Legislator Case Law & Legislation
839/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and failure to raise issues before lower court.

Case Number 839/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision of 2004. The appellants argued the lower court improperly considered unsubmitted evidence and failed to comply with a prior Supreme Court ruling, but their grounds were rejected as too vague. The court held that these specific complaints were not raised during the lower court proceedings and did not fall under the limited exceptions allowing late introduction of such arguments.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559, Art. 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague, not raised before the court of first instance, and does not fall within the statutory exceptions for late presentation.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds vague complaint procedural default Code of Civil Procedure evidence submission compliance with precedent

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 562 of the Code of Civil Procedure
Art. 237 of the Code of Civil Procedure
Art. 524 of the Code of Civil Procedure
Law 2915/2001

Cited Case Law

AI generated
896/2002
896/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ.
8780/1998
Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5213/1996 προδικαστική, 8780/1998 οριστική απόφαση.
677/1995
1268/2008
Supreme Court dismisses appeal request due to failure of appellants to appear in court proceedings.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 839 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 839/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Των κληρονόμων της Χ2: α. Χ2-Α, κατοίκου ..., β. Χ2-Β, κατοίκου ..., γ. Χ2-Γ, κατοίκου ..., δ. Χ2-Δ, κατοίκου ... και ε. Χ2-Ε, κατοίκου ..., 3. Χ3, κατοίκου ..., 4. Χ2-Β, κατοίκου ... και 5. Χ5, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον δικηγόρο Επαμεινώνδα Σαρρή.

Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ..., ως κληρονόμων του αρχικά εναγομένου ΘΘ, 4. Ψ4, κατοίκου ..., ως εκ διαθήκης κληρονόμου αφενός του αρχικά εναγομένου ΚΚ και αφετέρου του αρχικά εναγομένου ΛΛ, 5. Ψ5, κατοίκου ..., 6. Ψ6, κατοίκου ... και 7. Ψ7, κατοίκου ... . Οι 1ος, 2η, 4ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κουμουτσάρη και η 3η (Ψ3) παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Οι 5ος (Ψ5) και 7η (Ψ7) εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αδαμαντία Καφούτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος των αντιδίκων ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως κατά την οποία οι αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-1981 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/1981 προδικαστική, 88/1985 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 24/1998 του Εφετείου Αιγαίου. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 677/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5213/1996 προδικαστική, 8780/1998 οριστική απόφαση. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 896/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεση την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 8733/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 3-10-2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1268/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 4-11-2008 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 19-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, η διάταξη του άρθρου αρθρ. 280 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία "θεωρείται ότι δεν εμφανίζεται, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ο διάδικος που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο", εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, καίτοι δεν αναφέρεται στις διατάξεις στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι η με αυτό παραπομπή σε ορισμένες διατάξεις του ΚΠολΔ δεν είναι περιοριστική, ενόψει και του ότι ούτε χρήση του στερητικού μορίου "μόνο" γίνεται με το εν λόγω άρθρο 573 παρ. 1, ούτε η εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 280 παρ. 2 είναι ασυμβίβαστη προς την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, αφού στο άρθρο 575 ΚΠολΔ προβλέπεται η δυνατότητα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, όπως και κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (241 ΚΠολΔ), ούτε η ρύθμιση εκείνης προσκρούει στις περί ερημοδικίας διατάξεις ενώπιον του Αρείου Πάγου (576 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 134 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, αυτός δε, όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον υπουργό των εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 136 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, η επίδοση που γίνεται κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 134 θεωρείται ότι συντελέστηκε μόλις παραδοθεί το έγγραφο στον αρμόδιο εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και της παραλαβής του από το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται. Οι πιο πάνω διατάξεις του ΚΠολΔ, με τις οποίες καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης με το ν. 1334/1983.

Η διεθνής αυτή Σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των Χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 15 της ίδιας Σύμβασης τρόπο.

Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 της πιο πάνω Διεθνούς Σύμβασης, την οποία έχει επικυρώσει και ο Καναδάς, σχετικής με την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία, σύμφωνα με την 3/17-8-1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18-9-1983, η απόδειξη της επιδόσεως των διαβιβαζόμενων, για σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης, στο εξωτερικό εγγράφων, πρέπει να προκύπτει είτε από το χρονολογημένο και δεόντως επικυρωμένο αποδεικτικό παραλαβής, από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται, είτε με πιστοποιητικό της αρχής του κράτους προς το οποίο η αίτηση, που να εμφαίνει το γεγονός, τον τόπο και τη χρονολογία της επίδοσης, έτσι που να βεβαιώνεται, ότι αυτός προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή η κοινοποίηση έλαβε γνώση του προς επίδοση εγγράφου.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 4-11-2008 κλήση των πρώτου, δεύτερης, τρίτης, τετάρτου και έκτης των αναιρεσιβλήτων, Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4 και Ψ6, επισπεύδεται η συζήτηση της υπό κρίση από 3-10-2005 αίτησης αναίρεσης, δικάσιμος της οποίας, με την κάτω από την κλήση αυτή σχετική πράξη του Προέδρου του παρόντος Τμήματος του ΑΠ, ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης (23-9-2009).

Κατά τη δικάσιμο αυτή και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Επαμεινώνδα Σαρρή, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, παραστάθηκε μόνο για να ζητήσει από το Δικαστήριο τούτο την αναβολή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, η οποία δεν έγινε δεκτή από αυτό και, επομένως, οι εν λόγω διάδικοι θεωρείται ότι δεν εμφανίσθηκαν.

Από δε τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. .../12-2-2009, .../11-2-2009, .../12-2-2009, .../12-2-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και υπ' αριθμ. .../25-2-2009 και .../25-2-2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σάμου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της παραπάνω αναφερόμενης κλήσης των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, μαζί με την κάτω από αυτήν πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, στους 1ο, 2 α-β-δ-ε, 4ο και 5η αναιρεσείοντες, Χ1, Χ2-Α, Χ2-Β, Χ2-Δ, Χ2-Ε και Χ5.

Ακόμη, από τις υπ' αριθμ. .../9-3-2009 και .../9-3-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ίδιας πιο πάνω κλήσης των αναιρεσιβλήτων, μαζί με την κάτω από αυτήν πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, επιδόθηκαν νομίμως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για περαιτέρω αποστολή και επίδοση στους με αριθμ. 2γ και 3 αναιρεσείοντες Χ2-Γ και Χ3, που είναι κάτοικοι ... .

Από δε τα λοιπά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και ιδίως τη μεταξύ του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης και των αρμόδιων Αρχών του Καναδά αλληλογραφία και τα υπ' αριθμ. πρωτ. .../25-6-2009 και .../21-7-2009 έγγραφα του Εισαγγελέα του ΑΠ προκύπτει ότι το παραπάνω δικόγραφο της κλήσης για συζήτηση της αναίρεσης (με τη συνημμένη σ' αυτό επίσημη μετάφραση στη αγγλική γλώσσα), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους ανωτέρω αναφερόμενους με αριθμ. 2γ και 3 αναιρεσείοντες, με παράδοση αυτού στους ίδιους στις 12-5-2009, δηλαδή ενενήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Επομένως, εφόσον όλοι αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

- ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 25/2003 και 3/1997).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 εδ.α' Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν ερεύνησε και συνεπώς δεν έλαβε υπόψη του την κύρια βάση της αγωγής τους, που θεμελιώνεται στον ισχυρισμό τους, ότι απέκτησαν τη συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τις αναφερόμενες στην αγωγή κληρονομικές εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου διαδοχές, ως προς την οποία (βάση) και μεταβιβάσθηκε η υπόθεση στο Εφετείο με τις ασκηθείσες κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης εφέσεις τους.

Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αποβιώσας το έτος 1925 ΑΑ, με την υπ' αριθμ. .../13-2-1925 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Ευδήλου Γεωργίου Κοκιούση, άφησε στα εγγόνια του Ω1 και Ω2 (έβδομη από τους αρχικούς ενάγοντες), κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, εκτός άλλων ακινήτων και ένα χωράφι, το οποίο στην πιο πάνω διαθήκη αναφέρεται ως "το χωράφι το ...

στον ...", χωρίς κανένα άλλο καθ' όρια ή έκταση προσδιορισμό. Στις 14-4-1975 αποβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο από τους συγκληρονόμους Ω1 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Χ2-Γ και τα τέκνα του Χ1, Χ2, Χ3, Χ2-Β και Χ5 (πρώτο έως και έκτη από τους αρχικούς ενάγοντες), οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά εκείνου, με την υπ' αριθμ. .../6-2-1981 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ικαρίας Σταματίου Κέφαλου.

Ειδικότερα, με την πράξη αυτή δήλωσαν, ότι αποδέχονται και το περιλαμβανόμενο στην κληρονομιά του άνω συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, 1/2 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω αναφερομένου χωραφιού, που στην εν λόγω πράξη προσδιορίζεται ως "ένα χωράφιο, κείμενο παρά την θέσιν ... της κτηματικής περιφέρειας ... ομωνύμου κοινότητος, άνωθεν αμμουδάκι, επονομαζόμενο ..., εκτάσεως 8.900 τ.μ.

και οριζόμενο νοτιοδυτικώς με ιδιοκτησίας ΒΒ, ανατολικά με θάλασσα, βορείως με μεγάλον βράχον και πέραν τούτου με ιδιοκτησίαν κληρονόμων ΓΓ και δυτικά με ιδιοκτησίαν κληρονόμων ΔΔ". Περαιτέρω αποδεικνύεται, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων ΓΓ άσκησε κατά των ΕΕ, ΣΤ και ΖΖ, ενώπιον του Πρωτοδικείου Σάμου, την από 30-9-1955 αγωγή του περί διεκδικήσεως του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου, ήτοι ενός χέρσου και κατωφερούς αγρού, μήκους 200 μ.

και πλάτους 200 μ. περίπου, κειμένου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητος ... και ονομαζόμενου "...", από τον οποίο διέρχονται οι δημόσιες οδοί ... και ..., συνορευόμενου δε βορείως με βραχώδη έκταση και θαλάσσια ακτή, νοτίως με κτήμα ΑΑ και μεγάλο βράχο, διαχωριστικό των κτημάτων του ενάγοντος και του τελευταίου, δυτικώς με περιβολότοιχο και κτήμα ΗΗ μέχρι ρύακος ποταμού ...-...

και νοτιοδυτικώς μέχρι κορυφογραμμής και κτημάτων κληρονόμων ΔΔ και ΘΘ. Επί της αγωγής εκείνης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 362/1956 απόφαση του Πρωτοδικείου Σάμου, με την οποία ο δικαιοπάροχος των εναγομένων ΓΓ αναγνωρίστηκε, έναντι των παραπάνω αντιδίκων του, κύριος του πιο πάνω, επιδίκου τότε, ακινήτου και υποχρεώθηκαν οι τελευταίοι να του το αποδώσουν, υπό τον όρο δόσεως απ' αυτόν του διατυπούμενου στην εν λόγω απόφαση αναπληρωματικού όρκου, ο οποίος και δόθηκε.

Ακολούθως ο ΓΓ, με το υπ' αριθμ. .../13-10-1963 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ευδήλου Ικαρίας Βασιλείου Στεφάνου Καβουριάρη, από το στην θέση ... ... κείμενο και επονομαζόμενο "..." κτήμα του, το οποίο αρχίζει από την υδρεύουσα το συνοικισμό ... και καταλαμβάνει την βορειοανατολική πλευρά του υπερκείμενου μικρού λόφου και συνεχίζεται από την αμαξιτή οδό ...

προς ... , πώλησε προς τις ΜΜ και ΝΝ (τέταρτη και πέμπτη από τους αρχικούς εναγομένους) ένα τμήμα προσφερόμενο ως οικόπεδο, μήκους 15 μ. επί της πλευράς της αμαξιτής οδού και πλάτους 16 μ. εξ ανατολών προς δυσμάς, ήτοι εμβαδού 240 τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικώς με την αμαξιτή οδό και επί των υπολοίπων πλευρών με συνεχόμενο κτήμα του ίδιου και προσδιορίζεται κατά θέση στο νότιο μέρος του όλου κτήματος αυτού.

Ο ΓΓ αποβίωσε στις 8-9-1968 και με την υπ' αριθμ. .../30-9-1962 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Ευδήλου Ικαρίας Βασιλείου Στεφάνου Καβουριάρη, εγκατέστησε κληρονόμους του, εκτός άλλων, και τους γιους του ΘΘ, ΚΚ και ΛΛ (πρώτο έως τρίτο από τους εναγομένους), σε καθέναν από τους οποίους άφησε το 1/3 εξ αδιαιρέτου του κτήματος του έναντι ...

που ονομάζεται "...". Οι εν λόγω κληρονόμοι του ΓΓ αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά εκείνου, με την υπ' αριθμ. .../26-6-1981 πράξη του συμβολαιογράφου Ικαρίας Σταματίου Κέφαλου, στην οποία το πιο πάνω κληρονομιαίο ακίνητο περιγράφεται ως "αγρός χέρσος και κατωφερής, ονομαζόμενος ειδικότερα ..., κείμενος στη θέση ...περιφέρειας κοινότητος ..., που έχει μήκος 200 μ.

και πλάτος 200 μ. περίπου, συνολική επιφάνεια 40 περίπου στρεμμάτων, από τον οποίο διέρχονται οι δημόσιες οδοί ... και ... και που συνορεύει νοτίως με κτήμα ΑΑ, και μεγάλο Βράχο, διαχωριστικό των δύο τούτων κτημάτων, δυτικώς με περιβολότοιχο και κτήμα των κληρονόμων ΗΗ μέχρι ρύακος ποταμού ... και νοτιοδυτικώς μέχρι κορυφογραμμής και κτημάτων κληρονόμων ΔΔ και ΘΘ".

Όπως ομολογούν οι διάδικοι το διαχωριστικό όριο των ιδιοκτησιών των εναγόντων και των εναγομένων βρίσκεται στο σημείο, όπου κείται ο αναφερόμενος και στην ανωτέρω, υπ' αριθμ. 193/1954 απόφαση του Πρωτοδικείου Σάμου "μεγάλος βράχος", ο οποίος ανέκαθεν αποτελούσε το φυσικό διαχωριστικό όριο των παραπάνω ιδιοκτησιών.

Ο διορισθείς με την 110/1981 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου πραγματογνώμονας ... δεν προσδιορίζει το σημείο, στο οποίο βρίσκεται ο πιο πάνω "μεγάλος βράχος", αλλά στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει τη συνταχθείσα απ' αυτόν έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σημειώνει με τους λατινικούς αριθμούς Ι και II δύο απεικονίσεις βράχων, στην πρώτη από τις οποίες αναγράφει την ένδειξη "θέση μεγάλου βράχου κατά ΧΧΧ", ενώ στη δεύτερη "θέση μεγάλου βράχου κατά ΨΨΨ" και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης καταλήγει ότι από την περιγραφή στα σχετικά συμβόλαια των δύο κτημάτων "..." και "..." δεν προκύπτει δυνατότητα ελέγχου της θέσης της επίδικης έκτασης.

Κατά τους ενάγοντες ο "μεγάλος βράχος" βρίσκεται 60 μέτρα περίπου δυτικότερα από το σημείο, στο οποίο οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κείται. Έτσι, οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθούν κύριοι της ανατολικώς του "μεγάλου βράχου" εκτεινόμενης εκτάσεως, που διατείνονται, ότι την κατέλαβαν οι εναγόμενοι κατά το έτος 1979 και έκτοτε την κατέχουν και η οποία περιγράφεται ως αγροτικό κτήμα εκτάσεως 12.500 τ.μ., που διατέμνεται από την παλαιά ημιονική οδό ...-...και από τη δημόσια αμαξιτή οδό ...και αποτελείται από καλλιεργήσιμα και θαμνοσκεπή τμήματα, συνορεύει δε γύρωθεν με κτήματα ΔΔ, από την οποία χωρίζεται με ιδιωτική οδό, κτήματα κληρονόμων ΓΓ, από τα οποία χωρίζεται με ρυάκι και μεγάλο βράχο μέχρι βουνοκορφής, ΒΒ, με ρέμα και με παραλία.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες θεωρούν, ότι το όριο της δυτικής πλευράς της ιδιοκτησίας τους διέρχεται από το ση μείο, που απεικονίζεται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα του ... με την ένδειξη του λατινικού αριθμού 1, όπου αποτυπώνεται μικρός βράχος, για τον οποίο ισχυρίζονται ότι αποτελεί υπόλειμμα του αναφερομένου ως διαχωριστικού ορίου των δύο ιδιοκτησιών "μεγάλου βράχου", που μερικώς είχε καταστραφεί κατά το έτος 1968 από τη ΜΟΜΑ (Μικτή Ομάδα Μηχανικής Ανασυγκροτήσεως) κατά την εκτέλεση έργων οδοποιίας.

Αντίθετα, οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι η ιδιοκτησία των εναγόντων κείται 60 μ. περίπου ανατολικότερα μέχρι το σημείο που απεικονίζεται στο ανωτέρω σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα ... με την ένδειξη του λατινικού αριθμού II, όπου υπάρχει πράγματι ο "μεγάλος βράχος" και ότι δυτικώς του σημείου τούτου και του εκεί ευρισκόμενου βράχου εκτείνεται η κατεχόμενη απ' αυτούς ιδιοκτησία της οποίας είναι κύριοι.

Συνεχόμενα με τον, κατά την άποψη των εναγομένων, "μεγάλο βράχο", κυρίως προς το μέρος του δρόμου ...-... και επί του ορίου της ιδιοκτησίας τους υπάρχει διαχωριστικός φράκτης από πασσάλους και συρματόπλεγμα, τον οποίο κατά το έτος 1970 τοποθέτησαν η Ω2 (έβδομη από τους αρχικούς ενάγοντες) και ο Ω1, δικαιοπάροχος των λοιπών εναγόντων, πάνω δε στο ίδιο όριο και προς την πλευρά της θάλασσας υπάρχει διαχωριστικός τοίχος, τον οποίο κατά το έτος 1958 κατασκεύασε ο δικαιοπάροχος των εναγομένων ΓΓ, όπως πιο κάτω αναφέρεται.

Όπως ομολογείται και από τα δύο διάδικα μέρη, η ανατολικώς του ανωτέρω συρματοπλέγματος και του εκεί "μεγάλου βράχου" ευρισκόμενη έκταση διακατέχεται από τους ενάγοντες, που είναι και κύριοι αυτής. Η έκταση αυτή, της οποίας η επιφάνεια" ανέρχεται σε 2 έως 3 περίπου στρέμματα, περιλαμβάνεται στην προαναφερόμενη μεγαλύτερη επίδικη έκταση των 12.500 τ.μ., δοθέντος ότι αυτή, όπως πιο πάνω περιγράφεται, φέρεται να μη συνορεύει με την υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων, παρά μόνο με ιδιοκτησίες τρίτων.

Έτσι, όσον αφορά το ανατολικώς του συρματοπλέγματος και του τοίχου ευρισκόμενο τμήμα της επίδικης έκτασης, εμβαδού 2-3 στρεμμάτων, το οποίο δεν αποδεικνύεται ότι καταλήφθηκε ποτέ και κατέχεται από τους εναγομένους ή ότι αμφισβητείται η επ' αυτού κυριότητα των εναγόντων, η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη στην ουσία της.

Όσον αφορά το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου ακινήτου, που εκτείνεται δυτικώς του συρματοπλέγματος και του διαχωριστικού τοίχου, αποδεικνύεται, ότι επ' αυτού διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου ασκούσαν από το έτος 1956 μέχρι την έγερση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (88/1985) του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου, αρχικά ο ΘΘ και μετά τον επισυμβάντα την 8-9-1968 θάνατό του οι κληρονόμοι αυτού ΘΘ, ΚΚ και ΛΛ, στους οποίους καταλείφθηκε κατά τα ανωτέρω ολόκληρο το γνωστό με την ονομασία "..." ακίνητο από το διαθέτη πατέρα τους.

Συγκεκριμένα, ο ΓΓ, μετά την κατά τα προεκτεθέντα επιτυχή κατά το έτος 1956 διεκδίκηση από τους ΕΕ, ΣΤ και ΖΖ της εν λόγω επίδικης έκτασης, η οποία, όπως και η γύρω από αυτήν περιοχή ήταν άγονη και κατά το μεγαλύτερο μέρος της βραχώδης, μη προσφερόμενη για καλλιέργεια, κατασκεύασε το έτος 1958 τον προαναφερθέντα διαχωριστικό τοίχο και έκτοτε επέβλεπε την έκταση αυτή, μαζί με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του, και την προστάτευε, κατά δε το έτος 1963, όπως εκτέθηκε, πώλησε στις τέταρτη και πέμπτη εναγόμενες, ΜΜ και ΝΝ ένα τμήμα από την έκταση αυτή, επιφάνειας 240 τ.μ.

Στη συνέχεια από τις 8-9-1968 και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, οι πιο πάνω κληρονόμοι του, ΘΘ, ΚΚ και ΛΛ, εξακολούθησαν να νέμονται την επίδικη αυτή έκταση. Άσκηση διακατοχικών πράξεων στο πιο πάνω τμήμα της επίδικης έκτασης, που βρίσκεται δυτικώς του συρματοπλέγματος και του διαχωριστικού τοίχου, από μέρους των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, και μάλιστα επί τόσο μακρύ χρονικό διάστημα, ώστε να είναι δυνατή η με έκτακτη χρησικτησία κτήση κυριότητας επ' αυτού δεν αποδεικνύεται.

Αντιθέτως, αποδεικνύεται, ότι η εκ των εναγόντων Ω2 και ο δικαιοπάροχος των λοιπών εναγόντων Ω1 τοποθέτησαν κατά το έτος 1970 τον προαναφερθέντα φράκτη από πασσάλους και συρματόπλεγμα, που διαχωρίζει την επίδικη αυτή έκταση και τη συνεχόμενη ιδιοκτησία τους. Ακόμη οι από τους εναγομένους ΜΜ, ΝΝ, Ψ7 και Ψ6, οι οποίοι αγόρασαν κατά τα έτη 1963 και 1979 τμήματα της παραπάνω επίδικης έκτασης, οριοθέτησαν και περιέφραξαν αυτά λίγο μετά την αγορά τους, η δε εξ αυτών Ψ6 οικοδόμησε επί του αγορασθέντος απ' αυτήν τμήματος πολυτελή οικία και έκτοτε όλοι τους νέμονται τα τμήματα που αγόρασαν μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Η παραπάνω κρίση της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου, ενισχύεται και από τη γνωμοδότηση του διορισθέντος πραγματογνώμονα ..., κατά την οποία το σύνολο της κατεχόμενης από τους εναγόμενους έκτασης, που περιλαμβάνει το δυτικώς της περιφράξεως τμήμα της επίδικης έκτασης, αλλά και την πέραν αυτού υπόλοιπη ιδιοκτησία αυτών, ανέρχεται, μετά τη γενόμενη σχετική καταμέτρηση, σε 19.323 τ.μ., δηλαδή είναι πολύ μικρότερη από την έκταση των 40.000 τ.μ., επί της οποίας ο δικαιοπάροχος των εναγομένων ΓΓ είχε αναγνωρισθεί κύριος με την 382/1956 απόφαση του Πρωτοδικείου Σάμου.

Ακόμη, ενισχυτικό της κρίσης της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου περί του διαχωριστικού ορίου των ιδιοκτησιών των διαδίκων και περί του σημείου στο οποίο βρίσκεται ο αναφερόμενος στους τίτλους αυτών "μεγάλος βράχος" είναι και το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους εναγομένους από 6-10-1955 πρόχειρο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του έφεδρου αξιωματικού ..., το οποίο φέρει την από 14-11-1955 επικύρωση του Προέδρου της Κοινότητας ...

για τη γνησιότητα της υπογραφής του συντάκτη του. Στο σχεδιάγραμμα αυτό, που καταρτίσθηκε για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προδιαληφθείσα υπ'αριθμ. 362/1956 απόφαση του Πρωτοδικείου Σάμου, απεικονίζεται το τότε επίδικο κτήμα του ΓΓ, με τη γύρω απ' αυτό περιοχή, και επί του διαχωριστικού ορίου του κτήματος αυτού από το κτήμα "ΑΑ" (των εναγόντων) απεικονίζεται ο "μεγάλος βράχος", υποσημειούμενος με τις ίδιες λέξεις, ο οποίος βρίσκεται τοποθετημένος στην αυτή θέση που τον τοποθετούν και οι εναγόμενοι, ενώ δυτικότερα προς την πλευρά του ...

μέσα στο κτήμα του ΓΓ και στο σημείο περίπου, στο οποίο τοποθετούν οι ενάγοντες τον μεγάλο βράχο, υπάρχει σχετική απεικόνιση με την ένδειξη "μικρός βράχος". Ακολούθως το Εφετείο, επικυρώνοντας την υπ' αριθμ. 88/1985 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε απορρίψει, ως ουσιαστικώς αβάσιμη, την ένδικη από 26-2-1981 διεκδικητική των επιδίκων ακινήτων αγωγή των πρώτου, τρίτου, τετάρτου, πέμπτης των αναιρεσειόντων και της Χ2, καθολικής δικαιοπαρόχου των λοιπών αναιρεσειόντων, απέρριψε τις εφέσεις αυτών κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ειδικότερα 1) τη με αριθμό εκθ.

καταθ. 3/20- 2-1986 έφεση, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της εναγόμενης Ψ6 και 2) τη με αριθμό εκθ. καταθ. 28/9-8-1985 έφεση κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν κατά των αρχικά εναγομένων ΘΘ, ΚΚ, ΛΛ, ΜΜ, ΝΝ, Ψ7 και Ψ5. Όπως προκύπτει από το προεκτιθεμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι το φυσικό όριο που διαχώριζε το ακίνητο, εκτάσεως 8.900 τ.μ., που ανήκε στον κατά το έτος 1925 αποβιώσαντα αρχικό δικαιοπάροχο των εναγόντων ΑΑ και με κληρονομική από διαθήκη διαδοχή του περιήλθε κατά κυριότητα στην έβδομη αρχική ενάγουσα Ω2 και στον καθολικό δικαιοπάροχο των λοιπών εναγόντων Ω1, και το όμορο προς αυτό ακίνητο, εκτάσεως 40 στρεμμάτων, που ανήκε στον αποβιώσαντα στις 8-9-1968 δικαιοπάροχο των εναγομένων ΓΓ, ήταν ανέκαθεν ο υπάρχων, μεταξύ των ιδιοκτησιών αυτών, "μεγάλος βράχος", η θέση του οποίου στο σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα ...

σημειώνεται με την ένδειξη του λατινικού αριθμού II, ο συνεχόμενος προς το βράχο αυτό και προς το μέρος του δρόμου ...-... διαχωριστικός φράκτης από πασσάλους και συρματόπλεγμα, που είχε τοποθετηθεί κατά το έτος 1970 από την έβδομη αρχικώς ενάγουσα Ω2 και το δικαιοπάροχο των λοιπών εναγόντων Ω1, καθώς και ο υπάρχων διαχωριστικός τοίχος προς την πλευρά της θάλασσας, που είχε κατασκευασθεί κατά το έτος 1958 από το δικαιοπάροχο των εναγομένων ΓΓ, και ότι, κατά συνέπεια, τα τμήματα της επίδικης έκτασης, συνολικού εμβαδού 12.500 τ.μ., που βρίσκονται δυτικώς του διαχωριστικού τούτου φράκτη και τοίχου δεν εμπίπτουν στους τίτλους κληρονομίας των αναιρεσειόντων και των δικαιοπαρόχων τους, αλλά αποτελούν μέρος του μείζονος ακινήτου των 40 στρεμμάτων που ανήκε κατά κυριότητα στον αρχικό δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων εναγομένων ΓΓ.

Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε τους θεμελιωτικούς της κύριας βάσης της αγωγής ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ότι αυτοί και οι δικαιοπάροχοί τους απέκτησαν τη συγκυριότητα των επιδίκων ακινήτων με τις αναφερόμενες στην αγωγή κληρονομικές διαδοχές, και συνεπώς τους έλαβε υπόψη.

Επομένως ο ανωτέρω, περί του αντιθέτου, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη γεγονότων που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής τους και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη την από μηνός Οκτωβρίου του 2004 τεχνική έκθεση Φωτοερμηνείας του καθηγητή του Ε.Μ.Π. ..., με τα συνημμένα σ' αυτήν α) από Αυγούστου 1984 τοπογραφικό διάγραμμα της περιοχής του τοπογράφου μηχανικού ..., β) τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα ..., γ) αεροφωτογραφία της περιοχής, έτους λήψεως 1960, δ) αεροφωτογραφία της ίδιας περιοχής έτους λήψεως 1971 και ε) δύο τοπογραφικά διαγράμματα επαλληλίας, κλίμακας 1:1000, με στερεοσκοπικές αποδόσεις των άνω αεροφωτογραφιών, επιτεθειμένες στα παραπάνω δύο τοπογραφικά διαγράμματα.

Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους, προς άμεση και έμμεση απόδειξη, έγγραφα, από τη ρητή αναφορά στην αεροφωτογραφία της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού του έτους 1960 που γίνεται στην απόφαση, σε συνδυασμό με τις πιο πάνω σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του ανωτέρω αποδεικτικού της πορίσματος και ιδίως τις παραδοχές ότι "η θέση του μεγάλου βράχου, που ανέκαθεν αποτελεί το φυσικό διαχωριστικό όριο μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών των διαδίκων μερών, είναι εκείνη που στην έκθεση του πραγματογνώμονα ...

σημειώνεται με την ένδειξη του λατινικού αριθμού ΙΙ, όπου πράγματι υπάρχει μεγάλος βράχος και όχι εκείνη που στην ίδια έκθεση σημειώνεται με την ένδειξη του λατινικού αριθμού Ι, όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες", δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα για τη συναγωγή από αυτά δικαστικών τεκμηρίων και τα συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Επομένως ο προαναφερόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β', 346 και 453 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2000).

Εξ άλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης περί λήψεως υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικού μέσου που δεν προσκομίσθηκε, πρέπει να προσδιορίζεται με το αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ εξαιρετικές περιπτώσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν και ειδικότερα α) την από 30-9-1955 αγωγή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων εναγομένων ΓΓ κατά των ΕΕ, κ.λ.π., β) τον όρκο που έδωσε ο ανωτέρω σε εκτέλεση της 362/1956 απόφασης του Πρωτοδικείου Σάμου, γ) το υπ' αριθμ. .../1963 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ευδήλου Ικαρίας Βασιλείου Καβουριάρη, δ) την υπ' αριθμ. 193/1954 απόφαση του Πρωτοδικείου Σάμου και ε) το από 6-10-1955 πρόχειρο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του έφεδρου αξιωματικού ..., των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των αναιρεσιβλήτων που τα προσκόμισαν, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αυτόν, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι δεν πρόκειται ούτε για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, αφού οι αναιρεσείοντες έλαβαν γνώση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου, με τις οποίες έγινε επίκληση των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων, και επομένως μπορούσαν ακόμη και με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεων τους (αρθρ. 237 παρ. 3, 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με το ν. 2915/2001) να προβάλουν τον ισχυρισμό τους για τη μη νόμιμη επίκληση από τους αναιρεσιβλήτους των παραπάνω εγγράφων, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, προτάθηκαν στο Εφετείο από τους αναιρεσείοντες κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς την προβαλλόμενη αιτίαση από το αριθμό 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο, που δίκασε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων ως Δικαστήριο της παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε προς την υπ' αριθ. 896/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 87801/1998 προγενέστερη απόφαση του ίδιου Εφετείου ως προς τους και τώρα αναιρεσίβλητους, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο είναι το ζήτημα ως προς το οποίο δεν συμμορφώθηκε το Εφετείο με την άνω απόφαση του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-10-2005 αίτηση των Χ1, Χ2-Α, Χ2-Β, Χ2-Γ, Χ2-Δ, Χ2-Ε, Χ3, Χ2-Β και Χ5 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8733/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για τους αναιρεσιβλήτους Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4 και Ψ6 και σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ για τους αναιρεσίβλητους Ψ5 και Ψ7.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ