Supreme Court dismisses appeal in lease dispute where tenants waived right to withhold rent despite breach.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the First Instance Court of Thessaloniki regarding a lease dispute. The tenants, who were absent, had previously waived their right to withhold rent, a right they could not retract unilaterally. The court held that the appellate court correctly found no evidence of the tenants' inaction sufficient to justify withholding rent, thus rejecting the appeal on substantive grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 and 288 of the Civil Code; A tenant's waiver of the right to withhold rent for non-payment is irrevocable, and the appellate court may rely on established facts to reject an appeal challenging the lower court's assessment of the tenant's conduct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 95 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 95/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζέρβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Ν. και 2) Θ. συζ. Γ. Π., κατοίκων ... Θεσσαλονίκης, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7918/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 658/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-5-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 31-5-2018 (αρ. κατ. 143/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 658/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, είχε προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 18, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από τις υπ' αρ. .../1-10-2018 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Α. Κ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με θυροκόλληση, κατά τη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, στον 1ο και στη 2η των αναιρεσιβλήτων, για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, ενώ επίσης, αντίγραφο των εκθέσεων επίδοσης παραδόθηκε στον Προϊστάμενο του ΑΤ ...
με σχετική ταχυδρομική ειδοποίηση (βλ. τις συνημμένες στις εκθέσεις επίδοσης με ίδια ημερομηνία αποδείξεις παράδοσης και παραλαβής εγγράφου από το ΑΤ και βεβαίωση του ταχυδρομικού υπαλλήλου). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα.
Επομένως, αφού οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία αυτών.
Η κρινόμενη από 31-5-2018 (αρ. κατ. 143/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 658/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015) έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι, συγκύριοι κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου του 2ου και του 4ου ορόφου οικοδομής, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, με χρήση ξενοδοχείου, άσκησαν την από 27-3-2013 (αρ.
κατ. 8282/2013) αγωγή, στην οποία ισχυρίστηκαν ότι, μαζί με άλλους συγκυρίους (που δεν είναι διάδικοι σήμερα), εκμίσθωσαν, με το από 1-3-1998 μισθωτήριο συμβόλαιο, στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα - μισθώτρια, το μίσθιο ακίνητο και ζητούσαν, μεταξύ άλλων αιτημάτων, που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα αναιρετική δίκη, (όπως ενδεικτικά, αξίωση αποζημίωσης και αδικαιολόγητου πλουτισμού - άρθρ. 914, 904 επ.
ΑΚ,) να υποχρεωθεί η μισθώτρια να τους καταβάλει, κατά την αναλογία της ιδανικής μερίδος αυτών, το συνολικό ποσό των 11.617,05 ευρώ σε καθένα, ως διαφορές μισθωμάτων μεταξύ του συμφωνημένου και του πράγματι καταβαλλόμενου μισθώματος, για το χρονικό διάστημα από 2-1-2007 έως 1-4-2013. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7918/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή κατά την ανωτέρω αξίωση και επιδικάστηκε σε καθένα ενάγοντα - συνεκμισθωτή το ποσό των 10.556 ευρώ.
Η εναγομένη μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε σε βάρος της πρωτόδικης απόφασης την από 12-5-2014 (αρ. κατ. 3062/2014) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 658/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή, αλλά και κατ' ουσίαν η έφεση και το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε την αγωγή, την οποία δέχτηκε εν μέρει κατά το ποσό των 10.553,00 ευρώ για καθένα ενάγοντα - αναιρεσίβλητο - συνεκμισθωτή.
Ειδικότερα, κατά συνοπτική παράθεση των παραδοχών του, το Εφετείο απέρριψε ως απαραδέκτως προβληθέντα ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τον ισχυρισμό της εκκαλούσας - μισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή υποστήριζε Α) ότι με νεώτερη συμφωνία, που καταρτίστηκε τον Ιούνιο του έτους 2011 προφορικά με όλους τους συνεκμισθωτές, άλλως με την άνω του 50% πλειοψηφία των συνεκμισθωτών και η οποία δέσμευε τη μειοψηφία των συνεκμισθωτών - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων μειώθηκε το συμφωνημένο ποσοστό αναπροσαρμογής του μισθώματος, Β) ότι με βάση τη νεώτερη αυτή συμφωνία η μισθώτρια - αναιρεσείουσα και τότε εκκαλούσα έχει πλέον εξοφλήσει πλήρως τις αξιούμενες διαφορές μισθωμάτων του δεύτερου εξαμήνου του έτους 2011 έως 1-4-2013 και Γ) ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι συνεκμισθωτές, ουδέν ποσό δικαιούνται σε βάρος της κατά την ιδανική τους μερίδα, ενώ επίσης, με επάλληλη αιτιολογία το Εφετείο δέχτηκε ότι, σε κάθε περίπτωση, η ανωτέρω συμφωνία για μείωση με αναπροσαρμογή του μισθώματος με την πλειοψηφία, δεν είναι νόμιμη, διότι δεν αφορούσε νέα μίσθωση, αλλά την σε εξέλιξη αρχική μίσθωση (1-3-1998), που είχε μετατραπεί σε αορίστου διάρκειας.
Επίσης, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης που είχε προβάλει η εκκαλούσα - εναγομένη μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 647, 649 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 3, 238 παρ. 1 εδ. 1 και 2, 256 παρ. 1 στοιχ. δ`, 237 παρ. 1, 3, 269 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων, που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις τυχόν κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 362/2017). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προβλήθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής..., 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 1306/2009, ΑΠ 1641/2009).
Περαιτέρω, το άρθρο 158 ΑΚ ορίζει ότι "...η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος" και το άρθρο 159 του ΑΚ ορίζει ότι "Δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη". Επίσης, το άρθρο 164 του ΑΚ ορίζει ότι "...ο τύπος που ο νόμος ορίζει για τη δικαιοπραξία απαιτείται και για τις τροποποιήσεις της".
Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ προκύπτει ότι, αν συμφωνήθηκε η τήρηση τύπου για δικαιοπραξία, για την οποία δεν απαιτείται η τήρησή του από τον νόμο, οι τροποποιήσεις της εν λόγω δικαιοπραξίας, έστω και αν μεταβάλλουν ουσιώδη όρο της αρχικής ή αν με αυτές διευρύνονται οι υποχρεώσεις των μερών, είναι έγκυρες, έστω και αν γίνουν ατύπως.
Τούτο συμβαίνει, επειδή μπορεί με νεότερη συμφωνία, έστω και σιωπηρή, να τροποποιηθεί η αρχική σύμβαση, καθόσον η νεότερη συμφωνία καταργεί αυτήν περί εγγράφου τροποποίησης της αρχικής συμφωνίας (ΑΠ 776/2018, ΑΠ 1842/2013, ΑΠ 424/2011, ΑΠ 766/2003).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 789 ΑΚ με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών μπορεί να καθορισθεί για το κοινό αντικείμενο ο προσήκων τρόπος τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης. Η πλειοψηφία λαμβάνεται κατά το μέγεθος των μερίδων. Στις εν λόγω πράξεις τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης περιλαμβάνεται και η σύμβαση μίσθωσης του κοινού αντικειμένου, καθώς και κάθε άλλη πράξη, η οποία τείνει στη διατήρηση ή άρση των συνεπειών της μισθώσεως, όπως η παράταση, η ανανέωση - αναμίσθωση ή η τροποποίηση της συμβάσεως μισθώσεως ή καταγγελία αυτής.
Η απόφαση της πλειοψηφίας που λήφθηκε μέσα στα πλαίσια του άρθρου 789 ΑΚ δεν αφορά μόνο τις εσωτερικές σχέσεις των κοινωνών, αλλά ενέχει και εξουσία αντιπροσωπεύσεως και συνακόλουθα είναι έγκυρη και δεσμεύει όλους τους κοινωνούς, δηλαδή και εκείνους που διαφώνησαν και μειοψήφισαν (ΑΠ 665/2008, 1259/2007, 255/2000).
Όπως προαναφέρθηκε, πράξεις τακτικής διοικήσεως και διαχειρίσεως του κοινού πράγματος αποτελούν, μεταξύ άλλων, η εκμίσθωση του πράγματος, η παράταση της διάρκειας λήγουσας ή λήξασας μισθώσεως και η ανανέωση αυτής, ουσιώδες δε στοιχείο κατά νόμο της συμβάσεως μισθώσεως, εκτός από τη χρήση και τη διάρκεια, είναι και ο καθορισμός του μισθώματος.
Επομένως, αποτελεί πράξη τακτικής διοικήσεως και διαχειρίσεως τόσο η αρχική σύναψη της μισθώσεως όσο και η παράταση ή ανανέωση αυτής, που περιλαμβάνει και καθορισμό μισθώματος, ίσου ή μικρότερου ή υψηλότερου, σε σχέση με το προηγουμένως καταβαλλόμενο, που καταρτίζεται εγκύρως στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 789 του Α.Κ.
από την πλειοψηφία των συνεκμισθωτών, όχι μόνο για νέα χρονική διάρκεια της μισθώσεως, αλλά και για το καταβλητέο μίσθωμα (μικρότερο ή υψηλότερο σε σχέση με το προηγουμένως καταβαλλόμενο). Δηλαδή η πράξη διοικήσεως - διαχειρίσεως, για την οποία απαιτείται πλειοψηφία των συνεκμισθωτών, περιλαμβάνει τόσο την νέα διάρκεια της μισθώσεως, όσο και το νέο μίσθωμα.
Επομένως η νέα μίσθωση, με την έννοια της αναμισθώσεως στο πλαίσιο εφαρμογής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρα 436, 361 ΑΚ), εφόσον επιτρεπτώς συνάπτεται από την πλειοψηφία των συνεκμισθωτών, δεσμεύει την μειοψηφία τόσο ως προς την διάρκεια όσο και ως προς το ύψος του μισθώματος και όχι μόνο ως προς το πρώτο, υπό την έννοια ότι η μειοψηφία των μισθωτών δεν θα δικαιούται να αξιώσει για τη μερίδα της το τυχόν αυξημένο μίσθωμα που καταβαλλόταν πριν από την παράταση ή την ανανέωση της μισθώσεως.
Περαιτέρω, το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι διαπλαστικής φύσεως, παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσεως της μισθώσεως, μεταβαλλόμενης ως προς το ύψος του μισθώματος από της ασκήσεως της αγωγής. Όμως, το δικαίωμα τούτο δεν είναι αδιαίρετο κατά την κτήση ή την άσκησή του, αφού μάλιστα η χρηματική παροχή του μισθώματος έχει διαιρετό αντικείμενο.
Συνεπώς, κατά την κρατήσασα στη νομολογία άποψη, σε περίπτωση υπάρξεως περισσότερων εκμισθωτών, καθένας, από αυτούς, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 480 ΑΚ, δικαιούται να ζητήσει την αναπροσαρμογή του μισθώματος, στο ποσοστό που αντιστοιχεί στην ιδανική του μερίδα επί του κοινού μισθίου πράγματος (ΑΠ 1746/2006, 871/2003, αντιθ.
ΑΠ 1020/2003) και σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας για τον καθορισμό του μισθώματος μεταξύ του μισθωτή και της πλειοψηφίας των εκμισθωτών, η τελευταία (πλειοψηφία) δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι εκπροσωπεί και τον εκμισθωτή, που δεν συμμετείχε στη συμφωνία. Τα προαναφερθέντα όμως ισχύουν κατά την εξέλιξη και λειτουργία της συμβάσεως μισθώσεως μέσα στα νόμιμα όρια, που ορίζονται από το π.δ. 34/1995 για τις εμπορικές μισθώσεις αναγκαστικά, και με την προϋπόθεση αναπροσαρμογής στο ίδιο χρονικό διάστημα, που ορίζονται από την ίδια ειδική νομοθεσία, αλλά και τον ΑΚ (288, 388 ΑΚ), και δεν αφορούν την κατάρτιση νέας συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως, με την έννοια και της αναμισθώσεως ή ανανεώσεως, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα, αποτελεί πράξη τακτικής διαχειρίσεως καταρτιζόμενη εγκύρως επί κοινωνίας συνεκμισθωτών από την πλειοψηφία τους, η οποία, όπως προεκτέθηκε, δεσμεύει και τους μειοψηφήσαντες, χωρίς, δηλαδή, η νέα αυτή συμφωνία σε σχέση με τον καθορισμό του μισθώματος για τη λειτουργία και εξέλιξή της στο μέλλον να ενέχει την έννοια της αναπροσαρμογής μεμονωμένα του μισθώματος, που ίσχυε μέχρι τη λήξη της χρονικής διάρκειας της προηγούμενης μίσθωσης.
Τέλος κατά το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 2741/1999 (άρθρ. 5 παρ. 1 π.δ. 34/1995), η εμπορική μίσθωση ισχύει για 12 χρόνια ανεξάρτητα από τη θέληση των συμβληθέντων, η δε συνομολόγηση της εμπορικής μίσθωσης για μικρότερο από το νόμο ή για αόριστο χρόνο, ισχύει από το νόμο για τη νόμιμη διάρκεια των 12 χρόνων, ανεξάρτητα αν οι συμβαλλόμενοι την ήθελαν ή όχι (ΑΠ 1745/2007).
Η επαγγελματική μίσθωση μπορεί να αναμισθωθεί (ανανεωθεί) κατά τη λήξη της, ως νέα όμως επαγγελματική μίσθωση έχει τη διάρκεια που έχει κάθε επαγγελματική μίσθωση, αφού με τη ρύθμιση του πιο πάνω π.δ./τος οι εμπορικές μισθώσεις είναι ορισμένου χρόνου με καθορισμένη διάρκεια. Στο πλαίσιο δε της πιο πάνω καταρτιζομένης ανανεώσεως - αναμισθώσεως οι συμβαλλόμενοι έχουν την ευχέρεια να συμφωνήσουν νέους όρους σε σχέση με τη λήξασα μίσθωση που αφορούν το καταβαλλόμενο μίσθωμα, χωρίς, όπως προαναφέρθηκε, η επί μέρους αυτή συμφωνία για το νέο μίσθωμα της νέας λόγω ανανεώσεως μισθώσεως να αποτελεί αναπροσαρμογή του μισθώματος, που ίσχυε μέχρι τη λήξη της προηγούμενης μίσθωσης (ΑΠ 635/2018, ΑΠ 302/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ΠΔ 34/1995, όπως επίσης, τούτο ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 533 παρ.2 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι: "1. Η μίσθωση ισχύει για δώδεκα (12) έτη ακόμη και, αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο, μπορεί όμως να λυθεί με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας...". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 61 περ. δ' του ίδιου ΠΔ/τος ορίζεται ότι: "...δ. Στις περιπτώσεις που η αγωγή απόδοσης του μισθίου για λήξη της μίσθωσης, που έχει επέλθει... λόγω συμπλήρωσης δωδεκαετίας, ασκηθεί μετά παρέλευση εννέα (9) μηνών από αυτή τη λήξη της μίσθωσης... μετά την άπρακτη πάροδο του εννεαμήνου η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για τέσσερα (4) χρόνια...". (ΑΠ 1620/2017). Τέλος, επί εμπορικής μισθώσεως διεπόμενης από τις διατάξεις του π.δ. 34/95 εφαρμόζονται συμπληρωματικώς οι περί μισθώσεως διατάξεις του Α.Κ., μεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρου 611 Α.Κ. (σιωπηρή αναμίσθωση) που ορίζει, ότι επί μισθώσεως ορισμένου χρόνου, εάν μετά την πάροδο αυτού εξακολουθήσει ο μισθωτής να κάνει χρήση του μισθίου εν γνώσει και χωρίς εναντίωση του εκμισθωτή, η μίσθωση λογίζεται ότι ανανεώνεται για αόριστο χρόνο (ΑΠ 139/2016).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/2008). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 362/2017, ΑΠ 1620/2017, ΑΠ 371/2008).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1681/2018). Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Ακόμα η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά, εκτός άλλων, αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου που εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 150/2015). Επίσης, για να ιδρυθεί ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει η αποδιδόμενη παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις και όχι κανόνες δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ Ολ. 3/1997, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 362/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 577 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για την παραδεκτή προβολή του λόγου αναιρέσεως θα πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον. Υφίσταται έννομο συμφέρον όταν ο προτεινόμενος λόγος μπορεί να οδηγήσει στην εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον όταν η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή ο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού δεν μπορεί να έχει ως έννομη συνέπεια την εξαφάνιση της προσβαλλομένης (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 258/2015, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1960/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό της περί συμφωνίας μείωσης του μισθώματος για τη χρονική περίοδο από 1-6-2011 έως 1-4-2013 με νεώτερη συμφωνία της πλειοψηφίας των εκμισθωτών που δεσμεύει τους αναιρεσιβλήτους - μειοψηφούντες οι οποίοι αβάσιμα αξιώνουν διαφορές μισθωμάτων για την ανωτέρω χρονική περίοδο, τις οποίες έχει πλήρως εξοφλήσει η αναιρεσείουσα, διότι δήθεν ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με καταχώρηση στα πρακτικά, ούτε επαναφέρθηκε το πρώτον παραδεκτά στο Εφετείο, με την επίκληση των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 527 ΚΠολΔ, παρά το νόμο κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, καθόσον, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ο ανωτέρω ισχυρισμός συνιστούσε αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και δεν εμπίπτει στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ.
Επίσης, με τον συναφή 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 361 και 789 ΑΚ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να απορρίψει ως μη νόμιμο, με επάλληλη αιτιολογία, τον ισχυρισμό της ότι η άτυπη συμφωνία, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής - μισθώτριας και της άνω του 50% πλειοψηφίας των συνεκμισθωτών για τη μείωση με αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος είναι μη νόμιμη, διότι δήθεν η συμφωνία αυτή, που δεν αφορούσε νέα μίσθωση, αλλά έγινε στα πλαίσια της αρχικής σύμβασης μίσθωσης, δεν δεσμεύει τους μειοψηφούντες-συνεκμισθωτές-αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δικαιούνται μεμονωμένα να αξιώσουν τις ένδικες διαφορές μισθώματος, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι ανωτέρω ουσιαστικοί κανόνες δικαίου για την πλήρωση του πραγματικού τους, τους οποίους επομένως το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 562 παρ. 1 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω αναιρετικών λόγων προκύπτει ότι το Εφετείο σύμφωνα με τις παραδοχές του και κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/6 ο καθένας τους ενός ακινήτου και συγκεκριμένα του 2ου και 4ου ορόφου οικοδομής, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη και επί της συμβολής των οδών ..., το οποίο εκμισθώθηκε, δυνάμει του από 1.3.1998 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως από τους ίδιους και από τους λοιπούς συγκυρίους - συνεκμισθωτές -μη διαδίκους στην παρούσα δίκη- Χ.
χήρα Γ. Κ., συνιδιοκτήτρια, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του 3ου ορόφου της ως άνω οικοδομής, και την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ..." και το διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στη …, συνιδιοκτήτρια κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου όλων των διηρημένων και αυτοτελών ορόφων της ως άνω οικοδομής πλην της ανώνυμης εταιρίας "...
Α.Ε.", που εδρεύει στη …, η οποία έχει την μειοψηφία των μερίδων του 1ου ορόφου της ίδιας ως άνω οικοδομής και δη το 1/3 εξ αδιαιρέτου αυτού και αρνήθηκε να υπογράψει, προς την εναγομένη ανώνυμη εταιρία, για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών, αρχομένης της μισθώσεως από 2.1.1998 μέχρι και την 1.1.2007, με δικαίωμα παράτασης, για άλλα τρία (3) έτη, δηλαδή μέχρι 1.1.2010, με μονομερή δήλωση της μισθώτριας προς τους εκμισθωτές το αργότερο μέχρι τη συμβατική λήξη της σύμβασης μίσθωσης, έναντι μηνιαίου μισθώματος 2.800.000 δραχμών ή 8.098,33 €, πλέον τελών χαρτοσήμου, για το 1ο και 2ο έτος της μίσθωσης, ήτοι μέχρι 1.1.2000, του μισθώματος έκτοτε αναπροσαρμοζόμενου ετησίως κατά ποσοστό ίσο με τον τιμάριθμο του κόστους ζωής, όπως αυτός έχει καθοριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους αμέσως προηγούμενους μήνες, καταβλητέου το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, της συμφωνίας αυτής αναπροσαρμογής του μισθώματος ισχύουσας για όλη τη συμβατική και τυχόν αναγκαστική ή νόμιμη διάρκεια της μίσθωσης, προκειμένου η εναγομένη να χρησιμοποιήσει το μίσθιο ως επαγγελματική της στέγη και συγκεκριμένα ως ξενοδοχείο.
Με το ίδιο ως άνω συμφωνητικό μισθώσεως συμφωνήθηκε ότι το επί του μισθώματος δικαίωμα συμμετοχής εκάστου των συνεκμισθωτών (3ος όρος του συμφωνητικού) να είναι ανάλογο με το μερίδιο συνιδιοκτησίας του επί εκάστου εκ των 4 κυρίων ορόφων του μισθίου. Δηλαδή το συνολικό μίσθωμα διαιρείται διά του 4 (όσοι και οι όροφοι) και στο ποσό, που αντιστοιχεί στο 1/4 αυτού συμμετέχουν, ανάλογα με το ποσοστό συνιδιοκτησίας τους, οι συνιδιοκτήτες κάθε ορόφου.
Κατά συνέπεια στο μερίδιο καθενός από τους ενάγοντες, συγκυρίου κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου στους 2ο και 3ο ορόφους, αντιστοιχεί το 1/12 του όλου εκάστοτε μισθώματος και σε αμφοτέρους το 1/6 αυτού. Επίσης, ειδικά συμφωνήθηκε ότι κάθε τροποποίηση ή κατάργηση του δευτέρου (2ου), τρίτου (3ου) και πέμπτου στοιχείο α' (5.α) όρου του ως άνω μισθωτηρίου επέρχεται μόνο εγγράφως και κατόπιν της σύμφωνης γνώμης και συναίνεσης των εκεί συμβαλλομένων εκμισθωτών.
Η εναγομένη εγκαταστάθηκε στο μίσθιο, το οποίο κατέχει έως σήμερα, λειτουργώντας το ως ξενοδοχείο με το διακριτικό τίτλο "...", καθώς η μίσθωση, ως επαγγελματική, είχε και υποχρεωτική ελάχιστη νόμιμη διάρκεια δώδεκα ετών, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του π.δ. 34/1995, εκτός του ότι και η εναγομένη με την από 19.5.2006 και με βάση το άρθρο 2 παράγραφος δεύτερη του ως άνω από 1.3.1998 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως δήλωσή της δήλωσε ότι επιθυμεί την παράτασή της, οπότε η ένδικη μίσθωση συνεχίσθηκε μέχρι την 1.1.2010 και έκτοτε μέχρι την 1.1.2014, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 περ.
δ' του προαναφερθέντος διατάγματος, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 15 ν. 2741/1999 και ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 13 παρ. 3 εδ. α' ν. 4242/2014 (ΦΕΚ Α' 50/28.2.2014), καταστάσα αορίστου χρόνου, μετά την παρέλευση της δεκαεξαετίας, και παραμένουσας της μισθώτριας - εναγομένης στην ακώλυτη χρήση του επιδίκου μισθίου εν γνώσει και χωρίς την εναντίωση των εκμισθωτών.
Να σημειωθεί δε ότι την 1.6.2014 με το με ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως η ως άνω εκμισθώτρια εταιρία με τον διακριτικό τίτλο "...." με την ιδιότητά της ως συγκυρίας κατά τα 2/3 του επιδίκου μισθίου ακινήτου και κατέχουσας την πλειοψηφία των μερίδων των συγκυρίων αυτού, συμβλήθηκε με την εναγομένη - μισθώτρια και, αφού έλυσαν την προγενέστερη, με το ως άνω από 1.3.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, σύμβαση μίσθωσης, κατάρτισαν νέα με τους αναφερόμενους σ' αυτή όρους και συμφωνίες, μεταξύ των οποίων ορίστηκε η διάρκεια της μίσθωσης εξαετής και δη μέχρι την 30.4.2020, το μηνιαίο μίσθωμα για τα δύο (2) πρώτα μισθωτικά έτη στο ποσό των 5.473 €, πλέον τέλους χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο κάθε επόμενο μετά τον δεύτερο, μισθωτικό χρόνο σε ποσοστό ίσο με τον τιμάριθμο του κόστους ζωής, όπως αυτός θα έχει καθορισθεί από την Ελληνική Στατιστική Αρχή ή άλλη αρμόδια υπηρεσία για τους αμέσως προηγούμενους δώδεκα μήνες, σε καμία όμως περίπτωση το αναπροσαρμοζόμενο μίσθωμα δεν θα υπολείπεται του ελάχιστου νομίμου, όπως αυτό θα προκύπτει σύμφωνα με την καθοριζόμενη εκάστοτε, νόμιμα, αντικειμενική μισθωτική αξία του μισθίου.
Η απόφαση αυτή ελήφθη από την πλειοψηφία των μερίδων των κοινωνών - συνεκμισθωτών και αφορούσε νέα συμφωνία εξαετούς διάρκειας, με νέο, μειωμένο μίσθωμα από 1.4.2014, ήτοι το ποσό των 5.473 €, αναπροσαρμοζόμενο κατά τα εκτεθέντα πιο πάνω. Στην συμφωνία αυτή, όπως προαναφέρθηκε, δεν συμμετείχαν οι ως άνω εκμισθωτές - εφεσίβλητοι - αποτελούντες την μειοψηφία των κοινωνών - συνεκμισθωτών, πλην όμως τους δεσμεύει, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, αφού επρόκειτο για συμφωνία κατάρτισης νέας μίσθωσης, η οποία λήφθηκε από την πλειοψηφία των κοινωνών - συνεκμισθωτών και ως εκ τούτου η εναγομένη μισθώτρια έχει δικαίωμα να τους καταβάλει έκτοτε, κατά το αναλογούν, στο ποσοστό της συγκυριότητάς τους, μέρος, το συμφωνηθέν, μεταξύ αυτής και της πλειοψηφίας των συνεκμισθωτών, μίσθωμα.
Ωστόσο, το μηνιαίο μίσθωμα, κατά την συμφωνηθείσα με το ως άνω από 1.3.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως αναπροσαρμογή, ανήλθε: Α) το χρονικό διάστημα από 2.1.2008 μέχρι 1.1.2009 στο ποσό των 10.994,10 € (τιμάριθμος 3,9% χ 10.581,48€ = 412,67 € + 10.581,48 €), Β) το χρονικό διάστημα από 2.1.2009 μέχρι 1.1.2010 στο ποσό των 11.213,94 € (τιμάριθμος 2% χ 10.994,10 € = 219,88 € + 10.994,10 €), Γ) το χρονικό διάστημα από 2.1.2010 μέχρι 1.1.2011 στο ποσό των 11.505,48 € (τιμάριθμος 2,6% χ 11.213,94 € = 291,56 € + 11.213,94 €), Δ) το χρονικό διάστημα από 2.1.2011 μέχρι 1.1.2012 στο ποσό των 12.103,74 € (τιμάριθμος 5,2% χ 11.505,48 € = 598,28 € + 11.505,48 €), Ε) το χρονικό διάστημα από 2.1.2012 μέχρι 1.1.2013 στο ποσό των 12.394,20 € (τιμάριθμος 2,4% χ 12.103,74 € = 290,48 € + 12.103,74 €) και ΣΤ) το χρονικό διάστημα από 2.1.2013 μέχρι 1.1.2014 στο ποσό των 12.493,35 € (τιμάριθμος 0,8% χ 12.394,20 € = 99,15 € + 12.394,35 €).
Συνεπώς, καθένας από τους ενάγοντες έπρεπε να λάβει: 1) για το χρονικό διάστημα από 2.1.2008 μέχρι 1.1.2009 το ποσό των 10.994,10 € (10.994,10 € χ 1/12 χ 12 μήνες). Έναντι του ποσού αυτού έλαβε ο καθένας το ποσό των 10.831,92 € και δικαιούται διαφορά ο καθένας το ποσό των 162,18 € (10.994,10 € - 10.831,92 €), πλέον τέλος χαρτοσήμου 3,6% 5,83 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 168,01 €, 2) για το χρονικό διάστημα από 2.1.2009 μέχρι 1.1.2010 το ποσό των 11.213,94 € (11.213,94 € χ 1/12 χ 12 μήνες).
Έναντι του ποσού αυτού έλαβε ο καθένας το ποσό των 10.831,92 € και δικαιούται διαφορά ο καθένας το ποσό των 382,02 € (11.213,94 € - 10.831,92 €), πλέον τέλος χαρτοσήμου 3,6% 13,75 €, ήτοι συνολικά 395,77 €, 3) για το χρονικό διάστημα από 2.1.2010 μέχρι 1.1.2011 το ποσό των 11.505,48 € (11.505,48 € χ 1/12 χ 12 μήνες). Έναντι του ποσού αυτού έλαβε ο καθένας το ποσό των 11.330,69 € και δικαιούται διαφορά ο καθένας το ποσό των 174,79 € (11.505,48 € - 11.330,69 €), πλέον τέλος χαρτοσήμου 3,6% 6,29 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 181,08 €, 4) για το χρονικό διάστημα από 2.1.2011 μέχρι 1.1.2012 το ποσό των 12.103,74 € (12.103,74 € χ 1/12 χ 12 μήνες).
Έναντι του ποσού αυτού έλαβε ο καθένας το ποσό των 8.569,28 € και δικαιούται διαφορά ο καθένας το ποσό των 3.534,46 € (12.103,74 € - 8.569,28 € ), πλέον τέλος χαρτοσήμου 3,6% 127,24 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.661,70 €, 5) για το χρονικό διάστημα από 2.1.2012 μέχρι 1.11.2013 το ποσό των 10.328,50 € (12.394,20 € χ 1/12 χ 10 μήνες). Έναντι του ποσού αυτού έλαβε ο καθένας το ποσό των 7.518 € και δικαιούται διαφορά ο καθένας το ποσό των 2.810,50 € (10.328,50 € - 7.518 €), πλέον τέλος χαρτοσήμου 3,6% 101,17 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.911,67 € και 6) για το χρονικό διάστημα από 2.1.2013 μέχρι 1.4.2013 το ποσό των 3.123,33 € (12.493,35 € χ 1/12 χ 3 μήνες), πλέον τέλος χαρτοσήμου 3,6% 112,43 €, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.235,76 € και συνολικά για τις παραπάνω αιτίες δικαιούται καθένας από τους ενάγοντες το ποσό των 10.553,99 € ο καθένας (168,01 + 395,77 + 181,08 + 3.661,70 + 2.911,67 + 3.235,76), συμπεριλαμβανομένου και του, τέλους χαρτοσήμου 3,6%, κατά τα προεκτεθέντα.
Η εναγομένη με σχετικό λόγο της ένδικης έφεσης ισχυρίζεται: α) ότι το ποσοστό αναπροσαρμογής του μισθώματος καθορίστηκε σε μικρότερο του αρχικώς συμφωνηθέντος με νέα άτυπη συμφωνία μεταξύ των εκμισθωτών και της μισθώτριας εναγομένης, η οποία συναπτόταν με την εκ μέρους των πρώτων ανακοίνωση του ποσού αναπροσαρμογής του μισθώματος για κάθε νέο μισθωτικό έτος και την αποδοχή του απ' αυτή και β) ότι υπήρξε ρητή συμφωνία ως προς τις αιτούμενες διαφορές εξαμήνου 2011 έως 1.4.2013 με τους εκμισθωτές, άλλως με την άνω του 50% πλειοψηφία για μείωση του μισθώματος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 288 AK, και ότι βάσει των ως άνω άτυπων συμφωνιών κατέβαλε στους ενάγοντες το μίσθωμα, που δικαιούνταν, εξοφλώντας πλήρως την οφειλομένη προς αυτούς αναλογία στο συμφωνημένο ολικό μίσθωμα.
Δηλαδή η εναγομένη, όπως οι ως άνω ισχυρισμοί εκτιμώνται από το Δικαστήριο, επικαλείται κατάργηση της συμφωνίας περί εγγράφου τροποποιήσεως της αρχικής συμφωνίας αναπροσαρμογής του μισθώματος, όπως ορίστηκε με το ως άνω από 1.3.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, με νεώτερη προφορική συμφωνία και εξόφληση των ενδίκων απαιτήσεων.
Οι ισχυρισμοί αυτοί, που αποτελούν ενστάσεις, είναι απαράδεκτοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν παραδεκτά ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, με συνοπτική ανάπτυξη και καταχώρησή τους στα πρακτικά, ενώ δεν γίνεται επίκληση για το παραδεκτό της προβολής τους το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚπολΔ.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός - λόγος έφεσης της εναγομένης ότι σε κάθε περίπτωση η συμφωνία, με βάση την οποίαν καθοριζόταν κάθε μισθωτικό έτος το ποσό της αναπροσαρμογής του μισθώματος, που όφειλε να καταβάλει, συναπτόταν μεταξύ αυτής και της πλειοψηφίας (άνω του 50%) των εκμισθωτών και συγκυρίων του επιδίκου μισθίου ακινήτου, ήτοι της εταιρίας "...", της εταιρίας "...
Α.Ε." και της Χ. Κ. και ως εκ τούτου δέσμευε και τους ενάγοντες - συνεκμισθωτές το εκάστοτε ποσό της αναπροσαρμογής, το οποίο και κατέβαλε τα παραπάνω μισθωτικά έτη, είναι μη νόμιμος, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, δεδομένου ότι η επικαλούμενη συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος εκ μέρους της πλειοψηφίας των εκμισθωτών φέρεται να πραγματοποιήθηκε κατά την εξέλιξη και λειτουργία της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως, εντός της οριζόμενης δεκαεξαετίας του άρθρου 61 περ.
δ' του π.δ/τος 34/1995, που ισχύει αναγκαστικά για τις εμπορικές μισθώσεις και δεν αφορά νέα μίσθωση, η οποίο, όπως προεκτέθηκε, καταρτίστηκε την 1.6.2014 με το με ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως και αποτελεί πράξη τακτικής διαχείρισης, καταρτισθείσα εγκύρως από την πλειοψηφία των κοινωνών - συνεκμισθωτών, και δεσμεύει και τους κατέχοντες την μειοψηφία ενάγοντες - κοινωνούς - συνεκμισθωτές, χωρίς, ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, η νέα αυτή συμφωνία σε σχέση με τον καθορισμό του μισθώματος για τη λειτουργία και εξέλιξή της στο μέλλον να ενέχει την έννοια της αναπροσαρμογής μεμονωμένα του μισθώματος, που ίσχυε μέχρι τη λήξη της χρονικής διάρκειας της προηγούμενης μίσθωσης...".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο με το να απορρίψει ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή υποστήριζε, ότι με νεώτερη συμφωνία, που καταρτίστηκε άτυπα μεταξύ της άνω του ποσοστού 50% πλειοψηφίας των εκμισθωτών και αυτής-μισθώτριας για μείωση του μισθώματος με αναπροσαρμογή αυτού κατ' άρθρ. 288 ΑΚ αυτή έχει πλέον εξοφλήσει πλήρως τις διαφορές μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος από 1-6-2011 έως 1-4-2013, δεν κήρυξε παρά το νόμο δικονομικό απαράδεκτο και συνακόλουθα, ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Ειδικότερα, ορθά το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός (περί συμφωνίας με την πλειοψηφία για μείωση μισθώματος και εξόφληση μισθωμάτων) συνιστούσε ένσταση και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, διότι αποτελείται από νέα αυτοτελή περιστατικά, που εξουδετερώνουν το αντίπαλο δικαίωμα της αναιρεσείουσας, δηλαδή, γίνεται επίκληση νέων γεγονότων διαφόρων από εκείνα που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και αποτρέπουν την επέλευση της έννομης συνέπειας που διώκεται με την αγωγή.
Εξάλλου, από τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα οποία ως διαδικαστικά έγγραφα της δίκης επιτρεπτά επίσης επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η ανωτέρω ένσταση δεν προβλήθηκε προφορικά από την αναιρεσείουσα - εναγομένη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με συνοπτική έκθεση των περιστατικών που την απαρτίζουν και καταχώρησή της στα πρακτικά, ώστε να δύναται να την αντικρούσουν οι αντίδικοι της αναιρεσείουσας, τότε ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι.
Ούτε η ανάπτυξη του ισχυρισμού αυτού από την αναιρεσείουσα με τις προτάσεις, που αυτή κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καλύπτει την ανωτέρω παράλειψη, διότι σε κάθε περίπτωση στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών απαιτείται προφορική πρόταση της ένστασης και επί πλέον καταχώρηση αυτής στα πρακτικά ως γενόμενο κατά τη συζήτηση.
Η αναφορά της ένστασης στις προτάσεις, σύμφωνα με την πάγια θέση της νομολογίας, καλύπτει την παράθεση και την έκθεση των γεγονότων, που την απαρτίζουν και όχι την προφορική πρόταση και καταχώρηση της ένστασης στα πρακτικά, που δεν μπορεί να παραλειφθεί. Εξάλλου, ορθά επίσης το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν τηρήθηκαν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, εφόσον η αναιρεσείουσα είχε τη δικονομική θέση της εκκαλούσας και όχι της εφεσίβλητης, οπότε κατ' εξαίρεση μπορούσε να προτείνει το πρώτον στο Εφετείο νέους πραγματικούς ισχυρισμούς προς αντίκρουση της έφεσης, ούτε οι ισχυρισμοί της ήταν οψιγενείς.
Επομένως, ο 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, απορριπτέος κρίνεται και ο 2ος συναφής αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 361 και 789 του ΑΚ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται για την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, που απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό της, κατά τον οποίο η συμφωνία της πλειοψηφίας, ποσοστού άνω του 50% για την αναπροσαρμογή του μισθώματος της ανωτέρω χρονικής περιόδου με μείωση δεσμεύει και τη μειοψηφία - αναιρεσιβλήτους, διότι, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτα παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η συμφωνία αυτή έγινε στα πλαίσια της αρχικής μίσθωσης και δεν αφορούσε νέα μίσθωση (οπότε κατ' εξαίρεση θα δεσμευόταν η μειοψηφία).
Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω συμφωνία, αν και έγινε, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, προφορικά και άτυπα είναι επιτρεπτή, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης. Επομένως, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 789 σε συνδ. με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, τις οποίες συνακόλουθα δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος στα πλαίσια της αρχικής σύμβασης μίσθωσης, δεν είναι αδιαίρετο, αλλά διαιρετό, όπως και η χρηματική παροχή του μισθώματος και, σύμφωνα με τη σταθερή και πάγια θέση της νομολογίας, κάθε συνεκμισθωτής που δεν συμμετέχει στη συμφωνία της μείωσης του μισθώματος με αναπροσαρμογή, όπως είναι οι αναιρεσίβλητοι στην ένδικη υπόθεση, μπορεί να αξιώσει κατά την ιδανική του μερίδα την καταβολή μισθωμάτων, εφόσον δεν εκπροσωπείται από την πλειοψηφία.
Ειδικότερα, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, τους οποίους άλλωστε δέχτηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, η αρχική μίσθωση είχε διάρκεια εννέα ετών (από 1-3-1998 έως 1-1-2007) με δυνατότητα τριετούς παράτασης και, κατά τα συμφωνημένα, μετά την άσκηση του δικαιώματος παράτασης από την αναιρεσείουσα, η μίσθωση έληγε στις 1-1-2010 (12ετής διάρκεια), όπως άλλωστε προβλέπει και το ΠΔ 34/1995.
Έκτοτε η διάρκεια της αρχικής σύμβασης μίσθωσης παρατάθηκε (άρθρο 61 ΠΔ 34/1995) σε 16ετία, που έληγε στις 1-1-2014, ενώ η συμφωνία της πλειοψηφίας έγινε το μήνα Ιούνιο του έτους 2011, δηλαδή στα πλαίσια της αρχικής σύμβασης μίσθωσης και άρα δεν δεσμεύει τη μειοψηφία των συνεκμισθωτών και εν προκειμένω τους αναιρεσιβλήτους - συνεκμισθωτές, εφόσον δεν πρόκειται για νέα μίσθωση ή αναμίσθωση.
Κατόπιν όλων αυτών ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως ουσιαστικά αβάσιμος και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτος, διότι προβάλλεται αλυσιτελώς και η αναιρεσείουσα δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον, εφόσον το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην κύρια αιτιολογία της περί απόρριψης ως απαράδεκτου του ισχυρισμού - ένστασης (περί συμφωνίας με την πλειοψηφία για μείωση μισθώματος και εξόφληση μισθωμάτων), αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητας του 2ου αναιρετικού λόγου, τούτο δεν θα οδηγούσε στην ανατροπή (αναίρεση) της απόφασης (ΑΠ 1674/2017, ΑΠ 27/2015).
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ Ολ. 17/1995, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 776/2018, ΑΠ 1484/2014 ΑΠ 831/2013, ΑΠ 901/2013).
Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την επικουρική ένσταση αυτής περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων - συνεκμισθωτών, οι οποίοι σύμφωνα με την άποψη της αναιρεσείουσας, αξίωσαν διαφορές μισθωμάτων για την περίοδο του δευτέρου εξαμήνου του έτους 2011 και εφεξής, δηλαδή έξι και πλέον έτη μετά τη γέννεση της αξίωσής τους και για πρώτη φορά διαμαρτυρήθηκαν πέντε έτη και εννέα μήνες μετά την γέννεση της αξίωσής τους, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη, αν και τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν πληρούσαν το πραγματικό της.
Από την επισκόπηση επίσης της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο αντικρούοντας την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ της αναιρεσείουσας, η οποία παραδεκτά είχε προβληθεί προφορικά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και είχε καταχωρηθεί στα πρακτικά, ενώ επίσης είχε επαναφερθεί παραδεκτά και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με σχετικό λόγο της έφεσής της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη με σχετικό λόγο της έφεσής της ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες, όπως και οι λοιποί συγκύριοι του ξενοδοχείου εισέπρατταν ανεπιφύλακτα όλα τα προαναφερόμενα μισθωτικά έτη το καθορισμένο απ' αυτούς τους ίδιους μίσθωμα, άλλως αυτό, που με ρητή συμφωνία καθορίστηκε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, με τους εκμισθωτές σε κάθε δε περίπτωση με την άνω του 50% πλειοψηφία τους και ότι εκ των υστέρων και δη μετά από πέντε (5) έτη εκζήτηση διαφοράς μισθωμάτων, επί πλέον αυτών, που αδιαμαρτύρητα εισέπρατταν, συνιστά συμπεριφορά προδήλως καταχρηστική, διότι έρχεται σε αντίθεση με τις προγενέστερες δηλώσεις, ανακοινώσεις και διαβεβαιώσεις τους, τυχόν δε παραδοχή των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων θα επιφέρει σ' αυτήν ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες και δη υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση σε βάθος χρόνου.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο διότι, αποδείχτηκε ότι οι ενάγοντες όχι μόνο δεν διαμόρφωσαν μόνοι τους το κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης οφειλόμενο μειωμένο μίσθωμα και δεν αδράνησαν και μάλιστα επί μακρόν να ασκήσουν το δικαίωμά τους, αλλά αντίθετα διαμαρτυρήθηκαν τόσο προφορικά (βλ.
κατάθεση μάρτυρα απόδειξης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), όσο και έγγραφα, με την από 15.10.2012 εξώδικη δήλωσή τους για την μη νόμιμη καταβολή του μισθώματος, όπως είχε συμφωνηθεί με το από 1.3.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως (βλ. επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθ. ... 16.10.2012 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Β.
Σ.). Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν προέκυψε ότι εκδηλώθηκε οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, που να είναι ικανή να δημιουργήσει στην εναγομένη, την εύλογη πεποίθηση ότι οι ενάγοντες απεμπολούν τα δικαιώματά τους, που απορρέουν από το ως άνω από 1.3.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως.
Δεν συντρέχουν λοιπόν, ειδικές περιστάσεις, που να έχουν αιτιώδη σχέση με την συμπεριφορά του δικαιούχου του δικαιώματος, που ασκείται, ώστε να μη δικαιολογείται η μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεως του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ενώ δεν αποδείχτηκε περαιτέρω ότι η επιδίκαση των ως άνω ποσών έχει οποιαδήποτε δυσμενή επίπτωση στα συμφέροντα της εναγομένης και ότι θα τεθεί σε κίνδυνο η οικονομική της κατάσταση.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται τις διαφορές των μισθωμάτων του επιδίκου μισθίου ακινήτου τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα, όπως προκύπτουν από το από 1.3.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, απορρίπτοντας τους αντίθετους ισχυρισμούς της εναγομένης, έστω και σιγή, καθώς και ότι η άσκηση του δικαιώματός τους δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι αντίθετοι λόγοι της έφεσης πρέπει ν' απορριφθούν...".
Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η άσκηση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων - εκμισθωτών δεν είναι καταχρηστική, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, εφόσον οι μειοψηφούντες - αναιρεσίβλητοι, τους οποίους δεν δέσμευε η απόφαση της πλειοψηφίας, με την αγωγή άσκησαν νόμιμο δικαίωμα, σύμφωνα με την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, η παραίτηση, άλλωστε, από την προστασία της οποίας δεν είναι δυνατή εκ των προτέρων (ΑΠ 1088/2017, ΑΠ 1465/2018).
Η επιδίωξη του νομίμου αυτού δικαιώματος, σύμφωνα με τις παραδοχές, δεν αντιβαίνει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ενόψει του ότι η μισθώτρια-αναιρεσείουσα χρησιμοποιούσε το μίσθιο αποκομίζοντας όφελος από την επιχειρηματική της δραστηριότητα (χρήση του μισθίου ως ξενοδοχείο) σε βάρος των αναιρεσιβλήτων.
Εκτός τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ουσιαστική εκτίμηση της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ εκθέτει όλα τα περιστατικά που αποδείχθηκαν και υποδηλώνουν την ανυπαρξία αδράνειας των αναιρεσιβλήτων να ασκήσουν το δικαίωμά τους και ειδικότερα, ότι διαμαρτυρήθηκαν προφορικά, αλλά και με την από 15-10-2012 εξώδικη δήλωση για την κατά παράβαση των συμφωνημένων με την αρχική μίσθωση (1-3-1998) μη νόμιμη καταβολή του μισθώματος.
Επίσης, ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, ικανή να δημιουργήσει στην μισθώτρια αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν θα ασκήσουν το δικαίωμά τους για την καταβολή των διαφορών των μισθωμάτων του δευτέρου εξαμήνου 2011 έως 1-4-2013, ούτε ότι η τήρηση του συμφωνημένου με την αρχική σύμβαση μίσθωσης όρου αναπροσαρμογής και η καταψήφιση του ποσού που επιδίκασε το Εφετείο θα έχει δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις στην επιχειρηματική δραστηριότητα της αναιρεσείουσας.
Οι παραδοχές αυτές αρκούσαν για τη μη εφαρμογή της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον τα ανωτέρω περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο επομένως δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον 3ο αναιρετικό λόγο, ο οποίος συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ).
Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠλΔ) και υπέρ των αναιρεσιβλήτων, δεν πρέπει να επιβληθεί στην παρούσα απόφαση, διότι οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-5-2018 (αρ. κατ. 143/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 658/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία του άρθρου 647 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε).
Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ