Legislator Case Law & Legislation
66/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against car accident damages award for excessive compensation for mental distress.

Case Number 66/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a lower court's decision awarding excessive damages for mental distress in a car accident case. The plaintiffs argued the awarded sum exceeded judicial discretion given the economic context, while the insurer contended the amount was reasonable. The court found the award violated the principle of proportionality and remanded the case for recalculation of the specific compensation amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 681A of the Civil Procedure Code; Article 577 of the Civil Procedure Code: The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's determination of compensation for mental distress exceeds the limits of judicial discretion, requiring remand for recalculation.

Keywords

AI generated
car accident damages mental distress compensation judicial discretion limits proportionality principle partial appeal allowance remand for recalculation excessive compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 681A of the Civil Procedure Code
Article 577 of the Civil Procedure Code
Article 580 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 12 of Law 4055/2012
Article 495 of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 66 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 66/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και ήδη "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η "... ΑΕ" τυγχάνει καθολική διάδοχος, μετά από συγχώνευση διά απορροφήσεως, της αρχικώς αναιρεσείουσας "... ΑΕ".

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. χας Γ. Π., ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος Γ. Π. του Θ., 2) Α. θυγ. Γ. Π., ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος Γ. Π. του Θ. και 3) Ό. θυγ. Γ. Π., ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικώς ενάγοντος Γ. Π. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μπουλούκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Γ. Π. του Θ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2012 μη οριστική και 112/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2017 του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 25.9.2017 (αρ. κατ ..3/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 82/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚπολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓπΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.

Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Όμως η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαίτιων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε της διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.

Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011).

Με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) ορίζονται τα ακόλουθα: Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους (παρ. 1).

Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τους δείκτες κατευθύνσεως (παρ. 2). Η προειδοποίηση που δίνεται με τους δείκτες κατευθύνσεως επιβάλλεται να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια του ελιγμού και να παύει, όταν ολοκληρωθεί ο ελιγμός (παρ. 3).

Κατά δε το άρθρο 23 παρ. 2 του ίδιου ΚΟΚ, προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατευθύνσεως, και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατευθύνσεως. Επίσης κατά το άρθρο 17 του ΚΟΚ 1. "Ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφόσον μπορεί να το κόνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφόσον προειδοποιήσει έγκαιρα γι` αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του παρόντος Κώδικα. 2.

Το προσπέρασμα επιτρέπεται, κατά κανόνα, από τα αριστερά. Κατ`εξαίρεση, το προσπέρασμα επιτρέπεται από τα δεξιά αν ο προπορευόμενος οδηγός έχει δώσει σήμα ότι προτίθεται να στρίψει αριστερά και έχει μετακινήσει το όχημα ή τα ζώα του προς την πλευρά αυτήν". Επίσης από τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 42 του ίδιου Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 43 του Ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.

Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/Ι) και άνω..." (παρ. 1), "...σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες..." (παρ. 3).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δικ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 259/2009). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασής του, δέχθηκε, μετά από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού τα εξής: "Στις 9 Σεπτεμβρίου 2008 και περί ώρα 10.30 ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το ...79 ΙΧΦ αυτοκίνητο, που ανήκε στην ιδιοκτησία του δεύτερου εναγομένου και ήταν ασφαλισμένο για ζημιές που θα προξενούσε σε τρίτους στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία στην εθνική οδό Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας, με κατεύθυνση προς Ηγουμενίτσα.

Την ίδια χρονική στιγμή στην ίδια οδό και με την ίδια κατεύθυνση κινούνταν πίσω από το ως άνω φορτηγό και σε κανονική απόσταση η οδηγούμενη από τον Χ. Π. του Γ. ...90 δίκυκλη μοτοσικλέτα. Η ως άνω εθνική οδός στο 78,8 χιλ. διασταυρώνεται στα αριστερά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων με χωμάτινη οδό, είναι διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα ανά κατεύθυνση, έχει πλάτος οδοστρώματος 8,20 μ,, με εκατέρωθεν ασφάλτινο έρεισμα πλάτος 2,30 εκ., ενώ είναι ευθεία χωρίς να περιορίζεται η ορατότητα, χωρίζεται με μονή διακεκομμένη γραμμή και το όριο ταχύτητας ανέρχεται στα 90 χ/ω.

Όταν το προπορευμένο φορτηγό έφθασε στο 78,8 χιλ. της εν λόγω οδού, ο ως άνω οδηγός του έκανε απότομο ελιγμό προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, προκειμένου, αφού διασχίσει κάθετα το αντίθετο ρεύμα πορείας προς Πρέβεζα, να εισέλθει στην χωμάτινη οδό. Πριν όμως ολοκληρωθεί η είσοδός του σ' αυτή (χωμάτινη οδό) και ενώ βρισκόταν σε διαγώνια σχεδόν θέση στο αντίθετο ρεύμα πορείας προς Πρέβεζα, όπως προκύπτει από τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματός του, επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του (εμπρόσθιο αριστερό τροχό, φτερό, αριστερό πλάγιο μέρος προφυλακτήρα) στη δεξιά πλευρά της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας στο ύψος του ντεπόζιτου, η οποία την ίδια χρονική στιγμή πραγματοποιούσε υπέρβαση από τα αριστερά του προπορευόμενου ως άνω οχήματος.

Από τη σύγκρουση η δίκυκλη μοτοσικλέτα σύρθηκε σε απόσταση τριάντα μέτρων και κατέληξε σε παρακείμενο αγροτεμάχιο. Ο πρώτος εναγόμενος μετά τη σύγκρουση απομάκρυνε το όχημά του από το σημείο της σύγκρουσης και το οδήγησε στην χωμάτινη οδό. Από τη σύγκρουση τραυματίστηκε σοβαρά ο ανωτέρω οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οποίος υπέστη κακώσεις κεφαλής, θώρακος, σπονδυλικής στήλης και άκρων, εξαιτίας δε των τραυμάτων αυτών και μόνον επήλθε ο θάνατός του στις 9-9-2008, όπως προκύπτει από τη με αριθμό πρωτ.

…06/23-9-2008 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής... Η σύγκρουση, η οποία έγινε στο μέσο περίπου του ρεύματος πορείας προς Πρέβεζα, οφείλεται σε αμέλεια του οδηγού του προπορευόμενου φορτηγού αυτοκινήτου. Αυτή (αμέλεια) συνίσταται στο ότι προτιθέμενος να πραγματοποιήσει στροφή προς τ' αριστερά κατά την πορεία του για να εισέλθει στην χωμάτινη οδό αφενός μεν δεν πλησίασε προοδευτικά στον άξονα της οδού που έβαινε και αφετέρου δεν έλεγξε αν η ενέργειά του αυτή δημιουργούσε κίνδυνο ή παρακώλυση των οδηγών που έβαιναν πίσω του ή εκείνων που επιχειρούσαν να πραγματοποιήσουν προσπέραση, όπως συνέβη με την ένδικη μοτοσικλέτα και επιπλέον δεν κατέστησε σ' αυτόν (οδηγό) γνωστή την πρόθεσή του, χρησιμοποιώντας τους δείχτες κατεύθυνσης ότι θα εκτελέσει ελιγμό προς τ' αριστερά (άρθρ. 12 παρ. 1, 21 παρ. 1, 2 και 23 παρ. 2 ΚΟΚ), όπως θα έκανε σε παρόμοια περίπτωση κάθε συνετός οδηγός, που θα κατέβαλε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια και προσοχή, αλλά ανεπίτρεπτα και αιφνίδια κινήθηκε από το μέσο του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του προς τ' αριστερά, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με την δίκυκλη μοτοσικλέτα, που την ίδια χρονική στιγμή πραγματοποιούσε κανονική υπέρβασή του από αριστερά.

Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του άλλου οδηγού (δηλαδή του Χ. Π.) δεν αποδείχθηκε. Ο τελευταίος βλέποντας το προπορευόμενο όχημα να κινείται με κανονική ταχύτητα στο μέσο του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του και αφού διαπίστωσε ότι στο αντίθετο ρεύμα πορείας προς Πρέβεζα δεν κινούνταν οχήματα πραγματοποίησε επιτρεπτή προσπέραση από αριστερά, καθόσον υπήρχε στο οδόστρωμα μονή διακεκομμένη διαγράμμιση, κινούμενος στο αντίθετο ρεύμα πορείας.

Όταν δε ο οδηγός του προπορευόμενου αυτοκινήτου, πραγματοποίησε τον απότομο ελιγμό του αυτοκινήτου του προς τα αριστερά (για να εισέλθει κάθετα στον παρακείμενη χωμάτινη οδό) η μοτοσικλέτα του βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση, σχεδόν σε παράλληλη θέση με το τελευταίο και κατά συνέπεια δεν ήταν δυνατή η αποφυγή της σύγκρουσης από δική του αποτρεπτική ενέργεια.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας κινούνταν με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 90 χ/ω όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Οι τελευταίοι στηρίζουν τον ως άνω ισχυρισμό τους στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ν. Δ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσπρωτίας κατά την σε βάρος του πρώτου εναγόμενου εκδίκαση της κατηγορίας για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά την οποία αυτός εκτίμησε την ταχύτητα της μοτοσικλέτας, όταν τον προσπέρασε, σε 100 με 110 χιλ.

Η ως άνω όμως εκτίμηση είναι υποκειμενική και έρχεται σε αντίθεση με όσα ο ίδιος κατέθεσε προανακριτικά στην από 23-9-2008 ένορκη κατάθεσή του ότι δηλαδή η μοτοσικλέτα τον προσπέρασε κινούμενη "όχι με υπερβολική ταχύτητα", ενώ αναιρείται και από την από Ιανουαρίου 2009 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που ενήργησε για λογαριασμό των εναγόντων ο Χ.

Γ., στην οποία η ταχύτητα κίνησης της μοτοσικλέτας προσδιορίζεται στα 70-80 χ/ω, η οποία δεν αποκρούεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο. Επίσης αποδείχθηκε ότι στο αίμα του παθόντος ανιχνεύθηκε ποσότητα οινοπνεύματος 0,20 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος κατά τη δεύτερη μέτρηση, που λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της 43500/5691/12-8-2002 Απόφασης των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας - Μεταφορών και Επικοινωνιών - Δημόσιας Τάξης, όπως προκύπτει από την με αρ.

πρωτ. 481/8-1-2009 έκθεση τοξικολογικής ανάλυσης του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (κατά την πρώτη μέτρηση ανιχνεύθηκε ποσότητα οινοπνεύματος 0,26 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος σύμφωνα με τη με αρ. πρωτ. …94-08/15-9-2008 έκθεση τοξικολογικής ανάλυσης του ίδιου ως άνω εργαστηρίου), η οποία ποσότητα δεν υπερβαίνει το όριο των 0,20 γραμ.

ανά λίτρο αίματος, που προβλέπει η υπ' αριθμ. 43500/5691/12-8-2002 Απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας - Μεταφορών και Επικοινωνιών - Δημόσιας τάξης που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 και ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος λόγω της κατηγορίας του οχήματος (μοτοσικλέτας).

Συνεπώς ο θανών δεν οδηγούσε υπό την επίδραση της οινοπνεύματος. Ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι η λήψη αίματος στον θανόντα έγινε 4 με 5 ώρες μετά το ατύχημα και συνεπώς κατά τον χρόνο αυτού (ατυχήματος) η ποσότητα του οινοπνεύματος στο αίμα του ήταν μεγαλύτερη και έφθανε τα 0,80 γραμ. ανά λίτρο αίματος, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε ο ακριβής χρόνος λήψης των δειγμάτων αίματος του θανόντος έτσι ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να εκτιμήσει την αξιοπιστία του αποτελέσματος της αιμοληψίας.

Σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη γινόταν δεκτό ότι ο θανών οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, το γεγονός αυτό δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, αφού δεν αποδείχθηκε ότι επηρέασε, έστω και σε ελάχιστο βαθμό, την ικανότητά του για οδήγηση και για έγκαιρη αντίληψη του κινδύνου.

Ενόψει των ανωτέρω ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια του οδηγού της μοτοσικλέτας, διότι τη στιγμή που ο οδηγός του φορτηγού αυτοκίνητου είχε πλησιάσει προοδευτικά στον άξονα της εθνικής οδού που έβαινε και ήταν έτοιμος να κάνει ελιγμό προς τα αριστερά, κάνοντας έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή στον οδηγό της μοτοσικλέτας, ο τελευταίος επιχείρησε υπέρβαση από τα αριστερά του φορτηγού εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα πορείας προς Πρέβεζα απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος.

Η κρίση του Δικαστηρίου για τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμέλεια του οδηγού του ...79 ΙΧΦ αυτοκινήτου στηρίζεται στα τεκμήρια που παραδεκτά συνάγονται από τα έγγραφα της σχηματισθείσης ποινικής δικογραφίας και κυρίως το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του ατυχήματος που συνέταξε η Τροχαία Ηγουμενίτσας και την έκθεση αυτοψίας που το συνοδεύει.

Επομένως η προταθείσα από τους εναγόμενους ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού, την οποία επαναφέρουν με τον σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσής τους είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο για την ένδικη σύγκρουση και τις συνέπειές της τον οδηγό του ...79 ΙΧΦ αυτοκινήτου, πρώτο εναγόμενο, και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού της ...90 δίκυκλης μοτοσικλέτας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού δεύτερου λόγου της έφεσης των εναγομένων.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών Χ. Π., ηλικίας, κατά το χρόνο του θανάτου του, 26 ετών (γεννήθηκε στις 1982) ήταν γιος των δύο πρώτων εναγόντων και αδερφός των τρίτης και τέταρτης των εναγουσών. Ήταν άγαμος και συγκατοικούσε μαζί με τους γονείς του στην Πέρδικα Θεσπρωτίας. Πριν το ατύχημα διατηρούσε από το έτος 2005 στην πόλη της Ηγουμενίτσας (οδός ...) ατομική επιχείρηση λιανικού εμπορίου μοτοσικλετών, μοτοποδηλάτων και συναφών ανταλλακτικών και εξαρτημάτων από την οποία αποκέρδαινε τουλάχιστον το ποσό των 2.000 ευρώ το μήνα (βλ.

εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2007 - 2008)... Ακόμη αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είχαν άριστες οικογενειακές σχέσεις με τον θανόντα και συνδέονταν με αυτόν με ισχυρούς δεσμούς αγάπης και στοργής και ο ξαφνικός και βίαιος θάνατός του τους συγκλόνισε και τους προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, έντονα συναισθήματα θλίψης και πόνου.

Υπέστησαν, συνεπώς, πράγματι ψυχική οδύνη από την απώλειά του και πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη: α) τις αναφερόμενες παραπάνω συνθήκες του ατυχήματος, β) το βαθμό υπαιτιότητας του πρώτου εναγόμενου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, γ) το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα (θάνατος), δ) την ηλικία του θανόντος και την μέχρι το ατύχημα καλή κατάσταση της υγείας του, ε) το στενό εξ αίματος συγγενικό δεσμό και ιδιαίτερα στενό συναισθηματικό σύνδεσμο των ως άνω εναγόντων με το θανόντα και την αναλόγως με την ως άνω συγγένεια του καθενός, ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού τους άλγους, στ) την κοινωνική και οικονομική θέση και κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, ενώ η ευθύνη της τρίτης εναγόμενης - εκκαλούσας - εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας είναι μόνο εγγυητική, κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στους παραπάνω ενάγοντες, ως χρηματική ικανοποίησή τους λόγω ψυχικής οδύνης τους τα ακόλουθα εύλογα και ανάλογα ποσά:

στον αρχικώς πρώτο ενάγοντα και τη δεύτερη ενάγουσα πατέρα και μητέρα του θανόντος το ποσό των 100.000 ευρώ στον καθένα και στις τρίτη και τέταρτη ενάγουσες, αδερφές, το ποσό των 50.000 ευρώ στην κάθε μια (στα οποία δεν περιλαμβάνεται το ποσό των 10 ευρώ για το οποίο ο καθένας από τους ενάγοντες επιφυλάχθηκε να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων στο ποινικό Δικαστήριο).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως, το οποίο επιδίκασε με την εκκαλούμενη απόφασή του σε καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες το ποσό των 100.000 ευρώ και σε κάθε μια από τις τρίτη και τέταρτη ενάγουσες το ποσό των 70.000 ευρώ ορθό εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς τους δύο πρώτους, ενώ εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς τις τρίτη και τέταρτη ενάγουσες, γενομένου εν μέρει δεκτού, ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού πρώτου λόγου της έφεσης των εναγομένων και απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου του πρώτου λόγου της έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο αυτοί ζητούν να τους επιδικαστεί μεγαλύτερο ποσό".

Ακολούθως το Εφετείο με τη με αριθμό 82/2017 προσβαλλομένη απόφασή του, δεχόμενο τυπικά τις συνεκδικασθείσες αντίθετες εφέσεις κατά της με αριθ. 112/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, δέχθηκε κατ' ουσίαν μόνο την έφεση που άσκησαν ο Ι. Ν. και μη διάδικος εν προκειμένω με την ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική ως εναγόμενοι εκκαλούντες, κατά το μέρος που αφορούσε τις τρίτη και τέταρτη εφεσίβλητες και ήδη αναιρεσίβλητες αδελφές του παθόντος και εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη κατά τις αντίστοιχες διατάξεις της, κράτησε και δίκασε ως προς αυτές την από 29-12-2009 και με αριθμό καταθ. 330/2009 ένδικη αγωγή την οποία δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία καθορίζοντας για κάθε μία ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσόν των 50.000 €, αντί του ποσού των 70.000 € που είχε επιδικαστεί πρωτοδίκως.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως η ηττηθείσα τρίτη εναγομένη εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα Ασφαλιστική εταιρεία στη δικονομική θέση της οποίας, έχει υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης η παρισταμένη ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εταιρία με την επωνυμία "..." και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι με το δικόγραφο λόγοι αναιρέσεως.

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ., συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη, αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε σ' αυτό με επίκληση και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη:

α) την περιεχομένη στα με αριθμό 152/2012 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, β) την από 12-03-2009 έκθεση εξέτασης ως κατηγορουμένου του οδηγού του φορτηγού Ι. Ν. Κ., γ) το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας και την από 08-11-2011 τεχνική έκθεση ερμηνεία του ταχογράφου του με αριθμ.

κυκλ. ...79 ΦΙΧ από τον τεχνικό σύμβουλο, Φ. Κ., δ) την από 8-11-2008 ένορκη κατάθεση του Γ. Ν., ε) την από 9-9-2008 σηματική αναφορά του Τμήματος Τροχαίας Ηγουμενίτσας προς την ΑΕΑ Δ/νση Τροχαίας, στ) την από 23-09-2008 ένορκη κατάθεση του Ν. Δ. και ζ) το από 09-09-2008 υπ' αριθμ. πρωτ. .../13/48α έντυπο σήμα της Τροχαίας Ηγουμενίτσας προς το Τμήμα Τροχαίας Ιωαννίνων από το οποίο προκύπτει ότι η αιμοληψία για την ανίχνευση οινοπνεύματος στο αίμα του θανόντος έγινε μετά από τέσσερις ώρες.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δη από την ρητή διαβεβαίωση αυτής (προσβαλλόμενης αποφάσεως), ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, έλαβε υπόψη κατά τα όσα επακριβώς αναφέρει, "την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, τη χωρίς όρκο κατάθεση του δεύτερου εναγομένου, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, όλα τα νομίμως με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ' ουσία διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της σχηματισθείσας σχετικής ποινικής προανακριτικής δικογραφίας, τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα ως δικαστικά τεκμήρια, τις νόμιμα προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρ. 444 παρ. 3, 445, 447 και 448 παρ. 2 ΚπολΔ)", προκύπτει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας, εκτιμώμενα σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα ως άνω εν λόγω αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και η περιεχομένη στα με αριθμό 152/2012 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, παρά την, από προφανή παραδρομή και ανευ σημασίας, αναφορά, ότι αυτή περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά.

Επίσης λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, χωρίς να απαιτείται στην προσβαλλομένη να αναλύονται και να αξιολογούνται διεξοδικά το καθένα απ' αυτά. Πέραν της κατά τα άνω μνείας τους, η προσβαλλομένη κάνει ειδική αξιολόγηση στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ν. Δ. που εξετάστηκε ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσπρωτίας, ειδική αναφορά στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα του ατυχήματος που συνέταξε η Τροχαία Ηγουμενίτσας και την έκθεση αυτοψίας που το συνοδεύει, στην από Ιανουαρίου 2009 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αλλά και στις με αρ.

πρωτ. …94-08/15-9-2008 και …81/8-1-2009 εκθέσεις τοξικολογικής ανάλυσης το περιεχόμενο των οποίων αξιολογεί, χωρίς να υποχρεούται το δικαστήριο της ουσίας να διατάξει περί τούτων την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ή την κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως, προκειμένου να διαπιστωθούν οι υποθετικοί συλλογισμοί που διατυπώνει για την αντίκρουσή τους η αναιρεσείουσα.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, η με τον ερευνώμενο λόγο προβαλλομένη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον, με την επίκλησή της, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/ 2013).

Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ ελέγχεται στο σύνολό της ως αβάσιμη.

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι παραβίασε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 περ. β', 914 ΑΚ τις οποίες, σημειωτέον, αν και δεν παραθέτει η αναιρεσείουσα αριθμητικά, ωστόσο όμως με την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν προκύπτουν από το όλο περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης, αλλά και εκείνες των άρθρων 12 παρ. 1, 21 παρ. 1, 2 και 23 παρ. 2 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, διότι το Εφετείο, χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα αφενός της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα, ζημιογόνου ΙΧΦ και αφετέρου της απόρριψης των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας περι αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως της συνυπαιτιότητας του παθόντος, καθώς δεν διέλαβε στις παραδοχές της πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την από μέρους του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 17 § 1β, 37 § 1β και 42 §§ 1 και 3 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ).

Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το αποδεικτικό πόρισμα της οποίας προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου δυστυχήματος, (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση οδού, καιρικές συνθήκες, συμπεριφορά οδηγού), οι οποίοι ήσαν επαρκείς για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, και, χωρίς να απαιτούνται επιπλέον αιτιολογίες, κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του, οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα φορτηγού αυτοκινήτου.

Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με την απόσταση που βρισκόταν μεταξύ τους τα δύο οχήματα, όταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας εκδήλωσε την πρόθεσή του να πραγματοποιήσει την προαναφερθείσα υπέρβαση, και αν, πριν την υπέρβαση, χρησιμοποίησε ή όχι τον σχετικό δείκτη πορείας, ή ηχητικό όργανο για να προειδοποιήσει το έμπροσθεν αυτού κινούμενο φορτηγό, είναι προεχόντως απαράδεκτες, διότι, αναγόμενες σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί των συνθηκών της σύγκρουσης, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστή ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον το Εφετείο με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, ως προς την πρόκληση του δυστυχήματος στις παραπάνω αναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων του Αστικού Κώδικα και του ΚΟΚ, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη υπαγωγής τους σ' αυτές.

Οι παραδοχές της προσβαλλομένης, α) ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας "βλέποντας το προπορευόμενο όχημα να κινείται με κανονική ταχύτητα στο μέσο του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του και αφού διαπίστωσε ότι στο αντίθετο ρεύμα πορείας προς Πρέβεζα δεν κινούνταν οχήματα πραγματοποίησε επιτρεπτή προσπέραση από αριστερά, καθόσον υπήρχε στο οδόστρωμα μονή διακεκομμένη διαγράμμιση, κινούμενος στο αντίθετο ρεύμα πορείας", β) ότι η μοτοσικλέτα εκινείτο με κανονική ταχύτητα κατά τη διενέργεια της προσπέρασης και γ) ότι το φορτηγό 1.

δεν πλησίασε προοδευτικά στον άξονα της οδού που έβαινε, 2. εκτέλεσε αριστερό ελιγμό, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο, ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, 3. δεν κατέστησε στον οδηγό της μοτοσικλέτας γνωστή την πρόθεσή του, χρησιμοποιώντας τους δείχτες κατεύθυνσης ότι θα εκτελέσει ελιγμό προς τ' αριστερά και τέλος 4.

ότι η μοτοσικλέτα εκινείτο πλησίον και παράλληλα με το φορτηγό, όταν το τελευταίο επιχείρησε τον προς τ' αριστερα ελιγμό, στοιχειοθετούν πλήρως την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος, η αμελής οδηγική συμπεριφορά του οποίου, συνιστά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 21 παρ. 1, 2 και 23 παρ. 2 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ και αποτέλεσε και την μόνη πρόσφορη αιτία της ένδικης σύγκρουσης και του επελθόντος εξ αυτής θανατηφόρου, για τον οδηγό της μοτοσικλέτας αποτελέσματος.

Τέλος, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι ο θανών τελούσε σε κατάσταση μέθης, καθόσον τα αποτελέσματα της τοξικολογικής ανάλυσης για την ανίχνευση αλκοόλης στο αίμα του θανόντος, τα οποία κατέδειξαν ότι η περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα του, (0,26g/l πρώτη και 0,20g/l δεύτερη μέτρηση), δεν υπερέβαινε την από το νόμο επιτρεπτή ποσότητα αλκοόλης των 0,50g/l δεν είναι αξιόπιστα, λόγω της καθυστέρησης λήψης των δειγμάτων αίματος, δεν διαπιστώθηκε.

Η κρίση του δικαστηρίου ότι δεν απαιτείται η κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ επανάληψη της συζήτησης προς εξακρίβωση του χρόνου λήψης δειγμάτων και της επίπτωσης αυτών στα αποτελέσματα εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 232/2018).

Συνεπώς, οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. δεύτερος και τρίτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν.

Kατά την διάταξη του άρθρου 932 εδ. α' και β' του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του".

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ Ολομ. 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 25 § 1 εδ. (δ) του Συντάγματος και 932 ΑΚ και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας καθόρισε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θανάσιμο τραυματισμό κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα του Χ.

Π., αφενός μεν το ποσόν των 100.000 €, σε καθένα των γονέων του, τον ήδη κατά τη συζήτηση της έφεσης αποβιώσαντα πατέρα του Γεώργιο Παπανδρέου (τον οποίο κληρονόμησαν οι αναιρεσίβλητες) και την πρώτη αναιρεσίβλητη μητέρα του, επικύρωνοντας την πρωτόδικη απόφαση ως προς τις αναιρεσίβλητες με την ιδιότητα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ως άνω αποβιώσαντος και ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ατομικά και, αφετέρου το ποσόν των 50.000 € για κάθε μία από τις αδελφές του δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες, το οποίο προσδιόρισε δικάζοντας εκ νέου ως προς αυτές την αγωγή μετά την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος που τις αφορούσε.

Τα ως άνω όμως προσδιορισθέντα ποσά, συμποσούμενα στο συνολικό ποσό των 300.000 ευρώ για τους γονείς και τις δύο αδελφές του θανόντος, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου, είναι καταφανώς μεγαλύτερα από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεδομένης της οικονομικής συγκυρίας και της αβεβαιότητας στο σημερινό οικονομικό περιβάλλον.

Κρίνοντας έτσι το Δικαστήριο, αναφορικά με το ύψος του ποσού των ως άνω επιδικασθέντων στους ενάγοντες ποσών χρηματικής ικανοποίησης υπερέβη κατά τον καθορισμό αυτού τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, και ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Συνακολούθως θα πρέπει, μετά την παραδοχή του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης, υπό τις ιδιότητες που παρίστανται και δη κατά το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 183 ΚΠολΔ, άρθρο 12 ν. 4055/2012 και άρθρο 495 παρ. 3 εδ.

ε' ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες ως ηττώμενες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 82/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας κατά ένα μέρος και δη κατά το κεφάλαιό της που αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης υπό τις ιδιότητες που παρίστανται.

Παραπέμπει κατά το μέρος τούτο, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο Μονομελές Εφετείο Κερκύρας, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την 82/2017 απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου του Δημοσίου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ