Legislator Case Law & Legislation
767/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding insufficient reasoning in a labor dispute judgment.

Case Number 767/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment in a labor dispute regarding unpaid wages. The appellant argued the appellate court failed to provide sufficient reasoning for its decision, citing specific articles of the Civil Code. However, the court ruled this ground inadmissible because the lower court had rejected the lawsuit as unlawful rather than conducting a full evidentiary assessment requiring detailed reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 C.Pol.D.; The appeal ground under Art. 559 no. 19 C.Pol.D. is inadmissible when the court of first instance rejects the lawsuit as unlawful without conducting an evidentiary assessment requiring detailed reasoning.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal insufficient reasoning labor dispute unlawful rejection evidentiary assessment Civil Code Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 C.Pol.D.
Art. 580 para. 3 C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
Art. 191 para. 2 C.Pol.D.
Art. 648 C.C.
Art. 649 C.C.
Art. 652 C.C.
Art. 6 of Law 765/1943

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 767 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 767/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. (Π.) Π. του Β., κατοίκου Σ. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευσταθία Κριεμάδη, η οποία ανακάλεσε την από 9-1-2024 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Ρ. Τ. Α. Ε.. Α.Ε)", που εδρεύει στην Α. Π. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Κατσιρούμπα, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 5384/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2023 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με την κρινόμενη από 10.2.2023 και με αριθ. κατ. ... αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, με αριθ. 5384/25.10.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 10.2.2022 και με αριθμό κατ. ...

έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της με αριθ. 11/7.1.2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 20.4.2021 και με αριθμό κατ. ... αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ε.

Ρ. Τ. Α. Ε. (Ε. Α..Ε..). Με την εν λόγω αγωγή η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη τον Ιανουάριο του 2016 με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσφέροντας σε αυτήν τις υπηρεσίες της ως δημοσιογράφος στην οργάνωση και παραγωγή της τηλεοπτικής εκπομπής A., καθώς και στην παρουσίαση της F., διαθέτοντας εμπειρία στον μηχανοκίνητο αθλητισμό.

Ότι παρείχε τις υπηρεσίες της καθημερινά στην έδρα της εναγομένης, για πέντε ημέρες την εβδομάδα, αλλά και επτά όταν έπρεπε να μεταδώσει τους αγώνες F. Ότι ενώ παρείχε ανελλιπώς τις υπηρεσίες της, η εναγομένη ουδέποτε της κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές της. Ότι η εναγόμενη στις 30.11.2020 αρνήθηκε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και την απέλυσε, χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση.

Για τους λόγους αυτούς ζήτησε, όπως παραδεκτά περιόρισε τα αιτήματα της αγωγής της τρέποντάς τα από καταψηφιστικά σε εν μέρει έντοκα αναγνωριστικά, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά κατά την έναρξη της συζήτησης, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ποσό ύψους 19.557 ευρώ (αποδοχές από Ιανουάριο 2016 έως και 30.09.2016) και να αναγνωριστεί αντίστοιχα η υποχρέωσή της να της καταβάλει ποσό ύψους 108.650 ευρώ (αποδοχές από 01.10.2016 έως 30.11.2020), άλλως σε περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας της με την εναγομένη ήταν άκυρη, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί να της καταβάλει ποσό ύψους 18.601 ευρώ (αποδοχές από 01.01.2016 έως 30.11.2016) και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει ποσό ύψους 91.061 ευρώ (αποδοχές από Δεκέμβριο 2016 έως 30.11.2020).

Επίσης, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης ύψους 6.540 ευρώ, επικουρικά δε ποσό ύψους 5.958 ευρώ με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, άπαντα δε τα ανωτέρω κονδύλια με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο εξ αυτών κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 11/7.1.2022 απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τόσο την κύρια όσο και την επικουρική βάση της αγωγής, δεχθέν ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση ήταν αυτή της σύμβασης έργου και όχι της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που επικαλείτο η ενάγουσα.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού κατά τα προαναφερόμενα δέχθηκε από τυπική και ουσιαστική άποψη την από 10.2.2022 και με αριθμό κατ. ... έφεση, στη συνέχεια εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την ανωτέρω από 20.4.2021 αγωγή, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 10.2.2023, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 25.10.2022 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2.-Από τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει όχι μόνο την εξουσία, αλλά και την υποχρέωση να εξετάσει την υπόθεση μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτή (έφεση) και τους προσθέτους αυτής λόγους.

Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους προσθέτους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει ο εφεσίβλητος καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπάγγελτα το εφετείο, στην περίπτωση, κατά την οποία με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 916/2020, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 727/2017).

Η ρύθμιση αυτή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος σημαίνει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση παρά μόνο ως προς εκείνες τις διατάξεις, των οποίων την εξαφάνιση ζήτησε ο εκκαλών και, κατ' αρχήν, μόνο για τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε το αίτημα του εκκαλούντος και ότι αν γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, η επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης θα γίνει επίσης με γνώμονα τα αιτήματα του εκκαλούντος, με βάση, δηλαδή, τα εκκληθέντα κεφάλαια (ΑΠ 1159/2022, ΑΠ 647/2022, ΑΠ 344/2020).

Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται, κατά τα ανωτέρω, από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1159/2022, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 344/2020).

Ακόμη, "κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης (ΑΠ 647/2022, ΑΠ 344/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (Ολ ΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997).

Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 17/2017, ΑΠ 1088/2014).

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (ΑΠ 427/2020, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 54/2017), όχι όμως, και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων, όπως προεκτέθηκε, ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 427/2020, ΑΠ 54/2017).

Η παράλειψη του εφετείου να ερευνήσει βάση της αγωγής, συνιστά την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια (ΑΠ 191/2022, ΑΠ 427/2020) αλλά και την από το αριθμό 8 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια (ΑΠ 431/2022, ΑΠ 1082/2020, ΑΠ 907/2017, ΑΠ 596/2017), καθόσον άφησε "αίτηση" αδίκαστη και δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", αφού οι βάσεις της αγωγής είναι "αιτήσεις" με την έννοια του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και "πράγματα" με την έννοια του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 833/2013, ΑΠ 1590/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 20.4.2021 και με αριθμό κατ. ... αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι είναι δημοσιογράφος διαθέτουσα μακρά και εξειδικευμένη εμπειρία στον μηχανοκίνητο αθλητισμό.

Ότι τον Ιανουάριο του 2016 προσελήφθη από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην οργάνωση και παραγωγή της τηλεοπτικής εκπομπής A. αλλά και στην παρουσίαση της F. . Ότι εντός των πλαισίων των καθηκόντων της ήταν η οργάνωση συνεντεύξεων και παρουσιάσεων σε θέματα αυτοκίνησης, η επιμέλεια των ΟΝ κάθε εκπομπής (ήτοι των εισαγωγών που έκαναν οι αρουσιαστές της εκπομπής προς ενημέρωση των τηλεθεατών), τα οποία γυρίζονταν στο Ε.

Μ. Α., κατόπιν δικής της πρότασης, έχουσα η ίδια τον ρόλο της αρχισυντάκτριας. Ότι ήταν υπεύθυνη για το σπικάζ, το μοντάζ και τη σύνταξη των ελεύθερων θεμάτων της εκπομπής. Ότι, επίσης, ενόψει του ότι της είχε ανατεθεί η αρχισυνταξία των ζωντανών μεταδόσεων της F. και η οργάνωση του πάνελ αυτών, ήταν υπεύθυνη για την πρόσκληση καλεσμένων στην εκπομπή, συμμετείχε δε σε όλες τις ζωντανές μεταδόσεις των αγώνων της F..

Ότι παρείχε τις εργασίες της καθημερινά στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης, που διατηρεί στην περιοχή της Α. Π. για πέντε ημέρες την εβδομάδα, αλλά και επτά, όταν έπρεπε να μεταδώσει τους αγώνες F.. Ότι η εναγόμενη στις 30.11.2020 αρνήθηκε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της χωρίς, όμως, να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση.

Για τους λόγους αυτούς ζήτησε, όπως παραδεκτά περιόρισε τα αιτήματα της αγωγής της τρέποντάς τα από καταψηφιστικά σε εν μέρει έντοκα αναγνωριστικά, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά κατά την έναρξη της συζήτησης, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ποσό ύψους 19.557 ευρώ (αποδοχές από Ιανουάριο 2016 έως και 30.09.2016) και να αναγνωριστεί αντίστοιχα η υποχρέωσή της να της καταβάλει ποσό ύψους 108.650 ευρώ (αποδοχές από 01.10.2016 έως 30.11.2020), άλλως σε περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας της με την εναγομένη ήταν άκυρη, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί να της καταβάλει ποσό ύψους 18.601 ευρώ (αποδοχές από 01.01.2016 έως 30.11.2016) και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει ποσό ύψους 91.061 ευρώ (αποδοχές από Δεκέμβριο 2016 έως 30.11.2020).

Επίσης, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης ύψους 6.540 ευρώ, επικουρικά δε ποσό ύψους 5.958 ευρώ με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, άπαντα δε τα ανωτέρω κονδύλια με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο εξ αυτών κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθ. 11/7.1.2022 απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τόσο την κύρια όσο και την επικουρική βάση της αγωγής, δεχθέν ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση ήταν αυτή της σύμβασης έργου και όχι της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που επικαλείτο η ενάγουσα. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 10.2.2022 έφεσης της ενάγουσας, κατά της με αριθμό 11/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το σύνολο της έφεσης επικεντρώνεται στην επικουρική βάση της αγωγής που προϋποθέτει την ακυρότητα, λόγω μη τηρήσεως της τυπικής διαδικασίας που απαιτείται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 49 παρ. 9 και 10 του ν. 3943/2011 και 14 του ν. 2190/1994 (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009), για το διορισμό, την πρόσληψη ή αποχώρηση του προσωπικού της Ε.

Α.Ε, η οποία ανήκει αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο και εποπτεύεται από το κράτος. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο της έφεσης που αναπτύσσεται στις σελ. 4 έως 13 αυτής, η ενάγουσα - εκκαλούσα, αποδεχόμενη την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας της, λόγω μη τηρήσεως του τύπου που ορίζουν οι προαναφερόμενες διατάξεις, παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αναφορικά με την κρίση του ότι η μεταξύ αυτής και της εναγομένης καταρτισθείσα σύμβαση, ήταν αυτή της σύμβασης έργου και όχι της (άκυρης) σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όπως ισχυρίζονταν αυτή, επικεντρώνοντας στην επικουρική βάση, ιστορικό θεμέλιο της οποίας ήταν η άκυρη κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και η εκ της ακυρότητας αυτής θεμελίωση προϋποθέσεων αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Άλλωστε, η έφεση της ενάγουσας δεν μπορούσε παρά να αφορά (και) την επικουρική βάση της αγωγής, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και απέρριψε έτσι την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής, ως και ουσία αβάσιμη, ενώ ήδη είχε απορρίψει την κύρια βάση της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω έλλειψης της τυπικής διαδικασίας πρόσληψης της ενάγουσας, στο σύνολό της.

Σημειώνεται ότι η εκκαλούσα με την ανωτέρω έφεσή της, ζήτησε να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή της στο σύνολό της, κατά την ανωτέρω επικουρική βάση. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού διέλαβε στο σκεπτικό του τις διατάξεις που διέπουν την πρόσληψη προσωπικού από την αναιρεσίβλητη, ως δημόσια επιχείρηση ανήκουσα στο κράτος, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Με βάση το εκτιθέμενο ιστορικό της αγωγής η υπό κρίση αγωγή είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα αφού η επικαλούμενη από την ενάγουσα σύμβαση δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως η ίδια επικαλείται.

Ειδικότερα για την εγκυρότητα των συμβάσεων εργασίας, που συνάπτονται στις επιχειρήσεις του δημοσίου τομέα, στον οποίο ανήκει και η εναγομένη, εκδίδεται σχετική βεβαίωση για την καταγραφή των στοιχείων της απόφασης πρόσληψης στο ηλεκτρονικό προσωπικό μητρώο της βάσης δεδομένων, η οποία αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας διορισμού πρόσληψης ή αποχώρησης του προσωπικού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.

Οι ανωτέρω απαιτούμενες εκ του νόμου προϋποθέσεις για την κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας δεν τηρήθηκαν στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως εφόσον η επικαλούμενη από την ενάγουσα σύμβαση δεν συνιστά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δεν δύναται εν προκειμένω να εφαρμοστούν και οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, απορριπτομένης της υπό κρίση αγωγής ως μη νόμιμης". 3.-Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, εκ των αριθμών 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την αναιρετική πλημμέλεια α) ότι άφησε αδίκαστη την επικουρική βάση της αγωγής της ήτοι του αδικαιολογήτου πλουτισμού και β) ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη της τον πρώτο λόγο της έφεσής της με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής της, ως ουσιαστικά αβάσιμης.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, είναι βάσιμος, αφού με την έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, η εξετασθείσα πρωτοδίκως, βάση της αγωγής της ενάγουσας, με την οποία όπως προεκτέθηκε, ζητούσε επικουρικά, σε περίπτωση που κρινόταν ότι η σύμβαση εργασίας της με την εναγομένη ήταν άκυρη, να υποχρεωθεί να της καταβάλει ποσό ύψους 18.601 ευρώ (αποδοχές από 01.01.2016 έως 30.11.2016) και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει ποσό ύψους 91.061 ευρώ (αποδοχές από Δεκέμβριο 2016 έως 30.11.2020), καθώς επίσης, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης ύψους 5.958 ευρώ, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ.

του ΑΚ. Παρόλα αυτά η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και πιο συγκεκριμένα δεν εξέτασε τον πρώτο λόγο της έφεσης της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, αφετέρου δε άφησε αδίκαστη την επικουρική, περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, βάση της αγωγής, περιορισθείσα στην έρευνα της εγκυρότητας της σύμβασης εργασίας, ήτοι της κύριας βάσης της αγωγής, παρόλο που δεν υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης από την αναιρεσείουσα.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας του επικουρικώς προβληθέντος δευτέρου λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 904 του ΑΚ, σε περίπτωση που τυχόν ήθελε κριθεί ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ερεύνησε και την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής, κρίνοντας αυτήν ως μη νόμιμη. 4.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 6/2019, 8/2018, 1/1999). Με τον εν λόγω αναιρετικό λόγο, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 566/2022, ΑΠ 140/2022, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 76/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έχει καθόλου αιτιολογίες και σε κάθε περίπτωση έχει ελλειπείς αιτιολογίες "ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652 του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ)".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, καθότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν κατάρτισε ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων, αλλά απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή. 5.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας, η οποία παρέστη και κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 5384/25.10.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ-.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ