Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding rice sales contract and guarantee liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Single Court of Thessaloniki regarding a dispute over rice sales and guarantee liability. The appellant argued that the lower court's reasoning contained contradictions between the contract date and payment dates, claiming a violation of procedural rules. The court rejected this, finding the lower court's reasoning logically sound and consistent with substantive law without any contradictions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(17), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on contradictions in the reasoning of a final judgment is inadmissible if the reasoning is logically consistent and supported by substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 70 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 70/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Δ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταματία Μάρκου - Νικοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Π. του Α., 2) Α. Π. του Θ., 3) Α., συζύγου Θ. Π., 4) Φ. Ι. του Ν., 5) Μ. Α., χήρας Τ., 6) Β. Σ. του Ν., 7) Β. Α., συζύγου Π., 8) Α. Π. του Ι. και 9) Α. Σ. του Ν., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Νούσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθμ. 207-ΜΤ-23/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την υπ' αριθμ.1900-ΜΤ-135/2013 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2748/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-3-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 2748/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την από 23-1-2017 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ` αριθ. 57/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία είχε απορρίψει την από 23-1-2012 αγωγή τους με αίτημα να υποχρεωθεί ο ήδη αναιρεσείων να τους καταβάλλει τα αναφερόμενα σε καθένα ποσά, από την πώληση ολόκληρης της ποσότητας ρυζιού παραγωγής έτους 2010, την εξόφληση του τιμήματος της οποίας αυτός είχε εγγυηθεί δυνάμει της από 18-4-2011 συμβάσεως εγγυήσεως. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 KΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 KΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 KΠολΔ ).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στην αίτηση αναίρεσης τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ` αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1365/2005, 426/2010), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 355/2020, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 867/2018, ΑΠ 788/2018, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 1665/2014), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993, 185/2004, 1503/2005, 832/2009, 574/2010).
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993, 215/2005).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 541/2002, 80/2004, 557/2004, 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995, 832/2009, 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 854/2020,ΑΠ 896/2019, 5/2010, 574/ 2010).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 416/1993, 597/2005, 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1365/2005, 426/2010), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010, ...3/ 2011).
Κατά την έννοια του λόγου αυτού η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004).
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα : "Οι ενάγοντες τυγχάνουν αγρότες και ασχολούνται με την παραγωγή ρυζιού. Τον Απρίλιο του έτους 2011 συμφώνησαν με τον εναγόμενο, ο οποίος ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος της μη διαδίκου ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ...
να του παραδώσουν λόγω πωλήσεως προς την ως άνω εταιρία ολόκληρη την παραγωγή ρυζιού έτους 2010, που είχαν στις αποθήκες τους, έναντι "ανοιχτού" τιμήματος, το οποίο θα καθοριζόταν στην τελευταία παράδοση ρυζιού και ενιαία για όλη την τελικώς πωληθείσα ποσότητα, με πίστωση αυτού μέχρι την 31-12-2011. Σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης 1) ο πρώτος ενάγων παρέδωσε στον εναγόμενο, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του:
α) 4.900 κιλά γκρέζο ρύζι αναποφλοίωτο, β) 25.390 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο, γ) 24.910 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο και δ) 11.100 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο, για τα οποία εκδόθηκαν αντίστοιχα τα υπ' αριθμ. .../26-10-2010, …/4-4- 2011,… /5-4-2011 και .../23-12-2011 δελτία αποστολής - τιμολόγια της ..., 2) ο δεύτερος ενάγων παρέδωσε στον εναγόμενο, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του:
α) 4.... κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο, β) 24.017 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο, γ) 24.218 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο, δ) 10.330 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο, ε) 25.480 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο, στ) 25.690 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο, ζ) 16.820 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο, η) 9.000 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο και θ) 11.080 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο, για τα οποία εκδόθηκαν αντίστοιχα τα υπ' αριθμ. .../21-9- 2010,258/31-12-2010, .../31-12-2010, .../31-12-2010,… /6-4-2011, …/18-4-2011, …/21-4-2011, .../9-11-2011 και .../23-12-2011 δελτία αποστολής -τιμολόγια της ..., 3) η τρίτη ενάγουσα παρέδωσε στον εναγόμενο, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του:
α) 27.450 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο και β) 8.470 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο, για τα οποία εκδόθηκαν αντίστοιχα τα υπ' αριθμ. …/26-4- 2011 και .../9-11-2011 δελτία αποστολής - τιμολόγια της ..., 4) ο τέταρτος ενάγων παρέδωσε στον εναγόμενο, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, 28.060 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο, για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ, …/28-4-2011 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο της ..., 5) η πέμπτη ενάγουσα παρέδωσε στον εναγόμενο, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, 13.490 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο, για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 59/29-4-2011 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο της ..., 6) ο έκτος ενάγων παρέδωσε στον εναγόμενο, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, 13.140 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο, για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ.
…/27-4-2011 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο της ..., 7) η έβδομη ενάγουσα παρέδωσε στον εναγόμενο, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, 14.000 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο, για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ… /29-4-2011 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο της ..., 8) ο όγδοος ενάγων παρέδωσε στον εναγόμενο, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, 8.500 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο, για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. .../9-11-2011 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο της ...
και 9) ο ένατος ενάγων παρέδωσε στον εναγόμενο, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, 14.000 κιλά ρομά ρύζι αναποφλοίωτο, για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. …/27-4-2011 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο της ... Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος παρέλαβε τις ανωτέρω ποσότητες ρυζιού για λογαριασμό της εταιρίας "..." και ενήργησε στην ανωτέρω πώληση ως άμεσος αντιπρόσωπος της αγοράστριας εταιρίας με την οποία συνεργάζονταν επί σειρά ετών, περιστατικό γνωστό στους ενάγοντες.
Η κρίση αυτή στηρίζεται στη σαφή για το ζήτημα αυτό κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης και ενισχύεται από την έκδοση των οικείων δελτίων αποστολής και τιμολογίων στο όνομα της ως άνω εταιρίας προς τον εκάστοτε παραγωγό αλλά και από όσα ρητά περί της ιδιότητας του εναγομένου διαλαμβάνονται στο από 18/4/2011 ιδιωτικό συμφωνητικό εγγύησης, στο οποίο αποσαφηνίζεται ότι ο εναγόμενος ενεργεί ως μεσίτης για λογαριασμό της εταιρίας εγχώριων προϊόντων "Α.
Γ.". Εξάλλου, αν ο εναγόμενος ήταν πραγματικός αγοραστής, δεν θα είχε υπόσταση η με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, σύναψη της σύμβασης εγγύησης μεταξύ του ιδίου και των πωλητών, με αντικείμενο την ήδη αναληφθείσα από αυτόν υποχρέωση καταβολής του τιμήματος της πώλησης . Άλλωστε η αγωγή κατά την εκτίμησή της από το Δικαστήριο έχει νομικό έρεισμα κατά την κύρια βάση της στις περί εγγυήσεως διατάξεις με τις οποίες διώκεται η ικανοποίηση της αξίωσης των εναγόντων και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των τελευταίων με τον πρώτο λόγο της έφεσης για την όμοια κρίση περί του νομικού και πραγματικού αυτού ζητήματος από την εκκαλουμένη πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες.
Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, δυνάμει του από 18-4-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, που υπεγράφη στην ... μεταξύ του εναγομένου και του πρώτου ενάγοντος, ο οποίος ενεργούσε τόσο για λογαριασμό του ιδίου όσο και για λογαριασμό των υπολοίπων εναγόντων, με βάση άτυπη πληρεξουσιότητα, λόγω της μεταξύ τους σχέσης εμπιστοσύνης, ο πρώτος (εναγόμενος) ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει το τίμημα ολόκληρης της ποσότητας ρυζιού παραγωγής έτους 2010, που θα παρέδιδαν οι ενάγοντες στον εναγόμενο, ο οποίος ενεργούσε ρητά ως μεσίτης και για λογαριασμό της εταιρίας "...".
Ειδικότερα όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από 18.04.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό εγγύησης συμφωνήθηκαν κατά την επί λέξει διατύπωση τα ακόλουθα: "Ο πρώτος των συμβαλλομένων (εναγόμενος) αναλαμβάνει έναντι του δεύτερου των συμβαλλομένων (καθώς και των εκπροσωπούντων -ενν. εκπροσωπούμενων- από αυτόν) την υποχρέωση να εξοφλήσει την αξία ολόκληρης της ποσότητας ρυζιού παραγωγής έτους 2010 που θα πωληθεί από τον δεύτερο των συμβαλλομένων (καθώς και των εκπροσωπούντων από αυτόν), σε κάθε περίπτωση και σε όποιο ύψος κι αν ανέλθει η αξία της παραγωγής, μέχρι τις 31-12-2011 σύμφωνα με τα άρθρα 847 και επ του Αστικού κώδικα (εγγύηση)".
Στην παραπάνω ρηματική διατύπωση υπάρχει ασάφεια ως προς την παραίτηση ή μη του εναγομένου από την ένσταση διζήσεως, καθώς απουσιάζει ο πανηγυρικός τύπος τέτοιας δήλωσης βούλησης. Στο σημείο δε αυτό ερίζουν οι διάδικοι καθώς οι ενάγοντες διατείνονται ότι ο εναγόμενος παραιτήθηκε σιωπηρά από την ένσταση διζήσεως, περιστατικό που αρνείται ο τελευταίος ο οποίος προέβαλε πρωτοδίκως τη σχετική ένσταση, η οποία έγινε δεκτή κατ'ουσίαν.
Κατά την ερμηνευτικά συναγόμενη βούληση των μερών με προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των ΑΚ 173 και 200 σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα πρόταση υπό στοιχείο Γ, και λαμβανομένων υπόψη: 1) της ύπαρξης καταληκτικής προθεσμίας καταβολής του τιμήματος στο παραπάνω συμφωνητικό (31/12/2011) 2) της απουσίας ρητής διατύπωσης ότι οι ενάγοντες όφειλαν πρώτα να στραφούν κατά της αγοράστριας για τον μέχρι την 31/12/2011 χρόνο 3) της φράσης του συμφωνητικού "σε κάθε περίπτωση" που οδηγεί σε κρίση ανάληψης εκ μέρους του εναγομένου αυτοτελούς και ατομικής ευθύνης καταβολής ακόμη κι αν το τίμημα δεν καταβληθεί από την αγοράστρια μέχρι την 31/12/2011 4) της σημασίας που έδωσαν τα μέρη στο χρόνο καταβολής καθώς απέβλεψαν ουσιωδώς στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο ως καταληκτικό, το Δικαστήριο οδηγείται σε κρίση ότι εν προκειμένω υπήρξε σιωπηρή παραίτηση εκ μέρους του εναγόμενου από την ένσταση διζήσεως, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες.
Η κρίση αυτή ενισχύεται και από στοιχεία που δεν αναφέρονται στο ως άνω συμφωνητικό αλλά συνηγορούν στην κατάφαση της σιωπηρής παραίτησης από την ένσταση της διζήσεως και συγκεκριμένα: 1) ότι εν τοις πράγμασι δεν θα υφίστατο ικανό χρονικό έδαφος αναζήτησης του τιμήματος με τα μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της αγοράστριας ενόψει του πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος (ολιγόμηνο) από την κατάρτιση της συμφωνίας (18.04.2011) μέχρι την λήξη της προθεσμίας καταβολής (31/12/2011) λαμβανομένων υπόψη των δικονομικών δικαιωμάτων της αγοράστριας σε περίπτωση έκδοσης σε βάρος της εκτελεστού τίτλου 2) ότι ήδη κατά το χρόνο κατάρτισης της συμφωνίας (18.04.2011) οι ενάγοντες αμφέβαλαν για την είσπραξη του τιμήματος από την αγοράστρια, περίσταση που συντέλεσε στην κατάρτιση του συμφωνητικού εγγύησης προκειμένου να εξασφαλιστεί η είσπραξη, όπως περί του πραγματικού αυτού ζητήματος με σαφήνεια κατέθεσε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο μάρτυρας απόδειξης "Το 2010 ακούστηκε Γ.
για ακάλυπτες επιταγές. Αυτός ήταν ο λόγος που έγινε το συμφωνητικό" αλλά και ο μάρτυρας ανταπόδειξης " Από το 2010 ξεκίνησε το πρόβλημα" "Τέσσερα χωριά έχουν να πληρωθούν από τον Γ." "Υπάρχουν 50-60 αγρότες απλήρωτοι από τον Γ." 3) ότι τυχόν προβολή της ένστασης διζήσεως και ιδία κατά το χρόνο που αυτή προτάθηκε κατά τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό (16.11.2015) ήτοι μετά το πέρας της συμβατικής προθεσμίας ακύρωνε ουσιώδη όρο του περιεχομένου του από 18/04/2011 συμφωνητικού ήτοι το καταληκτικό χρονικό σημείο της καταβολής εκ μέρους του εναγομένου ( 31/12/2011) δημιουργώντας παράταση του χρόνου καταβολής, συνθήκη δηλαδή που αποκλείστηκε συμβατικά, αφού τα μέρη ρητά απέβλεψαν στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο της 31ης/12/2011 ως καταληκτικό προκειμένου να εισπραχθεί το τίμημα της παραγωγής τους.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω ουσιαστικών παραδοχών το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του δεν διέγνωσε κενό ή ασάφεια, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων μερών στο παραπάνω συμφωνητικό και διαβεβαίωσε , περί της ανυπαρξίας αυτών ως προς ζήτημα της παραίτησης του εναγομένου από την ένσταση διζήσεως χωρίς να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων ΑΚ 173 και 200 και να προβεί σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του δεύτερου λόγου της κρινόμενης έφεσης κατά το οικείο σκέλος του.
Οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι η ένδικη σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη, καθόσον αφενός δεν συνέπραξε ο πρωτοφειλέτης και αφετέρου ο πρώτος ενάγων δεν είχε έγγραφη πληρεξουσιότητα από τους λοιπούς ενάγοντες είναι μη νόμιμοι και απορριπτέοι δεδομένου ότι α) η σύμβαση εγγύησης καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ δανειστή και εγγυητή, χωρίς να απαιτείται συναίνεση ή σύμπραξη του πρωτοφειλέτη (βλ.
σχετ. ΑΠ 1384/2013 ΕΕμπΔ 2014. 343), β) η πληρεξουσιότητα δεν προϋποθέτει πανηγυρικές δηλώσεις από πλευράς αντιπροσώπου, αλλά μπορεί να συναχθεί είτε από την έννομη σχέση που συνδέει τον εξουσιοδοτούντο και τον πληρεξούσιο, είτε από τη συμπεριφορά του εξουσιοδοτούντος, που δημιουργεί στους τρίτους την εύλογη πεποίθηση ότι έχει χορηγήσει σε κάποιον πληρεξουσιότητα (βλ.
σχετ. ΑΠ 1659/2005 ΔΕΕ 2006. 173), όπως στην προκειμένη περίπτωση που οι ενάγοντες ήταν συγχωριανοί και συνδέονταν μεταξύ τους με σχέση εμπιστοσύνης και γ) η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί και προφορικά, εφόσον η δικαιοπραξία στην οποία αφορά δεν υπόκειται σε έγγραφο τύπο (άρθρο 217 παρ. 2 ΑΚ), όπως εν προκειμένω".
Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι υπάρχει ασάφεια στο από 18-4-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό εγγύησης, ως προς την παραίτηση ή μη του εναγομένου-αναιρεσείοντος από την ένσταση διζήσεως, προσέφυγε με τη ρητή επίκληση τους, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και, περαιτέρω προέβη στην ερμηνεία αυτού, μέσω της οποίας κατέληξε στη διαπίστωση ότι, κατά την αληθή βούληση των μερών, υπήρξε σιωπηρή παραίτηση εκ μέρους του εναγομένου από την ένσταση διζήσεως.
Η κρίση του δε αυτή, με βάση όσα στοιχεία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, είναι σύμφωνη με τους ορισμούς των ανωτέρω διατάξεων του Αστικού Κώδικα, τους οποίους, επομένως, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, στην προκειμένη περίπτωση, αφού, υπό τις προαναφερόμενες παραδοχές, ερμήνευσε το περιεχόμενο του από 18-4-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού και κάλυψε τη διαπιστωθείσα ασάφεια, κατά την αληθινή βούληση των μερών, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ως κριτηρίων συμπεριφοράς επιβαλλόμενης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, χωρίς να είναι αναγκαία, για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, περαιτέρω ανάλυση και εξειδίκευση των αρχών αυτών, λαμβάνοντας υπόψη τον χαρακτήρα της ενδίκου συμβάσεως εγγυήσεως, ιδίως το περιεχόμενο αυτής, που ερμήνευσε, τον τρόπο και χρόνο καταβολής του τιμήματος με καταληκτική ημερομηνία την 31-12-2011, την έλλειψη ρητής αναφοράς ότι οι ενάγοντες όφειλαν να στραφούν κατά της αγοράστριας εταιρείας μέχρι την 31-12-2011, την ανάληψη αυτοτελούς και ατομικής ευθύνης καταβολής του τιμήματος εκ μέρους του εναγομένου, αν το τίμημα δεν καταβληθεί από την αγοράστρια μέχρι την 31-12-2011, τη σημασία που έδωσαν τα μέρη στο χρονικό αυτό σημείο και τον σκοπό στον οποίο απέβλεπαν, σταθμίζοντας ορθώς τα δικαιολογημένα συμφέροντά τους.
Περαιτέρω, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, με επάρκεια, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την ερμηνευτική κάλυψη της προαναφερθείσης ασάφειας κατά την αληθινή βούληση των μερών.
Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και (κατ' εκτίμηση) 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 173, 200 ΑΚ, διαλαμβάνοντας αντιφατικές αιτιολογίες, με αποτέλεσμα να στερείται νομίμου βάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το μέρος δε με το οποίο αμφισβητείται η κρίση του Εφετείου, σχετικά με την ανάγκη ερμηνείας του περιεχομένου του ως άνω συμφωνητικού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν κενά ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών είναι ανέλεγκτη.
Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 14 KΠολΔ, που ορίζει ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, ενώ αν πρόκειται για ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου και γενικότερα για παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του ως άνω άρθρου (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 761/1996, ΑΠ 852/2001, ΑΠ 1418/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα και συγκεκριμένα ότι, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 217 και 849 του ΑΚ, δεν κήρυξε άκυρη την από 18-4-2011 σύμβαση εγγυήσεως μεταξύ του αναιρεσείοντος -εναγομένου και του πρώτου αναιρεσιβλήτου-πρώτου ενάγοντος, ο οποίος δεν είχε έγγραφη πληρεξουσιότητα από τους λοιπούς ενάγοντες, απορρίπτοντας την σχετικώς υποβληθείσα ένστασή του.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η ελεγχόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη πλημμέλεια αφορά δικονομικές ακυρότητες, ενώ η πλημμέλεια που προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση ο αναιρεσείων από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 217 και 849 ΑΚ, ελέγχεται με λόγο αναιρέσεως από το εδ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.
του KΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλ` ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 856/2019, ΑΠ 1915/2016, ΑΠ 472/2016).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 922/2018). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται μεταξύ άλλων, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθεμένου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσής του εγγράφου (ΑΠ 194/2005).
Παράλληλα, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται κατά τους ισχυρισμούς του ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 του KΠολΔ, περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος. (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 1414/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ.. πλημμέλεια, ότι, δηλαδή, το Εφετείο που την εξέδωσε, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αναφερόμενου σ` αυτόν αποδεικτικού εγγράφου, καθόσον από διαγνωστικό σφάλμα δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.
Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προσκομισθέντος από 18-4-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, που αφορά την υπογραφείσα μεταξύ του αναιρεσείοντος και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων σύμβαση εγγυήσεως, αποδίδοντας στο εν λόγω έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει και ειδικότερα ότι αποτελεί τη γραπτή συμφωνία, με την οποία δια μέσου του αναιρεσείοντος η αγοράστρια εταιρεία με την επωνυμία "..." συμφώνησε να αγοράσει σταδιακά μέχρι τέλους του έτους 2011 όλη την ποσότητα ρυζοκαλλιέργειας του έτους 2010, ακολούθως δε, στηρίζοντας την κρίση του, αποκλειστικά άλλως κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο αυτό κατά τον τρόπο που παραμορφώθηκε, κατέληξε στο επιζήμιο για την αναιρεσείοντα πόρισμα ότι, αυτός είχε αναλάβει αυτοτελή και ατομική ευθύνη για την καταβολή του τιμήματος με καταληκτική ημερομηνία την 31-12-2011.
Από το επιτρεπτώς προσκομιζόμενο στον Άρειο Πάγο και παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκοπούμενο κρίσιμο αυτό έγγραφο, προκύπτει ότι αναφέρονται τα εξής : "ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΕΓΓΥΗΣΗΣ. Στην ... σήμερα 18 Απριλίου 2011 οι παρακάτω υπογεγραμμένοι αφενός ο Α. Δ. του Γ. και της Μ. (ΔΑΤ: ΑΕ...., ΑΦΜ: ...), κάτοικος ..., ο οποίος θα καλείται στη συνέχεια χάριν συντομίας "ΕΓΓΥΗΤΗΣ" και αφετέρου ο Θ.
Π. του Α. και της Θ., (ΑΦΜ: ...) κάτοικος ..., ο οποίος ενεργεί αφενός μεν για λογαριασμό του και αφετέρου για λογαριασμό των:
1) Α., συζ. Θ. Π., 2) Α. Π. του Θ., 3) Φ. Ι. του Ν., 4) Μ. Α. χήρας Τ., 5) Α. Σ. του Ν., 6) Β. Σ. του Ν., 7) Α. Π. του Ι. και 8) Β. Α. συζ. Π., κατοίκων ..., και ο οποίος θα καλείται στη συνέχεια χάριν συντομίας "ΔΑΝΕΙΣΤΗΣ", συμφώνησαν και συναποδέχθηκαν τα παρακάτω: Ο δανειστής έχει υποσχεθεί να πωλήσει - για λογαριασμό του και για λογαριασμό των υπ' αυτόν εκπροσωπουμένων - ολόκληρη την ποσότητα ρυζιού παραγωγής έτους 2010, η οποία βρίσκεται στις αποθήκες αυτών, στον πρώτο των συμβαλλομένων (εγγυητή), ο οποίος ενεργεί ως μεσίτης για λογαριασμό της εταιρείας εγχωρίων προϊόντων "Α.
Γ.). Ο πρώτος των συμβαλλομένων αναλαμβάνει έναντι του δευτέρου των συμβαλλομένων (καθώς και των εκπροσωπούντων από αυτόν) την υποχρέωση να εξοφλήσει την αξία ολόκληρης της ποσότητας του ρυζιού παραγωγής έτους 2010, που θα πωληθεί από τον δεύτερο των συμβαλλομένων (καθώς και των εκπροσωπούντων από αυτόν), σε κάθε περίπτωση και σε όποιο ύψος κι αν ανέλθει η αξία της παραγωγής, μέχρι τις 31-12-2011, σύμφωνα με τα άρθρα 847 και επ.
του Αστικού Κώδικα (εγγύηση). Ο πρώτος των συμβαλλομένων δηλώνει ότι αναλαμβάνει κάθε ευθύνη και κάθε υποχρέωση έναντι του δευτέρου των συμβαλλομένων (καθώς και των εκπροσωπούντων από αυτόν), οι οποίες απορρέουν από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί εγγύησης. Η σύμβαση αυτή καταρτίσθηκε και θα εκτελεστεί και από τα δύο μέρη με βάση τις αρχές της καλής πίστης, των συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος της κάθε πλευράς Το παρόν συντάχθηκε, διαβάστηκε και εγκρίθηκε από τους συμβαλλομένους, υπογράφεται δε όπως ακολουθεί.".
Από τη σύγκριση του πιο πάνω αληθινού περιεχομένου του από 18-4-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού με το περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, καθίσταται εμφανές ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος συνεκτίμησε το ανωτέρω έγγραφο μαζί με τα υπόλοιπα προσκομισθέντα έγγραφα, τα οποία και ανέφερε ρητώς (δελτία αποστολής-τιμολόγια), αλλά και με τις καταθέσεις των μαρτύρων και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου αλλά απέδωσε σ' αυτό νόημα διαφορετικό απ' αυτό, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό και δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αποδίδοντας στο εν λόγω έγγραφο, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το αληθινό, λόγω εσφαλμένης ανάγνωσής του, καθόσον, σύμφωνα με αυτό, οι αναιρεσίβλητοι τον Απρίλιο του έτους 2011, συμφώνησαν με τον αναιρεσείοντα να του παραδώσουν, με την ιδιότητά του ως μεσίτη, λόγω πωλήσεως προς την υπ' αυτού αντιπροσωπευόμενη εταιρεία "..." ολόκληρη την παραγωγή ρυζιού έτους 2010 και ο ίδιος ανέλαβε ατομική και αυτοτελή ευθύνη καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος μέχρι την 31-12-2011.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο λόγος αυτός αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 KΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.
Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Ολ.Α.Π. 13/1995, ΑΠ 158/2019).
Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2 β` KΠολΔ.). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του KΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 17 και 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι: Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αντιφάσκει δεχόμενη ότι η αγοράστρια εταιρία με τα τιμολόγια που με λεπτομέρεια αναφέρει στο σκεπτικό της, τα οποία, όπως προαναφέραμε, εκδόθηκαν μέσα στο χρονικό διάστημα από 21-9-2010 έως 23-12-2011, αγόρασε από τους αντιδίκους μου όλη ην παραγωγή ρυζιού αυτών του έτους 2010 με πίστωση του τιμήματος μέχρι την 31-12-2011, ταυτόχρονα δέχεται για να στηρίξει την προσφυγή της στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173-200 Α.Κ.
ότι η συμφωνία της αγοραπωλησίας έλαβε χώρα στις 18-4-2011, δηλαδή επτά μήνες μετά την αγορά του πρώτου φορτίου ρυζιού του δευτέρου των αντιδίκων, που έλαβε χώρα στις 21-9-2010. Η αντιφατική δε αιτιολογία της συνίσταται στο γεγονός ότι ενώ η ημερομηνία καταβολής από την αγοράστρια του τιμήματος είναι η 31-12-2011, έκρινε κατά αυθαίρετο τρόπο ότι η ίδια ημερομηνία αφορά κι εμένα ως εγγυητή, γεγονός που δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο, αφού η αναφορά της ημερομηνίας αυτής στο έγγραφο της συμβάσεως εγγυήσεως έχει σχέση μόνο με την ημερομηνία πίστωσης καταβολής του τιμήματος από την αγοράστρια πρωτοφειλέτρια εταιρία προς τους αντιδίκους μου.
Ο λόγος αυτός: 1) κατά το σκέλος που αναφέρεται στην από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρεται σε αντίφαση των διατάξεων του διατακτικού, αλλά των αιτιολογιών της αποφάσεως, 2) κατά το σκέλος που αναφέρεται στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι, (ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον για το ορισμένο αυτού δεν αναφέρεται, όπως θα έπρεπε κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως) αβάσιμος.
Ειδικότερα, από τις προαναφερόμενες, στα πλαίσια έρευνας του πρώτου λόγου αναιρέσεως, παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και συγκεκριμένα την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εγγυητικής ευθύνης του αναιρεσείοντος έναντι των αναιρεσιβλήτων, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 847, 849, 855, 857 Α.Κ.
που εφάρμοσε.
Κατόπιν τούτων πρέπει ν` απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495§3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που υπέβαλαν σχετικό αίτημα με τις προτάσεις τους (άρθρα 176,183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-3-2019 αίτηση αναίρεσης του Α. Δ. του Γ. κατά της 2748/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ