Supreme Court dismisses appeal for failure to prove document distortion affecting evidence outcome.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's judgment regarding a commercial dispute. The appellant argued the lower court distorted a delivery note by ignoring an existing signature, but the court found this claim baseless. The appellate court relied on multiple corroborating documents rather than the disputed note alone, meaning the alleged distortion did not alter the evidence's weight or the final conclusion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment is admissible only if the appellant proves the lower court relied exclusively or primarily on a document whose content was distorted, and that this distortion was the decisive factor in the adverse evidentiary finding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 922 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 922/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Ζ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανέστη Παπαδόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Γ. Κ., το γένος Μ. Π., 2) Χ. Κ. του Γ. και 3) Μ. Κ. του Γ., κατοίκων ... του τέως ... ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Μορφόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-8-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2011 του ίδιου Δικαστηρίου, 28/2012 μη οριστική και 78/2014 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-11-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 7-3-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 78/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) κατά της υπ' αριθ. 72/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και με την οποία απορρίφθηκε η από 15-8-2008 αγωγή του αναιρεσείοντος, έγιναν δεκτά τα εξής, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του: "Ο δικαιοπάροχος των εναγομένων, Γ.
Κ., διατηρούσε μέχρι και 16.11.2004, που αποβίωσε, βιοτεχνία ανδρικών εσωρούχων -στο ... της Ε.0 ..., ο δε ενάγων (ήδη αναιρεσείων) διατηρούσε επιχείρηση διαφημιστικών εκδόσεων επί ..., στην .... Στα πλαίσια των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων οι διάδικοι είχαν μη αμφισβητούμενη εμπορική συνεργασία (βλ. το ....2003 τιμολόγιο πώλησης διαφημιστικού υλικού), το τίμημα της οποίας έχει εξοφληθεί.
Ο ενάγων ισχυρίστηκε με την υπό κρίση αγωγή ότι πέραν της ανωτέρω εμπορικής συναλλαγής με το δικαιοπάροχο των εναγόμενων είχε καταρτίσει και την επίδικη συναλλαγή, η οποία αφορά πώληση και παράδοση στον τελευταίο διαφημιστικού υλικού και δη 525 τεμαχίων έντυπου "G" εσώρουχων, αξίας 4.725 €, 9 τεμάχια φωτοεκτύπωσης 100 Χ 150 cm, αξίας 2.277 €, 36 βέργες πλαστικές, αξίας 5.832 €, 2.020 τεμάχια έντυπου "G" εσώρουχων, αξίας 18.180 €, 400 τεμάχια αφίσας ασπρόμαυρης, αξίας 8.320 € και συνολικής αξίας 39.334,00 €, πλέον αναλογούντος ΦΠΑ ποσού 7.080,12 €, για τα οποία εκδόθηκαν τα προσκομιζόμενα σε απλό φωτοαντίγραφο τα υπ' αριθμ. ...
δελτία αποστολής, καθώς και το υπ αριθμ. ... τιμολόγιο πώλησης. Τα άνω φορολογικά παραστατικά στοιχεία δεν φέρουν την υπογραφή του φερόμενου ως αναλαβόντος υποχρεώσεις αγοραστή από αυτά Γ. Κ., μάλιστα δε φέρονται ως εκδοθέντα από τις εταιρίες "... - εργαστήριο έγχρωμης επαγγελματικής φωτογραφίας" το 2°, "2 τούτων με αντισυμβαλλόμενο τον ενάγοντα Μ.
Ζ. και τόπο παράδοσης των εμπορευμάτων άλλα μεν στο ... ΕΟ ..., άλλα δε στο ΕΚΕΠ - Μεταμόρφωση Αττικής. Επειδή οι εναγόμενοι ως αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Γ. Κ. αρνήθηκαν παντελώς τόσο την κατάρτιση των επίδικων συναλλαγών όσο και την παραλαβή των αναφερόμενων στα πιο πάνω παραστατικά εμπορευμάτων, με την 28/2012 μη οριστική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου ο ενάγων υποχρεώθηκε να προσκομίσει τα πρωτότυπα των επίδικων παραστατικών (τιμολογίου πώλησης και δελτίων αποστολής) καθώς και το βιβλίο εσόδων - εξόδων της επίδικης περιόδου, όπου με βάση τον ΚΒΣ έπρεπε να βρίσκονται καταχωρημένα τα σχετικά παραστατικά.
Κατά την παρούσα επαναλαμβανόμενη συζήτηση ο ενάγων, επικαλούμενος αδυναμία προσκόμισης των άνω πρωτότυπων παραστατικών συνεπεία διάρρηξης του οχήματος του γιου του Χ. Ζ., που έλαβε χώρα την 6.5.2008 στην Καισαριανή (βλ από 20.5.2008 βεβαίωση του Τμήματος Ασφαλείας ...), και απώλειας, μεταξύ άλλων κινητών αντικειμένων που εκλάπησαν, και "τιμολογίων εφορίας", δεν προσκόμισε τα ζητηθέντα παραστατικά, χωρίς να διευκρινίζεται αν τα απολεσθέντα φορολογικά στοιχεία αφορούσαν το γιο του ή τον ίδιο και αν μεταξύ αυτών περιλαμβανόταν και τα επίδικα.
Ωστόσο δεν εξηγείται πειστικά πώς τα επίδικα παραστατικά στοιχεία πέντε έτη μετά την νομότυπη έκδοσή τους βρέθηκαν στο αυτοκίνητο του γιου του και απωλέστηκαν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, ενώ η σχετική βεβαίωση του Τμήματος Ασφαλείας ... υποβλήθηκε προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ την 14.6.2013, ήτοι μετά την έκδοση της 28/2012 μη οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου.
Περαιτέρω, τα σχετικά παραστατικά στοιχεία έπρεπε να ήταν καταχωρημένα στα Βιβλία Εσόδων - Εξόδων της επίδικης περιόδου και ευχερώς θα μπορούσε να λάβει σχετική βεβαίωση από την αρμόδια Δ.Ο.Υ, από τα οποία θα προέκυπτε η καταχώρησή τους. Τούτο δε σε συνδυασμό με την προσκομιζόμενη συγκεντρωτική κατάσταση προμηθευτών του Γ.
Κ. του έτους 2003, από την οποία προκύπτει ότι το επίδικο με αριθμ. ... τιμολόγιο πώλησης δεν έχει καταχωρηθεί σε αυτή, λαμβανόμενου υπόψη ότι σε περίπτωση τέτοιας καταχώρησης ο Γ. Κ. δικαιούνταν επιστροφής ΦΠΑ και θα είχε κάθε συμφέρον στην καταχώρηση και υποβολή του στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Πλέον τούτων ο ενάγων, αν και επικαλείται παράδοση του επίδικου υλικού στον δικαιοπάροχο των εναγόμενων μέσω μεταφορικών εταιριών και με συγκεκριμένα μεταφορικά μέσα, ουδόλως προσκομίζει αντίγραφα των φορτωτικών, υπογεγραμμένων από τον αγοραστή, από τις οποίες θα προέκυπτε αναμφισβήτητα ο τόπος και ο χρόνος παράδοσής τους.
Τούτο δε, καθόσον σε μια τέτοια περίπτωση κάθε συναλλαγή του ενάγοντος με τις εταιρίες διαφημιστικού υλικού - εκδότες των επίδικων φορολογικών στοιχείων, χωρίς να φέρουν την ιδιόχειρη και μη αμφισβητούμενη υπογραφή του αγοραστή, θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν αξιώσεις του ενάγοντος κατά του δικαιοπαρόχου των εναγομένων.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο ενάγων δεν ανταποκρίθηκε στο δικονομικό βάρος απόδειξης των συγκροτούντων την ιστορική βάση της αγωγής του περιστατικών και επομένως η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Κατόπιν αυτών το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, αίτημα την οποίας ήταν η καταψήφιση των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν σ' αυτόν κατά λόγο της κληρονομικής τους μερίδας το τίμημα πωλήσεως εμπορευμάτων, συνολικής αξίας 46.416,12 €, που αυτός κατά τον ισχυρισμό του παρέδωσε στο δικαιοπάροχο αυτών ήδη αποβιώσαντα. 2.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, διότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον όταν αυτό αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά.
Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρο 270 § 2 ΚΠολΔ "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394", κατά δε το άρθρο 445 ιδίου κώδικα "έγγραφα ιδιωτικά συντεταγμένα σύμφωνα με τους νομίμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχτηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, των οποίων η γνησιότητα αναγνωρίστηκε ή αμφισβητηθείσα αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχεται σ' αυτά προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρεπομένης ανταποδείξεως και επομένως στα ιδιωτικά αυτά έγγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο μαζί και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και επομένως και τους μάρτυρες (ΑΠ 1731/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ως εκδότης δε, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, θεωρείται εκείνος, ο οποίος αναλαμβάνει υποχρέωση από το έγγραφο. Έτσι τα τιμολόγια, τα οποία στις συναλλαγές εκδίδονται από τους εμπόρους για φορολογικούς κυρίως λόγους, δεν έχουν αποδεικτική δύναμη για εκείνον στο όνομα του οποίου έχουν εκδοθεί, καθόσον δεν φέρουν την υπογραφή του (ΑΠ 933/2011) .Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών και ειδικότερα ότι αγνόησε παντελώς την αποδεικτική δύναμη του υπ' αριθμ. ...
δελτίου αποστολής, που φέρει την μη αμφισβητούμενη υπογραφή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων, Γ. Κ., από το οποίο προκύπτει ότι αυτός παρέλαβε τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο δελτίο αυτό, τα οποία αποτελούν μέρος των πωληθέντων με το μνημονευόμενο τιμολόγιο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, κατά τα άνω εκτεθέντα, στα ιδιωτικά αυτά έγγραφα δεν προσδίδεται από το νόμο ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα, εν σχέσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αυτά δε εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα) που προσκόμισαν, αντίστοιχα, προς απόδειξη ο ενάγων και ανταπόδειξη οι εναγόμενοι.
Σε περίπτωση δε κατά την οποία ο αναιρεσείων προβάλλει ότι από το δελτίο αποστολής αυτό αποδεικνύεται και η σύναψη της πωλήσεως που διαλαμβάνεται στο εν λόγω τιμολόγιο, η αποδεικτική βαρύτητα την οποία προσέδωσε σ' αυτό το δελτίο το δικαστήριο της ουσίας, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αφού αυτή εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώμενη με τις υπόλοιπες αποδείξεις.
3. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.13 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, προκύπτει σαφώς ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνο όταν το βάρος αποδείξεως επιβλήθηκε εσφαλμένα στον αναιρεσείοντα, και όχι, όπως έπρεπε, στον αντίδικό του, αυτό δε, είχε ως συνέπεια, ο σχετικός ισχυρισμός αυτού να απορριφθεί ως αναπόδεικτος, εξαιτίας ελλείψεως αποδείξεων ή ανεπάρκειας αυτών, κατ' εφαρμογή του κανόνα, κατά τον οποίο "μη αποδεικνύοντος του φέροντος το βάρος της αποδείξεως, ο αντίδικος απαλλάσσεται" (Actore non probante, reus absolvitur).
Διότι, αν έχουν προσαχθεί αποδείξεις, αδιάφορα από ποιόν διάδικο (και αυτό ενόψει της διατάξεως του άρθρου 346 ΚΠολΔ περί κοινότητας των αποδεικτικών μέσων) και, εκτιμηθείσες από το δικαστήριο, θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ο οποίος, για το λόγο αυτόν, απορρίφθηκε, η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους της αποδείξεως στερείται σημασίας, καθόσον δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την προβολή της σχετικής αιτιάσεως (ΑΠ 164/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατ' επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι αυτό, ενώ με την 28/2012 προδικαστική απόφασή του είχε διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να προσκομιστούν ορισμένα έγγραφα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, αν και δικαιολογημένα αυτά δεν προσκομίστηκαν, κατέληξε το συμπέρασμα ότι ο αναιρεσείων δεν ανταποκρίθηκε στο δικονομικό βάρος της αποδείξεως των συγκροτούντων την ιστορική βάση της αγωγής του περιστατικών.
Δεν επικαλείται όμως ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο έχει επιβάλει εσφαλμένα το βάρος αποδείξεως στους αντιδίκους του και συνεπώς λόγος εκ της διατάξεως αυτής δεν στοιχειοθετείται.
4. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.
Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΕλλΔνη 1999.270, ΑΠ 627/2003, 402/2004, 832/2009, 1627/2010).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1315/1993, 194/2005).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρεμόρφωσε το περιεχόμενο του προσκομισθέντος υπ' αριθμ. ... δελτίου αποστολής, αγνοώντας την ύπαρξη της επ' αυτού μη αμφισβητούμενης υπογραφής του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων, Γ.
Κ., την οποία αν δεν είχε παρίδει θα είχε οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι είχε καταρτιστεί η επίδικη σύμβαση πωλήσεως, τουλάχιστον κατά το μέρος των εμπορευμάτων που αναφέρονται στο εν λόγω δελτίο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του, αφού το συνεκτιμά με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και δη με την βεβαίωση του Τμήματος Ασφαλείας ... (που δεν περιέχει αναλυτική αναφορά των κλαπέντων τιμολογίων), το βιβλίο Εσόδων-Εξόδων του ιδίου (όπου δεν καταχωρήθηκαν τα παραστατικά στοιχεία) και τη συγκεντρωτική κατάσταση των προμηθευτών του Γ.
Κ. του έτους 2003 (όπου δεν περιλαμβανεται το επίδικο τιμολόγιο) και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν παραδόθηκαν τα εμπορεύματα και επομένως δεν συνήφθη σύμβαση πωλήσεως αυτών. 5. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Νοεμβρίου 2015 αίτηση του Μ. Ζ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 78/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ