Legislator Case Law & Legislation
64/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident insurance liability judgment regarding driver negligence.

Case Number 64/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two drivers against a lower court judgment regarding liability for a traffic accident. The appellants argued the court failed to consider evidence and misapplied traffic laws concerning the pedestrian's crossing and the lead driver's actions. The court rejected these claims, ruling that the established facts regarding the lead driver's failure to slow down and the pedestrian's premature crossing justified the original judgment's allocation of fault.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 579 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if filed after the hearing concludes and the substantive arguments fail to demonstrate a violation of the law or a misapplication of proven facts regarding traffic liability.

Keywords

AI generated
traffic accident liability appeal admissibility fault allocation Code of Civil Procedure insurance dispute driver negligence pedestrian crossing

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 11, item 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 579, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 64 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 64/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Μ. του Ι., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-9-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. χας Σ. Μ., το γένος Σ. Μ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Ε. Μ. του Σ. και Α. Μ. του Σ., 2) Γ. Μ. του Γ., 3) Ε. συζ. Γ. Μ., κατοίκων ... και 4) Α. Μ. του Γ., συζ. Ε. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Φράγκου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Ε. Μ. του Σ., της οποίας ασκούσε τη γονική μέριμνα η μητέρα της Β. χα Σ. Μ. (1η ως άνω), ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από την ίδια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Γ. Μ. του Γ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2001/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3317/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-8-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 11-8-2017 (αρ. κατ. 5994/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3317/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφώς και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων.

Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι' αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008), ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι συνυπαίτιος κατά ποσόστό 50% για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος το οποίο είχε ως επακόλουθο τον θάνατο του πεζού Σ.

Μ. είναι ο πρώτος αναιρεσείων, οδηγός του ασφαλισμένου στην δεύτερη αναιρεσείουσα με αριθμό κυκλοφ. ...24 ΔΧ αυτοκινήτου, δεχόμενο τους συναφείς λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων - στενών συγγενών του θανόντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που έκρινε αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε, αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα προς απόδειξη ότι το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια του θανόντος πεζού.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη με αριθμό 1436/26.06.2015 μη τελεσίδικη ακόμη, απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, με την οποία ο πρώτος αναιρεσείων κηρύχθηκε κατά πλειοψηφία αθώος για την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με σύμφωνη Εισαγγελική πρόταση, καθώς κρίθηκε ότι το ένδικο ατύχημα, οφειλόταν στην αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος, αλλά και μία σειρά από αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα:

α) τις περιεχόμενες στα πρακτικά της καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ποινικό δικαστήριο, β) τις με ημεροχρονολογία 23 και 24/11/2011, αντίστοιχα, προανακριτικές καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων, N. P., Α. Φ. και Π. Μ., γ) την από 20.08.2012 έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του, διορισθέντος από το Τμήμα Τροχαίας …, πραγματογνώμονος, Ν.

Μ., δ) την, από 19.06.2015 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από την δεύτερη αναιρεσείουσα Μηχανολόγου - Μηχανικού, Π. Κ. και τέλος ε) την περιεχόμενη στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης κατάθεση του αδελφού του θανόντος Γ. Μ.. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο που δίκασε, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασής του, μετά από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού δέχθηκε τα εξής: "Στις 23/11/2011 και περί ώρα 11.35' ο πρώτος εναγόμενος Π.

Μ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...24 ΔΧ τουριστικό λεωφορείο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Α.Α.Ε", εκινείτο στο 11ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού ... με κατεύθυνση προς Κ….. με ταχύτητα 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, υπερβαίνοντας το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, στο σημείο εκείνο της οδού λόγω κατοικημένης περιοχής.

Όταν ο πιο πάνω οδηγός αντιλήφθηκε σε απόσταση περίπου 100 μέτρων έμπροσθεν αυτού τον πεζό Σ. Μ., να επιχειρεί να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα στη συμβολή της οδού Δ….. με την Εθνική Οδό ..., από αριστερά προς τα δεξιά, ως προς την κατεύθυνση του λεωφορείου, αυτός παρατήρησε ότι ο πεζός διέκοψε την πορεία του στη διπλή διαχωριστική γραμμή.

Όμως παρά το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός είχε αναμφισβήτητα πλήρη οπτική επαφή με τον πεζό σε τέτοιο βαθμό, που αυτός αντιλήφθηκε το στιγμιαίο δισταγμό του να συνεχίσει την πορεία του, διασχίζοντας και τη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο το λεωφορείο, αυτός δεν ξεκίνησε την διαδικασία άμεσης τροχοπέδησης, όπως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες συνθήκες, ώστε να μπορέσει να παραχωρήσει ακινδύνως προτεραιότητα σε ενδεχόμενη κίνηση του πεζού εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του.

Ωστόσο, όταν το λεωφορείο έφτασε σε απόσταση 20 μέτρων από τον πεζό, ο οποίος τότε πραγματοποίησε κάποια βήματα εμπρός και πίσω στη διαχωριστική γραμμή, λόγω της συγχύσεώς του, βήματα τα οποία είχε αντιληφθεί ο οδηγός χωρίς να τροχοπεδήσει άμεσα το λεωφορείο του ή εν όψει των κινήσεων αυτών του πεζού ακόμη και να το ακινητοποιήσει για να τον προστατέψει από ενδεχόμενο ατύχημα, τελικά ο πεζός άρχισε να κινείται με απότομο βηματισμό στο ρεύμα κυκλοφορίας του λεωφορείου με αποτέλεσμα, λόγω της καθυστερημένης αποφευκτικής αντίδρασης του οδηγού του, σε συνδυασμό με την αρχικά αυξημένη ταχύτητα των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, την οποία είχε αναπτύξει το λεωφορείο, όταν για πρώτη φορά ο οδηγός του αντιλήφθηκε τον Σ.

Μ., να συγκρουσθεί με την αριστερή εμπρόσθια πλευρά του με τον πεζό, που είχε εισέλθει πλέον στο ρεύμα πορείας του. Αποτέλεσμα της πιο πάνω σύγκρουσης ήταν να χτυπηθεί ο πεζός στη μέση, να πέσει στο οδόστρωμα και να συνθλιβεί το σώμα του από τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του λεωφορείου, υφιστάμενος θανατηφόρες κακώσεις και ειδικότερα διατομή του αορτικού τόξου, διατομή της σπονδυλικής στήλης, αιμοθώρακας, αιμοπεριτόναιο και πολλαπλές ρήξεις οργάνων.

Υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος κατά ποσοστό 50% είναι ο οδηγός του λεωφορείου και πρώτος εναγόμενος, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, μη έχοντας τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος.

Αυτός δεν ρύθμισε την ταχύτητά του σύμφωνα με τις επικρατούσες συνθήκες στο οδόστρωμα, δηλαδή την ύπαρξη πεζού, που είχε πρόθεση να το διασχίσει από σημείο, όπου δεν υπήρχαν πλησίον φωτεινοί σηματοδότες ή διάβαση πεζών. Ειδικότερα, όταν ο οδηγός του λεωφορείου αντιλήφθηκε την προσπάθεια του πεζού να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα δεν πραγματοποίησε τροχοπέδηση, όπως είχε υποχρέωση, ως μέσος συνετός οδηγός, αλλά τροχοπέδησε το όχημά του καθυστερημένα σε απόσταση 20 μέτρων από τον πεζό, μη έχοντας όμως τον απαιτούμενο χρόνο να αποφύγει την παράσυρσή του.

Εάν αυτός εκινείτο με τη νομίμως προβλεπόμενη ταχύτητα των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα κατά το χρόνο, που αντιλήφθηκε τον πεζό, σε απόσταση 100 μέτρων από αυτόν, στην περίπτωση αυτή το λεωφορείο σύμφωνα με τον αποδεκτό επιστημονικά χρόνο οδηγικής αντίδρασης του ενός δευτερολέπτου και συντελεστή τριβής 0,70 θα είχε ακινητοποιηθεί δώδεκα (12) μέτρα από το σώμα του πεζού (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2 και 20 παρ. 1 του ΚΟΚ).

Συνυπαίτιος όμως στο θανάσιμο τραυματισμό του κατά ποσοστό 50% είναι και ο πεζός Σ. Μ., ο οποίος παρά το γεγονός ότι είχε καθαρή οπτική επαφή με το ερχόμενο λεωφορείο επιχείρησε να διασχίσει το ρεύμα κυκλοφορίας, όπου αυτό εκινείτο, ενώ είχε τη δυνατότητα να περιμένει στη διαχωριστική γραμμή τη διέλευση του λεωφορείου και στη συνέχεια να διασχίσει το ρεύμα κυκλοφορίας χωρίς κίνδυνο (άρθρο 38 αριθ. 4 περ.

ε' του ΚΟΚ). Η υποστηριζόμενη από τους εναγομένους εκδοχή, ότι ο θανών θέλοντας να αυτοκτονήσει ξάπλωσε ελάχιστα μέτρα πριν από τη διέλευση του λεωφορείου στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα το τελευταίο να τον "πατήσει" με τον αριστερό τροχό του δεν αποδείχθηκε, εφόσον δεν προέκυψε ότι ο θανών μέχρι την ημέρα του θανάτου του αντιμετώπιζε οικονομικά ή ψυχολογικά προβλήματα και συνεπώς δεν είχε λόγο να αυτοκτονήσει.

Από τις φωτογραφίες της Τροχαίας που λήφθηκαν στον τόπο του ατυχήματος, προκύπτει ότι ο αριστερός δείκτης κατεύθυνσης του λεωφορείου (φλας) βρίσκεται σε ύψος 0,92 μέτρων από το οδόστρωμα, ότι το διάκενο μεταξύ οδοστρώματος και εμπρόσθιου προφυλακτήρα του λεωφορείου είναι 0,48 μέτρα και τέλος η διάμετρος του σώματος του θανόντος ήταν 0,40 μέτρα περίπου.

Από τα προαναφερθέντα αριθμητικά στοιχεία και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής προκύπτει ότι, εάν ο θανών ήταν ξαπλωμένος κατά την πρόσκρουση του σώματός του, επιθυμώντας να αυτοκτονήσει, τότε δεν θα είχε θραυσθεί ο αριστερός δείκτης κατεύθυνσης (φλας) του λεωφορείου, αφού η διάμετρος του σώματός του είναι πολύ μικρότερη από το ύψος του αριστερού δείκτη κατεύθυνσης (φλας).

Η εκκαλούμενη όμως απόφαση που έκρινε διαφορετικά για την πιο πάνω αιτία εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως εν μέρει βάσιμα υποστηρίζουν με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους οι εκκαλούντες...". Στην προκειμένη περίπτωση από την διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση προκύπτει, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση του προκείμενου λόγου αναιρέσεως ζήτημα, έλαβε υπόψη του "τη χωρίς όρκο κατάθεση του πρώτου εναγομένου, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνδριάσεως του ίδιου δικαστηρίου, την υπ' αριθμ.

…96/11-12-2013 ένορκη κατάθεση ενώπιον της Ειρηνοδίκου..., τις φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, καθώς και από τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια". Δεν καταλείπεται συνεπώς αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης έλαβε υπόψη του, εκτός από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα παραπάνω φερόμενα, ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί νόμιμα, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας τα οποία συνεκτίμησε ως δικαστικά τεκμήρια (άρθρ. 395 ΚΠολΔ).

Επίσης, από την επισκόπιση των προτάσεων που οι αναιρεσείοντες ως εφεσίβλητοι κατέθεσαν στο εφετείο, προκύπτει ότι αυτοί πράγματι είχαν επικαλεστεί νόμιμα όλα τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μνημονεύει ειδικά, ούτε αξιολογεί χωριστά, εφόσον άλλωστε, δεν είχε ειδική προς τούτο υποχρέωση, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη.

Όμως, παρά την απουσία ειδικής αναφοράς στα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα τα οποία συνεκτίμησε μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις.

Μάλιστα, έχει περιλάβει ειδική αιτιολογία σχετικά α) με την παράλειψη του πρώτου αναιρεσείοντα να αρχίσει να μειώνει σταδιακά ταχύτητα του οδηγούμενου απ' αυτόν λεωφορείου ή και να διακόψει κάποια στιγμή την πορεία του οχήματός του, όταν από απόσταση 100 μέτρων είχε αντιληφθεί τον πεζό που βρισκόταν στη διαχωριστική γραμμή, να διστάζει να διασχίσει το οδόστρωμα β) ότι, το λεωφορείο προσέκρουσε στον πεζό ενώ εκείνος βρισκόταν σε όρθια θέση και συγκεκριμένα αναφέρει "εάν ο θανών ήταν ξαπλωμένος κατά την πρόσκρουση του σώματός του, επιθυμώντας να αυτοκτονήσει, τότε δεν θα είχε θραυσθεί ο αριστερός δείκτης κατεύθυνσης (φλας) του λεωφορείου, αφού η διάμετρος του σώματός του είναι πολύ μικρότερη από το ύψος του αριστερού δείκτη κατεύθυνσης (φλας)", καθώς "από τις φωτογραφίες της Τροχαίας που λήφθηκαν στον τόπο του ατυχήματος, προκύπτει ότι ο αριστερός δείκτης κατεύθυνσης του λεωφορείου (φλας) βρίσκεται σε ύψος 0,92 μέτρων από το οδόστρωμα, ότι το διάκενο μεταξύ οδοστρώματος και εμπρόσθιου προφυλακτήρα του λεωφορείου είναι 0,48 μέτρα και τέλος η διάμετρος του σώματος του θανόντος ήταν 0,40 μέτρα περίπου" και τέλος γ) για την ταχύτητα του λεωφορείου, σε 70 χλμ.

την ώρα, αναφέρει "Εάν αυτός εκινείτο με τη νομίμως προβλεπόμενη ταχύτητα των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα κατά το χρόνο, που αντιλήφθηκε τον πεζό, σε απόσταση 100 μέτρων από αυτόν, στην περίπτωση αυτή το λεωφορείο σύμφωνα με τον αποδεκτό επιστημονικά χρόνο οδηγικής αντίδρασης του ενός δευτερολέπτου και συντελεστή τριβής 0,70 θα είχε ακινητοποιηθεί δώδεκα (12) μέτρα από του σώμα του πεζού".

Εξάλλου, ναι μεν η προσβαλλόμενη δεν μνημονεύει ρητά την κατά πλειοψηφία, αθωωτική απόφαση (1436/2015) του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, όμως από την υπό στοιχείο (β') κατά τα άνω παραδοχή της, καθώς και από τις παραδοχές της ότι ο θανών δεν είχε λόγους να αυτοκτονήσει, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη έλαβε υπόψη την ως άνω απόφαση, καίτοι δεν την μνημονεύει ρητά, αφού αντικρούει τις παραδοχές της πλειοψηφούσας γνώμης του Ποινικού Δικαστηρίου περί αυτοκτονίας του θύματος.

Σε κάθε περίπτωση δεν προέκυψε ότι η παραπάνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη και η άποψη των αναιρεσειόντων, ότι εάν το Δικαστήριο εκτιμούσε διαφορετικά τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, θα οδηγούσε την κρίση του σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιταγή της διάταξης του άρθρου 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή, αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, στα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους". Κατά το άρθρ. 19 παρ. 1, "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά την παρ. 2, "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν".

Επίσης, στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ ορίζεται ότι "το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση". Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 559/2004).

Τα επιχειρήματα ωστόσο του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι δεν διευκρινίζεται α) το μέγεθος της ταχύτητας, με την οποία κινείτο το λεωφορείο, όταν ο οδηγός του αντελήφθη τον πεζό να κινείται, εκ νέου, μετά την διακοπή της πορείας του επί της διαχωριστικής διαγραμμίσεως και αν στο μεσοδιάστημα μέχρι να πλησιάσει τον πεζό, συνέχισε αυτό να κινείται με την ίδια ταχύτητα ή μείωσε την ταχύτητά του με άλλο τρόπο πλην της τροχοπεδήσεως, β) σε πόση απόσταση είχε, πλέον, πλησιάσει το λεωφορείο, μόλις, εκδηλώθηκε αυτή η τελική απότομη είσοδος του πεζού εντός του ρεύματος κυκλοφορίας, γ) δεν αναφέρει το σημείο, από το οποίο, κατά την κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, θα έπρεπε να ξεκινήσει η διαδικασία τροχοπεδήσεως, ώστε να επιτευχθεί η ακινητοποίηση του λεωφορείου σε απόσταση 12 μ.

από τον πεζό και δ) δεν εξηγείται η μέθοδος υπολογισμού της ταχύτητας. Οι αιτιάσεις αυτές για ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία είναι πρωτίστως απαράδεκτες και πρέπει ν' απορριφθούν, διότι αφορούν στην πληρέστερη, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ επιχειρείται να πληγεί με αυτές η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον το Εφετείο με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, ως προς την πρόκληση του δυστυχήματος στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρ. 297, 298, 300, 330 περ. β', 914 ΑΚ και των αριθ. 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2 και 20 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη υπαγωγής αυτών στις παραπάνω διατάξεις.

Ειδικότερα, αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος στον οποίο με σαφή αιτιολογία καταλογίσθηκε συγκλίνουσα με τον θανόντα πεζό υπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος σε ποσοστό 50%, δέχεται, ότι το λεωφορείο κινείτο με ταχύτητα 70 χλμ. την ώρα, όταν σε απόσταση 100 μέτρων αντελήφθη τον πεζό να βρίσκεται επί της διαχωριστικής γραμμής, και, μολονότι είχε αντιληφθεί το στιγμιαίο δισταγμό του πεζού να συνεχίσει την πορεία του, διασχίζοντας και τη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο το λεωφορείο, δεν μείωσε την ταχύτητά του τουλάχιστον στο επιτρεπόμενο για την περιοχή όριο των 50 χλμ.

την ώρα, με αποτέλεσμα η απόσταση των 20 μέτρων, στην οποία βρισκόταν όταν ο πεζός παρενεβλήθη στην πορεία του λεωφορείου να μην επαρκεί για να αποφευχθεί με έγκαιρη τροχοπέδηση το θανατηφόρο ατύχημα. Επιπροσθέτως, αιτιολογεί πλήρως την κρίση του με επιστημονικά αποδεκτό υπολογισμό του χρόνου οδηγικής αντίδρασης στην περίπτωση που η ταχύτητα του λεωφορείου δεν υπερέβαινε το 50 χλμ.

την ώρα με την παραδοχή ότι στην περίπτωση αυτή το λεωφορείο θα είχε ακινητοποιηθεί σε απόσταση 12 μέτρων από του σώμα του πεζού. Επομένως, ο 2ος αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Ακολούθως, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με τις ίδιες ως άνω παραδοχές υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι εσφαλμένα υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2 και 20 παρ. 1 του ΚΟΚ του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ.

Ωστόσο με τις παραπάνω παραδοχές, με τις οποίες το Εφετείο οδηγήθηκε στην κρίση ότι η οδηγική συμπεριφορά που επέδειξε ο πρώτος αναιρεσείων οδηγός, από τη στιγμή που αντιλήφθηκε τον πεζό να βρίσκεται επί της διαχωριστικής γραμμής, προτιθέμενος εμφανώς να διασχίσει το ρεύμα στο οποίο κινείτο το λεωφορείο, μέχρι τη στιγμή που συνέβη το ατύχημα, στοιχειοθετεί τις παραβάσεις των ως άνω διατάξεων του ΚΟΚ, οι οποίες, συνδέονται αιτιωδώς με το επελθόν από το ατύχημα θανατηφόρο αποτέλεσμα, κατά το μέρος που με την προσβαλλομένη, ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα του πεζού, που επέλεξε να διασχίσει το οδόστρωμα 20 μέτρα πριν τη διέλευση του λεωφορείου από το σημείο που εκείνος βρισκόταν, αποδίδεται υπαιτιότητα και στον πρώτο αναιρεσίβλητο οδηγό στο μέτρο που εκείνος, μολονότι από απόσταση των 100 μέτρων αντελήφθη τον πεζό, δεν μείωσε την ταχύτητα των 70 km/h με την οποία κινείτο στο επιτρεπόμενο για την περιοχή όριο των 50 km/h, προκειμένου να καταστεί δυνατό να διακόψει χωρίς κίνδυνο την λειτουργία του οχήματός του σε οποιοδήποτε εμπόδιο παρεμβαλλόταν στην πορεία του καταλογίζοντας το ως άνω ποσοστό συνυπαιτιότητας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2 και 20 παρ. 1 του ΚΟΚ, διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για να υπαχθούν στο πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως (3ος) από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Μετά την κατά τα άνω απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, το αίτημα της δεύτερης αναιρεσείουσας, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις, που κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση (26.9.2018), παρίσταται άνευ αντικειμένου, και τούτο ανεξάρτητα από το απαράδεκτο της προβολής τους, αφού το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση και όχι έως την παραμονή αυτής (άρθρ. 579 παρ. 2 ΚπολΔ) (ΑΠ 315/2017), να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 3317/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ