Supreme Court dismisses appeal for failure to list every document, ruling general reference sufficient.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding the assessment of evidence. The appellants argued that the lower court failed to specifically list every document from the criminal case and expert report in its judgment. The court ruled that a general reference to considering all submitted documents is legally sufficient and does not require itemized listing.
Legislator headnote
AI generatedArticles 390 and 559 of the Code of Civil Procedure: A general reference in a judgment to the consideration of all submitted documents, including expert reports and criminal case files, is sufficient without requiring specific enumeration of each item.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1096 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1096/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Ξ. του Ν., 2) Ε. συζ. Μ. Ξ., 3) Σ. θυγ. Μ. Ξ., συζ. Β., Κ., 4) Κ. Ξ. του Μ. και 5) Ε. θυγ. Μ. Ξ., συζ. Δ. Μ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1ος, 3η, 4ος και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα - Αλέξιο Αναγνωστάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο και με σχετικό σημείωμα και έγγραφα που κατέθεσε στο Γραμματέα, ότι η Ε. σύζ. Μ. Ξ. (2η) απεβίωσε την 1-2-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, λοιποί των αναιρεσειόντων, εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο. Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Μ. Ξ. του Ν., ατομικά και ως συγκληρονόμου της αποβιωσάσης συζύγου του Ε. συζ. Μ. Ξ., 2) Σ. θυγ. Μ. Ξ., συζ. Β., Κ., ατομικά και ως συγκληρονόμου της αποβιωσάσης μητέρας της Ε. συζ. Μ. Ξ., 3) Κ. Ξ. του Μ., ατομικά και ως συγκληρονόμου της αποβιωσάσης μητέρας του Ε. συζ. Μ. Ξ. και 4) Ε. θυγ. Μ. Ξ., συζ. Δ. Μ., ατομικά και ως συγκληρονόμου της αποβιωσάσης μητέρας της Ε. συζ. Μ. Ξ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα - Αλέξιο Αναγνωστάκη.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) αλλοδαπής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... (πρώην ... που εδρεύει στη Σόφια Βουλγαρίας και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από τον Ειδικό Αντιπρόσωπο Ζημιών Χ. Ξ., κάτοικο ... και 4) Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής εταιρείας (ΙΚΕ) -πρώην Ελληνικής Μεσιτικής εταιρείας ασφαλίσεων ζημιών ΕΠΥ με την επωνυμία ...", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως νομίμου εκπροσώπου στην Ελλάδα της (3ης) αλλοδαπής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... (πρώην ... εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Ρουβά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 2-4-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1η, 2η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1831/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4827/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 30-7-2019 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 8-1-2021, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 6-5-2022, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο της 7-10-2022, οπότε και ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 7-10-2022 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες - καλούντες και η 3η των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων -καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 7-10-2022 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων επαναφέρεται για να συζητηθεί η από 30-7-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7935/756/3-9-2019) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4827/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 περ. 6 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 1233/2023, Α.Π. 1186/2023, Α.Π. 1004/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αρχικώς προσδιορίσθηκε για την δικάσιμος της 8-1-2021, οπότε αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 6-5-2022, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ νέου για την δικάσιμο της 7-10-2022, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτησή της.
Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση, με την προαναφερθείσα κλήση. Εξάλλου, από τις υπ' αριθμ. 6140Δ'/3-11-2022 και 6145Δ'/4-11-2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, ε έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Σ., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 7-10-2022 κλήσεως, με την οποία επαναφέρεται για να συζητηθεί η υπόθεση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους Θεοδώρα Ρουβά και Χαράλαμπο Δρακόπουλο, δικηγόρους του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ως αντικλήτους πληρεξουσίου δικηγόρους των πρώτης, δεύτερης και τέταρτης αναιρεσιβλήτων, κατ' άρθρον 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου και την συζήτησή της, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι επισπεύδοντες την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείοντες και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση.
Επομένως, αφού οι προαναφερθείσες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, εδάφ. τελευταίο του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου, ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η δίκη που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκουσίως, ρητώς με δήλωση του κληρονόμου του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, ακόμα και ταυτοχρόνως με την δήλωση διακοπής, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσεως για συζήτηση της υποθέσεως, είτε και αναγκαστικώς, με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, ο οποίος μπορεί και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σε αυτόν του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη της γνωστοποιήσεως και θεωρώντας την δίκη διακοπείσα, να επισπεύσει την επανάληψη αυτής, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου και πρέπει να επιδοθεί στον κληρονόμο του θανόντος μετά την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομίας τασσομένης τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή αυτής (Ολ.
Α.Π. 22/2000, Α.Π. 1201/2023, Α.Π. 762/2023, Α.Π. 1941/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 910/2022, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 1257/2019, Α.Π. 392/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους πρώτο, τρίτη, τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσειόντων έγγραφα: 1) Το από 8-2-2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Κισσάμου Χανίων, 2) Το υπ' αριθμ. ...
πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του ανωτέρω Δήμου, 3) Τα υπ' αριθμ... πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Χανίων και 4) Το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Χανίων προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα Ε. Ξ. απεβίωσε στις 1-2-2021, δηλαδή μετά την άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.
Η προαναφερόμενη αναιρεσείουσα κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου και από τους λοιπούς αναιρεσείοντες, ήτοι τον σύζυγό της και τα τέκνα της. Οι τελευταίοι, υπό την ως άνω ιδιότητά τους, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, δήλωσαν ότι συνεχίζουν εκουσίως στο όνομά τους την βιαίως διακοπείσα δίκη (άρθρ. 286 περ.
α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δ.), η οποία ουδόλως αμφισβητείται.
Συνεπώς, η αίτηση πρέπει να ερευνηθεί και με την υπεισέλευση στην θέση της αρχικώς δεύτερης των αναιρεσειόντων των προαναφερθέντων κληρονόμων της.
Η κρινόμενη, από 30-7-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7935/756/3-9-2019) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4827/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευσή της (στις 28-9-2018), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 4827/2018, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 11-1-2016 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1831/129/11-1-2016) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι την 9η Αυγούστου 2015 και περί ώρα 23:00 επί της Ν.Ε.Ο.
Χανίων-Κισσάμου κοντά στη στροφή προς Κορφαλώνα συνέβη αυτοκινητικό ατύχημα, αποκλειστικώς υπαίτιος για το οποίο ήταν ο αλλοδαπός υπήκοος A. M. A. (αρχικώς πρώτος εναγόμενος ως προς τον οποίο χώρησε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής), οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. μισθωμένου οχήματος, ιδιοκτησίας της δευτέρας εναγομένης εταιρείας, την χρήση και το δικαίωμα εκμισθώσεως του οποίου είχε παραχωρήσει στην τρίτη εναγομένη εταιρία, ήταν δε κατ' εκείνον τον χρόνο ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του στην τετάρτη εναγομένη - αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία, η οποία εκπροσωπείτο νομίμως στην Ελλάδα από την πέμπτη εναγομένη.
Ότι, συνεπεία του ατυχήματος, επήλθε ο θάνατος του τέκνου του πρώτου και της δευτέρας αυτών και αδελφού των λοιπών αυτών (εναγόντων). Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, κατόπιν τροπής του αιτήματος της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες είναι υποχρεωμένες, ως ευθυνόμενες καθεμία εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν συνεπεία του κατά το ένδικο ατύχημα θανάτου του συγγενούς τους, σε καθέναν από τους γονείς του θανόντος - πρώτο και δεύτερη εξ αυτών (εναγόντων) το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ και σε καθέναν από τους αδερφούς του θανόντος - τρίτη, τέταρτο και πέμπτη αυτών (εναγόντων) το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο (επιδικίας) από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1831/2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών οι από 7-12-2017 έφεση των εναγόντων και η από 26-10-2017 έφεση των εναγομένων.
Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 4827/2018, τελεσίδικη απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 7-12-2017 έφεση των εναγόντων, έγινε δεκτή η από 26-10-2017 έφεση των εναγομένων, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διακρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η αγωγή, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνωρίσθηκε ότι η δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων υποχρεούνται να καταβάλουν, ευθυνόμενες καθεμία εις ολόκληρον, ως αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης, σε καθέναν από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, το ποσόν των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και σε καθέναν από τους τρίτη, τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων, το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 322/2023, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017). Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
Α.Π. 18/2005, Ολ. Α.Π. 32/1996, Α.Π. 322/2023, Α.Π. 1.330/2022). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναιρέσεως, σε περίπτωση παραβιάσεως περισσότερων της μίας διατάξεων, πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά από αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Η από τον παραπάνω λόγο αοριστία του δικογράφου της αναιρέσεως, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 562 παρ.1 και 2 του Κ.Πολ.Δ.), δεν μπορεί, όπως, άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία κείμενα εκτός του αναιρετηρίου, ούτε, ειδικότερα, από την υπάρχουσα στην δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, γιατί, μεταξύ άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές, που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και, συνακολούθως, μπορεί να επιλεγούν τέτοιες, που να μη το συνιστούν και να απορριφθεί από τον λόγο αυτόν η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες, που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, αλλά δεν τις εξειδίκευσε στο αναιρετήριο, μπορεί να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα (Ολ.
Α.Π. 18/2005, Α.Π. 322/2023, Α.Π. 1.330/2022, Α.Π. 1326/2015, Α.Π. 607/2013). Περαιτέρω, ο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 24/2022, Α.Π. 1220/2021, Α.Π. 816/2021, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 909/2020).
Για την πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 24/2022, Α.Π. 140/2021, Α.Π. 780/2020).
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 140/2021, 1250/2019). Τέλος, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως στοιχειοθετείται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί στην συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αναίρεσης αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ., για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει:
α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως ή την μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κ.λπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και την σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτώς στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή την μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Α.Π. 322/2023, Α.Π. 64/2022, Α.Π. 302/2020, Α.Π. 1230/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ενδέκατο και δωδέκατο των αναιρετικών λόγων προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., αντιστοίχως, πλημμέλειες, της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 300, 330, 914, 932 του Α.Κ., 23, 29 παρ. 3, 36, 37 παρ. 5 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Πλην, όμως, μολονότι παρατίθενται οι πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, δεν εκτίθενται, για το ορισμένο των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, παρά μόνο αποσπασματικές παραδοχές της, ενώ, καθόσον αφορά την περίπτωση του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δεν καθορίζεται ούτε η νομική πλημμέλεια του Δικαστηρίου, αφού δεν διαλαμβάνονται τα αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας ελλείποντα στοιχεία ή οι τυχόν υπάρχουσες αντιφάσεις, αλλά απλώς οι αναιρεσείοντες βάλλουν (απαραδέκτως) κατά της εκτιμήσεως των αποδείξεων, αναφορικώς με την συνυπαιτιότητα του θανόντος συγγενούς τους και του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Με βάση τα δεδομένα αυτά, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη της προσβαλλομένης αποφάσεως από την άποψη της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβιάσεως των παραπάνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και, εντεύθεν, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπ' όψιν αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως θεμελιώνεται και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπ' όψιν και τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αλλά και όταν, παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι έχουν ληφθεί υπ' όψιν όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα (Α.Π. 68/2020, Α.Π. 1147/2019, Α.Π. 66/2019, Α.Π. 49/2015, Α.Π. 80/2012). Τέλος, οι κατ' άρθρον 390 του Κ.Πολ.Δ. γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι' αυτό η μνεία της αποφάσεως περί λήψεως υπ' όψιν των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ. Α.Π. 12/2005, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 64/2019, Α.Π. 812/2018).
Με τους ένατο και δέκατο αναιρετικούς λόγους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπ' όψιν τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίες και την τεχνική έκθεση του ειδικού πραγματογνώμονα Α. Δ., χωρίς να αναφέρει ξεχωριστά καθένα από τα εν λόγω έγγραφα (ένατος λόγος) και ότι έλαβε υπ' όψιν την από 24-8-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν.
Χ., η οποία ελήφθη κατά την διάρκεια της αστυνομικής προανακρίσεως, χωρίς να αναφέρει το εν λόγω έγγραφο στα προς ανάγνωσιν έγγραφα (δέκατος λόγος). Οι αναιρετικοί λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφέρει ότι έλαβε υπ' όψιν όλα ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, χωρίς να απαιτείται να αναλύονται και να αξιολογούνται διεξοδικώς το καθένα από τα έγγραφα από αυτά.
Περαιτέρω, η από 24-8-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν. Χ. αποτελεί έγγραφο της ποινικής δικογραφίας, χωρίς να απαιτείται να γίνεται ειδική μνεία αυτής στα προς ανάγνωσιν έγγραφα. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν στην δίκη, στα δικαστικά έξοδα της παρασταθείσας τρίτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ενώ δικαστικά έξοδα υπέρ των απολειπομένων πρώτης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων δεν πρέπει να επιβληθούν, δεδομένου ότι αυτές, λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε αυτά (Α.Π. 1233/2023, Α.Π. 162/2023, Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 227/2020 ΝοΒ 2020. 1.682, Α.Π. 1584/2017), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-7-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4827/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ