Legislator Case Law & Legislation
68/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court failure to specifically address a crucial criminal judgment document.

Case Number 68/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court of Appeal's decision due to a procedural defect in its reasoning. The appellant argued that the appellate court failed to explicitly address a specific criminal judgment document submitted as evidence, despite acknowledging other documents. The court held that while the general reference to 'criminal case documents' was insufficient, the specific omission of the critical criminal judgment created a legitimate ground for appeal under Article 559(11γ) of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Article 559(11γ) of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the court of first instance fails to specifically address a crucial document submitted by a party, creating uncertainty regarding whether the applicable substantive law was correctly applied.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal grounds evidence evaluation specific document omission substantive law application court reasoning defect criminal judgment evidence

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11γ) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OloM 24/1992
OloM 1/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 68 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 68/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Ελένη Φραγκάκη, Ζαμπέτα Στράτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Β. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τρίγκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-9-2010 και 25-5-2011 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 893/2014 μη οριστική και 3427/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 987/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-5-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλομΑΠ 24/1992, ΟλομΑΠ 1/1999).

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασής του. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης θεμελιώνεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αλλά και όταν, παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα.

Ειδικώς, όταν πρόκειται για απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, το δικάσαν Εφετείο δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει όμως, εν όψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει (ΑΠ 240/2011, ΑΠ 704/2008). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 Ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει καθεαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Κατά το άρθρο 12 § 1 του ΚΟΚ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή. Κατά το άρθρο 19 του ίδιου κώδικα, κατά την §1 ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ενώ κατά την §3 "Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων...".

Κατά δε το άρθρο 4 του ΚΟΚ, η ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (STOP), που τοποθετείται πριν από κόμβο, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία πλησιάζει. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 987/2018 απόφασή του, δικάζον κατ' έφεση αμφοτέρων των διαδίκων (συνεκδίκαση) κατά της εκκαλουμένης 3427/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, τις από 1-9-2010 και 25-5-2011 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της αναίρεσης ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των προσώπων που είχαν εμπλοκή σε αυτό: "...Στην ..., την ...-12-2009, περί ώρα 20.30, η Α.

Π. οδηγούσε το ΙΕΙ-38... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της χρονοεκμισθώτριας (leasing) εταιρείας .... Κινούνταν στην οδό Ν. , που είναι δρόμος μονής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 7 μέτρα, έχοντας στρίψει από Ε. Σ. και κατευθυνόμενη προς Κ.. Είχε ήδη νυχτώσει και επειδή έβρεχε το οδόστρωμα ήταν υγρό. Φωτισμός υπήρχε δημοτικός.

Φτάνοντας στη διασταύρωση της οδού Ν. από τα δεξιά της φοράς της με την οδό Α. Α., και ενώ η ταχύτητά της δεν ήταν μεγαλύτερη από 30 km/h, ο ενάγων, ο οποίος τη στιγμή εκείνη βρισκόταν στο δεξιό πεζοδρόμιο της Ν. , επιχείρησε να περάσει στο άλλο άκρο, στο αριστερό πεζοδρόμιο της οδού, διά μέσου των σταθμευμένων, στο δεξιό άκρο της οδού αυτής, αυτοκινήτων.

Όμως, τη στιγμή ακριβώς εκείνη, το αυτοκίνητο της Π. διερχόταν από μπροστά του στο σημείο αυτό. Έτσι, αυτός βρέθηκε στην πορεία του αυτοκινήτου, που τον χτύπησε, με τον δεξιό του καθρέφτη και το αριστερό χέρι του βρήκε στο δεξί μέρος του παρμπρίζ του αυτοκινήτου, το οποίο (παρμπρίζ) και ράγισε στο πάνω δεξί του μέρος, με αποτέλεσμα ο ενάγων να πέσει στο οδόστρωμα και να τραυματισθεί.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, το ατύχημα και ο, εξ αυτού, τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά του ιδίου (ενάγοντος). Ειδικότερα, ο ενάγων δεν ήλεγξε, επισταμένως, πριν επιχειρήσει να διασχίσει το οδόστρωμα της οδού Ν. , για να περάσει στο άλλο άκρο αυτής, αν μπορεί να το πράξει, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα και να παρεμβληθεί στην πορεία των οχημάτων, που κινούνταν ήδη στην οδό αυτή, αλλά, όλως αιφνιδίως, κατέβηκε από το πεζοδρόμιο και κινήθηκε μέσα από τα σταθμευμένα αυτοκίνητα.

Τονίζεται δε, ότι αυτός ήταν τότε ηλικίας 86 ετών, φορούσε μαύρο κουστούμι, ήταν δε νύχτα και έβρεχε. Αντίθετα, την οδηγό του αυτοκινήτου δεν βαρύνει υπαιτιότητα, καθότι αυτή: α) είχε ρυθμίσει την ταχύτητά της στα κατώτερα δυνατά επίπεδα, ώστε να κινείται αργά και προσεκτικά και συγκεκριμένα όχι μεγαλύτερη από 30 km/h, β) δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει, ότι ο ενάγων, τη στιγμή ακριβώς που αυτή περνούσε από μπροστά του, θα επιχειρούσε, ανέλεγκτα και θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλειά του και τη σωματική του ακεραιότητα, να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο και να παρεμβληθεί στην πορεία της και γ) δεν μπορούσε, τη δεδομένη χρονική στιγμή, να ενεργήσει οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, και εξ αντικειμένου, αφού δεξιά και αριστερά της υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα, αλλά και εξ υποκειμένου, αφού η αιφνίδια κίνηση του ενάγοντος δεν της παρείχε χρονικό περιθώριο για αντίδραση, όση δεξιότητα και αν είχε...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη που είχε δεχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και απέρριψε τις δύο αγωγές του αναιρεσείοντος, με τις οποίες ζητούσε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τον τραυματισμό που υπέστη πεζός κατά το αναφερόμενο σ' αυτήν αυτοκινητικό ατύχημα από αμέλεια της οδηγού του αυτοκινήτου, την ευθύνη του οποίου κάλυπτε ασφαλιστικά η εναγομένη - αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος αναιρεσείοντος στο ατύχημα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας της οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου στην πρόκληση του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, στην οποία υπαιτιότητα και την αιτιώδη συνάφεια αυτής με τον επελθόντα τραυματισμό του αναιρεσείοντος στηρίζεται η αγωγική αξίωση, ανεξάρτητα από την αμέλεια του παθόντος, έτσι ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες δεν εφάρμοσε, για να δικαιολογηθεί η μη εφαρμογή τους.

Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια η πορεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αν αυτό εισήλθε στην οδό Ν. προερχόμενο από την (προέκταση αυτής) οδό Σ. ή έστριψε από την οδό Α. Α. και αν στη διασταύρωση υπήρχε σήμανση, δεδομένου ότι δέχεται ότι το αυτοκίνητο κινείτο με 30 χλμ/ω, ωστόσο αν στη διασταύρωση υπήρχε πινακίδα Ρ-2 (STOP) σημαίνει ότι αυτή δεν σταμάτησε στο STOP.

Περαιτέρω δέχεται ότι φθάνοντας το αυτοκίνητο στη διασταύρωση της οδού Ν. , ο ενάγων πεζός, ο οποίος τη στιγμή εκείνη βρισκόταν στο δεξιό πεζοδρόμιο την οδού Ν. επιχείρησε να περάσει στο άλλο άκρο, στο αριστερό πεζοδρόμιο της οδού. Ωστόσο δεν διευκρινίζει το ακριβές σημείο του ατυχήματος, αν ήταν μέσα στη διασταύρωση, ή πιο μακριά, σε πόση απόσταση κατά μήκος από το αυτοκίνητο, αλλά και κατά πλάτος του οδοστρώματος της οδού, προκειμένου από την απόσταση αυτή να διαπιστωθεί κατ' αντικειμενική κρίση, τη λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο χρόνος αντίδρασης της οδηγού του αυτοκινήτου και αν αυτή έχοντας, όπως είχε υποχρέωση, τεταμένη την προσοχή της, μπορούσε να αντιληφθεί εγκαίρως τον πεζό και αντιδρώντας με την κατάλληλη τροχοπέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό προς τ' αριστερά ή δεξιά ν' αποφύγει την πρόσκρουση του αυτοκινήτου της σ' αυτόν, ενόψει του ότι λόγω του πλάτους που δέχεται ότι είχε το οδόστρωμα (7 μ.), έστω και αν δεξιά και αριστερά υπήρχε σειρά σταθμευμένων αυτοκινήτων, το εναπομένον κενό πλάτος του δρόμου, ανάλογα με το σημείο που βρισκόταν ο πεζός (το οποίο δεν διευκρινίζεται) επέτρεπε αποφευκτικό ελιγμό.

Τέλος, δεν προσδιορίζει το σημείο πτώσης του ενάγοντος - πεζού μετά την παράσυρσή του, ούτε τα σημεία που τραυματίστηκε ο ενάγων και τη σοβαρότητα των τραυμάτων του, καθώς και το σημείο που ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο μετά το ατύχημα, για να διαπιστωθεί η ακριβής ταχύτητα του αυτοκινήτου κατά τη στιγμή της παράσυρσης αυτού, ενόψει και του ότι η παραδοχή του ότι το αυτοκίνητο κινείτο με 30 χλμ/ω αντιφάσκει με την περαιτέρω αποδοχή ότι το αυτοκίνητο χτύπησε με τον δεξιό του καθρέφτη τον πεζό και το αριστερό χέρι του πεζού βρήκε στο δεξί μέρος του παρμπρίζ του αυτοκινήτου και το ράγισε στο πάνω δεξιό μέρος του, αποτέλεσμα που δεν συνάδει κατά τη λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε τόσο μικρή ταχύτητα.

Συνεπώς είναι βάσιμοι ο τρίτος και έβδομος αλληλοσυμπληρούμενοι μεταξύ τους λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, λόγω ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα.

Περαιτέρω, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει τις αγωγές του αναιρεσείοντος ελλείψει υπαιτιότητας της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, όπως αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα "...μεταξύ των οποίων είναι τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίστηκε από τα αρμόδια προανακριτικά όργανα (πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, προανακριτικές καταθέσεις)...".

Από τη βεβαίωση αυτή, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα μνημονευόμενα στον πέμπτο λόγο αναίρεσης υπό στοιχ. 1-6 έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση ενώπιόν του ο αναιρεσείων.

Όμως, ως προς το μνημονευόμενο στο λόγο αναίρεσης υπό στοιχ. 7 έγγραφο (6993/2014 ποινική απόφαση), από το γεγονός ότι το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να μνημονεύει είτε να αντικρούει την 6993/2014 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ... που κατέστη αμετάκλητη, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του ο αναιρεσείων και με την οποία είχε διατυπωθεί διαφορετική κρίση, ως προς την υπαιτιότητα της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Α. - Π.

Π. στο επίδικο ατύχημα, αφού αυτή κηρύχθηκε ένοχη για την εις βάρος του αναιρεσείοντος σωματική βλάβη από αμέλεια και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών, όσο και από το ότι αναφέρει μεταξύ των εγγράφων που έλαβε υπόψη "...τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίστηκε από τα αρμόδια προανακριτικά όργανα..." (αν και επ' αυτής είχε εκδοθεί η εν λόγω απόφαση), δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και το ανωτέρω, κρίσιμο κατά την απόδειξη έγγραφο.

Επομένως είναι βάσιμος και ο προβαλλόμενος εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά την εν λόγω αιτίαση.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του λοιπών διατυπούμενων με την ένδικη αίτηση λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Ακόμη, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων (ΚΠολΔ 495 § 3 περ. Β' δ') και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη που ηττήθηκε στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 987/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ