Supreme Court dismisses appeal on appealable grounds, upholding appellate court's finding of missing agreed car properties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Subaru Motors Hellas S.A. against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court failed to properly justify its finding that the sold car lacked agreed properties, specifically regarding its engine power and torque. The court ruled that the appellate court's reasoning was sufficient and that the appellant's claims regarding excessive emissions and other defects were irrelevant to the core issue of missing agreed specifications.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1, 577§3, 106, 270§2, 335, 338, 339, 340, 346, 527, 559, 176, 183, 189§1, 191§2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if it raises grounds for review, and the appellate court's decision based on the lack of agreed properties in the vehicle is binding unless proven otherwise.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 967 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 967/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΟΥΜΠΑΡΟΥ ΜΟΤΟΡΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΕΝ ΓΕΝΕΙ" και διακριτικό τίτλο "SUBARU MOTORS (HELLAS) S.A", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Παναγιώτα Βαθρακογιάννη.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Κόρδα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Μαρτίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 372/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3824/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 21 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 3824/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 17.3.2009 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 372/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή η από 8.3.2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και αφού αναγνωρίσθηκε ως έγκυρη η υπαναχώρησή του από τη σύμβαση πώλησης σ' αυτόν από την αναιρεσείουσα ενός αυτοκινήτου SYBARU LEGACY SW 2.0, επειδή αυτό παρουσίαζε έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων, υποχρεώθηκε τελικά αυτή να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 35.310 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τίμημα αγοράς του αυτοκινήτου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2. Από τις διατάξεις των άρθρ. 106, 270§2 εδ.α&β, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο όμως μόνο σ' αυτά, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11β του άρθρ.559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με τη βασιμότητα των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρ. 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 911/2002), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι, δηλαδή με τις προτάσεις, οι οποίες στο Εφετείο, αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρ. 528 ΚΠολΔ, κατατίθενται κατά το άρθρ. 524§1εδ.β ΚΠολΔ έως την έναρξη της συζήτησης.
Συνεπώς μέχρι τότε προσκομίζονται και τα επικαλούμενα με τις προτάσεις έγγραφα, ενώ στη συνέχεια και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση κατατίθεται η τυχόν προσθήκη στις προτάσεις, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις μόνο για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις (άρθρ. 524§1εδ.β σε συνδ.
με 237§3εδ.γ και 591§1εδ.γ και δ ΚΠολΔ). Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων με τις προτάσεις των διαδίκων πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, ώστε να είναι δυνατή η εξειδίκευση και εξατομίκευσή τους και προπάντων των εγγράφων. Κατά την έννοια αυτή η επίκληση των εγγράφων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 240 ΚΠολΔ.
Το άρθρο αυτό ρυθμίζει βέβαια τον τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών των διαδίκων, ορίζοντας ότι αρκεί για την επαναφορά στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις αντίστοιχες σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, οι οποίες προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο, όμως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, που είναι η διευκόλυνση του δικαστηρίου, αλλά και του αντιδίκου, έχει εφαρμογή και για την επίκληση των αποδεικτικών μέσων.
Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η επίκληση στην κατ' έφεση δίκη εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, ούτε αρκεί η απλή συρραφή και ενσωμάτωση στις προτάσεις αυτές των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης με γενική αναφορά στα έγγραφα των προηγούμενων αυτών προτάσεων, αλλά απαιτείται σε κάθε περίπτωση σαφής και ειδική επίκληση των προσκομιζόμενων εγγράφων είτε με τις προτάσεις της διεξαγόμενης στο Εφετείο συζήτησης είτε με παραπομπή δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένα τμήματα των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 9/2000, 14/2005, 23/2008).
Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, αν για τα προσκομιζόμενα από διάδικο έγγραφα έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του, όμως η οποιαδήποτε σχετική παράλειψή του και η λήψη τελικώς υπόψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν χωρίς νόμιμη επίκληση ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Μάλιστα για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο όχι μόνο να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, αλλά και να εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός της όλα τα έγγραφα που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος και είχε επικαλεσθεί με τις πρωτόδικες προτάσεις του, χωρίς ωστόσο να τα επικαλεσθεί νόμιμα και με τις προτάσεις του στο Εφετείο, αφού σ' αυτές δεν γίνεται σαφής και εξειδικευμένη αναφορά στα αντίστοιχα έγγραφα, αλλά απλή παραπομπή στο σύνολο των εγγράφων αυτών, που αναφέρονται στις πρωτόδικες προτάσεις του με τους αριθμούς 1 έως και 24.
Με το περιεχόμενο αυτό ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αόριστος και απορριπτέος σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, αφού στο αναιρετήριο ούτε τα έγγραφα αυτά εξειδικεύονται, τα οποία ανεπίτρεπτα φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, ούτε εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι το σχετικό απαράδεκτο προτάθηκε από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο, με δεδομένο ότι δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στο άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, ώστε να δικαιολογείται η επίκληση του απαραδέκτου αυτού απευθείας στον Άρειο Πάγο.
Ειδικότερα δεν πρόκειται για απαράδεκτο που αφορά τη δημόσια τάξη ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά αντίθετα για παράβαση την οποία η αναιρεσείουσα μπορούσε να προτείνει με την προσθήκη έστω των προτάσεών της στο Εφετείο, έχοντας σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα να λάβει γνώση των αντίστοιχων προτάσεων του αντιδίκου της και συνεπώς να αντιληφθεί την έλλειψη νόμιμης, κατά τα προεκτεθέντα, επίκλησης απ' αυτόν των εγγράφων που προσκόμισε.
3. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.
Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα.
Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991). Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση πάντως του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Δυνάμει του με αριθμό .../13.5.2004 συμφωνητικού ...
ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) παρήγγειλε στην εναγομένη (αναιρεσείουσα) ένα αυτοκίνητο SUBARU LEGACY SW 2.0 ..., με "ΚΙΤ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ LEGASY 2.0 TURBO" έναντι συνολικού τιμήματος 35.310 ευρώ. Για την αγορά του αυτοκινήτου, που έλαβε αριθμό κυκλοφορίας ..., κατέβαλε την 13.5.2004 το ποσό των 1.,000 ευρώ ... και την 21.5.2004 το υπόλοιπο τίμημα των 34.310 ευρώ ...
Στην παραγγελία αυτή και την αγορά του συγκεκριμένου αυτοκινήτου οδηγήθηκε, αφού πείσθηκε από το περιεχόμενο του από 9.3.2004 εγγράφου της εναγομένης προς το δίκτυο των συνεργατών της, σύμφωνα με το οποίο το "κιτ" της συγκεκριμένης αναβάθμισης μεταμορφώνει το ήδη αξιόλογο αυτοκίνητο, αποδίδοντας πλέον 203 ίππους στις 4.900 στροφές ανά λεπτό και ροπή 29 kgm (285 Nm) στις 4.200 στροφές, ως και επιδόσεις επιτάχυνσης από 0-100 χλμ/ώρα σε 7,7 δευτερόλεπτα.
Από την πρώτη στιγμή όμως το ανωτέρω αυτοκίνητο παρουσίασε προβλήματα στη λειτουργία του κινητήρα του, ο οποίος εμφάνιζε απότομη πτώση της απόδοσης κατά την επιτάχυνση. Μόλις ο ενάγων διαπίστωσε την ελαττωματικότητα του κινητήρα, απευθύνθηκε στον τεχνικό διευθυντή της εναγομένης Β. Μ., καθώς και στο εξουσιοδοτημένο συνεργείο της εναγομένης με την επωνυμία "Π.
Κ.-Α. Μ. ΕΠΕ", τους οποίους επισκέφθηκε αρκετές φορές προκειμένου να βρεθεί λύση στο ανακύψαν πρόβλημα. Παρά τον έλεγχο όμως του αυτοκινήτου και την υποτιθέμενη αποκατάσταση της βλάβης του, ο ενάγων διαπίστωσε ότι παρουσίαζε τα ίδια προβλήματα λειτουργίας ο κινητήρας και η λυχνία της συσκευής διατήρησης σταθερής ταχύτητας (cruise control), δηλαδή ο κινητήρας κόμπιαζε στο ξεκίνημα και την επιτάχυνση.
Επί πλέον διαπίστωσε ότι το εν λόγω αυτοκίνητο δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση πώλησης που καταρτίσθηκε μεταξύ τους με την τοποθέτηση του "ΚΙΤ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ LEGACY 2.0 TURBO", καθόσον ελλείπουν οι συνομολογημένες ιδιότητες (ιπποδύναμη των 203 ίππων και ροπή 285 Nm). Τα παραπάνω εναρμονίζονται και με τις δύο μετρήσεις της ιπποδύναμης του αυτοκινήτου με δυναμόμετρο, που διενεργήθηκαν στις 8.9.2005 και 10.1.2006 αντίστοιχα, με τις οποίες διαπιστώθηκε ότι η ιπποδύναμη του κινητήρα ήταν μόλις 156 και 140,5 ίπποι και η ροπή ήταν μόλις 243 Nm και 22,5 Kgm αντίστοιχα.
Επίσης δεν μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο για διαφορετική κρίση ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι παραπάνω δυναμομετρήσεις πραγματοποιήθηκαν από ιδιωτικές εταιρείες αμφιβόλου αξιοπιστίας και όχι από έγκριτους πανευρωπαϊκούς ή άλλους διεθνείς πιστοποιημένους προς τούτο φορείς (ειδικά κέντρα, οργανισμούς κλπ) και αυτό για το λόγο ότι αφενός μεν δεν αναφέρει συγκεκριμένα κέντρα που είναι αρμόδια για αξιόπιστες δυναμομετρήσεις και αφετέρου η δυναμομέτρηση που προσκομίζει η εναγομένη ως αξιόπιστη και την επικαλείται ως αποδεικτικό στοιχείο ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου και αφορά το με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκίνητό της, για το οποίο δεν προκύπτει ότι είναι το ίδιο με το επίδικο και ότι είχε τοποθετηθεί σ' αυτό "ΚΙΤ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ", έχει γίνει στο ίδιο δυναμόμετρο ιδιώτη με την πρώτη δυναμομέτρηση του ενάγοντος. Τα παραπάνω προκύπτουν από την αντιπαράθεση των δύο εγγράφων, στα οποία, εκτός από τις δύο πρώτες σειρές, όλα τα άλλα στοιχεία είναι τα ίδια, (δηλαδή) η διεύθυνση είναι ..., στην Αθήνα, τα τηλέφωνα, fax και η ηλεκτρονική διεύθυνση είναι ίδια και ο τρόπος, με τον οποίο εμφανίζονται τα στοιχεία του αυτοκινήτου, η ημερομηνία, τα αποτελέσματα και ο τρόπος της δυναμομέτρησης, είναι ακριβώς ο ίδιος.
Εξ άλλου, ακόμη και στους ελέγχους του ΚΤΕΟ, που διενεργήθηκαν στις 5.6.2007 και 22.11.2008, το επίδικο αυτοκίνητο παρουσίαζε σοβαρές ελλείψεις λόγω των υπερβολικών εκπομπών ελέγχου καυσαερίων (βλ. τα από 5.6.2007 και 22.11.2008 δελτία τεχνικού ελέγχου της ΙΚΤΕΟ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε. και ΗΝΙΟΧΟΣ ΙΚΤΕΟ Α.Ε., αντίστοιχα). Περαιτέρω ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η αδυναμία του επίδικου αυτοκινήτου να περάσει τον έλεγχο του ΚΤΕΟ λόγω υπερβολικών εκπομπών καυσαερίων οφείλεται στην πλημμελή συντήρηση και φθορά αυτού και όχι στην μετατροπή από το "ΚΙΤ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ", που τοποθετήθηκε στο αυτοκίνητο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Και τούτο για το λόγο ότι το αυτοκίνητο συντηρείτο κανονικά στα εξουσιοδοτημένα συνεργεία της εναγομένης (βλ. την από 20.11.2008 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της εναγομένης, ήτοι δύο μόλις ημέρες πριν από τον έλεγχο του ΚΤΕΟ και μάλιστα με ρητή εντολή στο συνεργείο να ελέγξει εάν το αυτοκίνητο είναι σε κατάσταση να περάσει ΚΤΕΟ).
Επίσης ούτε η ένορκη κατάθεση του Α. Μ. μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο για διαφορετική κρίση, διότι ενώ αναλύει τεχνικά θέματα σχετικά με τις δυναμομετρήσεις, δεν απαντά στο κρίσιμο θέμα, γιατί ενώ ο ενάγων μετά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτόδικο δικαστήριο δια μέσου του δικηγόρου του (βλ. την από 27.7.2007 επιστολή του τελευταίου) δέχθηκε να παραδώσει το αυτοκίνητο σε όποιο συνεργείο θα του υποδειχθεί, για να γίνουν οι αναγκαίες ενέργειες προκειμένου να διαπιστωθεί αν το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές και στην απόδοση που έπρεπε εξ αρχής να έχει [ιπποδύναμη 203 ίππων στις 4.900 στροφές ανά λεπτό και ροπή 29 Kgm (285Nm)], η εναγομένη δεν προχώρησε στην υλοποίηση της πρότασης.
Στη συνέχεια ο ενάγων και αφού διαπίστωσε ότι παρά τις παρεμβάσεις των ανωτέρω τεχνικών δεν αποκαταστάθηκε το πρόβλημα του κινητήρα, προέβη σε υπαναχώρηση από τη σύμβαση πωλήσεως, κοινοποιώντας στην εναγομένη την από 25.1.2006 εξώδικη δήλωσή του με το σχετικό περιεχόμενο ... Η παραπάνω υπαναχώρηση έγινε νόμιμα, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγομένη, καθόσον δεν επρόκειτο για επουσιώδες ελάττωμα, αλλά αφορούσε στις ιδιότητες που είχαν συμφωνηθεί με τη μεταξύ τους σύμβαση πώλησης.
Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν παρουσίαζε το εν λόγω αυτοκίνητο κανένα πρόβλημα ως προς τη λειτουργία του, ανατρέπεται από τις προαναφερόμενες δυναμομετρήσεις και τα δελτία τεχνικού ελέγχου από το ΚΤΕΟ, ενώ δεν προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι το εν λόγω αυτοκίνητο έχει μετρηθεί με ιπποδύναμη 203 ίππων, όπως επικαλείται.
Κατά συνέπεια μετά τη γενομένη ως άνω υπαναχώρηση από τη σύμβαση πώλησης, η οποία αναγνωρίζεται ως έγκυρη και νόμιμη, η εναγομένη οφείλει το καταβληθέν σ' αυτή τίμημα, έντοκα από την ημέρα της είσπραξής του". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει με τον ίδιο τρόπο.
Στην κρίση αυτή το Εφετείο κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και επομένως και τα έγγραφα που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όπως ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αλλά και επιβεβαιώνεται από το όλο περιεχόμενό της. Ωστόσο με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αμφισβητεί ότι το Εφετείο, προκειμένου να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε πράγματι υπόψη τον εργοστασιακό πίνακά της με τις προδιαγραφές και τις επιδόσεις του μοντέλου SUBARU LEGACY SW 2.0, που πώλησε στον αναιρεσίβλητο.
Ο πίνακας αυτός, τον οποίο παραδεκτά κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο, είναι κατά την άποψή της κρίσιμος για την έκβαση της δίκης, αφού από αυτόν προκύπτει ότι στις δυναμομετρήσεις του ως άνω αυτοκινήτου το γραμμικό του δυναμόμετρου θα έπρεπε να δείχνει ανά λεπτό 5.600 στροφές για την ιπποδύναμη και 4.400 στροφές για τη ροπή και όχι αντίστοιχα 4.828 και 3.802 στροφές κατά την πρώτη δυναμομέτρηση και 3.000 στροφές για την ιπποδύναμη (χωρίς αναφορά στη ροπή) κατά τη δεύτερη δυναμομέτρηση, που διενεργήθηκαν με πρωτοβουλία του αναιρεσιβλήτου.
Με το περιεχόμενο όμως αυτό ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά την ίδια έννοια και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πλήττει ανεπίτρεπτα την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης με πρόσχημα πλημμέλειες τη φορά αυτή από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε στους κρίσιμους κατ' αυτή ισχυρισμούς της ότι α) οι δύο δυναμομετρήσεις, που διενεργήθηκαν στις 8.9.2005 και 10.1.2006 με πρωτοβουλία του αναιρεσιβλήτου, δεν είναι αξιόπιστες, αφού κατέληξαν σε διαφορετικά μεταξύ τους αποτελέσματα μετρήσεων (ιπποδύναμη κινητήρα 156 και 140,5 και ροπή 243 Nm και 22,5 Kgm αντίστοιχα), β) οι ως άνω δυναμομετρήσεις έγιναν με μετρήσεις στους τροχούς του αυτοκινήτου και συνεπώς είναι αναξιόπιστες, αφού οι δυναμομετρήσεις πρέπει να γίνονται απευθείας στο σφόνδυλο (βολάν) του κινητήρα, σε ειδικά διαμορφωμένους εργοστασιακούς χώρους και ενώ ο κινητήρας βρίσκεται εκτός του αυτοκινήτου και γ) οι αυτές δυναμομετρήσεις δεν έγιναν στο ορθό φάσμα στροφών (5.600 στροφές για την ιπποδύναμη και 4.400 στροφές για τη ροπή), που προκύπτουν από τον ως άνω εργοστασιακό πίνακα με τις προδιαγραφές και τις επιδόσεις του μοντέλου SUBARU LEGACY SW 2.0.
Το σύνολο των ισχυρισμών αυτών αφορά σε απλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που αντλεί αυτή από τα προσκομιζόμενα με επίκληση αποδεικτικά μέσα προκειμένου να αρνηθεί την ένδικη αγωγή, δηλαδή πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, ώστε να είναι αυτοτελείς κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο αντίστοιχος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι κατά το πρώτο μέρος του απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε και πάλι σε πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που πρότεινε η αναιρεσείουσα με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών της, δηλαδή ότι ο αναιρεσίβλητος χρησιμοποίησε κανονικά το αυτοκίνητο που του πούλησε, έχοντας διανύσει κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο περισσότερα από 40.000 χιλιόμετρα, με συνέπεια έτσι να έχει μειωθεί σημαντικά η αξία του, η οποία κατά το έτος 2010 ήταν μόλις 7.500 ευρώ, γεγονός που καθιστά αφόρητα άδικη την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο του συνόλου του τιμήματος που κατέβαλε για την αγορά του αυτοκινήτου.
Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν καταλήγει στην προβολή από την αναιρεσείουσα σαφούς ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από τον αναιρεσίβλητο ή ένστασης από το άρθρ. 542 ΑΚ, ώστε να συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό κατά την έννοια του ως άνω λόγου αναίρεσης, ενώ και απαράδεκτα επιχειρήθηκε να προβληθεί με την προσθήκη και όχι το κύριο σώμα των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσείουσας, μολονότι δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις των άρθρ. 269 ή αναλόγως 527 ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για ισχυρισμό που ήταν δυνατόν να προβληθεί έγκαιρα με τις πρωτόδικες ήδη προτάσεις της αναιρεσείουσας και όχι με την αντίστοιχη προσθήκη της, στην οποία μάλιστα περιέχεται μόνη η αναφορά ότι το επίδικο αυτοκίνητο είχε τότε διανύσει 40.000 χιλιόμετρα, που σημαίνει (κατά την αναιρεσείουσα) ότι δεν είχε το παραμικρό πρόβλημα λειτουργίας.
Κατά τα λοιπά το Εφετείο με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της απόφασής του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, δηλαδή ότι η μειωμένη σε σχέση με τη συμφωνημένη κατά την πώληση του επίδικου αυτοκινήτου ιπποδύναμη και ροπή του κινητήρα του, συνιστά έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων, που δικαιολογεί την υπαναχώρηση του αναιρεσιβλήτου από τη σχετική σύμβαση πώλησης που σύναψε με την αναιρεσείουσα.
Η έλλειψη των παραπάνω συνομολογημένων ιδιοτήτων αρκεί μόνη αυτή για να είναι έγκυρη η υπαναχώρηση του αναιρεσιβλήτου και στην έλλειψη ακριβώς αυτή το Εφετείο στήριξε αποκλειστικά τη σχετική κρίση του, αφού ναι μεν αναφέρθηκε και σε γενικότερα προβλήματα λειτουργίας του αυτοκινήτου (απότομη πτώση της απόδοσης του κινητήρα κατά το ξεκίνημα και την επιτάχυνση, ενεργοποίηση της λυχνίας cruise control και υπερβολικές εκπομπές καυσαερίων), όμως στα προβλήματα αυτά, που συνιστούν βέβαια ουσιώδη ελαττώματα του αυτοκινήτου, αναφέρθηκε πλεοναστικά και δεν στήριξε ούτε ενισχυτικά την κρίση του για την εγκυρότητα της υπαναχώρησης.
Επομένως είναι αλυσιτελής η προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτίαση για ανεπάρκεια αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τις υπερβολικές εκπομπές καυσαερίων, που δέχθηκε ότι κατέδειξε ο έλεγχος του επίδικου αυτοκινήτου σε ιδιωτικά ΚΤΕΟ, ενώ αβάσιμες είναι οι λοιπές προβαλλόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις ως προς την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την έλλειψη των συνομολογημένων ιδιοτήτων, που δέχθηκε ότι παρουσίαζε το ίδιο αυτοκίνητο, αφού οι σχετικές αιτιάσεις, με τις οποίες αμφισβητείται και πάλι η εγκυρότητα των μετρήσεων, που διεξήχθησαν με πρωτοβουλία του αναιρεσιβλήτου ως προς την ιπποδύναμη και τη ροπή του κινητήρα του αυτοκινήτου, πλήττουν στην πραγματικότητα την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο είτε απλών επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας είτε των αποδείξεων, που λήφθηκαν υπόψη απ' αυτό.
Πρέπει έτσι να απορριφθεί στο σύνολό του και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα πρέπει η αίτηση αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1 και 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.12.2010 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία SUBARU MOTORS HELLAS S.A. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3824/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ