Legislator Case Law & Legislation
1070/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissible evidence grounds as lower court did not rely primarily on unsubmitted witness depositions.

Case Number 1070/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a traffic accident. The appellant argued that the lower court relied on witness depositions from a criminal trial that were not submitted during the civil proceedings. The court found the appeal unfounded because the lower court's decision was not primarily based on these unsubmitted documents. Consequently, the appeal was rejected, and the costs were assigned to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 562, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the admission of evidence not submitted in the original trial is inadmissible if the lower court did not primarily base its decision on such evidence.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal unsubmitted evidence witness depositions traffic accident liability code of civil procedure inadmissible appeal primary basis of decision

Cited Legislation

AI generated
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1070 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1070/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "……" (πρώην "……"), ως καθολικής διαδόχου μετά από συγχώνευση με απορρόφηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "…. ΑΕ" και ήδη "… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη …..Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 15-2-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Γ. του Δ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2015 αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "…..ΑΕ", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3119/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5433/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-1-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωσή προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 95/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την με αριθμ. 10157/7-9-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Γεώργιου Τραπεζανλίδη, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 28-1-2019 (αριθμ.

καταθέσεως 1016/71/2019) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 16-4-2021, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον αναιρεσίβλητο. Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την ως άνω δικάσιμο, ματαιώθηκε λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων στο πλαίσιο λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 [άρθρ. 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/31-3-2021) και επαναπροσδιορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 3 του ν. 4790/2021.

Κατά συνέπεια, αφού ο ως άνω αναιρεσίβλητος, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης και εφόσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή του, δεδομένου ότι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο έγινε από το γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων κατ' άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ, συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 522/2021, ΑΠ 306/2021).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ., "Οι πεζοί, προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν, δ) σε διαβάσεις που η κυκλοφορία τόσο των πεζών όσο και των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, να μην κατεβαίνουν στο οδόστρωμα πριν λάβουν υπόψη τους την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων τα οποία πλησιάζουν, ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ` αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του ".

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 306/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων σ' αυτό και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''......

Στις 25-10-2013 και περί ώρα 15:45, ο εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ιδίου, κινείτο στην περιοχή Γαλατσίου και συγκεκριμένα στη Λεωφόρο Γαλατσίου, με κατεύθυνση από την οδό Πατησίων προς την Λεωφόρο Βεΐκου. Η Λεωφόρος Γαλατσίου είναι διπλής κατευθύνσεως, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ τα δύο ρεύματα πορείας χωρίζονται μεταξύ τους με νησίδα πλάτους 0,90 εκατοστών, στην οποία υπάρχουν δενδροφυτεύσεις θάμνων.

Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χλμ/ώρα εντός πόλης, ενόψει ότι βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή. Στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 33, της ανωτέρω Λεωφόρου, η Γ. Κ., επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το ρεύμα πορείας προς την Λεωφόρο, από σημείο όπου δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος (βλ.

σχετική έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος) και με το που κατήλθε στην άσφαλτο, κατεβαίνοντας από την διαχωριστική νησίδα, έπεσε σε διερχόμενο όχημα στην αριστερή πλευρά του ρεύματος κυκλοφορίας, που οδηγούσε ο εναγόμενος. Ακολούθως η πεζή ήρθε σε επαφή με την εμπρόσθια επιφάνεια του οχήματος του εναγόμενου, ακολούθως έπεσε στον ανεμοθώρακα του οχήματος (βλ.

σχετ. φωτογραφικό υλικό) και επανήλθε στο οδόστρωμα εκ της προσκρούσεως που υπέστη, εγκλωβισμένη κάτω από τις ρόδες του οχήματος του εναγομένου. Ο οδηγός του οχήματος, υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ατύχημα, είχε μηδαμινό χρόνο να αντιδράσει και να αποφύγει την σύγκρουση, λόγω της αιφνίδιας εμφάνισης της πεζής στο οδόστρωμα, σε απόσταση δύο μέτρων περίπου έμπροσθεν του οχήματός του, προ της προσκρούσεως, ώστε, ούτε έγκαιρη τροχοπέδηση μπορούσε να πραγματοποιήσει, ούτε να εκτελέσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά (δύο ρεύματα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση), χωρίς να προκαλέσει κίνδυνο στους λοιπούς χρήστες της οδού, που κινούνταν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, καθόσον σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, η κυκλοφορία ήταν κανονική (βλ.

έκθεση τροχαίου ατυχήματος).

Συνεπώς η πεζή ήταν αποκλειστικά υπαίτια του θανάσιμου τραυματισμού της, καθόσον παραβίασε την διάταξη του άρθρου 38 παρ 1, 2 και 4 υπό στοιχεία α, δ, ε του Κ.Ο.Κ. (όπως ισχύει και εφαρμόζεται), για τους εξής λόγους: α) επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα από μη διάβαση πεζών, ενώ σε κοντινή απόσταση υπήρχε διάβαση πεζών, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος (βλ.

έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, καθώς και το σχετικό σχεδιάγραμμα), β) υπερπήδησε νησίδα διαχωριστική, ενώ απαγορεύεται να βρίσκεται σε εκείνο το σημείο, γ) δεν έκανε επαρκή έλεγχο για τα διερχόμενα οχήματα, που βρισκόταν στην οδό και δ) δεν έλαβε υπόψη της, την ταχύτητα και την απόσταση των οχημάτων στο οδόστρωμα, ώστε με αυτές, τις ενέργειές της, δεν έλαβε υπόψη, τους κινδύνους που ελλοχεύουν, λαμβάνοντας τις αναγκαίες προφυλάξεις, παρεμποδίζοντας επίσης, με αυτό τον τρόπο και την κυκλοφορία των οχημάτων.

Ο εναγόμενος οδηγός του ως άνω οχήματος, δεν βαρύνεται με καμία συνυπαιτιότητα στο ένδικο ατύχημα, αφενός λόγω της αιφνίδιας εμφάνισης της θανούσης, στο οδόστρωμα, αφετέρου, επειδή βρισκόταν σε κανονική πορεία και ο χρόνος αντίδρασής του ήταν μηδαμινός, με τον τρόπο που η πεζή κατέβηκε από την νησίδα στο οδόστρωμα (αίφνης).

Επιπλέον η θέση του οχήματος του εναγομένου, επί της οδού, ήταν η επιτρεπτή και η ταχύτητα του οχήματός του, εντός των επιτρεπομένων ορίων, δεν μπορούσε δε, να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό, ούτε να πραγματοποιήσει τροχοπέδηση, καθόσον η ακαριαία και αιφνίδια, απρόσμενη και απρόβλεπτη κάθοδος της πεζής από την νησίδα ασφαλείας, επί της οποίας ως την στιγμή εκείνη στεκόταν, με την κάθοδό της στο οδόστρωμα, δεν του έδωσε κανένα περιθώριο αντίδρασης λόγω της ελάχιστης έως μηδαμινής απόστασής της από το όχημα.

Ως εκ των παραπάνω, ο εναγόμενος οδηγός του αυτοκινήτου, μη αναμένοντας την απρόσμενη και απρόβλεπτη κάθοδο της πεζής στο οδόστρωμα και μη μπορώντας να πραγματοποιήσει επαρκή αποφευκτικό ελιγμό και να σταματήσει ακαριαία το όχημά του, παρέσυρε την πεζή. Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, ότι, η πεζή ήταν ανεβασμένη στη νησίδα και ο οδηγός ανέβηκε το έρεισμα της νησίδας και την πάτησε, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμοι, καθόσον ούτε από την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος προκύπτει, ότι το όχημα ανήλθε την νησίδα και χτύπησε την πεζή καθώς, δεν ανευρέθηκαν ίχνη πλάγιας ολίσθησης, θραύσματα γυαλιού και πλαστικών εξαρτημάτων, χαραγές στο οδόστρωμα (βλ.

έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος), σε συνδυασμό με το ότι δεν αναφέρθηκαν, καταστροφές από τυχόν σάρωση του εδάφους και δενδρυλλίων επί της νησίδας, δεν έχει επίσης καταστραφεί το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος του εναγομένου, λόγω του χαμηλού του προφίλ, εκ της κατασκευής του (βλ. σχετ. φωτογραφικό υλικό), ώστε εάν είχε ανέλθει επί της νησίδας, θα υπήρχαν φθορές.

Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, αναφορικά με τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος, ότι δηλαδή το όχημα του εναγομένου, ανήλθε με ορμή στην νησίδα, με την ίδια αμείωτη και ήδη αυξημένη ταχύτητα για την περιοχή, είναι αίολοι και αναπόδεικτοι, καθόσον, θα υπήρχαν ίχνη πλάγιας ολίσθησης, καταστροφή του εμπρός τμήματος του οχήματος του εναγομένου, καθώς και τυχόν καταστροφές ή ίχνη επί της νησίδας και των δενδρυλλίων αυτής (σάρωση του εδάφους).

Άλλωστε, σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Κ. Λ., το εμπλακέν όχημα ήταν στην αριστερή λωρίδα σταματημένο ακριβώς στο κράσπεδο και όχι επάνω στην νησίδα ασφαλείας (βλ. σχετ. από 25/10/2013 προανακριτική ένορκη εξέταση και την ένορκη εξέταση του Κ. Λ.υ ενώπιων του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά την συνεδρίαση της 28/04/2017).

Επιπροσθέτως, η συμπεριφορά του εναγόμενου οδηγού ήταν η συνήθης, καθόσον καθ' όλη την διάρκεια της πορείας του, από την εκκίνηση του οχήματός του, έως του σημείου του ατυχήματος, δεν προέκυψε κάποιο άλλο συμβάν, που να υποδηλώνει την τάση του οδηγού να παρεκκλίνει της πορείας του, σύμφωνα και με την μαρτυρική κατάθεση του Θ.

Ξ., "ότι από τον Πειραιά ως την Καυτατζόγλου, που με άφησε οδηγούσε κανονικά" (βλ. πρακτικά και απόφαση υπ' αριθμ. 14933/2017 του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών).

Συνεπώς, δεν προκύπτει ότι ο εναγόμενος, ανέβηκε στην νησίδα και παρέσυρε την πεζή, καθώς είχε ήδη διανύσει αρκετή απόσταση έως του σημείου που έγινε το ατύχημα, χωρίς να εκδηλώσει συμπεριφορά ακατανόητων και αδικαιολόγητων ελιγμών, προ του ατυχήματος. Επίσης, το όχημα του εναγομένου, είχε ήδη μετακινηθεί προτού έρθει η Τροχαία, προκειμένου να απεγκλωβισθεί η πεζή από περαστικούς, σύμφωνα με την μαρτυρική κατάθεση του Χ.

Ν. (βλ. σχετ. προανακριτική εξέταση μάρτυρα), οι οποίοι το μετακίνησαν με την δεξιά του πλευρά προς το οδόστρωμα, ομοίως ανασύρθηκε και μεταφέρθηκε και το σώμα της θανούσης πλησίον του ερείσματος της νησίδας, σύμφωνα και με την προανακριτική εξέταση της μάρτυρος Κ. Α., η οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι "το αυτοκίνητο το σηκώσανε ώστε να εφάπτεται η δεξιά του πλευρά στο οδόστρωμα", (βλ.

σχετ. προανακριτική εξέταση μάρτυρα), ώστε στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας να εμφαίνεται ότι ο αριστερός πίσω τροχός βρίσκεται ανεβασμένος στην νησίδα (βλ. σχετ. σκαρίφημα Τροχαίας), εκ της ενέργειας αυτής να υπάρχει διαρροή καυσίμου, και όλα τα παραπάνω, προτού φθάσει η Τροχαία ώστε να επιληφθεί του συμβάντος, σύμφωνα επίσης, με την ένορκη μαρτυρική κατάθεση της ίδιας μάρτυρος Κ.

Α., η οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου που συνεδρίασε στις 28/04/2017) ότι, "η ΤΟΤΑ άργησε πολύ να έρθει". Εφόσον καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον εναγόμενο και ο ισχυρισμός του εναγομένου, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της θανούσας, στο θανάσιμο τραυματισμό της, που προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος.

Εν συνεχεία, εφόσον βάσει των ιστορηθέντων, πραγματικών περιστατικών, δεν υπήρξε καμία υπαιτιότητα του εναγομένου στην τέλεση του επιδίκου ατυχήματος, δεν τίθεται θέμα εξετάσεως από το δικαστήριο, του αν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράβασης της διάταξης του Κ.Ο.Κ., περί μη επιτρεπόμενου ορίου αλκοόλης, που βρέθηκε στον εναγόμενο (βάσει των δελτίων μέθης) και του ως άνω επελθόντος θανάσιμου τραυματισμού της πεζής και επομένως δεν τίθεται θέμα εξαιρέσεως της ασφαλιστικής καλύψεως της ενάγουσας, ως προς τον λήπτη της ασφάλισης εναγόμενο, για ζημίες που προκαλούνται, βάσει όρου της μεταξύ τους ασφαλιστικής σύμβασης, όταν τούτος οδηγεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος, απορριπτομένων έτσι των αγωγικών ισχυρισμών της ενάγουσας.

Συνεπώς η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχθηκε ότι συνυπαίτιος στο ατύχημα κατά ποσοστό 70% είναι ο εναγόμενος, και κατ' ακολουθίαν, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, μη ορθά το νόμο εφάρμοσε και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο έφεσης ....''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσίαν την από 28-12-2015 έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την 3119/2015 πρωτόδικη απόφαση, δίκασε επί της ουσίας και απέρριψε ως αβάσιμη την από 29-1-2015 αγωγή της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας και ήδη αναιρεσείουσας.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, για το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα της παθούσης πεζής και ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της και της πρόκλησης του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου οδηγού του ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου.

Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε η θανούσα-πεζή, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή ότι αυτή αιφνιδίως από την διαχωριστική νησίδα στην οποία βρισκόταν επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το ρεύμα πορείας της Λεωφόρου Γαλατσίου, με κατεύθυνση από την οδό Πατησίων προς την Λεωφόρο Βεΐκου, από μη διάβαση πεζών, ενώ σε κοντινή απόσταση υπήρχε διάβαση πεζών, ότι υπερπήδησε την διαχωριστική νησίδα της οδού, ενώ απαγορεύεται να βρίσκεται σε εκείνο το σημείο, ότι δεν ενήργησε επαρκή έλεγχο ως προς τα διερχόμενα οχήματα, που κινούνταν στην οδό με κατεύθυνση από την οδό Πατησίων προς την Λεωφόρο Βεΐκου και ότι δεν έλαβε υπόψη της, την ταχύτητα και την απόσταση των οχημάτων στο οδόστρωμα, με τις ενέργειές της δε αυτές δεν έλαβε υπόψη τους κινδύνους που ελλοχεύουν, λαμβάνοντας τις αναγκαίες προφυλάξεις, με αποτέλεσμα με το που κατήλθε από την διαχωριστική νησίδα στο οδόστρωμα, έπεσε στην εμπρόσθια επιφάνεια του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος στην αριστερή πλευρά του αριστερού ρεύματος κυκλοφορίας της Λεωφόρου Γαλατσίου, στη συνέχεια (η πεζή) έπεσε στον ανεμοθώρακα του οχήματος, επανήλθε στο οδόστρωμα και εγκλωβίστηκε κάτω από τις ρόδες του οχήματος του εναγομένου.

Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, οδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου, για την πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως, διέλαβε: α) ότι αυτός κινείτο κανονικά στο αριστερό ρεύμα πορείας της Λεωφόρου Γαλατσίου, η οποία διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από την οδό Πατησίων προς την Λεωφόρο Βεΐκου, β) ότι η ταχύτητά του ήταν εντός του επιτρεπτού, για κατοικημένη περιοχή, ορίου δηλ.

μικρότερη των 50 χλμ/ώρα, γ) ότι η πεζή κατήλθε αιφνιδίως και ανέλεγκτα στο οδόστρωμα, έτσι ώστε ο εναγόμενος οδηγός είχε μηδενικό χρόνο να αντιδράσει και να αποφύγει τη σύγκρουση, λόγω της αιφνίδιας εμφάνισης της πεζής στο οδόστρωμα, σε απόσταση δύο μέτρων έμπροσθεν του οχήματός του, ώστε δεν είχε το αναγκαίο χρονικό περιθώριο για να αντιδράσει, ενεργώντας τροχοπέδηση του αυτοκινήτου, ούτε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά χωρίς να προκαλέσει κίνδυνο στους λοιπούς χρήστες της οδού, που κινούνταν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, καθόσον η κυκλοφορία ήταν κανονική σε αυτήν.

Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) διατείνεται (ότι) α) δεν προσδιορίζεται επακριβώς η ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο εναγόμενος όταν αντιλήφθηκε την πεζή από απόσταση δύο μέτρων να κατέρχεται, απρόσεκτα, στο οδόστρωμα, μη αρκούσης της αναφοράς ότι η ταχύτητα ήταν εντός των επιτρεπόμενων ορίων, β) δεν αναφέρεται αν και από ποια απόσταση ο εναγόμενος οδηγός είδε την παθούσα να ίσταται στην νησίδα και στην περίπτωση που δεν την είδε για ποιο λόγο δεν την είδε, γ) δεν προσδιορίζεται το ύψος των θάμνων που υπήρχαν στη νησίδα ώστε να κριθεί αν αυτοί θα μπορούσαν να εμποδίσουν την ορατότητα του οδηγού, δ) δεν αναφέρει αν η παθούσα κατέβηκε στο οδόστρωμα αμέσως μόλις διέσχισε το άλλο ρεύμα κυκλοφορίας δηλαδή χωρίς να παραμείνει καθόλου ιστάμενη στη διαχωριστική νησίδα, ώστε να δικαιολογείται το απρόβλεπτο και απρόσμενο της κίνησής της, ε) δεν αναφέρει τη θέση του οδηγούμενου από τον εναγόμενο αυτοκινήτου σε σχέση με την διαχωριστική νησίδα και ειδικότερα δεν προσδιορίζει σε πόση απόσταση από την εν λόγω νησίδα κινείτο το αυτοκίνητο, καθώς και σε ποιο συγκεκριμένο μέρος του εμπρόσθιου τμήματος του αυτοκινήτου προσέκρουσε η θανούσα, ζ) δεν προσδιορίζει αν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Γαλατσίου κινούνταν άλλα οχήματα και η) δεν διευκρινίζει ποια ήταν η τελική θέση του αυτοκινήτου από την οποία το μετακίνησαν, ώστε η δεξιά πλευρά του να είναι στο οδόστρωμα, ούτε αναφέρει που βρισκόταν η αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, ήταν δηλαδή στο οδόστρωμα ή στην διαχωριστική νησίδα.

Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα της θανούσης-πεζής και την έλλειψη συντρέχουσας αμέλειας του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου οδηγού, και συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Πέραν, βεβαίως της ουσιαστικής αβασιμότητας της υπ' αριθμ. η) αιτιάσεως εφόσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της, στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθεται αναλυτικά ότι το όχημα του εναγομένου οδηγού δεν ανέβηκε το έρεισμα της διαχωριστικής νησίδας καθόσον δεν ανευρέθηκαν ίχνη πλάγιας ολίσθησης, θραύσματα γυαλιού και πλαστικών εξαρτημάτων, καθώς χαραγές στο οδόστρωμα, σε συνδυασμό με το ότι δεν αναφέρθηκαν, καταστροφές από τυχόν σάρωση του εδάφους και δενδρυλλίων επί της νησίδας, ενώ δεν έχει καταστραφεί το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος του εναγομένου, λόγω του χαμηλού, εκ της κατασκευής του, προφίλ, ώστε εάν είχε ανέλθει επί της νησίδας, θα υπήρχαν φθορές.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ επικαλούμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφασή του με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και, συνακολούθως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, που αφορά τον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία για την ταυτότητα του νομικού λόγου (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 433/2019, ΑΠ 1193/2018).

Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η επίκληση στην κατ` έφεση δίκη εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, αλλά απαιτείται σε κάθε περίπτωση σαφής και ειδική επίκληση των προσκομιζόμενων εγγράφων είτε με τις προτάσεις της διεξαγόμενης στο Εφετείο συζήτησης είτε με παραπομπή δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένα μέρη των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων.

Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν έγινε νόμιμη επίκληση των προσκομιζομένων από το διάδικο αποδεικτικών μέσων στις προτάσεις του, όμως η οποιαδήποτε σχετική παράλειψή του και η λήψη τελικώς υπόψη αποδεικτικών μέσων, που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν χωρίς νόμιμη επίκληση ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11(α) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από την ήδη αναιρεσείουσα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.

Μάλιστα για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο όχι μόνο να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, αλλά και να εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από την αναιρεσείουσα ή να αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ενδεχομένως δεν μπορούσε να προταθεί (ΑΠ 1646/2018, ΑΠ 165/2016, ΑΠ 967/2012, ΑΠ 1058/2011, ΑΠ 839/2010).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν οι αποδείξεις προσκομίστηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο (ΑΠ 1193/2018), ενώ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε ή δεν στηρίχθηκε κυρίως στο μη νομίμως επικληθέν έγγραφο (ΑΠ 83/2020, ΑΠ 165/2016, ΑΠ 1202/2011, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 1685/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περ. α`του ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο και ειδικότερα έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Θ.

Ξ., Λ. Κ. και Κ. Α., οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά της 14933/2017 αποφάσεως του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπου ο αναιρεσίβλητος ήταν κατηγορούμενος για το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος δεν αναφέρει σ' αυτές ότι προσκομίζει την 14933/2017 απόφαση του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στην οποία περιέχονται οι επικαλούμενες καταθέσεις.

Από τις παραδοχές όμως της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν στήριξε κυρίως την κρίση του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της θανούσας-πεζής στο ένδικο ατύχημα στις ως άνω καταθέσεις, τις οποίες συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Κατά συνέπεια, η αιτίαση αφορά έγγραφα που δεν υπήρξαν ουσιώδη, αφού δεν καθόρισαν το διατακτικό της απόφασης, ώστε να ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το γεγονός ότι λήφθηκαν υπόψη χωρίς προσκόμιση (και επίκληση) από τον αναιρεσίβλητο.

Συνακόλουθα, ο ως άνω λόγος της αίτησης αναιρέσεως, ο οποίος παραδεκτά προτάθηκε, εφόσον πρόκειται για παράβαση, η οποία δεν μπορούσε να προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1646/2018), είναι αβάσιμος. Σε ακολουθία των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

Έξοδα εις βάρος της ηττώμενης αναιρεσείουσας και υπέρ του νικώντος αναιρεσιβλήτου δεν επιδικάζονται, προεχόντως διότι λόγω της ερημοδικίας αυτού δεν υφίσταται το απαιτούμενο προς τούτο αίτημα (άρθρ. 106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-1-2019 (αριθμ. καταθέσεως 1016/71/2019) αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 5433/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ