Supreme Court dismisses appeal on facts and jurisdiction grounds, rejecting overreach claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's final judgment awarding damages for tort. The appellant argued the Court of Appeal exceeded its jurisdiction by examining criminal charges and failed to address specific defense claims regarding the crop type. The court rejected these arguments, ruling that the First Instance Court properly evaluated evidence and facts within its authority without infringing on criminal jurisdiction.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 559, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to review factual assessments and evidence evaluation by lower courts, and an appeal based on alleged overreach of jurisdiction is inadmissible when the lower court did not act as a criminal tribunal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 856 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 856/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μάλαμα Καραφυίζη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Αλεπάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/3/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 23/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία, αφού συνεκδίκασε την από 14-10-2015 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 1-9-2016 αντέφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της, επίσης, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσης, υπ' αριθμ. 222/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, με την οποίαν, κατά παραδοχή ως νόμω και εν μέρει ουσία βασίμου της από 10-12-2012 αγωγής αποζημιώσεως από αδικοπραξία του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, υποχρεώθηκε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, να καταβάλει, ως αποζημίωση από αδικοπραξία, στον αντίδικό του αυτόν, νομιμοτόκως από της υπερημερίας του, το ποσό των 12.617,24 ευρώ, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε κατά τους τύπους και απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση, κατά παραδοχή δε κατά τους τύπους και κατ' ουσίαν της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Κατά το άρθρο 561 ΚΠολΔ "1.Η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρον 559 αρ. 19 και 20. 2.
Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο". Αν όμως η επίκληση από τους διαδίκους των διαδικαστικών εγγράφων άλλης δίκης έγινε για να εκτιμηθούν αυτά ως αποδεικτικά έγγραφα, για την συναγωγή τεκμηρίων, η εκτίμηση του περιεχομένου τους δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 ΚΠολΔ (ΑΠ 1425/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την, υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενο, αγωγή του, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικνυομένων από τα προς απόδειξη αυτής (αγωγής του) επικληθέντα και προσκομισθέντα υπ' αυτού, ως αποδεικτικά μέσα, ήτοι από:
α) την ένδικη αγωγή του, β) την από 1-8-2011 (υπ' αριθμ. ΑΒΜ Β11/416) έγκλησή του ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέως κατά του αντιδίκου του για την κατ' εξαπάτησή του πώληση υπ' αυτού στον ίδιο μη βιολογικού αραβοσίτου εκτροφής βοοειδών ως βιολογικού και πλαστογραφία μετά χρήσεως, γ) τα πρακτικά και την υπ' αριθμ. 2417/2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, με την οποία ο αναιρεσίβλητος καταδικάσθηκε για τις προαναφερόμενες πράξεις του σε ανασταλείσα επί τριετία ποινή φυλακίσεως εννέα μηνών και δ) την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως από 1-9-2016 αγωγή του κατά του αναιρεσιβλήτου και της εξετασθείσης ως μάρτυρος ενώπιον του πρωτοδίκως δικάσαντος την υπόθεση συζύγου του, περί διαρρήξεως, ως καταδολιευτικής, της δικαιοπραξίας δυνάμει της οποίας ο πρώτος (αναιρεσίβλητος) δώρισε στην δεύτερη σύζυγό του το σύνολο των αγροτικών ακινήτων του, προκειμένου να ματαιώσει την ένδικη αξίωσή του (αναιρεσείοντος).
Με το ανωτέρω περιεχόμενό του, ο λόγος αυτός της αιτήσεως, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 8(β) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της ως άνω διατάξεως, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι, που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984).
Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό η ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, με το σχετικό πρώτο μέρος του δευτέρου λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθ. 8(β) ΚΠολΔ, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, ότι δεν έλαβε υπόψη τον έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό της, ότι η επίδικη σύμβαση, που κατάρτισε με τον αντίδικο του, αφορούσε την αγορά ποσότητος βιολογικού αραβοσίτου, ως κατάλληλου για την διατροφή βοοειδών βιολογικής εκτροφής και όχι κοινού, μη βιολογικού, όπως ήταν αυτή (ποσότητα αραβοσίτου), που ο αναιρεσείων κατ' εξαπάτησή του του επώλησε, γεγονός που είχε ως συνέπεια την πρόκληση της επιδίκου ζημίας του (αναιρεσείοντος).
Όπως, όμως, προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, τον ισχυρισμό αυτόν τον έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο και ρητώς τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, δεχθέν, κατά την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του, ότι δεν είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αγοραπωλησίας βιολογικού αραβοσίτου, άλλα μη βιολογικού.
Επομένως, κατά το αντίστοιχο μέρος του, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.- Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ., ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη.
Δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται οι διάδικοι, ιδίως δε η αξιολόγηση αυτών από το δικαστήριο (ΑΠ 1151/2014, ΑΠ 287/2012).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με το οικείο μέρος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως από την προαναφερόμενη διάταξη, ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη, ότι η αποδιδομένη στον αναιρεσίβλητο πλαστογραφία, υπό την μορφή της νοθεύσεως, του υπό τον κωδικό Β-01215/Ε2Α πιστοποιητικού, που κατάρτισε ο τελευταίος, του παρέδωσε και ο ίδιος (αναιρεσείων) το προσεκόμισε στην αρμόδια Υπηρεσία προς απόδειξη της αγοράς από τον αναιρεσίβλητο βιολογικού αραβοσίτου προς εκτροφή των βοοειδών του και λήψη της σχετικής επιδοτήσεως, έγινε υπό του αντιδίκου του αυτού (αναιρεσιβλήτου) κατόπιν αιτήματος του ιδίου (αναιρεσείοντος).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και απορριπτέος, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Εφετείο την κρίση του για το ουσιώδες αυτό ζήτημα, την σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά μετά από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και επομένως, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από την προαναφερομένη διάταξη, προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη και ειδικότερα δέχθηκε ως αληθή την επ' ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου Δ.
Α., χωρίς απόδειξη ή χωρίς να διατάξει απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι, όπως προαναφέρεται, "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, δεν αποτελούν οι καταθέσεις των μαρτύρων.- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Κατά την έννοια της προαναφερομένης διατάξεως για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ.
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το προαναφερόμενο άρθρο 559 αριθ. 11(γ) ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται, κατά περίπτωση, στο αναιρετήριο α) ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε και το περιεχόμενο του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη τούτου, γ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και δ) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1445/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με το οικείο μέρος του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την επ' ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση της μάρτυρός του Π. Γ., που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση.
Από τη ρητή, όμως, αναφορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση της βεβαιώσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθησαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με επιμέλεια των διαδίκων και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το αποδεικτικό αυτό μέσο και επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.- Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Όμως, δεν συνιστούν έγγραφα, κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα αρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενο τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 861/1994, ΑΠ 674/1997) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 792/1993), οι βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική διαδικασία (ΑΠ 1447/2017, ΑΠ 1289/2011, ΑΠ 221/2011).
Αντιθέτως, συνιστούν έγγραφα, κατά την ανωτέρω έννοια, οι αποφάσεις των ποινικών (ΑΠ 359/1993) ή πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 185/1993) κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων τους (ΑΠ 339/1996) και όχι βεβαία ως προς το περιεχόμενο των τυχόν διαλαμβανόμενων σ' αυτές μαρτυρικών καταθέσεων (ΑΠ 1447/2017).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υποθέσεως (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενο του.
Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999 ΑΠ 627/2003 402/2004 832/2009 1627/2010).
Με το δεύτερο μέρος του ίδιου ως άνω δευτέρου λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των μαρτυρικών καταθέσεων των επιμελεία του ιδίου (αναιρεσείοντος) και του αντιδίκου του εξετασθεισών επ' ακροατηρίου μαρτύρων τους Γ.
Π. και Δ. Α., με το να μη δεχθεί, ότι από τις καταθέσεις τους, προέκυπτε, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι η κατάρτιση της επιδίκου συμβάσεως αγοραπωλησίας αραβοσίτου, αφορούσε ποσότητα βιολογικού αραβοσίτου και όχι μη βιολογικού όπως εσφαλμένως δέχθηκε. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι, όπως προαναφέρεται η μαρτυρική κατάθεση δεν αποτελεί έγγραφο, υποκείμενο σε παραμόρφωση κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ.- Ο ίδιος δ' ως άνω λόγος δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, που αναφέρονται στην αξιολόγηση και στάθμιση των καταθέσεων των ανωτέρω μαρτύρων Γ.
Π. και Δ. Α. και την επ' ακροατηρίου του Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρουπόλεως απολογία ως κατηγορουμένου, για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις του αναιρεσιβλήτου, καθόσον αυτές ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων και επίσης σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).- Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1365/2005, 426/2010), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993, 574/2010).
Προσφυγή, πάντως, στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφ' όσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των αρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004).
Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφαση του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993).
Ιδίως αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 541/2002, ΑΠ 80/2004, Απ 557/2004, ΑΠ 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των όρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παραβάσεως των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995, 832/2009, 715/2010).
Πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας ευθέως ή εμμέσως κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο, που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της, ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010 ΑΠ 574/2010).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται, όμως, και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 416/1993 597/2005 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1365/2005, 426/2010), οπότε η απόφαση του στερείται νομίμου βάσεως και υπόκειται στο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010 1093/2011).
Εξ άλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως στην "κανονιστική" μόνο διάσταση της, ως φορέα ενός νομικώς κρίσιμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνο αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 1453/2017, ΑΠ1215/2010).
Επίσης, όταν η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 574/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχτηκε σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση του αγωγικού κεφαλαίου, με το οποίο ο αναιρεσείων ζήτησε την καταβολή αποζημιώσεως από τον αναιρεσίβλητο λόγω εξαπατήσεώς του ως προς την ιδιότητα του πωληθέντος αραβοσίτου ως βιολογικού τα εξής: "Ο ενάγων, ο οποίος είναι αγρότης και κτηνοτρόφος διατηρεί στις ...
μονάδα παραγωγής βοοειδών, δυναμικότητας 87 αγελάδων κρεατοπαραγωγής και 72 μόσχων πάχυνσης ή 135 ισοδύναμων ζώων, η οποία είναι ενταγμένη σε πρόγραμμα βιολογικών προϊόντων, έχει δε λάβει τη με αριθμό πρωτοκόλλου …97/30-6-2008 άδεια λειτουργίας σταυλισμού. Υποχρέωση του ενάγοντος είναι να εκτρέφει τα ζώα του είτε με ελεύθερη βοσκή στην ύπαιθρο ή με ζωοτροφές προερχόμενες από προϊόντα βιολογικής καλλιέργειας, η συμμόρφωσή του δε ελέγχεται από το φορέα με την επωνυμία "...", και το διακριτικό τίτλο "...", ο οποίος πιστοποιεί τη βιολογική προέλευση του κρέατος και χορηγεί σχετικό πιστοποιητικό, βάσει του οποίου ο ενάγων δικαιούται να λάβει ετησίως χρηματική επιδότηση.
Στις 3-9-2009 ξέσπασε πυρκαγιά από άγνωστη αιτία στις εγκαταστάσεις σταυλισμού και αποθήκευσης του ενάγοντος, που είχε ως αποτέλεσμα να καούν τα αγροτικά προϊόντα και εργαλεία εντός της αποθήκης και συγκεκριμένα αγροτική αποθήκη εμβαδού 300 τ.μ. με 4.500 δέματα μηδικής. Λόγω της καταστροφής των ιδίων ζωοτροφών, ο ενάγων απευθύνθηκε σε αγρότες της περιοχής των …., προκειμένου να προμηθευτεί ζωοτροφές για την εκτροφή των βοοειδών.
Μεταξύ άλλων απευθύνθηκε στον εναγόμενο, ο οποίος είναι κάτοικος ..., όπως και ο ενάγων, γείτονας και γνωστός του τελευταίου και αγρότης στο επάγγελμα, ασχολούμενος με την παραγωγή διαφόρων αγροτικών προϊόντων. Ορισμένα από τα προϊόντα αυτά τα καλλιεργούσε ως βιολογικά, έχοντας σχετική άδεια και πιστοποίηση από τον ίδιο οργανισμό με αυτόν που επόπτευε τον ενάγοντα.
Προκειμένου ο ενάγων να λάβει πιστοποίηση για παραγωγή βιολογικού κρέατος έπρεπε να προμηθευτεί τις ζωοτροφές από βιολογικούς καλλιεργητές. Γνωρίζοντας ο ενάγων ότι ο εναγόμενος είναι βιολογικός καλλιεργητής απευθύνθηκε στην Π. Γ., σύμβουλο σε θέματα βιολογικών προϊόντων και αυτή τον διαβεβαίωσε ότι ο εναγόμενος ήταν βιολογικός καλλιεργητής, εποπτευόμενος από τον ίδιο Οργανισμό και τον συμβούλευσε να προμηθευτεί αραβόσιτο.
Ωστόσο ο εναγόμενος δεν καλλιεργούσε βιολογικό αραβόσιτο, αλλά βαμβάκι και μηδική, γεγονός που γνώριζε ο ενάγων λόγω της διαμονής και δραστηριοποιήσεως αμφοτέρων στην ίδια τοπική κοινωνία, της γειτνιάσεως και της σχέσεως που διατηρούσε με αυτόν, αλλά και του γεγονότος ότι ο ίδιος ήταν βιολογικός καλλιεργητής.
Άλλωστε το θέρος του 2009 και πριν από την εκδήλωση πυρκαγιάς είχε ζητήσει από τον εναγόμενο και είχε προμηθευτεί χωρίς αντίτιμο 1.000 δέματα άχυρα, από σιτηρά συμβατικής καλλιέργειας, τα οποία χρησιμοποίησε για την εκτροφή των ζώων του. Τον Οκτώβριο του 2009 ο ενάγων ζήτησε να αγοράσει από τον εναγόμενο αραβόσιτο και συμφωνήθηκε ο τελευταίος να του πωλήσει 7.770 χιλιόγραμμα αραβόσιτου, έναντι τιμήματος 11 λεπτών το χιλιόγραμμο.
Ο αραβόσιτος ήταν συμβατικής καλλιέργειας, γεγονός που γνώριζε ο ενάγων. Η γνώση του ενάγοντος προκύπτει από τη σαφή κατάθεση της μάρτυρος Α. Δ., συζύγου του εναγομένου, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία ανέφερε ότι ο ενάγων ήρθε και πήρε καλαμπόκι, δεν είπε ότι ήθελε βιολογικό, του είπε ότι η τιμή είναι 12 λεπτά, έδωσε 850 ευρώ, ενώ εάν ήταν βιολογικό θα είχε 20 και 30 και 24 λεπτά το κιλό και τα συμβατικά πωλούνταν προς 12-14 λεπτά, αυτός δε πήρε σε προγενέστερο χρόνο συμβατικό άχυρο και τάιζε τα ζώα του και με συμβατικά προϊόντα.
Αντιθέτως η μάρτυρας αποδείξεως Π. Γ., σύμβουλος για τα βιολογικά προϊόντα, δεν έχει προσωπική αντίληψη της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, αφού περιορίστηκε στον έλεγχο του εναγομένου, εάν δηλαδή αυτός ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο του Οργανισμού, το οποίο και επιβεβαίωσε, θα μπορούσε όμως ευχερώς να διαπιστώσει για το είδος των βιολογικών καλλιεργειών για τις οποίες είχε λάβει πιστοποίηση από τον Οργανισμό.
Η κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως επιβεβαιώνεται και από τα εξής: α) οι διάδικοι ήταν γνωστοί και γείτονες περίπου 35 έτη και γνώριζε ο ένας τις δραστηριότητες του άλλου και μάλιστα στη μικρή τοπική κοινωνία των …., όπου οι παραγωγοί βιολογικών προϊόντων είναι περιορισμένοι, β) ο ενάγων δεν αναφέρει πουθενά στο δικόγραφο της αγωγής αλλά και στην έγκληση που κατέθεσε σε βάρος του εναγομένου ότι ζήτησε να αγοράσει αραβόσιτο βιολογικής καλλιέργειας, γ) δεν αναφέρει επίσης ότι ο εναγόμενος τον διαβεβαίωσε ότι του πωλεί βιολογική ζωοτροφή, δ) το τίμημα που συμφωνήθηκε των 11 λεπτών ανταποκρινόταν σε συμβατικό αραβόσιτο και όχι αραβόσιτο βιολογικής καλλιέργειας ο οποίος επωλείτο κατά το χρόνο εκείνο τουλάχιστον 15 λεπτά ανά χιλιόγραμμο.
Το γεγονός ότι το τίμημα ήταν 11 λεπτά ανά χιλιόγραμμο και όχι 15 λεπτά, όπως ισχυρίστηκε ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή και κατέθεσε η μάρτυράς του, η οποία δεν έχει προσωπική αντίληψη για το περιεχόμενο της συμβάσεως πωλήσεως, προκύπτει σαφώς από την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε με επιμέλεια του εναγομένου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία έχει προσωπική αντίληψη για τη σύμβαση και κατέθεσε ότι το τίμημα ήταν 850 ευρώ (7770 χ 1 1) 85470 λεπτά ή 854,70 ευρώ, αλλά και από το δικόγραφο της αντεφέσεως, όπου ο εναγόμενος- αντεκκαλών στη δεύτερη σελίδα 4η σειρά, αναφέρει ότι αγόρασε τον αραβόσιτο προς 11 λεπτά το χιλιόγραμμο (δηλαδή 854,70 ευρώ), ενώ ο ίδιος στο δικόγραφο της αγωγής και των προτάσεων, καθώς και στην αντέφεση αναφέρει ότι η αγορασθείσα ποσότητα ως συμβατική είχε αξία 1.000 ευρώ (δηλαδή περίπου 12 λεπτά) και ως βιολογική 1.200 ευρώ (δηλαδή 15 λεπτά ανά χιλιόγραμμο).
Τις ίδιες τιμές πωλήσεως βιολογικού και συμβατικού αραβόσιτου κατέθεσε ο ενάγων και στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, όπου παραπέμφθηκε ο εναγόμενος, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί. Στις 14-12-2009 ο προαναφερόμενος Οργανισμός ενήργησε τακτικό έλεγχο στις εγκαταστάσεις του ενάγοντος και κατέγραψε τις ποσότητες ζωοτροφής που ανευρέθησαν, συνολικού βάρους 115.000 χιλιόγραμμων, μεταξύ των οποίων ποσότητα 8.000 χιλιογράμμων αραβόσιτου, προερχόμενα από τον εναγόμενο, χωρίς παραστατικά για την αγορά και χωρίς πιστοποιητικό για τη βιολογική προέλευσή της.
Το αποτέλεσμα του ως άνω ελέγχου γνωστοποίησε ο Οργανισμός στον ενάγοντα, με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...071/28-1-2010 έγγραφό του, με το οποίο ζήτησε παραστατικά για την απόδειξη της βιολογικής προελεύσεως του προϊόντος (δελτίο αποστολής ή τιμολόγιο και πιστοποιητικό προϊόντος), διαφορετικά δεν θα αποδεικνυόταν η συμμόρφωσή του ενάγοντος και θα έχανε την επιδότηση.
Σε νέο έλεγχο του Οργανισμού στις 14-7-2010 διαπιστώθηκε ότι η ως άνω ζωοτροφή είχε καταναλωθεί και δεν υπήρχαν ακόμη τα παραστατικά για τη βιολογική προέλευση, γεγονός που γνωστοποίησε εκ νέου ο Οργανισμός στον ενάγοντα, με τα με αριθμό ...125/30-4-2010 και ...01 13/23-8-2010 έγγραφά του. Προ του κινδύνου απώλειας της επιδοτήσεως για το έτος εκείνο ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο τη χορήγηση πιστοποιητικού για τη βιολογική καλλιέργεια του αραβόσιτου.
Ο εναγόμενος δεν είχε τη δυνατότητα να χορηγήσει τέτοιο πιστοποιητικό, αφού επρόκειτο για συμβατική καλλιέργεια και προέβη στη νόθευση του με αριθμό Β-0...5/Ε2Α πιστοποιητικού προϊόντος, το οποίο του είχε χορηγηθεί από τον Οργανισμό για βιολογική καλλιέργεια βάμβακος της προηγούμενης καλλιεργητικής περιόδου, για ποσότητα 1.500 χιλιογράμμων και ανέγραψε ότι το πιστοποιητικό αφορά σε αραβόσιτο της ποικιλίας ..., του έτους 2009, με ημερομηνία εκδόσεως 22-9-2008 και ημερομηνία λήξεως 21-9-2009.
Η νόθευση του ως άνω εγγράφου έγινε εν γνώσει και κατόπιν αιτήματος του ενάγοντος, ο οποίος το έλαβε και το προσκόμισε στον Οργανισμό, πλην όμως οι υπάλληλοι του τελευταίου αντιλήφθηκαν τη νόθευση του εγγράφου και ενημέρωσαν τον ενάγοντα, αλλά και τη μάρτυρα αποδείξεως, στην οποία ο τελευταίος απευθύνθηκε, ότι δεν μπορεί αυτό να πιστοποιήσει τη βιολογική καλλιέργεια και μπορεί να αποδειχθεί αυτή με υπεύθυνη δήλωση του πωλητή.
Κατόπιν δε αιτήματος του ενάγοντος ο εναγόμενος χορήγησε στον τελευταίο τη χωρίς ημερομηνία με αναγραφόμενο έτος το 2010 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 Ν 1599/1986, στην οποία ανέφερε τα εξής: "πούλησα στον Τ. Β. 7770 κιλά βιολογικό αραβόσιτο παραγωγής 2009". Ωστόσο η ως άνω υπεύθυνη δήλωση δεν έγινε αποδεκτή από τον Οργανισμό, ως απόδειξη της βιολογικής προελεύσεως της ζωοτροφής, και ο τελευταίος εισηγήθηκε τον υποβιβασμό του σταδίου πιστοποιήσεως των ζώων- βοοειδών του ενάγοντος, σύμφωνα με το άρθρο 11 ΚΥΑ ...90/31-1-2006, η δε εισήγηση έγινε δεκτή, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου ...89/4-1-2011 έγγραφο της Διευθύνσεως Βιολογικής Γεωργίας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Ακολούθως ο ενάγων αιτήθηκε για το έτος 2009 - 2010 την καταβολή της επιδοτήσεως από τη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης …., ύψους 12.317,24 ευρώ αλλά το αίτημά του απορρίφθηκε από ως άνω υπηρεσία. Σε βάρος του εναγομένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για τα αδικήματα: α) της απάτης σε βάρος του ενάγοντος που τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1- 6-2010 έως 30-6-2010, διότι παρέστησε ψευδώς σε αυτόν ότι η πωληθείσα ποσότητα αραβόσιτου ήταν βιολογικής καλλιέργειας ενώ ήταν συμβατικής και τον έπεισε να καταβάλει το ποσό των 1.200 ευρώ ως τίμημα βιολογικής καλλιέργειας, ενώ αυτός εάν γνώριζε ότι δεν είναι δεν θα προέβαινε στην αγορά του και β) της νοθεύσεως εγγράφου και συγκεκριμένα του προαναφερθέντος πιστοποιητικού του Οργανισμού, όπου διέγραψε το είδος της καλλιέργειας ως βαμβάκι και την ποικιλία αυτού και ανέγραψε ως είδος τον αραβόσιτο και την ποικιλία αυτού, το παρέδωσε δε στον ενάγοντα, ο οποίος το κατέθεσε στον Οργανισμό.
Ο εναγόμενος καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό για τα ως άνω αδικήματα, με τη με αριθμό 2717/2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης σε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως 9 μηνών, εκκρεμεί δε η εκδίκαση της εφέσεως. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην από 1-8-2011 έγκληση του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου για τα ως άνω αδικήματα, αυτός αναφέρει ότι η σύμβαση πωλήσεως καταρτίστηκε περί τα μέσα του 2010, και ότι ο ίδιος ήταν σίγουρος ότι ήταν εξασφαλισμένος, διότι ο εναγόμενος ήταν βιολογικός καλλιεργητής, υπαγόμενος στον ίδιο Οργανισμό, και όταν ζητήθηκε από τον Οργανισμό το πιστοποιητικό ο εναγόμενος του το χορήγησε, τοποθετώντας το εντός σφραγισμένου φακέλου και χωρίς ο ίδιος να το ελέγξει το προσκόμισε στον Οργανισμό, εντός του φακέλου.
Ότι όταν πληροφορήθηκε για την πλαστότητα του πιστοποιητικού και τον κίνδυνο να υποβιβαστεί, με αποτέλεσμα την απώλεια της επιδοτήσεως, ενημέρωσε τον εναγόμενο και ο τελευταίος είχε το θράσος να του χορηγήσει υπεύθυνη δήλωση, διαβεβαιώνοντας για την βιολογική προέλευση του αραβόσιτου. Δεν αναφέρει σε κανένα σημείο της εγκλήσεως, η οποία κατατέθηκε ένα τουλάχιστον έτος μετά τα γεγονότα και μετά την απώλεια της επιδοτήσεως, ότι ο εναγόμενος του παρέστησε ψευδώς ότι ο αραβόσιτος που του πώλησε ήταν βιολογικής και όχι συμβατικής προελεύσεως, ούτε αναφέρει ότι του ενίσχυσε την πλάνη, αποσιωπώντας, παρότι είχε καθήκον διαφωτίσεως, το ως άνω γεγονός για το είδος της καλλιέργειας του πωλούμενου προϊόντος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, ακολούθως, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή και την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι για την διαμόρφωση της κρίσεώς του, ότι καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος ως αγοραστή και του αναιρεσιβλήτου ως πωλητή σύμβαση πωλήσεως ποσότητος αραβοσίτου μη βιολογικής καλλιεργείας, το Εφετείο δεν διαπίστωσε - ούτε εμμέσως - την ύπαρξη κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων διαδίκων αναφορικά με το αν η επίδικη σύμβαση πωλήσεως αφορούσε αραβόσιτο βιολογικής καλλιέργειας ή μη βιολογικής καλλιέργειας και επομένως ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας τους, την οποία ωστόσο παρέλειψε να πραγματοποιήσει ή αναλόγως πραγματοποίησε, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 200 ΑΚ.
Η κρίση του δε ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων αυτών πώληση αραβοσίτου μη βιολογικής καλλιέργειας, δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των ανωτέρω δηλώσεων βουλήσεως, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και επομένως μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ.1(α) ΚΠολΔ, αποδίδει, στο Εφετείο την αιτίαση ότι "εφόσον διάγνωσε αμφίβολη έννοια και ασάφεια ως προς το νόημα του συγκεκριμένου όρου της συμβάσεως πώλησης αραβοσίτου, ήτοι εάν επρόκειτο για βιολογική ή συμβατικό" και παρέλειψε να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων του άρθρου 200 ΑΚ, που ήταν επιβεβλημένη για να ανεύρει την αληθή βούληση των ανωτέρω δικαιοπρακτικών δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο ίδιος δ' ως άνω λόγος τρίτος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, που αναφέρονται στην αξιολόγηση και στάθμιση της καταθέσεως της εκ των ανωτέρω μαρτύρων Δ. Α., καθόσον αυτή ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων και επίσης σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντιστοίχως ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον ανωτέρω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση ότι με αντιφατικές αιτιολογίες το Εφετείο καταλήγει στο αυθαίρετο συμπέρασμα "ότι το θέρος του 2009 και πριν από την εκδήλωση πυρκαγιάς είχα ζητήσει από τον αντίδικό μου και είχα προμηθευτεί χωρίς αντίτιμο 1.000 δέματα σιτηρά συμβατικής καλλιέργειας, τα οποία χρησιμοποίησα για την εκτροφή των ζώων μου, το οποίο προκύπτει μόνον από τη κατάθεση της συζύγου του ήδη αναιρεσιβλήτου Α.
Δ., ως μάρτυρα στο πρωτοβάθμιο και η οποία έχει συμφέρον από την έκβαση της δίκης και δεν αποδεικνύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο", επίσης ότι "η προσβαλλομένη παρέλειψε να εκτιμήσει σωστά την ίδια την ίδια τη μαρτυρία της συζύγου του ότι: το καλοκαίρι του 2009 πήρε συμβατικά άχυρα 1000 δέματα. 2 χρόνια μας παρακαλούσε για τα άχυρα" την ίδια στιγμή που αντιφάσκει λέγοντας "Υπάρχουν και άλλοι καλλιεργητές συμβατικών", "Μας παρακαλούσε για το άχυρο, του το δώσαμε".
Στο σημείο αυτό η προσβαλλομένη έσφαλε ως προς το αυθαίρετο συμπέρασμα που κατέληξε, αντιφάσκοντας μεταξύ του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξε στο 7ο φύλλο και στην αντίθετη μαρτυρία, την οποία δέχθηκε η ίδια απόφαση αλλά και στην ισχύ που απέδωσε στη μαρτυρία της συζύγου του αναιρεσιβλήτου, διότι πώς είναι δυνατόν αφενός να υπάρχει πλήθος καλλιεργητών στην περιοχή των …, από τους οποίους δυνητικά θα μπορούσα να προμηθευτώ - αν το ήθελα- συμβατικό άχυρο και συμβατική ζωοτροφή, αλλά επί 2ετία - όπως ψευδώς ισχυρίζεται η ίδια- να παρακαλάω τον κο Δ.
να μου πουλήσει συμβατικό άχυρο για συμβατική ζωοτροφή". Υπό το περιεχόμενό του αυτό, ο ερευνώμενος πέμπτος αυτός λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι αναφέρεται στην αξιολόγηση και την στάθμιση της καταθέσεως της εκ των ανωτέρω μαρτύρων Δ. Α., και επομένως ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων και επίσης σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).- Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται και αποφαίνονται επί υποθέσεως, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο, δεχόμενο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του: α) ότι δεν αναφέρει σε κανένα σημείο της εγκλήσεως του ότι ο αναιρεσίβλητος του παρέστησε ψευδώς ότι ο αραβόσιτος, που του επώλησε ήταν συμβατικής και όχι βιολογικής καλλιεργείας και β) ότι δεν αναφέρει στην ίδια αυτή έγκλησή του, ότι του ενίσχυσε την πλάνη αποσιωπώντας παρότι είχε καθήκον διαφωτίσεως, το είδος της καλλιέργειας του πωλουμένου αραβόσιτου και θεωρώντας επιβαρυντικό το γεγονός ότι η έγκληση κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα ένα τουλάχιστον έτος μετά τα γεγονότα και την απώλεια της επιδίκου επιδοτήσεως, υπερέβη την δικαιοδοσία του, επιλαμβανόμενο και εξετάζον ζητήματα που απασχόλησαν το ποινικό δικαστήριο κατά την εκδίκαση των προαναφερομένων σε βάρος του αναιρεσιβλήτου κατηγοριών.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο δεν επελήφθη και δεν απεφάνθη επί της υποθέσεως ως ποινικό δικαστήριο, αλλά εξέφερε την κρίση του αυτή κατά την συνεκτίμηση, με τις λοιπές αποδείξεις, που προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι και της ανωτέρω εγκλήσεως την οποίαν, ωσαύτως ως αποδεικτικό των ισχυρισμών του μέσο, επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων.- Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο τελευταίος (αναιρεσείων) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 20-3-2017 αίτηση του Β. Τ. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 23/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.- Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ