Supreme Court dismisses bank's appeal on inadmissibility and evidence rules in negotiable instruments dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Eurobank's appeal against a first-instance judgment regarding a dispute over promissory notes. The bank argued the lower court erred by considering an unsigned agreement outside the strict statutory timeline, but the court found this argument inadmissible under the special procedure for negotiable instruments. The court ruled that such documents can be freely evaluated by the court of first instance without adhering to rigid formal requirements, rendering the appeal's grounds baseless.
Legislator headnote
AI generatedArt. 22 of Law 5960/1933; Art. 559 para. 11 Greek Code of Civil Procedure: In special procedures for negotiable instruments, courts may freely evaluate evidence not meeting strict statutory forms, making appeals based on such evidentiary flaws inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 83 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 83/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Β. Β. του Κ., κατοίκου ... και 3) Φ. συζύγου Β. Β., το γένος Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Τζαμαλούκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2009 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.
Εκδόθηκε η απόφαση 630/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 828/2013 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10-12-2010 αιτήσεως για αναίρεση της 630/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 12-2-2015 κλήση της αναιρεσείουσας - καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 22-1-2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12-2-2015 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 10-12-2010 αίτηση αναίρεσης της 630/2010 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 828/2013 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως κατά τη δικάσιμο της 28-1-2013.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 17 του νόμου 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", τα πρόσωπα που ενάγονται από την επιταγή μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.
Η καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή, αρχή του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνον εφόσον εκείνος, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή, τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.
Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιείτο. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση (ΑΠ 1758/2017, ΑΠ 353/2015).
Σε περίπτωση που ο κομιστής είναι νομικό πρόσωπο, η γνώση και ο σκοπός βλάβης του οφειλέτη κρίνονται κατ' αρχήν από το πρόσωπο του καταστατικού εκπροσώπου του (άρθρο 70 ΚΠολΔ). Όταν όμως το νομικό πρόσωπο ενήργησε με αντιπρόσωπο, ακόμη δε και με πρόσωπο, το οποίο έχει απλώς φαινομένη πληρεξουσιότητα, διότι μέσω αυτού το νομικό πρόσωπο διεκπεραιώνει τις σχετικές υποθέσεις του στις συναλλαγές, όπως συμβαίνει με τους υπαλλήλους των τραπεζών, η γνώση και ο σκοπός βλάβης κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου (άρθρο 214 ΑΚ), που έχει έστω και φαινομένη πληρεξουσιότητα, αφού θα ήταν αντίθετο στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη η τράπεζα να μπορούσε να επιδιώξει την είσπραξη επιταγής που έλαβε για λογαριασμό της τέτοιο πρόσωπο, αλλά να μην δεσμεύεται από τη συμπεριφορά του προσώπου αυτού κατά την παραλαβή της (ΑΠ 1847/2005).
Επομένως, σε περίπτωση που ο ενεχόμενος από την επιταγή ασκήσει είτε ανακοπή κατά της εκδοθείσας σε βάρος του διαταγής πληρωμής είτε αγωγή περί ανυπαρξίας της οφειλής του, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται.
Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή ή την αγωγή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής.
Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται - ως ένα είδος pactum fiduciale - ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933.
Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση αυτής (ΑΠ 1758/2017, ΑΠ 353/2015).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχυρίαση τίτλου σε διαταγή, και 38 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυριάζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή.
Η μη αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων παραστατικών από την πλευρά της Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχυρίαση των τίτλων δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσης, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βάσιμα ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής.
Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται και κατά συνέπεια δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκείμενη αιτία, για την κατάφαση γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση (καταπιστευτική επιταγή, επιταγή "ευκολίας", εικονικότητα, τοκογλυφία κ.λπ.), αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά και σε αμέλεια ακόμη, η οποία υπό την εκδοχή αυτή αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου.
Πέραν αυτού, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιοδήποτε άλλον κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ' αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους (εκδότη και λήπτη, λήπτη και πρώτου οπισθογράφου, πρώτου και δεύτερου οπισθογράφου, δεύτερου και τρίτου οπισθογράφου κ.ο.κ., μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.
β του ΑΚ (ΑΠ 1122/2019, ΑΠ 353/2015) και άρα η μη ανταπόκριση της Τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής, στο μέτρο αυτό της μη αναγκαίας επιμέλειας, δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την άσκηση της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου από το αξιόγραφο, με την εμφάνισή του για πληρωμή, τη βεβαίωση για τη μη πληρωμή κ.τ.λ., από τη δικαιούχο της αξίωσης αυτής τελευταία κομίστρια της επιταγής (ΑΠ 1346/2017).
Εξάλλου, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μη γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές.
Επιπροσθέτως, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης της τράπεζας ή άλλης τελευταίας κομίστριας, δεδομένου, ότι τούτο προϋποθέτει, ότι η αμέσως με αυτή συναλλασσόμενη, λήπτρια της επιταγής, θα αποκάλυπτε σε αυτή τις εν λόγω συμφωνίες, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται, ότι συνέβη.
Η υιοθέτηση αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία (causa), τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, "εν τοις πράγμασι", σε στοιχείο του αξιογράφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με το νόμο 5960/1933, δεδομένου, ότι, από τις διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και ότι αποκαλύπτεται η αιτία μόνο με την προβολή σχετικής ένστασης, πως η αιτία εξέλιπε (έληξε ή δεν επακολούθησε), ή ήταν εξαρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη, ελαττωματική κ.τ.λ., από τον οφειλέτη, που καλείται για την πληρωμή της, είτε με την άσκηση αγωγής εναντίον του, είτε με την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1347/2018, ΑΠ 1317/2017).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη ανακόπτουσα ομόρρυθμη εταιρία (πρώτη αναιρεσίβλητη) με ομόρρυθμα μέλη τους δεύτερο και τρίτη των ανακοπτόντων (δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους) διατηρεί από πολλών ετών επιχείρηση εκπόνησης και υλοποίησης ηλεκτρομηχανολογικών μελετών.
Στα πλαίσια της επαγγελματικής της δραστηριότητας συνεργάστηκε με τον όμιλο ..., βασικά μέλη του οποίου τυγχάνουν η "... ΑΒΕΕ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗΣ ΔΟΜΗΣΗΣ" και η θυγατρική της εταιρία "... Α.Ε.". Μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και της ... ΑΒΕΕ συνήφθη σύμβαση υπεργολαβίας, με την οποία η τελευταία ανέθεσε σ' αυτήν (πρώτη ανακόπτουσα) έναντι αμοιβής την εκτέλεση ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών στο χώρο κατασκευής του κτιρίου βιοτεχνίας συσκευασίας φαρμάκων της εταιρίας ...
Α.Ε., την ανέγερση του οποίου είχε αναλάβει η ... ΑΒΕΕ ως εργολάβος. Μετά το πέρας των εν λόγω εργασιών η εργολάβος εταιρία τον Ιούνιο του έτους 2008 εξακολουθούσε να οφείλει στην πρώτη ανακόπτουσα το ποσό των 600.467 ευρώ, όπως προκύπτει από τον τελικό λογαριασμό του έργου, με τον οποίο οριστικοποιήθηκε το ύψος του υπολοίπου του συμφωνηθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος.
Για το λόγο αυτό στις 24-6-2008 κατά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε μεταξύ του δευτέρου ανακόπτοντος και του νομίμου εκπροσώπου της ... ΑΒΕΕ, Κ. Ζ., κατά την οποία (συνάντηση) διαπιστώθηκε ότι οι εργασίες είχαν εκτελεστεί κανονικά, ο τελευταίος παρέδωσε στον πρώτο επιταγές χάριν καταβολής του υπολοίπου του εργολαβικού ανταλλάγματος.
Παράλληλα η πρώτη ανακόπτουσα εξέδωσε στις 24-6-2008 δια του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερου ανακόπτοντος σε διαταγή της λήπτριας εταιρίας ... ΑΒΕΕ τις υπ' αριθμ. ... και ... δίγραμμες μεταχρονολογημένες επιταγές της τράπεζας PROBANK, ποσού 75.000 ευρώ και 85.000 ευρώ, αντίστοιχα, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης στις 20-11-2008 ως εγγύηση καλής λειτουργίας των εγκαταστάσεων του έργου, με τη συμφωνία ότι οι επιταγές θα παραμείνουν στα χέρια της τελευταίας μέχρι την οριστική παραλαβή του έργου το Νοέμβριο του 2008, οπότε και θα επιστρεφόταν μία ημέρα πριν από την αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσής τους.
Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι το Νοέμβριο του 2008 το εκτελεσθέν από τη λήπτρια των επιταγών έργο είχε παραληφθεί από την εργοδότρια αυτού ... Α.Ε, χωρίς να ανακύψει ζήτημα για την καλή λειτουργία του τμήματος του έργου που εκτέλεσε η πρώτη ανακόπτουσα και επομένως εξέλιπαν οριστικά οι λόγοι για τους οποίους δόθηκαν, τα σώματα των παραπάνω επιταγών δεν επιστράφηκαν στην πρώτη ανακόπτουσα, όπως είχε συμφωνηθεί, αν και είχε ήδη παρέλθει η ημερομηνία επιστροφής τους.
Σημειώνεται ότι η ... ΑΒΕΕ ουδέποτε κατέβαλε στην πρώτη ανακόπτουσα οποιοδήποτε ποσό προς εξόφληση του ως άνω εργολαβικού ανταλλάγματος, οι δε επιταγές που δόθηκαν από το νόμιμο εκπρόσωπό της χάριν καταβολής του υπολοίπου της οφειλής της προς την πρώτη ανακόπτουσα σφραγίστηκαν. Αντιθέτως,... προέκυψε ότι παρά την συμφωνία περί του εγγυητικού χαρακτήρα των επίδικων επιταγών,...
οι εν λόγω επιταγές μεταβιβάστηκαν στις 25-6-2008 στην καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσείουσα) με οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου. Η μεταβίβαση αυτή έγινε προκειμένου να επιτευχθεί η χρηματοδότηση της εταιρίας ... από την καθ' ης, αφού ήδη από τις αρχές του 2008 ο όμιλος ... αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας.
Στη συνέχεια, η καθ' ης η ανακοπή, ως νόμιμη κομίστρια των επίδικων επιταγών, εμφάνισε αυτές εμπρόθεσμα προς πληρωμή, στις 20-11-2008, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκαν, λόγω ανακλήσεως της εντολής πληρωμής τους από την εκδότρια πρώτη ανακόπτουσα, οπότε σφραγίστηκαν με επαρκές υπόλοιπο στις 24-11-2008, όπως βεβαιώθηκε στο σώμα των επιταγών από την καθ' ης η ανακοπή, κατά ρητή εξουσιοδότηση της πληρώτριας τράπεζας.
Ακολούθως, κατόπιν αιτήσεως της καθ' ης η ανακοπή, εκδόθηκε εις βάρος της πρώτης ανακόπτουσας η υπ' αριθμ. 12/2009 ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία η τελευταία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης το συνολικό ποσό των 160.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Περαιτέρω,..
η καθ' ης η ανακοπή, η οποία είχε επί σειρά ετών συνεργασία με τον όμιλο ..., τις εταιρίες του οποίου, μεταξύ άλλων και την ... ΑΒΕΕ, χρηματοδοτούσε μέσω συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού που λειτουργούσε μεταξύ τους, κατά το χρόνο κτήσης των επίδικων επιταγών γνώριζε δια των νομίμων εκπροσώπων και αρμοδίων υπαλλήλων της την έλλειψη υποκείμενης σχέσης μεταξύ της εκδότριας και της λήπτριας των επιταγών και ειδικότερα την ανυπαρξία οφειλής της πρώτης ανακόπτουσας κατά την έκδοσή τους, καθώς επίσης ότι λαμβάνοντας τις επίδικες επιταγές θα ματαίωνε την προβολή της περί αχρεωστήτου ενστάσεως της πρώτης ανακόπτουσας και θα πετύχαινε το σκοπό της που ήταν η πληρωμή των επιταγών προς όφελος αποκλειστικά της ιδίας, οι οποίες (επιταγές) αν δεν είχαν μεταβιβαστεί σ' αυτήν λόγω ενεχύρου δεν θα πληρώνονταν.
Και τούτο διότι η καθ' ης η ανακοπή γνώριζε την κακή οικονομική κατάσταση του ομίλου ..., στην οποία είχε ήδη περιέλθει από τις αρχές του έτους 2008 και για τον οποίο συχνά δημιοσιεύονταν στον τύπο άρθρα αρνητικά για την οικονομική του πορεία. Για το λόγο δε αυτό η καθ' ης προέβη στην έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής μόνο σε βάρος της πρώτης ανακόπτουσας και όχι και σε βάρος της λήπτριας εταιρίας.
Η καθ' ης αποτελούσε άλλωστε το βασικό χρηματοδότη του ομίλου .... Μέσω της καθ' ης γίνονταν οι αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου των εταιριών του ομίλου και από τα δικά της υποκαταστήματα καταβάλλονταν τα μερίσματα στους μετόχους της... Ειδικότερα,... αρχές Αυγούστου η διοίκηση του ομίλου ..., με ανακοίνωσή της στο Χρηματιστήριο, ζήτησε τη συνολική επαναξιολόγηση των δανείων της, ύψους 33.000.00 ευρώ....
Μεταξύ των τραπεζιτών ήταν γνωστό εδώ και μήνες ότι η εταιρία αντιμετωπίζει πρόβλημα εξυπηρέτησης δανεισμού, παρά την αύξηση κεφαλαίου που είχε πραγματοποιήσει και τις προσπάθειες να ενισχύσει τη ρευστότητά της με πώληση θυγατρικών και άλλων περιουσιακών στοιχείων. Εδώ και μερικούς μήνες οι πιστώτριες τράπεζες της ...
μεταξύ των οποίων και η καθ' ης είχαν ξεκινήσει τις επαφές με τη διοίκηση της ... για την αναχρηματοδότηση του εναπομείναντος κοινού ομολογιακού δανείου ύψους 18,8 εκατομμυρίων ευρώ, οι δε υποχρεώσεις της τα τέλη του πρώτου εξαμήνου του 2008 ανέρχονταν... σε 50.000.000 ευρώ, εμφανίζοντας ζημίες 5,4 εκατομμύρια ευρώ τη στιγμή που την προηγούμενη χρονιά τα κέρδη της ανήλθαν στο ποσό του 1,7 εκατομμυρίων ευρώ.
Ήδη με την υπ' αριθμ. 1114/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η μητρική εταιρία του ομίλου "... ΑΒΕΕ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗΣ ΔΟΜΗΣΗΣ" κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με χρόνο παύσης πληρωμών την 01-6-2008. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται: α) από το γεγονός ότι η καθ' ης κατά την κτήση των επίδικων επιταγών, ενόψει και του μεγάλου ποσού τους, δεν ζήτησε τιμολόγια ή άλλα παραστατικά έγγραφα που να πιστοποιούν την αιτία έκδοσης αυτών, ώστε να βεβαιωθεί ότι είχε πράγματι πραγματοποιηθεί εμπορική συναλλαγή με την εκδότρια αυτής και ότι υπήρχε γεννημένη οφειλή της πρώτης ανακόπτουσας, όπως απαιτείται πλέον βάσει εγκυκλίων όλων των τραπεζών σχετικά με τον έλεγχο των μεταχρονολογημένων επιταγών που δίνονται ως ενέχυρο, β) από τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας των ανακοπτόντων Π.
Σ., νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας ... Α.Ε. επί δώδεκα τουλάχιστον συναπτά έτη, ο οποίος από ιδία αντίληψη ως και από ιδία γνώση αναφέρει ότι όσες φορές προέβαινε σε προεξόφληση επιταγών το έπραττε πάντα συγκεκριμένο υποκατάστημα της καθ' ης, επί της οδού ... συγκεκριμένοι υπάλληλοι της οποίας ασχολούνταν αποκλειστικά με τις υποθέσεις του ομίλου ...
και είχαν διαμορφώσει σαφή αντίληψη για τις συναλλαγές της, ελέγχοντας λεπτομερώς την αιτία έκδοσής τους, γ) το από 13-12-2007 συνταχθέν από την καθ' ης ενημερωτικό δελτίο του ομίλου ... για το έτος 2008 στο οποίο περιγράφεται αναλυτικά η οικονομική του κατάσταση και αναφέρονται όλες οι συμβάσεις που είχαν συνάψει οι εταιρίες του ομίλου με διάφορους υπεργολάβους δανειστές της, συμπεριλαμβανομένης και της πρώτης ανακόπτουσας, γνωρίζοντας έτσι η καθ' ης ότι η τελευταία ουδέποτε υπήρξε οφειλέτης του ομίλου και δ) από την από 01-3-2010 ένορκη κατάθεση ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Δ.
Κ. του μάρτυρα των ανακοπτόντων Α. Μ., ο οποίος υπήρξε πελάτης του ομίλου και κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του διενεργούσε πληρωμές προς την εταιρία ... ΑΒΕΕ μέσω τραπεζικών επιταγών που εξέδιδε η εταιρία του. Πολλές από τις επιταγές αυτές η ... τις προεξοφλούσε στην καθ' ης η ανακοπή, η οποία προκειμένου να προβεί στην προεξόφλησή τους ζητούσε από αυτόν να βεβαιώσει τη συναλλακτική τους σχέση και την αιτία έκδοσής τους.
Χαρακτηριστικά μάλιστα αναφέρει στην κατάθεσή του ότι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της καθ' ης επί της οδού ... του είχαν εξηγήσει ότι ειδικά όσον αφορά την εταιρία ..., όφειλαν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί, γιατί από τις αρχές του 2008 η εν λόγω εταιρία αντιμετώπιζε οξύτατα οικονομικά προβλήματα. Κατά συνέπεια, εφόσον αποδείχθηκε ότι οι ένδικες επιταγές δεν εκδόθηκαν για γεννημένη απαίτηση, αλλά είχαν εγγυητικό χαρακτήρα, το γεγονός δε αυτό γνώριζε η καθ' ης, κατά το χρόνο κτήσης τους και ενήργησε προς βλάβη της πρώτης ανακόπτουσας, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της ανακοπής ως βάσιμος κατ' ουσίαν".
Mε βάση τις παραδοχές αυτές τo πιο πάνω Δικαστήριο δέχτηκε την ανακοπή των αναιρεσιβλήτων και ακύρωσε την εκδοθείσα σε βάρος της πρώτης από αυτούς, με αίτηση της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας, ανακοπτόμενη Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, καθώς και την από 2-2-2009 επιταγή προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο εξ απογράφου της εν λόγω διαταγής πληρωμής.
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 ν. 5960/1933, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό της ως άνω διάταξης και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθόσον το Δικαστήριο δέχθηκε ρητά ότι "οι ένδικες επιταγές δεν εκδόθηκαν για γεννημένη απαίτηση, αλλά είχαν εγγυητικό χαρακτήρα, το γεγονός δε αυτό γνώριζε η καθ' ης, κατά το χρόνο κτήσης τους και ενήργησε προς βλάβη της πρώτης ανακόπτουσας".
Παράλληλα, δια των ως άνω παραδοχών του, το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση νόμιμης βάσης ως προς το κρίσιμο ζήτημα, αν η αναιρεσείουσα και κομίστρια των επίμαχων επιταγών κατά το χρόνο της κτήσης τους ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη της πρώτης αναιρεσίβλητης, καθόσον από τις εκτεθείσες πιο πάνω παραδοχές του προκύπτει ότι διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της αναφερόμενης πιο πάνω διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Δικαστηρίου δικαιολογούσαν επαρκώς οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης α) ότι η πρώτη ανακόπτουσα - αναιρεσίβλητη εξέδωσε και παρέδωσε στην εργολήπτρια εταιρία ... ΑΒΕΕ τις ένδικες επιταγές ως εγγύηση καλής λειτουργίας των εγκαταστάσεων του έργου, με τη συμφωνία ότι οι επιταγές θα παρέμεναν στα χέρια της τελευταίας μέχρι την οριστική παραλαβή του έργου το Νοέμβριο του 2008, οπότε και θα επιστρεφόταν μία ημέρα πριν από την αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσής τους, β) ότι παρά την ανωτέρω συμφωνία περί του εγγυητικού χαρακτήρα των επίδικων επιταγών αυτές μεταβιβάστηκαν στις 25-6-2008 στην καθής η ανακοπή - αναιρεσείουσα με οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου, προκειμένου να επιτευχθεί η χρηματοδότηση από αυτή της εταιρίας ..., γ) ότι η αναιρεσείουσα τράπεζα, κατά το χρόνο κτήσης των επίδικων επιταγών στις 25-6-2008 γνώριζε δια των νομίμων εκπροσώπων και αρμοδίων υπαλλήλων της την έλλειψη υποκείμενης σχέσης μεταξύ της εκδότριας και της λήπτριας των επιταγών και ειδικότερα την ανυπαρξία οφειλής της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά την έκδοσή τους, δηλαδή τα περιστατικά που θεμελίωναν την ένσταση αυτής περί του εγγυητικού χαρακτήρα των συγκεκριμένων επιταγών, καθώς επίσης και ότι λαμβάνοντας τις επίδικες επιταγές θα ματαίωνε την προβολή της περί αχρεωστήτου ενστάσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης και έτσι θα πετύχαινε το σκοπό της που ήταν η πληρωμή των επιταγών προς όφελος αποκλειστικά της ιδίας, οι οποίες (επιταγές) αν δεν είχαν μεταβιβαστεί σ' αυτήν λόγω ενεχύρου δεν θα πληρώνονταν, ενεργώντας έτσι προς βλάβη της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται αφενός μεν εσφαλμένη εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης, αφετέρου ανεπάρκεια αιτιολογίας εκ του ότι δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα γεγονότα που να δικαιολογούν ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε κατά το χρόνο κτήσης των δύο επιταγών τον εγγυητικό τους χαρακτήρα και ότι ενήργησε προς βλάβη της εκδότριας των επιταγών, είναι αβάσιμος.
Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον ίδιο ως άνω λόγο αιτιάσεις, και συγκεκριμένα α) ότι η εκ μέρους της αναιρεσείουσας έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής μόνο σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης και όχι και σε βάρος της λήπτριας εταιρείας δεν οδηγεί σε κατάφαση της απαιτούμενης γνώσεως της ίδιας για την ύπαρξη ενστάσεων από την υποκείμενη σχέση, β) ότι η δημοσιοποίηση της κακής οικονομικής καταστάσεως της λήπτριας των επιταγών στις αρχές Σεπτεμβρίου 2008 δεν οδηγεί στο αναγκαίο συμπέρασμα ότι η Τράπεζα γνώριζε την κακή οικονομική της κατάσταση κατά το χρόνο κτήσεως των επιταγών στις 25-6-2008, γ) ότι η παράλειψη της Τράπεζας να απαιτήσει κατά την κτήση των επιταγών την επίδειξη τιμολογίων που να δικαιολογούν την αιτία έκδοσης τούτων δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη γνώση αυτής για τις τυχόν ενστάσεις, δ) ότι ο εκ μέρους των υπαλλήλων της Τράπεζας έλεγχος σε άλλες περιπτώσεις της υποκειμένης αιτίας για την κατάθεση επιταγών λόγω ενεχύρου, δεν είναι δυνατό να οδηγήσουν στη γνώση της Τράπεζας για την υποκειμένη αιτία εκδόσεως αυτών, ε) το ότι στο ενημερωτικό δελτίο της ίδιας της Τράπεζας από αρχές του 2008 εμφανιζόταν η πρώτη ανακόπτουσα ως δικαιούχος εργολαβικού ανταλλάγματος δεν αποκλείει επτά μήνες αργότερα να είχε οφειλές προς τη λήπτρια των επιταγών, στ) ότι αντίκειται στις αρχές της λογικής η μεν λήπτρια των ένδικων επιταγών να εκδώσει υπέρ της πρώτης ανακόπτουσας ισόποσες με το εργολαβικό αντάλλαγμα επιταγές ύψους 600.000 ευρώ και η τελευταία από την πλευρά της να εκδώσει επιταγές ποσού 200.000 ευρώ ως εγγύηση της καλής λειτουργίας του έργου, αντί να εκδώσει η πρώτη επιταγές ποσού 400.000 ευρώ και για το υπόλοιπο ποσό να εκδώσει επιταγές μετά την παραλαβή του έργου, και ζ) ότι είναι περίεργο, γιατί δεν εκδόθηκε μια μόνο επιταγή ποσού 200.000 ευρώ ως εγγύηση για την καλή λειτουργία του έργου και αντ' αυτής εκδόθηκαν τρεις επιταγές ποσού 85.000, 75.000 (επίδικες) και 40.000 ευρώ, αντίστοιχα, δεν ανάγονται (οι ως άνω αιτιάσεις) στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλά αποτελούν όλες επιχειρήματα της αναιρεσείουσας από τις αποδείξεις για την έλλειψη του στοιχείου της γνώσεως, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, αφού δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, ήτοι "ζητήματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, εφόσον το πόρισμα από τις αποδείξεις αυτές, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (βλ.
ΑΠ 1317/2017). Συναφώς δε προς τα ανωτέρω, και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξειδικεύει, αν η γνώση της υπάρξεως των ενστάσεων και ο σκοπός βλάβης της πρώτης αναιρεσίβλητης ανάγεται στους εκπροσώπους της ή στους υπαλλήλους της, ποια είναι τα πρόσωπα αυτά, καθώς και ποιος ο χρόνος και ο τρόπος που ενεπλάκησαν στην ένδικη υπόθεση, είναι αβάσιμος, αφού, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως που εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, ότι η γνώση του αχρεωστήτου των δύο επιταγών και η λήψη τους προς βλάβη της πρώτης αναιρεσίβλητης συνέτρεχαν στο πρόσωπο και των νομίμων εκπροσώπων και των αρμόδιων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας στο υποκατάστημα αυτής στην οδό ...
χωρίς να είναι απαραίτητο και να κατονομάζονται τα πρόσωπα αυτά, αφού αποδεδειγμένα αυτή προεξόφλησε τις δύο επιταγές.
Κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ιδίου κώδικα, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Με την ως άνω ανακοπή προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης είτε κατά της ύπαρξης της απαίτησης.
Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά, αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής που είναι η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της ανακοπής και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής (ΟλΑΠ 10/1997).
Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ' αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1943/2017). Η κατά τη διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του ΚΠολΔ εκδιδόμενη διαταγή πληρωμής αποτελεί, σύμφωνα με τα άρθρα 631 και 904 παρ. 2 ε' του ΚΠολΔ, τίτλο εκτελεστό. 'Οταν ενεργείται αναγκαστική εκτέλεση με βάση διαταγή πληρωμής, ο καθ' ου η εκτέλεση μπορεί να προβάλει τις αντιρρήσεις του κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης με την προβλεπόμενη από το άρθρο 933 του ΚΠολΔ ανακοπή.
Οι αντιρρήσεις αυτές μπορεί να αφορούν και την τυπική και ουσιαστική εγκυρότητα του εκτελούμενου τίτλου και συνεπώς και την ύπαρξη της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής, εφόσον αυτή δεν έχει αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου, είτε με την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής είτε με την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής που τυχόν ασκήθηκε.
Ωστόσο, οποιοσδήποτε λόγος και αν προβάλλεται με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, το αίτημά της είναι πάντοτε η ακύρωση ορισμένης διαδικαστικής πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης που προσβάλλεται με αυτήν. Με την ανακοπή αυτή, έστω και αν περιέχει λόγο κατά της εγκυρότητας της διαταγής πληρωμής και της ανυπαρξίας ή της ελαττωματικότητας της απαίτησης για την οποία αυτή έχει εκδοθεί, δεν μπορεί να ζητηθεί και η ακύρωση της διαταγής πληρωμής.
Η ακύρωση της τελευταίας μπορεί να ζητηθεί μόνο με την προβλεπόμενη από το άρθρο 632 παρ. 1 ή 633 παρ. 2 του ΚΠολΔ. ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, σώρευση στο ίδιο δικόγραφο ανακοπής κατά της εκτέλεσης, του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, και ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, του άρθρου 632 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ώστε με την τελευταία να ζητείται και η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει προθεσμία και για την άσκηση της τελευταίας, εάν υφίσταται αρμοδιότητα και για τις δύο ανακοπές και αν αυτές υπάγονται στην ίδια διαδικασία (ΑΠ 337/2006).
Κατά συνέπεια, το δικόγραφο της ανακοπής του άρθρου 632 και του άρθρου 933 ΚΠολΔ πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου (άρθρα 118, 199 ΚΠολΔ), και τους λόγους αυτής, αν δε ως τέτοιοι προβάλλονται ενστάσεις, ο ανακόπτων πρέπει να επικαλείται με την ανακοπή και τα πραγματικά γεγονότα που αποτελούν την ιστορική βάση των ενστάσεων, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο να διαγνώσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της ανακοπής και στο διάδικο να αμυνθεί (ΑΠ 1353/2015, ΑΠ 1938/2014, ΑΠ 194/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως ορισμένο το δεύτερο λόγο ανακοπής των αναιρεσίβλητων, παρά το ότι στο επικουρικά προβαλλόμενο δεύτερο σκέλος του, το οποίο δέχθηκε και ως ουσιαστικά βάσιμο, δεν αναφέρονταν με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούσαν την προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 22 ν. 5960/1933, και παρά την αοριστία αυτή του δικογράφου της ανακοπής, το δικαστήριο δεν κήρυξε ακυρότητα, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει το δικαστήριο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι αναφέρουν σχετικά στο δεύτερο λόγο αυτής τα ακόλουθα: "Επειδή σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν παρά τα προρρηθέντα υποτεθεί ότι η καθής δεν έλαβε τις επίμαχες επιταγές στις 25-11-2008 ή και μεταγενέστερα, αλλά τις έλαβε οποτεδήποτε κατά το χρονικό διάστημα από την έκδοσή τους, ήτοι από τις 24.06.2008 έως και την σφράγισή τους, προκύπτει και πάλι περίτρανα ότι τις έλαβε δολίως, αν και γνώριζε την ανυπαρξία οφειλής μας από αυτές, με αποκλειστικό σκοπό να εμποδίσει την προβολή της ως άνω ενστάσεώς μας, όπως ευχερώς αποδεικνύεται από τα κατωτέρω:
α)..., β)... Είναι λοιπόν αδιαμφισβήτητο ότι ακόμη και σ' αυτήν την περίπτωση η καθής γνώριζε ότι η πρώτη από εμάς ουδέν οφείλει εκ των ανωτέρω επιταγών, παρά ταύτα δέχθηκε να τις λάβει ως ενέχυρο, με αποκλειστικό σκοπό να μας αποστερήσει από το δικαίωμά μας να προβάλουμε τις προαναφερθείσες ενστάσεις μας και να αναγκαστούμε έτσι να καταβάλουμε αχρεωστήτως τα αναφερόμενα σ' αυτές ποσά, προς αμοιβαίο όφελος τόσον αυτής όσο και της πελάτισσάς της, ...
ΑΒΕΕ". Από τις περικοπές αυτές της ανακοπής των αναιρεσίβλητων προκύπτει ότι οι τελευταίοι επικαλέσθηκαν και κατά το επικουρικό σκέλος του δευτέρου λόγου αυτής όλα εκείνα τα στοιχεία που ήσαν απαραίτητα για να είναι ορισμένος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 ν. 5960/1933, και συγκεκριμένα τόσο τη γνώση της καθής η ανακοπή - αναιρεσείουσας για το αχρεώστητο των δύο επιταγών όσο και την εκ μέρους της λήψη αυτών προς βλάβη της πρώτης ανακόπτουσας - αναιρεσίβλητης.
Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που έκρινε ορισμένο τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής, όχι παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο αυτής λόγω αοριστίας και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, ο πιο πάνω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 433/2019, ΑΠ 1193/2018). Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν οι αποδείξεις προσκομίστηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο (ΑΠ 1193/2018), ενώ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε ή δεν στηρίχθηκε κυρίως στο μη νομίμως επικληθέν έγγραφο (ΑΠ 1202/2011, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 1685/2007).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 933 σε συνδ. με 632 παρ.3 και 635 επ., 237 παρ.1, 2 και 3, 270 παρ. 1, 2 και 6 και 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζητήσεως της προκείμενης υποθέσεως ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι και στην ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, κατά την οποία εκδικάζεται η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής που έχει εκδοθεί με βάση επιταγή, όπως και η ανακοπή κατά της επισπευδόμενης με βάση την ανωτέρω διαταγή πληρωμής εκτελέσεως, οι διάδικοι πρέπει μαζί με τις προτάσεις τους, το αργότερο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, να καταθέσουν, προαποδεικτικώς, και όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν με τις προτάσεις τους.
Μετά το πέρας της συζήτησης στο ακροατήριο και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων και ακόμη επιτρέπεται, πλέον του σχολιασμού αυτού, να προταθούν, με την εν λόγω προσθήκη, ισχυρισμοί και να προσκομισθούν ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις, κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ, μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν παραδεκτώς για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση.
Επομένως, επίκληση και προσκομιδή αποδεικτικού μέσου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δικάζοντος κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, άμεση ή έμμεση, των ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εντός των τριών εργασίμων ημερών από τη συζήτηση, με την προσθήκη στις προτάσεις τους, είναι απαράδεκτη, εκτός και αν αφορά την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (ΑΠ 659/2007, βλ.
και ΑΠ 477/2017, ΑΠ 1565/2014, ΑΠ 61/2010). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τέτοιες αποδείξεις, χωρίς να βεβαιώνει ότι συντρέχει περίπτωση παραδεκτού κατά την ΚΠολΔ 591 παρ. 1 περ. δ', όπως, κατά τα άνω ίσχυε, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.β' ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από την ως άνω διάταξη αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο και ειδικότερα την υπ' αριθμ. 1114/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η λήπτρια των επιταγών εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με χρόνο παύσεως των πληρωμών την 1-6-2008 και την οποία οι αναιρεσίβλητοι για πρώτη φορά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με την προσθήκη των προτάσεών τους, όχι όμως προς αντίκρουση αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας που είχε προταθεί στο ακροατήριο, αλλά ως στοιχείο ενισχυτικό και αποδεικτικό του δεύτερου λόγου της ανακοπής τους, ο οποίος και έγινε δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα γνώριζε διά των νομίμων εκπροσώπων της και των αρμοδίων υπαλλήλων της κατά το χρόνο λήψεως των δύο επιταγών την έλλειψη υποκειμένης σχέσεως μεταξύ της εκδότριας και της λήπτριας και επίσης ότι λαμβάνοντας τις δύο αυτές επιταγές θα ματαίωνε την προβολή της περί αχρεωστήτου ενστάσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης προς όφελος αποκλειστικά της ίδιας, αφού αν δεν είχαν μεταβιβασθεί σ' αυτήν οι επιταγές λόγω ενεχύρου, δεν θα πληρώνονταν.
Από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των προτάσεων των διαδίκων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν αναφέρουν σ'αυτές ότι προσκομίζουν και επικαλούνται την εν λόγω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά για πρώτη φορά την επικαλέστηκαν και την προσκόμισαν με την προσθήκη των προτάσεών τους, που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, και συγκεκριμένα στις 5-3-2010, χωρίς ωστόσο το αποδεικτικό αυτό μέσο να κατατείνει προς ανταπόδειξη ισχυρισμού της αναιρεσείουσας που προτάθηκε στο ακροατήριο, δεδομένου ότι η τελευταία με τις προτάσεις της που κατέθεσε στο ακροατήριο αρνήθηκε αιτιολογημένα την ανακοπή, χωρίς να προβάλει αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν στήριξε κυρίως στο έγγραφο τούτο την κρίση του ότι "οι ένδικες επιταγές δεν εκδόθηκαν για γεννημένη απαίτηση, αλλά είχαν εγγυητικό χαρακτήρα, το γεγονός δε αυτό γνώριζε η καθής κατά το χρόνο κτήσης τους και ενήργησε προς βλάβη της πρώτης ανακόπτουσας", αλλά το συνεκτίμησε επικουρικά με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, στα οποία κυρίως στηρίχθηκε.
Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την ως άνω κρίση του ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε την έλλειψη υποκειμένης σχέσεως μεταξύ εκδότριας και λήπτριας των δύο επιταγών, καθώς επίσης ότι λαμβάνοντας τις δύο αυτές επιταγές θα ματαίωνε την προβολή της περί αχρεωστήτου ενστάσεως της πρώτης ανακόπτουσας προς όφελος αποκλειστικά της ίδιας, σε πλήθος άλλων αποδεικτικών στοιχείων και συγκεκριμένα α) στη γνώση της για την κακή οικονομική κατάσταση του ομίλου της λήπτριας των επιταγών "...
ΑΒΕΕ" ήδη από τις αρχές του έτους 2008, ενόψει των συχνών αρνητικών δημοσιευμάτων στον τύπο, β) στο γεγονός ότι η αναιρεσείουσα αποτελούσε αυτή το βασικό χρηματοδότη του Ομίλου ..., αφού μέσω αυτής γίνονταν όλες οι αυξήσεις του μετοχικού της κεφαλαίου και μέσω των υποκαταστημάτων της γίνονταν οι καταβολές των μερισμάτων στους μετόχους, γ) στο ότι μεταξύ των τραπεζικών κύκλων ήταν ευρύτατα γνωστό ότι ο όμιλος ...
αντιμετωπίζει πρόβλημα εξυπηρετήσεως δανείων, παρά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και τη ρευστοποίηση ορισμένων θυγατρικών εταιρειών και άλλων περιουσιακών στοιχείων, δ) στο ότι η αναιρεσείουσα καθώς και άλλες Τράπεζες είχαν ξεκινήσει πριν αρκετούς μήνες επαφές με τη διοίκηση του ομίλου ... με σκοπό την αναχρηματοδότηση του ομολογιακού δανείου της εταιρείας, οι υποχρεώσεις της οποίας ανέρχονταν σε μεγάλα ποσά, εμφανίζοντας το 2008 ζημίες ύψους 5,4 εκατομμυρίων ευρώ έναντι κερδών ύψους 1,7 εκατομμυρίων ευρώ το προηγούμενο έτος, ενώ επί πλέον, την κρίση της για το σκοπό βλάβης της πρώτης αναιρεσίβλητης, 1) στη μη αναζήτηση τιμολογίων που να δικαιολογούν την έκδοση των δύο επιταγών υπέρ της λήπτριας, 2) στο γεγονός ότι συγκεκριμένοι υπάλληλοι στο υποκατάστημα της αναιρεσείουσας στην οδό ...
απασχολούνταν αποκλειστικά με τις υποθέσεις του ομίλου ... και γνώριζαν τα οξύτατα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ήδη από τις αρχές του έτους 2008, και 3) στο από 23-12-2007 ενημερωτικό δελτίο, που είχε συντάξει η αναιρεσείουσα για την οικονομική κατάσταση του ομίλου ... και από το οποίο προέκυπτε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν υπήρξε ποτέ οφειλέτης του ομίλου.
Κατά συνέπεια, η αιτίαση αφορά έγγραφο που δεν υπήρξε ουσιώδες, αφού δεν καθόρισε το διατακτικό της απόφασης, ώστε να ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το γεγονός ότι λήφθηκε υπόψη χωρίς επίκληση από τους αναιρεσιβλήτου (βλ. ΑΠ 165/2016). Συνακόλουθα, ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος παραδεκτά προτάθηκε, εφόσον πρόκειται για παράβαση, η οποία δεν μπορούσε να προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη (ΑΠ 1134/1993) γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/15). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, παρά τη γενική αναφορά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη το δελτίο δυσμενών στοιχείων για την εταιρεία ...
ΑΒΕΕ από το πληροφοριακό σύστημα της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, το οποίο η αναιρεσείουσα προσκόμισε και επικαλέσθηκε προς αντίκρουση των λόγων της ανακοπής και από το οποίο προέκυπτε ότι τα πρώτα δυσμενή στοιχεία για την εταιρεία αυτή εμφανίσθηκαν στο σύστημα αυτό στις 25-7-2008, δηλαδή ένα μήνα μετά τη μεταβίβαση στην αναιρεσείουσα των ένδικων επιταγών, γεγονός που αναιρούσε τη γνώση της για την κακή οικονομική κατάσταση της λήπτριας κατά την κτήση των δύο επιταγών.
Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Δικαστηρίου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο αυτού, την υπ' αριθμ. 1139/1-3-2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των ανακοπτόντων ενώπον της συμβ/φου Πατρών Δ.
Κ., καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν κατά την ανάπτυξη του πρώτου λόγου αναιρέσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν ως άνω έγγραφο, πλην όμως η πλειάδα εγγράφων (δημοσιεύματα του τύπου, ενημερωτικό δελτίο που είχε συντάξει η ίδια η αναιρεσείουσα), καθώς και οι ένορκες καταθέσεις και βεβαιώσεις μαρτύρων που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, αναιρούσαν ουσιαστικά το περιεχόμενό του και καθιστούσαν βέβαιο ότι η αναιρεσείουσα είχε πλήρη γνώση για την κακή οικονομική κατάσταση της λήπτριας των δύο επιταγών από τις αρχές του έτους 2008.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 643 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, και στην ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, το δικαστήριο, όταν δικάζει κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, λαμβάνει υπ' όψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ.
Έτσι, είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη στη διαδικασία αυτή και έγγραφα αχρονολόγητα, ανυπόγραφα, αχαρτοσήμαντα, ανεπικύρωτα ή άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, ανεξάρτητα από ποιον από τους διαδίκους προσκομίζονται, χωρίς να ιδρύονται συνεπεία τούτου οι από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α', και 12 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως (ΑΠ 651/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή η κρίση της πως η εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας έκδοση των δύο επιταγών έγινε στις 24-6-2008 σε διαταγή της λήπτριας εταιρείας ... ΑΒΕΕ με φερομένη ημερομηνία εκδόσεως την 20-11-2008, ως εγγύηση της καλής λειτουργίας του έργου που είχε αναλάβει να εκτελέσει η εν λόγω αναιρεσείουσα για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας ως υπεργολάβος και με τη συμφωνία ότι θα επιστρέφονταν μετά την οριστική παραλαβή του έργου, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο από 24-6-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της εκδότριας και της λήπτριας των επιταγών, το οποίο ωστόσο ήταν ανίσχυρο και δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως μέσο, γιατί δεν είχε θεωρηθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
μέσα στην προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία των 10 ημερών από την κατάρτισή του, το γεγονός δε αυτό έθετε υπό αμφισβήτηση τον πραγματικό χρόνο καταρτίσεως του συμφωνητικού αυτού. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, κατά την άνω ειδική διαδικασία η οποία εφαρμόσθηκε και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, μπορούσε να ληφθεί υπόψη το παραπάνω έγγραφο, το οποίο παραδεκτά επικαλέσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των προτάσεών τους ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείοσυας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-12-2010 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα E.F.G. Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" για αναίρεση της υπ' αριθ. 630/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ