Legislator Case Law & Legislation
812/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on acquisition of ownership via 20-year possession and procedural error regarding statute of limitations.

Case Number 812/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued that the defendants' claim of ownership was barred by the statute of limitations, which had expired twenty years prior to their lawsuit. However, the court found that the Second Instance Court had properly considered and rejected this argument based on the factual findings that the appellant's father never possessed the property with the intent of an owner. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the defendants, and the original judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1045, 974, 980, 981, 982 of the Civil Code; Article 559, paragraph 8b of the Code of Civil Procedure: The court must examine substantive arguments raised in appeal; if the lower court considered and rejected them, the appeal on that ground is inadmissible, even if the rejection is implicit.

Keywords

AI generated
acquisition of ownership twenty-year possession statute of limitations intent of owner admissibility of appeal procedural error civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 1045 of the Civil Code
Article 974 of the Civil Code
Article 980 of the Civil Code
Article 981 of the Civil Code
Article 982 of the Civil Code
Article 559, paragraph 8b of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 812 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 812/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Η. του Θ., ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Μιχαήλ Κατσουλάκη.

Των αναιρεσίβλητων:1.Β. συζ. Γ. Μ. το γένος Σ. Π., κατοίκου ...,2.Ι. συζ. Γ. Θ., το γένος Σ. Π., κατοίκου ..., 3.Μ. χας Κ. Α., το γένος Σ. Π., κατοίκου ..., 4.Μ. συζ. Ι. Α. του Ν. Ζ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ανθούλα Βουτσελά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-8-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:125/2006 του ιδίου Δικαστηρίου, 513/2014 του Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-3-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε την από 30-12-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 980 ΑΚ η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, χωρίς να έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκε η νομή αυτού. Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ’ αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.

Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση, η φύλαξη του ακινήτου, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον χωρίς αντάλλαγμα, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του. Περαιτέρω η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 980, 981, 982 ΑΚ συνάγεται ότι εκείνος που κατέχει το ακίνητο με βάση κάποια έννομη σχέση είναι αντιπρόσωπος του νομέως στην άσκηση της νομής και επί αντιποίησης αυτής, συνισταμένης στη μεταστροφή της διάνοιάς του από διάνοια κατόχου σε διάνοια κυρίου δε δύναται να αντιτάξει κατά του νομέως κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, πριν γνωστοποιήσει σ’ αυτόν με οποιονδήποτε τρόπο τη βούλησή του να νέμεται το πράγμα για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό.

Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 369, 1192, 1198 ΑΚ προκύπτει ότι η κυριότητα αποκτάται με παράγωγο τρόπο δηλαδή με σύμβαση, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο πρέπει να μεταγραφεί. Για τη μεταβίβαση με παράγωγο τρόπο της κυριότητας του ακινήτου αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.

Με την έννοια αυτή, σε περίπτωση αναγνωριστικής ή διεκδικητικής της κυριότητας αγωγής, στην οποία ο ενάγων θεμελιώνει την απόκτηση της κυριότητάς του στο ακίνητο σε παράγωγο τρόπο ζητήματα αποτελούν τα περιστατικά τα αναγκαία προς θεμελίωση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, εφόσον αυτήν την αμφισβήτησε ο εναγόμενος.

Ενόψει των ανωτέρω, αν η κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, την οποία αμφισβήτησε ο εναγόμενος θεμελιώνεται στην έκτακτη χρησικτησία, για την ύπαρξη νόμιμης βάσης σε απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα του ενάγοντος, κτηθείσα με παράγωγο τρόπο, απαιτείται να αναφέρονται στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας, και οι συγκεκριμένες πράξεις του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ή του αντιπροσώπου του που συνιστούν την άσκηση νομής επάνω στο πράγμα χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων, μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ’ αριθ. ...16-4-1927 πωλητηρίου συμβολαίου του Προξένου της Ελλάδος στη Βοστώνη των ΗΠΑ που μετεγράφη νόμιμα, ο Ε.

Π. αγόρασε, από τον Ε. Κ., ένα ακίνητο, το οποίο χαρακτηρίζεται στο συμβόλαιο αυτό ως οικόπεδο, εμβαδού μισού στρέμματος, το οποίο βρίσκεται στη θέση ..., του Νομού Μαγνησίας. Το ακίνητο αυτό συνορεύει, κατά το προαναφερθέν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, με Ν. Π., Β. Μ. και δρόμο. Ήδη το ακίνητο αυτό συνορεύει βόρεια σε πλευρά 41 μ.

με ιδιοκτησίες κληρονόμων Π., Ε. και Π.. Ανατολικά, επί πλευράς 26 μέτρων με ιδιοκτησίες Κ. και Π., Νότια επί πλευράς 36 μέτρων με ιδιοκτησία Σ. και κοινοτική οδό και Δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς μήκους 20 μέτρων με ιδιοκτησία Ζ.. Το ακίνητο αυτό ο Ε. Π. νεμήθηκε συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι τις 7-9-1950, οπότε απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, Έτσι το ακίνητο αυτό περιήλθε στον υιό του Σ.

Π., πατέρα των εναγουσών ο οποίος το νεμήθηκε με περισσότερα από τριάντα έτη δηλ, μέχρι το θάνατό του στις 26-11-1982 και συγκεκριμένα το καλλιέργησε είτε ο ίδιος είτε το μίσθωσε στον πατέρα της εναγομένης. Ειδικότερα επειδή ο πατέρας των εναγουσών Σ. Π. κατοικούσε στις ΗΠΑ μονίμως και επισκεπτόταν τη ..., όπου βρίσκεται το ακίνητο τα καλοκαίρια, το ακίνητο δεν χρησιμοποιούταν άμεσα από αυτόν, Ο Θ.

Η., αφότου απέκτησε οικόπεδο απέναντι από το επίδικο, ανήγειρε σ’ αυτό κατοικία και εγκαταστάθηκε στη ..., εισήλθε στο επίδικο με την ανοχή του Σ. Π., το καθάρισε, κατασκεύασε σε αυτό μικρά πρόχειρα κτίσματα για τις κότες και τα ερίφιά του, έδενε το άλογό του, φύτεψε δένδρα, και έβαζε ποτιστικά....... Εν όψει του κινδύνου ο Θ.

Η., λόγω της μακροχρόνιας παρουσίας του στο ακίνητο, να προβάλει δικαιώματα κυριότητας επικαλούμενος έκτακτη χρησικτησία, ο Σ. Π., στις 21-3-1980, ενώπιον δύο μαρτύρων, ως κύριος του ακινήτου, κατήρτισε έγγραφη μίσθωσε με τον Θ. Η. με την οποία εκμίσθωσε, για μία διετία (21-8-1980 έως 21-8-1982), στον τελευταίο ένα ποτιστικό κτήμα κείμενο στη θέση ..., εμβαδού 2 στρεμμάτων που συνορεύει γύρω με τους Δ.

Ζ., Ι. Π., Ν. Π., Σ. και Ι. Ε.. Τις υπογραφές των συμβαλλομένων και των μαρτύρων θεώρησε ο Πρόεδρος της Κοινότητας, Τη μίσθωση αυτή ανανέωσε στις 21-8-1982 με τον ίδιο τρόπο. Κατάρτισε νέο γραπτό συμφωνητικό ενώπιον των ιδίων μαρτύρων και ο Πρόεδρος της Κοινότητας θεώρησε το γνήσιο των υπογραφών. Ακολούθως η Ά. Π., η οποία κατοικούσε μόνιμα στη ..., στις 10-9-1981 επέτρεψε στον Κ.

Γ., ο οποίος απεβίωσε στις 8-5-1984, από τις 10-9-1981 μέχρι 10-9-1986 να καλλιεργεί, να φυτεύει φυτά για λογαριασμό του, το ίδιο αυτό κτήμα. Η άδεια αυτή της Ά. Π. δεν αναιρεί την μισθωτική σύμβαση που είχε καταρτιστεί ήδη από τον Σ. Π. και τον Θ. Η., με τον οποίο ο τελευταίος ήταν φίλοι και αλληλοβοηθούνταν. Ο Θ. Η. και μετά τη λήξη των μισθώσεων αυτών εξακολουθούσε να παραμένει στο ακίνητο χωρίς γραπτή σύμβαση και χωρίς να εκδηλώσει διάνοια κυρίου επί του ακινήτου.

Ο Σ. Π. απεβίωσε στις ΗΠΑ, στις 26-11-1982 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Ά. κατά 4/16, και από κάθε μία από τις τρεις πρώτες των εναγομένων κατά 4/16. Οι ενάγουσες-εναγόμενες και ήδη εφεσίβλητες με την 2371/12-12-2000 πράξη αποδοχής κληρονομιών του συμβολαιογράφου Βόλου Α. Δ., που μετεγράφη, απεδέχθησαν την κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 26-11-1982 πατρός τους Σ.

Π. και της μεταποβιωσάσης, στις 18-1-1999, μητέρας τους - Ά. Π. και κάθε μία από τις τρεις πρώτες κληρονόμησε τα 4/16 συν 1/4 των 4/16 δηλ. 5/16 του ακινήτου και η τέταρτη των εναγομένων (θυγατέρα από προηγούμενο γάμο της Ά. Π.) το 1/6 αυτού. Μετά το θάνατο και της Ά. Π. (18-1-1999 ο Θ. Η., πατέρας της εκκαλούσας, με το υπ’ αριθ. .../2000 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Βόλου Μ.

Κ., με μετεγράφη νόμιμα, μεταβίβασε σ’ αυτήν το ως άνω οικόπεδο. Στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται ότι ο μεταβιβάζων είναι κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία........ Όμως ο Θ. Η. δεν είχε αποκτήσει κυριότητα στο επίδικο διότι από το 1968, οπότε εισήλθε σε αυτό δεν εξουσίαζε αυτό με διάνοια κυρίου, όπως προκύπτει σαφώς από τα προαναφερθέντα ιδιωτικά συμφωνητικά.

Έτσι το 1988 δεν είχε συμπληρώσει εικοσαετή νομή στο ακίνητο. Αλλά και από το 1985 μέχρι τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου γονικής παροχής δεν είχε συμπληρώσει εικοσαετή νομή στο ακίνητο. Επομένως δεν είχε δικαίωμα κυριότητας για να το μεταβιβάσει στην εκκαλούσα θυγατέρα του. Η τελευταία από την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου γονικής παροχής (27-7-2000), παρά το ότι δεν απέκτησε κυριότητα στο επίδικο, αφού ο δικαιοπάροχός της δεν είχε κυριότητα στο επίδικο, αφού ο δικαιοπάροχός της δεν είχε κυριότητα, μηδέ νομή επί του επιδίκου ακινήτου, νέμεται το ακίνητο και αρνείται να το αποδώσει κατά νομή και κυριότητα στις ενάγουσες ήδη εφεσίβλητες.

Σημειώνεται ότι ο Θ. Η. με την υπ’ αριθ. 908/28-9-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας κηρύχθηκε ένοχος απάτης και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα έξι (16) μηνών.

Εν προκειμένω η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με τις προτάσεις στον πρώτο βαθμό προέβαλε την ένσταση πλαστότητας των υπογραφών μονό των δυο συμβαλλομένων στα απο 21-8-1980 και από 21-8- 1982 μισθωτήρια συμφωνητικά. Την ένσταση αυτή επαναφέρει με λόγο έφεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της είχε παραστεί στον πρώτο βαθμό μετά της εκκαλούσας και η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένα πρόσωπα δηλ.

στην πρώτη των εναγουσών Β. Μ. και στον σύζυγο της Γ. Μ., ένα εκ των δύο μαρτύρων που προσυπογράφουν τα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά. Προς απόδειξη της πλαστότητας η εναγομένη προσκομίζει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα 1. της υπογραφής του Σ. Π. .............. 2. όσον αφορά την πλαστότητα της υπογραφής του Θ.

Η. προσκομίζει .............Δεν αναφέρει μάρτυρες αλλά ζητά την διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Η ένσταση αυτή προτείνεται παραδεκτά. Όμως κατά την κρίση του Δικαστηρίου α) δεν υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες πλαστογραφίας των ως άνω συμφωνητικών. Φέρουν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής από τον Πρόεδρο της Κοινότητας ...ς (αρθρ. 14 Ν. 1599/1986) Ε.

Χ. και επίσης την υπογραφή δύο μαρτύρων. Ούτε η υπογραφή του Προέδρου της Κοινότητας ούτε του μάρτυρα Ε. αλλά ούτε του δεύτερου μάρτυρα, που καταγγέλλεται ως ένας εκ των πλαστογράφων της υπογραφή των συμβαλλομένων, δεν προσβάλλεται επί πλαστογραφία. Ο μάρτυρας των εναγουσών Α. Σ., εξεταζόμενος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επιβεβαιώνει την συμφωνία, που έγινε στο μαγαζί του, και την υπογραφή των συμφωνητικών στην Κοινότητα.

Επομένως η ένσταση πλαστογραφίας και το σχετικό αίτημα περί διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης πρέπει να απορριφθούν". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη, που συνεκδίκασε αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, με αντίθετη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, διεκδικητική κυριότητας, θεμελιούμενες η μεν πρώτη στον παράγωγο τρόπο, γονική παροχή, καταρτισθείσα με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νομοτύπως, αλλά και στον πρωτότυπο, έκτακτη χρησικτησία, η δε δεύτερη στον παράγωγο (κληρονομική διαδοχή), απέρριψε κατ’ ουσίαν την αγωγή της αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά ένα μέρος και ακολούθως δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της τελευταίας κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε απορρίψει κατ’ ουσίαν την αγωγή της αναιρεσείουσας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη συνδρομής των αναγκαίων περιστατικών, στα οποία θεμελιωνόταν η απόκτηση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας στο επίδικο ακίνητο, που αμφισβητήθηκε από τις εναγόμενες και συνακόλουθα της μη κτήσης της κυριότητας από την ίδια με τον επικαλούμενο στην αγωγή της παράγωγο τρόπο, διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο, ο τελευταίος δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου πρωτοτύπως, με έκτακτη χρησικτησία, καθ’ όσον ουδέποτε νεμήθηκε με διάνοια κυρίου τούτο, αλλά ήταν απλός κάτοχος αυτού με την ιδιότητα είτε του χρησάμενου είτε του μισθωτού και συνεπώς δεν ήταν κύριος αυτού κατά τη μεταβίβαση της κυριότητάς του στην ενάγουσα, με αιτία τη γονική παροχή, η οποία για το λόγο αυτό και δεν απέκτησε την κυριότητα.

Δέχθηκε ακόμα το Εφετείο ότι και αν ακόμα γίνει δεκτό ότι από το έτος 1985, που έληξε ο συμβατικός χρόνος της μίσθωσης του επιδίκου ακινήτου και έκτοτε ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας νεμήθηκε πλέον για λογαριασμό του τούτο, μέχρι τη μεταβίβαση της κυριότητας αυτού με αιτία τη γονική παροχή στην τελευταία, το έτος 2000, δεν είχε συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία δηλαδή εικοσαετής νομή.

Επίσης με επαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί πλαστότητας των μισθωτηρίων συμφωνητικών. Επομένως το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, που εφάρμοσε, εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα είναι αβάσιμα. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον ίδιο λόγο, είναι απαράδεκτες καθ’ όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον επειδή αφορούν σε ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, σε σχέση με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου και την άσκηση της νομής του από το δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, και όχι από το δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, καθώς και σε απλά επιχειρήματα της τελευταίας προς στήριξη των απόψεών της ότι ο δικαιοπάροχός της είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασης του δικαιώματος αυτού στην ίδια με αιτία την γονική παροχή ως νεμηθείς τούτο με διάνοια κυρίου από το έτος 1968 που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, κατά μεν την παρ 1 του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ.: "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου: "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης προς διαπίστωση της γνησιότητας των υπογραφών των δικαιοπαρόχων των διαδίκων στα παραπάνω μισθωτήρια συμφωνητικά, είναι απαράδεκτος, αφού δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι για να γίνει αντιληπτό το ζήτημα αυτό, απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης και ως εκ τούτου ουδείς λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

δημιουργείται από την απόρριψη του αιτήματος αυτού. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ’ αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Περαιτέρω, οι προβλεπόμενες από το άρθρο 390 του Κ.Πολ.Δ .γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα, καλύπτει και αυτές (Ολ ΑΠ 8/2005).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά ένα μέρος, η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων την από 20-8-2002 πραγματογνωμοσύνη, που συνέταξε κατ’ εντολή της αναιρεσείουσας ο γεωπόνος Ν.

Ρ., την οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας αγωγικού του ισχυρισμού της ότι είναι κυρία του επιδίκου ακινήτου και ότι απέκτησε το δικαίωμα αυτό παραγώγως με ειδική διαδοχή και αιτία τη γονική παροχή, από τον προηγούμενο κύριο αυτού, δικαιοπάροχο πατέρα της, που είχε αποκτήσει την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν, οι διάδικοι δεν καταλείπεται αμφιβολία, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της απόφασης αυτής, για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, παρά το γεγονός ότι δεν το μνημονεύει ειδικώς και δεν το αξιολογεί χωριστά.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Παρεκτός του ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Ειδικότερα αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα αν και διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης.

Αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ’ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1, α και β Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου, διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης.

Προκειμένου ειδικότερα περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται για το ορισμένο αυτής και ακριβής περιγραφή του επιδίκου ακινήτου δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, τόσον λεπτομερής ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία προς την ταυτότητά του.

Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο σχετικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου ακινήτου η ακριβής έκταση αυτού και ο καθ’ όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες, των ομόρων ακινήτων, εφόσον και χωρίς τα στοιχεία αυτά δε δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ένδικης αυτής αγωγής, των ήδη αναιρεσιβλήτων, το οποίο, ως διαδικαστικό έγγραφο, εκτιμάται κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, το επίδικο ακίνητο προσδιορίζεται επαρκώς κατά θέση, έκταση, πλευρικές διαστάσεις, εμβαδόν και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφισβήτηση ως προς την ταυτότητά του, και δε στερήθηκε έτσι της δυνατότητας η εναγομένη να αντιτάξει άμυνα.

Συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας που έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του ορισμένη την αγωγή των τελευταίων και απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ποσοτικής αοριστίας αυτής, από τη μη ακριβή περιγραφή του επιδίκου, τον οποίο είχε παραδεκτώς προβάλλει πρωτοδίκως, ως εναγομένη προς απόκρουση αυτής και επανέφερε στη δευτεροβάθμια δίκη, ως εκκαλούσα με λόγο έφεσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγο αοριστίας την αγωγή και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο κατ’ εκτίμηση αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική αυτή πλημμέλεια είναι αβάσιμος.

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά ελλείψεις, αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ως προς την ταυτότητα του επιδίκου και σε απλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς στήριξη των απόψεών της ότι ο δικαιοπάροχός της ήταν κύριος του επιδίκου.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ως προς την απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της αγωγής, είναι απαράδεκτος διότι πράγματι πλήττει την απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ., που είναι διάταξη δικονομικού δικαίου και όχι ουσιαστικού και δεν ελέγχεται αναιρετικά η προβαλλομένη πλημμέλεια από τον επικαλούμενο λόγο.

Ο τέταρτος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, καθ’ όσον εκτός από την αριθμητική επίκληση των παραπάνω διατάξεων δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κανένα στοιχείο από εκείνα που ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση των αντίστοιχων αναιρετικών πλημμελειών.

Ειδικότερα σε σχέση με την προβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 8 δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο "τα πράγματα" που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο και σε σχέση με την προβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 10 δεν προσδιορίζονται ποια πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δέχθηκε ως αληθινά το δικαστήριο της ουσίας χωρίς απόδειξη.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης, αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας .

Ως πράγματα νοούνται και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται, κατ’ εκτίμηση, στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων για την αναγνώρισή τους ως συγκυρίων του επιδίκου ακινήτου, επειδή κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής τους (2003) είχε συμπληρωθεί εικοσαετία από την προσβολή του επικαλούμενου δικαιώματός τους δηλαδή την κατάληψη τούτου από το δικαιοπάροχο πατέρα της, το έτος 1968, τον οποίο (ισχυρισμό) είχε πρωτοδίκως με τις προτάσεις της προβάλλει ως εναγομένη, αμυνόμενη κατά της αγωγής των τελευταίων και επανέφερε με λόγο έφεσης άλλως με ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε αυτόν.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ’ όσον όπως προκύπτει από τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δεχόμενο ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας, πατέρας της, ουδέποτε νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου και ειδικότερα από το έτος 1968, αλλά κατείχε τούτο αρχικά στα πλαίσια παραχώρησης της χρήσης του χωρίς αντάλλαγμα από το δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων και μεταγενέστερα στα πλαίσια μισθωτικών συμβάσεων, που καταρτίσθηκαν εγγράφως μεταξύ του τελευταίου, ως εκμισθωτή και του πατέρα της αναιρεσείουσας ως μισθωτή, και ότι η προσβολή της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων έγινε το 2000 με τη μεταβίβαση του επιδίκου στην τελευταία και την άρνησή της να τους το αποδώσει, έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό, περί παραγραφής, και τον απέρριψε εκ του πράγματος με επαρκείς αιτιολογίες.

Παρεκτός του ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον υπό την επίκληση της προαναφερόμενης αναιρετικής πλημμέλειας (από τον αρ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) πλήττεται μέσω πραγματικών επιχειρημάτων, αντίθετων προς τις παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, καθώς και αιτιάσεων αναγομένων στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων.

αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 178, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-3-2015 αίτηση της Α. Η., περί αναιρέσεως της 513/2014 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ