, με το εδάφιο Α της παρ. 2 του άρθρου 74 του ν.3863/2010 , όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 17 παρ. 5 α του ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α 212/17.12.2010) και κατά το άρθρο 19 παρ. 2 του ίδιου νόμου (δηλαδή του ν. 3899/2010) ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (δηλαδή από 17.12.2010) ορίσθηκε ότι: "Η απασχόληση με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου λογίζεται ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου για τους πρώτους δώδεκα (12) μήνες από την ημέρα ισχύος της και η οποία μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απόλυσης, εκτός και αν άλλο συμφωνήσουν τα μέρη".

Από την παραπάνω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι μέσα στους πρώτους δώδεκα μήνες από τη σύναψη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο εργοδότης έχει (κατ' αρχήν) το δικαίωμα να απολύσει τον μισθωτό απροειδοποίητα και χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση. Η ρύθμιση αυτή καταλαμβάνει και τις κατά την έναρξη ισχύος της (17.12.2010) υφιστάμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.

Εξ άλλου, με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Για να θεμελιωθεί, όμως, ο λόγος αυτός δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωσή του εγγράφου, αλλά απαιτείται επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 236/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθμό 3079/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώθηκε η με αριθμό 57/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω απόρριψης της ασκηθείσας κατ' αυτής έφεσης ως εκ της ερημοδικίας της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα ουσιώδη, αναφορικά με τους ερευνούμενους αναιρετικούς λόγους που στρέφονται κατ' αυτής: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντα στο ακροατήριό του και από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που ο ενάγων προσκομίζει και επικαλείται, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη την 1-10-2008 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί στην πρεσβεία που διατηρεί η εναγομένη στην Αθήνα με την ιδιότητα του διοικητικού υπαλλήλου. Εργάσθηκε μέχρι την 30.5.2011, προσφέροντας προσηκόντως στην εναγομένη τις υπηρεσίες του, οπότε η σύμβαση εργασίας του καταγγέλθηκε.[...].

Σε κάθε περίπτωση, πέραν της ακριβούς ημερομηνίας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, που εγγράφως επιδόθηκε την 12-7-2011 σε αυτόν, δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση... Επομένως, και μόνο για το λόγο αυτό η καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντα ήταν άκυρη, η εναγομένη κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του και οφείλει σε αυτόν μισθούς υπερημερίας. [...]..".

Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η από 30.5.2011 εκ μέρους της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας του ενάγοντος-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου είναι άκυρη λόγω μη καταβολής σε αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, δέχθηκε ως χρόνον πρόσληψης του αναιρεσίβλητου την αναγραφόμενη στην πρώτη σελίδα της από 22.7.2011 αγωγής ημερομηνία (δηλαδή την 1.10.2008), διότι ανέγνωσε εσφαλμένα την ημερομηνία της 1ης Οκτωβρίου 2010, που αναγράφεται ως χρόνος έναρξης της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, στη με ίδια ημερομηνία έγγραφη σύμβαση των διαδίκων, η οποία σε επίσημη αποσπασματική μετάφραση προσκομίζεται από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), φέρει στο τέλος της και την υπογραφή του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) και με επίκληση είχε προσκομισθεί από αυτόν μαζί με το αντίγραφο της από 1.1.2011 έγγραφης αναγγελίας της πρόσληψής του στην Πρεσβεία της αναιρεσείουσας στην Αθήνα, τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως σχετικό με αριθ. 3 (βλ.

τη με αριθμό 5 σελίδα των 2.10.2014 προτάσεων του αναιρεσίβλητου στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και τη με αριθμό 4 σελίδα των από 23.5.2017 προτάσεών του -αντέφεσης στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών). Επιπλέον, ανέγνωσε εσφαλμένα και το αντίγραφο του με αριθμό 491/2.6.2011 δελτίου εργατικής διαφοράς του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, το οποίο, επίσης, ο ενάγων είχε επικαλεσθεί ως σχετικό με αριθ. 6 και προσκομίσει με τις ως άνω προτάσεις του στο οποίο διαλαμβάνεται ότι "ο προσφεύγων (ενάγων) δήλωσε ότι προσλήφθηκε 01-10-2010".

Κατά συνέπεια, το δικαστήριο της ουσίας με την παραδοχή του ότι ο χρόνος κατάρτισης της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι η ημερομηνία της 1.10.2008 και όχι η ημερομηνία της 1.10.2010, που αναγράφεται ως χρόνος έναρξης της επίδικης σύμβασης εργασίας στα ως άνω έγγραφα (και προεχόντως στην από 1.10.2010 έγγραφη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας) επί των οποίων κυρίως βάσισε την κρίση του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, διότι δέχθηκε ως πραγματικό γεγονός ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη -εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα την ημερομηνία της 1.10.2008 αντί της ημερομηνίας της 1.10.2010, που αναγράφεται στα έγγραφα αυτά.

Έτσι, δεχόμενο ότι ο ενάγων εργάσθηκε στην εναγομένη τη χρονική περίοδο από 1.1.2008 μέχρι την 30.5.2011, κατέληξε στο επιζήμιο για την τελευταία πόρισμα ότι αυτή, ως εργοδότρια, είχε υποχρέωση να του καταβάλει την υπολογιζόμενη κατά τα άρθρα 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 αποζημίωση απόλυσης και εφόσον δεν του την κατέβαλε, σύμφωνα με τα άρθρα 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, 174 και 180 ΑΚ, η εκ μέρους της καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη και η εναγομένη έχει περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του, υποχρεούμενη να δέχεται τις υπηρεσίες του και να καταβάλει τις αποδοχές του (κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 ΑΚ).

Αντίθετα, εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε παραμορφώσει το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, θα κατέληγε στην κρίση ότι, σύμφωνα με το εδάφιο Α της παρ. 2 του άρθρου 74 του ν.3863/2010, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 17 παρ. 5 α του ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α 212/17.12.2010), το οποίο καταλαμβάνει χρονικά την επίδικη έννομη σχέση [παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα στις προτάσεις του αναιρεσίβλητου], η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα δεν είχε κατ' αρχήν υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο αποζημίωση απόλυσης, διότι η απασχόλησή του δεν είχε υπερβεί τη δοκιμαστική περίοδο των δώδεκα μηνών από την ημέρα της ισχύος της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Συνακόλουθα, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου από τους αριθμούς 1, 11 και 12 αντίστοιχα του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό 3079/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η με αριθμό 57/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 3079/23.6.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωματώνεται η με αριθμό 57/8.1.2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ