Legislator Case Law & Legislation
566/2022 AI generated

Greek Supreme Court dismisses State's appeal against some taxpayers but allows it against others due to lack of grounds.

Case Number 566/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal regarding five taxpayers because no grounds for further examination existed for that specific argument. Conversely, the Court accepted the appeal against the remaining taxpayers, quashing the lower court's decision and remanding the case for retrial. This split outcome was necessary as the legal basis for the State's challenge was insufficient for some parties but valid for others.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246 and 573 of the Code of Civil Procedure; The court may join pending appeals to expedite proceedings, but must separately dismiss appeals lacking grounds while allowing those with valid grounds, resulting in a remand for retrial.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility joinder of proceedings lack of grounds remand for retrial state liability taxpayer disputes

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 12, paragraph 5 of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 566 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 566/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πηνελόπης Ζωντανού, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Πελαγία Ακάσογλου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2020 με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Α)Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Κυριακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 18) …. Οι 6η, 7η, 8η 9ος και 18ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί (1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 10ος, 11η, 12η, 13η, 14η, 15η, 16η και 17η) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Καλαματιανό, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Και Β)Των αναιρεσειόντων: 1) …, και 13) …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Καλαματιανό, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Κυριακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2011 αγωγή των ήδη Α αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2016/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 962/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν το Α αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 6/8/2018 αίτησή του και οι Β αναιρεσείοντες με την από 22/2/2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της δικιάς της αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη της αιτήσεως των αντιδίκων τους και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 6.8.2018 και με αριθ. κατάθεσης 7397/628/7.8.2018 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου φορέα της αρχικώς εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κέντρο Τεχνολογίας και Σχεδιασμού Α.Ε. ΕΛΚΕΔΕ" κατά των δέκα οκτώ (18) εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και β) της από 22.2.2019 και με αριθ.

κατάθ. 2111/171/27.2.2019 αντίθετης αίτησης αναίρεσης των δέκα τριών (13) από τους αρχικούς δέκα οκτώ (18) ενάγοντες και ήδη αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου φορέα της ήδη καταργηθείσας αρχικώς εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ""Κέντρο Τεχνολογίας και Σχεδιασμού Α.Ε.

ΕΛΚΕΔΕ" , με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή υπ' αριθμό 962/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της από 6.8.2018 και με αριθ. κατάθ. 7397/628/2018 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 962/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (10 Μαρτίου 2020), έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσιβλήτων (18 τον αριθμό), όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη, από τους παρισταμένους δέκα τρεις (13) αναιρεσίβλητους, με αριθ. 2412Γ/6-11-2019 έκθεση επίδοσης προς το αναιρεσείον της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Β.

Χ., κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξουσίας δικηγόρου αυτών Γεωργίας Καμπουράκη, δικηγόρου Αθηνών. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι 6η, 7η, 8η, 9ος και 18η των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή οι Α. Κ., Η. Μ., Μ. Α., Ι.

Α. και Δ. Π., δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε γι` αυτούς η από το άρθρο 242 ΚΠΟΛΔ σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν οι λοιποί δέκα τρεις (13) αναιρεσίβλητοι, δηλαδή οι 1ος …και 17η…, εκπροσωπηθέντες νομίμως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Καλαματιανό.

Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ως άνω δικηγόρος Γεωργία Καμπουράκη που έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση και επίσπευση της συζήτησης της από 6-8-2018 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για την παρούσα δικάσιμο, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από τους παραπάνω απολιπομένους 6η, 7η, 8η, 9ο και 18η των αναιρεσιβλήτων, αφού δεν γίνεται επίκληση ούτε προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς την ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτήν πληρεξούσια.

Κατά συνέπεια ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αντιδίκου τους Ελληνικού Δημοσίου κλήτευση αυτών, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι ως άνω απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως κατά την παρούσα συζήτηση από το αντίδικό τους Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά, συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους λοιπούς αναιρεσιβλήτους πρέπει ο Άρειος Πάγος να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Με τις από 6.8.2018 και με αριθ. κατάθεσης 7397/628/7.8.2018 και από 22.2.2019 και με αριθ. κατάθ. 2111/171/27.2.2019 αντίθετες αίτησης αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ` αριθ. 962/28.2.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την από 15-6-2015 (αριθ.κατ.3950/2015 και με αρ.πρωτ.προσδ.5376/2015) έφεση των δέκα τεσσάρων (14) από τους συνολικά δέκα οκτώ (18) ενάγοντες κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου φορέα της ήδη καταργηθείσας αρχικής εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κέντρο Τεχνολογίας και Σχεδιασμού Α.Ε.

ΕΛΚΕΔΕ" και την αντίθετη από 21-12-2015 (αριθ.κατ.7811/2015 και με αρ.πρωτ.προσδ.3162/2016) έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των συνολικά δέκα οκτώ (18) εναγόντων, με την επιφύλαξη του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου να αμφισβητήσει την αποδιδόμενη σε αυτό από τους εκκαλούντες - ενάγοντες ιδιότητα του καθολικού διαδόχου φορέα της παραπάνω αρχικής εναγομένης, δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσία τις εφέσεις, εξαφάνισε την 2016/2014 πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας στην ουσία της την από 21-9-2011 αγωγή των εναγόντων για εργατικές αξιώσεις δέχθηκε κατ` ουσία την αγωγή ως προς το δεύτερο επικουρικό αίτημα της επιδίκασης σε καθένα από τους ενάγοντες αποζημίωσης του άρθρου 7 παρ.2 π.δ. 164/2004, ενώ απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής με την οποία οι ενάγοντες ζήτησαν κατ` εφαρμογή του π.δ. 164/2004 και του άρθρου 8 παρ.3 ν.2112/1920 να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με την αρχική εναγομένη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι είναι άκυρη η από 1-7-2011 σιωπηρή καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους αορίστου χρόνου λόγω μη τήρησης των νομίμων διατυπώσεων (έγγραφου τύπου και καταβολή αποζημίωσης), να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε μέρα μη συμμόρφωσης στην εκδοθησομένη απόφαση καθώς και να καταβάλλει σε καθένα ενάγοντα τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ως μισθούς υπερημερίας.

Επίσης απέρριψε ως μη νόμιμο το πρώτο επικουρικό αίτημα να επιδικασθούν σε κάθε ενάγοντα τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ως αποζημίωση απόλυσης σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 3 ν.2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 5 ν.3198/1955, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι εγκύρως καταγγέλθηκαν οι αορίστου χρόνου συμβάσεις εργασίας τους.

Με την εκκαλουμένη 2016/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην της αρχικής εναγομένης, είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως νόμιμη και κατ` ουσία βάσιμη ως προς την κύρια βάση της, αναγνωρίσθηκε ότι οι δέκα οκτώ (18) ενάγοντες συνδέονται με την εναγομένη με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική πρόσληψή τους, με τις ειδικότητες για τις οποίες προσλήφθηκαν και ότι οι συμβάσεις τους, ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι ενεργές, ισχυρές και ισχύουσες, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα των από 1-7-2011 (σιωπηρών) καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, υποχρεώθηκε η αρχική εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων, με τις ειδικότητες για τις οποίες προσελήφθησαν, συνδεομένη μαζί τους με καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους, απειλουμένης εναντίον της, σε περίπτωση αρνήσεώς της να πράξει τούτο, καταβολής χρηματικής ποινής εκατό (100) ευρώ σε καθένα εξ αυτών (εναγόντων) για κάθε ημέρα που θα αρνείται να συμμορφωθεί με το διατακτικό της απόφασης.

Επίσης η παραπάνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα περί μισθών υπερημερίας και το επικουρικό αίτημα περί αποζημιώσεως απόλυσης λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Οι αιτήσεις αναίρεσης (η από 6-8-2018 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τους νομίμως εκπροσωπουμένους από τον ανωτέρω δικηγόρο Διονύσιο Καλαματιανό και παρισταμένους 1ο Χ.

Ε., 2ο Α. Μ., 3ο Α. Σ., 4ο Κ. Α., 5ο Τ. Κ., 10ο Ζ. Α., 11η Ε. Χ.,12η Χ. Μ., 13η Μ. Ε., 14η Ζ. Μ., 15η Κ. Μ. Α.,16η Σ. Ε. και 17η Β. Μ. αναιρεσίβλητους) ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.3 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους ως προς τους παρισταμένους αναιρεσείοντες και αναιρεσιβλήτους (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Α.Σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 10 και υπό τον παράτιτλο "Κατάργηση των θυγατρικών εταιριών της ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε.", του Ν.4038/2012 (ΦΕΚ Α 14/2.2.2012), όπως η παρ.5 συμπληρώθηκε με το άρθρο 230 παρ.2 του Ν.4072/2012 (ΦΕΚ Α'86) "(1). Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου οι θυγατρικές εταιρίες της ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε.: ......, "ΕΛΚΕΔΕ Κέντρο Τεχνολογίας και Σχεδιασμού, Ανώνυμος Εταιρία"..., λύονται αυτοδικαίως και τίθενται σε εκκαθάριση σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην παρούσα, τα καταστατικά τους, τον α.

ν. 2190/1920 ως ισχύει και τις λοιπές κείμενες διατάξεις. (2) Οι σκοποί των εν λόγω εταιριών, όπως προκύπτουν από τις ως άνω διατάξεις και τα καταστατικά τους, αποτελούν εφεξής αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας (ΓΓΒ) του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας (ΥΠΑΑΝ).

Στην ίδια Διεύθυνση ανατίθεται η διαχείριση των εκτελούμενων από τους υπό κατάργηση φορείς δράσεων των επιχειρησιακών προγραμμάτων, που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. (4) Μετά τη λήξη της εκκαθάρισης, όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρονται οι ως άνω εταιρείες με την επωνυμία τους ή με το διακριτικό τους τίτλο, νοείται η Διεύθυνση Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. (5) Η εκκαθάριση των ως άνω εταιριών θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το αργότερο μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

Η ημερομηνία αυτή παρατείνεται για εξαιρετικό λόγο με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Ομοίως με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ορίζονται οι εκκαθαριστές των ανωτέρω εταιρειών, εάν δεν έχουν ορισθεί μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος από τις Γενικές Συνελεύσεις των μετόχων τους με απόλυτη πλειοψηφία.

Οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου, εντός της οποίας θα έπρεπε οι Γενικές Συνελεύσεις των μετόχων να έχουν ορίσει τους εκκαθαριστές. Οι εκκαθαριστές μπορεί να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα και δεν διώκονται ποινικώς, δεν υπόκεινται σε προσωπική κράτηση, ούτε υπέχουν οποιαδήποτε αστική ή άλλη ατομική ευθύνη για χρέη των υπό εκκαθάριση εταιρειών προς το Δημόσιο, ή τους φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσης τούτων. (7) Μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, το προϊόν της εκκαθαρίσεως τους διανέμεται στους μετόχους τους κατά την αναλογία της συμμετοχής τους στο μετοχικό τους κεφάλαιο.

Η αναλογούσα στον ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε. ως μέτοχο περιουσία, περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών. (8) Οι εκκρεμείς δίκες των υπό εκκαθάριση εταιριών συνεχίζονται μέχρι τη λήξη της εκκαθάρισης, χωρίς καμία άλλη διατύπωση και χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους, από τους εκκαθαριστές τους.

Μετά τη λήξη της εκκαθάρισης, εφαρμόζεται το τρίτο εδάφιο της παρ. 14 του άρθρου 65 του ν. 4002/2011 (Α` 180). (10) Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου αίρονται αυτοδίκαια οι αποσπάσεις και παύουν να ισχύουν οι οργανικές και μη θέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού που υπηρετεί στις ως άνω εταιρίες". Στο άρθρο 65 παρ.14 του Ν.4002/2011, στο εδάφιο τρίτο του οποίου παραπέμπει η παρ. 8 του άρθρου 16 του Ν.4038/2012 ορίζεται ότι: "Εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται από τους διάδοχους φορείς, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διατύπωση για τη συνέχιση τους.

Υποχρεώσεις και δικαιώματα που υφίστανται κατά την κατάργηση ή συγχώνευση ή διάσπαση ή απορρόφηση των φορέων μεταφέρονται στο σύνολο τους στους διάδοχους φορείς, οι οποίοι καθίστανται καθολικοί διάδοχοι. Σε περίπτωση κατάργησης φορέα και μεταφοράς των αρμοδιοτήτων του σε υπηρεσιακές μονάδες Υπουργείου, αυτό θεωρείται ως διάδοχος φορέας.

Αν η κατάργηση του φορέα γίνεται χωρίς μεταφορά των αρμοδιοτήτων του, καθολικός διάδοχος θεωρείται το Υπουργείο που εποπτεύει τον καταργούμενο φορέα". Επίσης σύμφωνα με τις παρ.1 και 2 του άρθρου 179 του Ν.4261/2014 και υπό τον παράτιτλο "Ρυθμίσεις εκκρεμών θεμάτων των υπό εκκαθάριση πρώην θυγατρικών εταιριών της ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε." (ΦΕΚ Α'107/5.5.2014). "(1) Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου οι πρώην θυγατρικές εταιρίες της ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε. ....."ΕΛΚΕΔΕ Κέντρο Τεχνολογίας και Σχεδιασμού, Ανώνυμος Εταιρία"......, που σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 4038/2012 (Α' 14) είχαν λυθεί αυτοδικαίως και τεθεί σε καθεστώς εκκαθάρισης, τίθενται σε καθεστώς διανομής της εταιρικής τους περιουσίας.

Η διανομή γίνεται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν και συμπληρωματικά στα καταστατικά τους, τον κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, και τις λοιπές σχετικές κείμενες διατάξεις. (2) Η σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του προσωπικού των εταιριών ...., "ΕΛΚΕΔΕ Κέντρο Τεχνολογίας και Σχεδιασμού, Ανώνυμος Εταιρία" ...., που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου θεωρείται ότι έχει λυθεί με καταγγελία από την δημοσίευση του ν. 4038/2012.

Εντός εξήντα (60) ημερών από την δημοσίευση του παρόντος ο Υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, εκδίδει διαπιστωτικές πράξεις, με τις οποίες προσδιορίζεται για κάθε εργαζόμενο η λύση της σχέσης εργασίας του και το ποσό της αποζημίωσης σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967 (Α' 189), όπως ισχύει.

Η καταβολή των αποζημιώσεων γίνεται τμηματικά σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης εργατικής νομοθεσίας." Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η αρχική εναγομένη λύθηκε αυτοδικαίως και τέθηκε σε καθεστώς εκκαθάρισης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ.1 του άρθρου 16 του Ν.4032/2012 από τη δημοσίευσή του την 2-2-2012, οπότε θεωρείται ότι λύθηκαν με καταγγελία οι σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του προσωπικού της.

Η εκκαθάριση της αρχικής εναγομένης περατώθηκε από το νόμο την 5-5-2014 σύμφωνα με το άρθρο 179 του N. 4261/2014, καθότι η διανομή της εναπομένουσας περιουσίας στους μετόχους ακολουθεί το στάδιο της εκκαθάρισης και προϋποθέτει ουσιαστική περάτωση αυτής. Μετά δε τη λήξη από το νόμο της εκκαθάρισης της αρχικής εναγομένης υπεισήλθε στα δικαιώματα και τiς υποχρεώσεις της το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχος φορέας, που καθίσταται καθολικός διάδοχος αυτής κατά τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της παρ.14 του άρθρου 65 του Ν.4002/2011.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ότι ο νόμος δεν προβλέπει καθολική διαδοχή της ΕΛΚΕΔΕ ΑΕ από το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά μόνο τη συνέχιση ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου των εκκρεμών δικών της ΕΛΚΕΔΕ ΑΕ μετά τη λήξη της εκκαθάρισης της τελευταίας, αφού η διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 16 του Ν. 4038/2012 που ρυθμίζει τα της λύσης και εκκαθάρισης των αναγραφομένων στη διάταξη της παρ. 1 θυγατρικών εταιρειών της ΕΟΜΜΕΧ ΑΕ παραπέμπει μόνο στο τρίτο εδάφιο της παρ. 14 του άρθρου 65 του Ν. 4002/2011, που ορίζει ότι "Σε περίπτωση κατάργησης φορέα και μεταφοράς των αρμοδιοτήτων του σε υπηρεσιακές μονάδες Υπουργείου, αυτό θεωρείται ως διάδοχος φορέας" και όχι (και) στο δεύτερο εδάφιο της αυτής διάταξης που ορίζει ότι "Υποχρεώσεις και δικαιώματα που υφίστανται κατά την κατάργηση ή συγχώνευση ή διάσπαση ή απορρόφηση των φορέων μεταφέρονται στο σύνολο τους σε διάδοχους φορείς, οι οποίοι καθίστανται καθολικοί διάδοχοι" [σε αντίθεση με τον ΕΟΜΜΕΧ ΑΕ που ρητώς ο νόμος 4038/2012 προβλέπει στο άρθρο 17 παρ.3 καθολική διαδοχή αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο] είναι αβάσιμος.

Και τούτο διότι η έννοια του "διαδόχου φορέα" στο τρίτο εδάφιο της παρ. 14 του άρθρου 65 του Ν. 4002/2011 είναι εκείνη του καθολικού διαδόχου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταργουμένου φορέα μετά τη λήξη της εκκαθάρισης, τις αρμοδιότητες του οποίου άλλωστε είχε αναλάβει ήδη από τη λύση του και θέση αυτού υπό εκκαθάριση δημοσία υπηρεσία και συγκεκριμένα η Διεύθυνση Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή οδηγεί σε προφανή άτοπα, αφού με τη διανομή της εταιρικής περιουσίας του καταργουμένου φορέα κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη, δυνάμει του άρθρου 179 παρ. 1 του Ν. 4261/2014, δεν υφίσταται πλέον έδαφος διενεργείας περαιτέρω εργασιών εκκαθάρισης με δικαιούχο και υπόχρεο διάδικο τον καταργηθέντα φορέα.

Επιχείρημα υπέρ της κατά τα άνω ερμηνευτικής εκδοχής αποτελεί και η ρύθμιση του τετάρτου εδαφίου της παρ. 14 του άρθρου 65 του Ν. 4002/2011, που ορίζει ρητά ως "καθολικό διάδοχο" του καταργουμένου φορέα, του οποίου δεν μεταφέρονται οι αρμοδιότητες, το Υπουργείο που εποπτεύει τον φορέα και κατά συνέπεια τούτο πρέπει να ισχύει πολλώ δε μάλλον στις περιπτώσεις που οι αρμοδιότητες του καταργούμενου φορέα μεταβιβάζονται σε δημόσια πλέον υπηρεσία, όπως στην προκειμένη περίπτωση (επιχ.

εκ του μείζονος στο έλασσον).

Β. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι` αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την προβλεπομένη στο άρθ. 681 του ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο από τον μισθωτό, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.

Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών κλπ (ΑΠ 58/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 2202/2014, ΑΠ 1080/2014). Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ.

προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 509/2016). Εάν όμως η σύμβαση φέρει τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και καταγγελθεί από τον εργοδότη, ρητά ή σιωπηρά, χωρίς η καταγγελία να λάβει χώρα εγγράφως και χωρίς να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, η καταγγελία είναι άκυρη κατά τα άρθρα 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, με συνέπεια να μην επιφέρει τη λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης να υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).

Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ως σύμβασης έργου, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας ή σύμβασης έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 18/2006).

Με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994 ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.

ε του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Αντίστοιχες ρυθμίσεις, διαφέρουσες αυτών ως προς τη διάρκεια του χρόνου των συμβάσεων εργασίας (πέντε μήνες για την κάλυψη εποχιακών ή περιοδικών αναγκών, ένα έτος για τη κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, δυνάμενες να ανανεωθούν για τρεις μήνες και ένα έτος αντίστοιχα) περιείχαν και οι διατάξεις των άρθρων 65 (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64) και 72 παρ. 1 και 73 του Π.Δ/τος 410/1988, που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.

Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Εξ άλλου, με το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 2527/1997 (ΦΕΚ Α 206), με τον οποίο τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν οι διατάξεις του Ν. 2190/1994, ορίσθηκε ότι για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα και φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 κ.ε. του Αστικού Κώδικα ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγουμένη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, με την οποία καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή μερική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από τους υπαλλήλους του, ότι με τη σύμβαση μίσθωσης έργου καθορίζονται οι τυχόν αναγκαίοι όροι και λεπτομέρειες σχετικώς με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αναδόχου και ότι σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ` ολοκληρίαν άκυρη, ενώ με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου [αναριθμηθείσα σε παρ. 9 με το Ν. 3812/2009) ορίσθηκε ότι για συμβάσεις μίσθωσης έργου από τους ΟΤΑ πρώτου και δευτέρου βαθμού και τα νομικά πρόσωπα την απόφαση της παρ. 1 εκδίδει ο Γενικός Γραμματέας της οικείας Περιφέρειας ή το υπ` αυτού εξουσιοδοτημένο όργανο.

Με τις παρ. 2, 3 και 4 του ιδίου άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, όπως αυτές ίσχυαν ως εκ του κρίσιμου χρόνου κατάρτισης των διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου μεταξύ των αναιρεσειόντων και της ΕΛΚΕΔΕ Α.Ε. πριν την αντικατάσταση της πρώτης από τις πιο πάνω παραγράφους και την αναρίθμηση όλων με το άρθρο 10 του Ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α 234/28.12.2009) ορίσθηκε ότι για την έκδοση της κατά την προηγούμενη παράγραφο απόφασης, καθώς και για την προηγούμενη έγκριση, όπου αυτή προβλέπεται κατά τις ισχύουσες διατάξεις, για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου της οικείας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου του δημοσίου τομέα ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία (παρ. 2, αναριθμηθείσα σε παρ. 5 με το Ν. 3812/2009, και παράλληλη τροποποίησή της με την ανάθεση της σχετικής αρμοδιότητας στο ΑΣΕΠ), ότι ανανέωση ή παράταση της σύμβασης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη, ότι παράταση του χρόνου παράδοσης του έργου επιτρέπεται χωρίς οποιαδήποτε αύξηση της αμοιβής του αναδόχου, ότι απασχόληση του αναδόχου σε έργα ή εργασίες άσχετες με εκείνες που περιγράφονται στη σύμβαση απαγορεύονται και συνεπάγονται τον καταλογισμό ολικώς ή μερικώς της αμοιβής του αναδόχου σε βάρος του υπευθύνου υπηρεσιακού οργάνου και ότι ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικώς κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου είναι αυτοδικαίως άκυρη (παρ. 3, αναριθμηθείσα σε παρ. 6 με το Ν. 3812/2009) και ότι προϊστάμενοι υπηρεσιών ή άλλα αρμόδια υπηρεσιακά όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων παραπέμπονται υποχρεωτικώς στην αρμόδια πειθαρχική διαδικασία κατά τις οικείες διατάξεις και διώκονται αυτεπαγγέλτως ή κατ` έγκληση οποιουδήποτε πολίτη για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα (παρ. 4, αναριθμηθείσα σε παρ. 7 με το Ν. 3812/2009).

Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".

Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ` Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν. 2190/1994 και του Ν. 2527/1997 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει επίσης ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν.2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).

Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10 Ιουλίου 2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.

Ειδικότερα με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134) που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004 θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν για το απασχολούμενο προσωπικό στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας (άρθ. 2 παρ.1 και 3 στοιχ.

γ αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ.1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380). Ειδικότερα με το άρθρο 5 παρ.1 του ως άνω Π.Δ/τος ορίσθηκε ότι απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, ενώ με το άρθρο 5 παρ.2 του ιδίου Δ/τος ορίσθηκε ότι η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου (που δεν αφορά την ένδικη υπόθεση).

Με το άρθρο 6 παρ. 1 του ιδίου Π.Δ/τος ορίσθηκε επίσης ότι συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή του προηγουμένου άρθρου, είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας.

Τέλος, με το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του εν λόγω Προεδρικού Διατάγματος, ορίσθηκε ότι οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη (παρ. 1) και ότι σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά και ότι δεν αναζητούνται τυχόν καταβληθέντα, ο δε εργαζόμενος έχει δικαίωμα για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση τα ποσά τα οποία δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, εάν δε οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις.

Με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου προβλέφθηκαν ποινικές και πειθαρχικές κυρώσεις σε βάρος του παραβαίνοντος τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του εν λόγω διατάγματος, ενώ με το τελευταίο εδάφιο της προηγούμενης παρ. 2 ορίσθηκε ότι τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο.

Ενόψει όμως του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α` 85/18-4-2001), οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007), και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και προβλέπουν την κατ` εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολουμένου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω Π. Δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίσθηκε στην παρ.1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.

α` να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.

Με τις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι για τη διαπίστωση της συνδρομής των, κατά την προηγουμένη παράγραφο, προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που προσομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (παρ. 2) και ότι οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ` αυτό των σχετικών κρίσεων (παρ. 3).

Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου συμπεριλήφθηκαν στη ρύθμιση της παρ.1 και οι συμβάσεις οι οποίες είχαν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές. Τέλος, με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι κατ` εξαίρεση και για λόγους κοινωνικής πρόνοιας που αφορούν στην επαγγελματική ένταξη των ατόμων με αναπηρίες για άτομα με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, αρκεί ο συνολικός χρόνος απασχόλησης του εδαφίου (α) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου να είναι τουλάχιστον δέκα οκτώ (18) μήνες, ανεξαρτήτως ενδιαμέσων χρονικών μεταξύ των συμβάσεων, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις κατά τα ανωτέρω.

Από την τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποσυνδέει τη διάρκεια του χρόνου διακοπής μεταξύ των διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου για την αναγνώριση της σχέσης αυτής ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου 11 μόνο για την κατηγορία απασχολουμένων μισθωτών με αναπηρία άνω του 50%, συνάγεται εξ αντιδιαστολής, σε συνδυασμό με τη ρύθμιση της παρ. 1 του ιδίου άρθρου που ρητώς παραπέμπει στη ρύθμιση του άρθρου 5 παρ. 1 του Π.Δ/τος ότι δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της ως άνω μεταβατικής ισχύος διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 επί διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου απασχολουμένου σε δημόσιο φορέα μισθωτού, όταν τα μεταξύ αυτών διαστήματα διακοπής υπερβαίνουν το διάστημα των τριών μηνών (ΑΠ 788/2017, ΑΠ 280/2015, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 696/2013), είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι συντρέχουν οι λοιπές προβλεπόμενες για την εφαρμογή της στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις.

Σημειώνεται ότι η πρόβλεψη, εξάλλου, ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσης εργασίας ως αόριστου χρόνου διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση τον χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου (σχετ.

ΟλΑΠ 16/2017). Ανεξάρτητα όμως από την Οδηγία αυτή και των προς εφαρμογή αυτής ρυθμίσεων του πιο πάνω με αριθ. 164/2004 Π.Δ/τος, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920.

Με τη διάταξη αυτή, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 907/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 1664/2007).

Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου [ή συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία], ανεξάρτητα αν αυτές έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011).

Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εκ των οποίων η πρώτη καταρτίσθηκε με το Δημόσιο κ.λ.π. α) πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10.7.2002), β) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18 Απριλίου 2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν κατά τα προλεχθέντα την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και γ) των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ/τος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (ή που ήσαν ενεργείς μέχρι τρεις μήνες πριν την έναρξη ισχύος του), και οι οποίες (συμβάσεις) συνεχίσθηκαν δε και είναι ενεργείς κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος των διατάξεων αυτών και εφεξής, καλύπτουν δε κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.

Και τούτο διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη από τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο (χαρακτήρα) διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.

και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 13/2017,ΑΠ 598/2019). Επομένως είναι νομικά αδιάφορο το ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν παραλλήλως και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, λόγω έλλειψης κάποιας από τις προϋποθέσεις που προβλέπει η σχετική ρύθμιση, ή ότι η παροχή της εργασίας από τον μισθωτό δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου (κατά παράβαση του άρθρου 6 του Ν.2527/1997), συνεχίσθηκε να παρέχεται στον φορέα, από κάποιο χρονικό σημείο και εφεξής, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.

Αντιθέτως, εάν η πρώτη από τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου καταρτίσθηκε μετά τις 18 Απριλίου 2001, οπότε τέθηκαν σε ισχύ οι πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις και παράλληλα δεν συντρέχει κάποια ή κάποιες από τις πιο πάνω προϋποθέσεις της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, δεν μπορεί να γίνει.

Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ.1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920, δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ` επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 21.9.2011 και με αριθ. κατάθ. 164489/5008//2011 αγωγή τους, όπως αυτή παραδεκτά περιορίσθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις, οι δέκα τρεις(13) ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, από τους συνολικά δέκα οκτώ (18) ενάγοντες, της από 22-2-2019 και με αρ.κατ.211/171/2019 αίτησης αναίρεσης δηλαδή, δηλαδή οι 1ος Χ.

Ε. πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων, 2ος Α. Μ. δεύτερος ενάγων και ήδη δεύτερος αναιρεσείων, 3ος Α. Σ. τρίτος ενάγων και ήδη τρίτος αναιρεσείων, 4ος Κ. Α. τέταρτος ενάγων και ήδη τέταρτος αναιρεσείων, 5ος Τ. Κ. πέμπτος ενάγων και ήδη πέμπτος αναιρεσείων, 10ος Ζ. Α. δέκατος ενάγων και ήδη έκτος αναιρεσείων, 11η Ε.

Χ. ενδέκατη ενάγουσα και ήδη έβδομη αναιρεσείουσα,12η Χ. Μ. δωδέκατη ενάγουσα και ήδη όγδοη αναιρεσείουσα, 13η Μ. Ε. δέκατη τρίτη ενάγουσα και ήδη ένατη αναιρεσείουσα, 14η Ζ. Μ. δέκατη τέταρτη ενάγουσα και ήδη δέκατη αναιρεσείουσα, 15η Κ. Μ. Α. δέκατη πέμπτη ενάγουσα και ήδη ενδέκατη αναιρεσείουσα,16η Σ. Ε. δέκατη έκτη ενάγουσα και ήδη δωδέκατη αναιρεσείουσα και 17η Β.

Μ. δέκατη εβδόμη ενάγουσα και ήδη δέκατη τρίτη αναιρεσείουσα, εξέθεσαν ότι από της προσλήψεώς τους έως και την 1-7-2011 απασχολήθηκαν στην αρχική εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Κέντρο Τεχνολογίας και Σχεδιασμού Α.Ε ΕΛΚΕΔΕ", θυγατρική του ΕΟΜΕΧ, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με διαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες ψευδεπίγραφα και εικονικά χαρακτηρίσθηκαν από την εναγομένη άλλες ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου άλλες ως συμβάσεις μίσθωσης έργου και απασχολήθηκαν σ` αυτή με την αναφερομένη ειδικότητα κατά τα εξής χρονικά διαστήματα : 1)ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων Χ.

Ε. διαστήματα: από 14/01/97 έως 30/6/97 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 20/07/97 έως 31/12/97 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 10/01/98 έως 31/12/98 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 12/01/99 έως 31/12/99 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 10/01/2000 έως 31/08/01 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 10/09/01 έως 31/ 12/2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 8/1/2002 έως 31/12/2002 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 1/1/2003 έως 30/6/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 1/7/2003 έως 31/12/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 1/1/2004 έως 31/12/2004 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/01/2005 έως 30/06/2005 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2005 έως 30/06/2006 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2006 έως 30/06/2007 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2007 έως 30/06/2008 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2008 έως 30/06/2009 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2009 έως 30/06/2010 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και από 01/07/2010 έως και 01/07/2011 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ως Υποδιευθυντής Διεθνών Δραστηριοτήτων Marketing & Μόδας με τα ειδικότερα αναφερόμενα καθήκοντα, 2)ο δεύτερος ενάγων και ήδη δεύτερος αναιρεσείων Α.

Μ. από 01/07/1992 έως 11/12/92 με σύμβαση ωρομίσθιας απασχόλησης, από 26/03/1993 έως 15/07/1993 με σύμβαση ωρομίσθιας απασχόλησης, από 16/07/1993 έως 31/10/1995 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 24/10/1995 έως 16/04/1996 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 07/05/1996 έως 31/12/1996 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 14/01/1997 έως 30/06/1997 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 20/07/1997 έως 31/12/1997 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 10/01/1998 έως 31/12/1998 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 12/01/1999 έως 31/ 12/1999 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 10/01/2000 έως 31/08/2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 10/09/2001 έως 31/12/2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 08/01/2002 έως 31/12/2002 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 31/12/2002 έως 30/6/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/06/2003 έως 31/12/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 31/12/2003 έως 31/12/2004 με σύμβαση εργασίας ορισμένου, από 01/01/2005 έως 30/06/2005 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2005 έως 30/06/06 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2006 έως 30/06/2007 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2007 έως 30/06/08 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2008 έως 30/06/09 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2009 έως 30/06/2010 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2010 έως και 01/07 /2011 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με την ειδικότητα του Τεχνίτη Εργαστηρίου (Τεχνικός Υπεύθυνος στο Εργαστήριο Ελέγχου Ποιότητας Επίπλων της Δ/νσης Ποιότητας), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα, 3) ο τρίτος ενάγων και ήδη τρίτος αναιρεσείων Α.

Σ. από 10/10/1996 έως 31/12/1996 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 02/01/1997 έως 30/06/1997 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 20/07/1997 έως 31/12/1997 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 09/01/1998 έως 31/12/1998 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 12/01/1999 έως 31/12/1999 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 10/01/2000 έως 31/8/2001 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 10/09/2001 έως 31/12/2001 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 08/01/2002 έως 31/05/2002 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου στην θυγατρική εταιρεία ΕΞ.Υ.Π.Π.

ΕΛΚΕΔΕ, από 01/06/2002 έως 31/12/2002 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/01/2003 έως 30/6/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2003 έως 31/12/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/01/2004 έως 31/12/04 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 31/12/2004 έως 30/06/05 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2005 έως 30/06/06 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2006 έως 30/06/2007 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/7/2007 έως 30/6/2008 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2008 έως 30/6/2009 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2009 έως 30/6/ 2010 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2010 έως και 01/07/2011 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με την ειδικότητα του Χημικού (ΠΕ) με τα αναφερόμενα καθήκοντα, 4) ο τέταρτος ενάγων και ήδη τέταρτος αναιρεσείων Κ.

Α. από 15/10/ 1996 έως 31/ 12/ 1996 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 14/1/1997 έως 30/6/1997 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 20/7/2007 έως 31/12/1997 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 10/1/1998 έως 31/12/1998 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 12/1/1999 έως 31/12/1999 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 10/01/2000 έως 31/10/2000 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 1/11/2000 έως 31/ 8/2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 10/9/2001 έως 31/ 12/2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 8/1/2002 έως 31/12/2002 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 1/1/2003 έως 30/6/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 1/7/2003 έως 31/12/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 1/1/2004 έως 30/6/2005 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου Από 30/06/2005 έως 30/6/2006 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/6/2006 έως 30/6/2007 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/6/2007 έως 30/06/2008 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/6/2008 έως 30/06/2009 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/06/2009 έως 30/06/2010 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και από 1/7/2010 έως και 1/7/2011 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με την ειδικότητα του τεχνικού υποδηματοποιίας και τα αναφερόμενα καθήκοντα.

5)ο πέμπτος ενάγων και ήδη πέμπτος αναιρεσείων Τ. Κ. από 1/4/1999 έως 31/7/1999 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 02/09/1999 έως 31/12/1999 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 10/01/2000 έως 31/08/2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 10/09/2001 έως 31/12/2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 08/01/2002 έως 31/12/2002 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 31/12/2002 έως 30/06/2003 με σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/06/2003 έως 31/ 12/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 31/ 12/2003 έως 31/ 12/2004 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/01/2005 έως 30/06/2005 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2005 έως 30/06/2006 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2006 έως 30/06/2007 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2007 έως 30/06/2008 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2008 έως 30/06/2009 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2009 έως 30/06/2010 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από 01/07/10 έως και 01/07/2011 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με την ειδικότητα του Μηχανολόγου Μηχανικού T.E. & Μεμβρανολόγου Π.Ε.

με τα ειδικότερα αναφερόμενα καθήκοντα 6) ο δέκατος ενάγων και ήδη έκτος αναιρεσείων Ζ. Α. από 01/09/2000 έως 31/08/2001 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 10/09/2001 έως 31/12/2001 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 08/01/2002 έως 31/12/2002 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 1/1/2003 έως 30/6/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/6/2003 έως 31/12/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 31/12/03 έως 31/12/2004 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 31/12/2004 έως 30/06/2005 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/06/2005 έως 30/06/2006 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/06/2006 έως 30/06/2007 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/6/2007 έως 30/6/2008 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/6/2008 έως 30/06/2009 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/06/2009 έως 30/06/2010 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και από 01/07/2010 έως και 01/07/2011 με σύμβαση, εργασίας ορισμένου χρόνου, με την ειδικότητα του Προγραμματιστής Η/Υ με τα αναφερόμενα καθήκοντα 7)Η ενδέκατη ενάγουσα και ήδη έβδομη αναιρεσείουσα Ε.

Χ. από 10/01/2000 έως 31/08/2001 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 10/09/2001 έως 31/12/2001 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 08/01/2002 έως 31/12/2002 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/01/2003 έως 30/06/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/06/2003 έως 31/12/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 31/12/2003 έως 31/12/2004 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 31/12/2004 έως 30/06/2005 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/06/2005 έως 30/06/2006 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/06/2006 έως 30/06/2007 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/06/2007 έως 30/06/2008 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/06/2008 έως 30/06/2009 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 30/06/2009 έως 30/06/2010 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και από 01/07/2010 έως και 01/07/2011 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με την ειδικότητα της Χημικού ΠΕ ως Τεχνικού Υπεύθυνου στο Χημείο της Δ/νσης Ποιότητας με τα αναφερόμενα καθήκοντα.

8) Η δωδέκατη ενάγουσα και ήδη όγδοη αναιρεσείουσα Χ. Μ. από 10/10/1996 έως 31/12/1996 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 02/01/1997 έως 30/06/1997 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 20/07/1997 έως 31/12/1997 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 10/01/1998 έως 31/12/1998 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 12/01/1999 έως 31/ 12/1999 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 10/01/2000 έως 31/08/2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 10/09/2001 έως 31/12/2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 08/01/2002 έως 31/12/2002 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/01/2003 έως 30/06/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2003 έως 31/12/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/01/2004 έως 31/12/2004 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/01/2005 έως 30/06/2005 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2005 έως 30/06/2006 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07 /2006 έως 30/06/2007 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2007 έως 30/06/2008 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνο, από 01/07/2008 έως 30/06/2009 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2009 έως 30/06/2010 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και από 01/07/2010 έως και 01/07/2011 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με ειδικότητα Διοικητικής Υπαλλήλου με τα αναφερόμενα καθήκοντα.

9)Η δέκατη τρίτη ενάγουσα και ήδη ένατη αναιρεσείουσα Μ. Ε. από 2/9/1996 έως 31/8/1997 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 01/09/1997 έως 28/2/1998 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 1/03/1998 έως 31/12/1998 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 1/01/1999 έως 31/3/1999 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 1/04/1999 έως 30/6/1999 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 1/07/1999 έως 30/9/1999 με σύμβασης μίσθωσης έργου, από 22/12/1999 έως 31/12/2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 01/01/2002 έως 10/2/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 11/02/2003 έως 11/05/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 12/05/2003 έως 11/7/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 12/07/2003 έως 31/12/2004 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/01/2005 έως 30/06/2005 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2005 έως 30/06/2006 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2006 έως 30/06/2007 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2007 έως 30/06/2008 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2008 έως 30/06/2009 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2009 έως 30/06/2010 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και από 01/07/2010 έως και 01/07/2011 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με την ειδικότητα της Πατρονίστ.

10)Η δέκατη τέταρτη ενάγουσα και ήδη δέκατη αναιρεσείουσα Ζ. Μ. από 1/4/1998 έως 31/12/1998, από 4/1/1999 έως 31/3/1999 με σύμβαση έργου, από 1/4/1999 έως 30/6/1999 με σύμβαση έργου, από 1/7/1999 έως 30/9/1999 με σύμβαση έργου, από 1/10/1999 έως 31/ 8/2001 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 1/11/2001 έως 31/5/2002 με σύμβαση έργου, από 11/2/2003 έως 11/5/2003 με σύμβαση παραχώρησης εργασιών, από 12/5/2003 έως 11/7/03 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 12/07/2003 έως 31/12/2004 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από 01/01/2005 έως 30/06/2005 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2005 έως 30/06/2006 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2006 έως 30/06/2007 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2007 έως 30/06/2008 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2008 έως 30/06/2009 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2009 έως 30/06/2010 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και από 01/07/2010 έως και 01/07/2011 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με την ειδικότητα της Πατρονίστ - Μοντελίστ.

11)Η δέκατη πέμπτη ενάγουσα και ήδη ενδέκατη αναιρεσείουσα Κ. Μ. - Α. από 02/09/1996 έως 31/08/1997 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 01/09/1997 έως 10/02/2003 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από 11/2/2003 έως 11/5/2003 με σύμβαση παραχώρησης υπηρεσιών εργαζομένου (από το ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΝΔΥΜΑΤΟΣ Α.Ε. ΚΕΕΛΕΝ Α.Ε.στο ΕΛΚΕΔΕ Α.Ε.), από 12/5/2003 έως 11/7/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 11/7/2003 έως 31/12/2004 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 7/1/2005 έως 30/6/2005 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2005 έως 30/06/2006 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2006 έως 30/06/2007 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2007 έως 30/06/2008 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2008 έως 30/06/2009 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2009 έως 30/06/2010 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και από 01/07/2010 έως και 01/07/2011 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ως διοικητική υπάλληλος με καθήκοντα γραμματειακής υποστήριξης (χρήση Η/Υ, σύνταξη εγγράφων κ.α.).

12) Η δέκατη έκτη ενάγουσα και ήδη δωδέκατη αναιρεσείουσα Σ. Ε. από 4/3/1997 έως 28/2/1998 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 1/3/1998 έως 31/12/1998 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 1/1/1999 έως 31/3/1999 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 1/4/1999 έως 30/6/1999 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 1/7/1999 έως 30/9/1999 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 1/10/1999 έως 31/12/1999 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 01/01/2000 έως 30/12/2000 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 01/01/2001 έως 31/12/2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 01/01/2002 έως 10/2/2003 με (de facto) σχέση εργασίας, από 11/02/2003 έως 11/05/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 12/05/2003 έως 11/7/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 12/07/2003 έως 31/12/2004 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/01/2005 έως 30/06/2005 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2005 έως 30/06/2006 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2006 έως 30/06/2007 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2007 έως 30/06/2008 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2008 έως 30/06/2009 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2009 έως 30/06/2010 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και από 01/07/2010 έως και 01/07/2011 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ως υπάλληλος γραφείου με τα αναφερόμενα καθήκοντα.

13) Η δέκατη έβδομη ενάγουσα και ήδη δέκατη τρίτη αναιρεσείουσα Β. Μ. από 10/01/1998 έως 31/12/1998 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 12/01/1999 έως 31/12/1999 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 10/01/2000 έως 31/08/2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 10/09/2001 έως 31/12/2001 με σύμβαση μίσθωσης έργου, από 08/01/2002 έως 31/12/2002 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/01/2003 έως 30/6/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2003 έως 31/12/2003 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/01/2004 έως 31/12/2004 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/01/2005 έως 30/06/2005 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2005 έως 30/06/2006 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2006 έως 30/06/2007 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2007 έως 30/06/2008 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2008 έως 30/06/2009 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από 01/07/2009 έως 30/06/2010 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και από 01/07/2010 έως και 01/07/2011 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ως υπάλληλος γραφείου με τα αναφερόμενα καθήκοντα.

Ότι το αντικείμενο της εργασίας τους συνίστατο στην παροχή των αναφερόμενων υπηρεσιών, τις οποίες παρείχαν υπό τις οδηγίες, τις εντολές και τον έλεγχο της αρχικά εναγομένης, που καθόριζε τον τόπο, χρόνο, είδος και τρόπο παροχής της εργασίας τους για την εξυπηρέτηση μόνιμων και διαρκών λειτουργικών αναγκών αυτής στο πλαίσιο της επιδίωξης του σκοπού της, που είναι η στήριξη με τεχνικούς και εργαστηριακούς ελέγχους των κλάδων ξύλου επίπλου, ένδυσης, υπόδεσης, πλαστικών, δέρματος, μαρμάρου, περιβάλλοντος κ.τ.λ., τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων των ανωτέρω κλάδων, την υλοποίηση ερευνητικών και επιχειρησιακών ευρωπαϊκών και εθνικών προγραμμάτων, την υλοποίηση σεμιναρίων μόδας κ.α., με συνέπεια οι συμβάσεις αυτές κατ` επίφαση να έχουν ονομασθεί συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου, αφού δεν εξυπηρετούσαν έκτακτες και απρόβλεπτες ανάγκες της αρχικά εναγομένης, και συνακόλουθα να φέρουν τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό.

Ότι ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων αυτών ως εργασίας ορισμένου χρόνου ή ως συμβάσεων έργου έλαβε χώρα προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους και εκμετάλλευσή τους. Ότι μετά την έναρξη της ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004, αυτοί κατέθεσαν στο αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο της αρχικά εναγομένης κατά το άρθρο 11 αυτού αίτηση αναγνώρισης των εν λόγω σχέσεων ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το οποίο όμως έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, επειδή το αντικείμενο των συμβάσεων τους αφορά δραστηριότητες, οι οποίες δεν σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αρχικής εναγομένης, κρίση που επικυρώθηκε από το ΑΣΕΠ.

Ότι μετά τη λήξη των τελευταίων από τις πιο πάνω συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η αρχικά εναγόμενη αρνήθηκε από την 2/7/2011 ν` αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες όλων των εναγόντων, με τον ισχυρισμό ότι οι συμβάσεις τους είχε λήξει και δεν μπορούσε να συνεχίσει να τους απασχολεί, με συνέπεια να καταγγείλει σιωπηρά τις συμβάσεις αυτές, που φέρουν κατά τα προεκτεθέντα χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι οι καταγγελίες αυτές είναι άκυρες, διότι δεν έλαβαν χώρα εγγράφως, ούτε τους καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση, με συνέπεια η αρχικά εναγομένη να έχει περιέλθει σε υπερημερία εργοδότη και να οφείλει να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα κατά το άρθρο 656 του ΑΚ αποδοχές υπερημερίας, με βάση τις καταβαλλόμενες αποδοχές τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι οι ενάγοντες τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920, της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας και του με αριθ. 164/2004 Π.Δ/τος για τη φύση της σχέσης αυτών με την αρχικά εναγομένη, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησαν με την ένδικη αγωγή τους ν` αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με την αρχικά εναγομένη, με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική πρόσληψή τους, άλλως από 16-5-2005, με τις ειδικότητες για τις οποίες προσλήφθηκαν και ότι οι συμβάσεις τους, ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι ενεργές, ισχυρές και ισχύουσες, ν` αναγνωρίσθεί η ακυρότητα των από 1-7-2011 (σιωπηρών) καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των παραπάνω εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, να υποχρεωθεί η αρχικά εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων αυτών, με τις ειδικότητες για τις οποίες προσελήφθησαν, συνδεομένη μαζί τους με καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους, απειλουμένης εναντίον της, σε περίπτωση αρνήσεώς της να πράξει τούτο, καταβολής χρηματικής ποινής εκατό (100) ευρώ σε καθένα εξ αυτών (εναγόντων) για κάθε ημέρα που θα αρνείται να συμμορφωθεί με το διατακτικό της απόφασης, να υποχρεωθεί η αρχικά εναγομένη να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες τα αναφερόμενα ποσά για αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από 1-7-2011 μέχρι και 30-6-2012 με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε μισθός κατέστη απαιτητός άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως.

Επικουρικά δε σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι εγκύρως καταγγέλθηκαν οι αορίστου χρόνου συμβάσεις εργασίας τους να επιδικασθούν σε κάθε ενάγοντα τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ως αποζημίωση απόλυσης, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 3 ν.2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 5 ν.3198/1955, άλλως και όλως επικουρικά σε περίπτωση που κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους είναι άκυρες να τους καταβληθεί η εκ του άρθρου 7 παρ.2 π.δ.164/2004 αποζημίωση, όπως το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής παραδεκτά περιορίσθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις, ως προς τον τρίτο και πέμπτο από τους ενάγοντες του σε εν μέρει αναγνωριστικό (άρθρο 223 ΚΠΟΛΔ).

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών, ερήμην της εναγομένης, η με αριθ. 2016/2014 οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία κατά μερική παραδοχή της κύριας βάσης της αγωγής ως βάσιμης κατ` ουσία, αναγνώρισε ότι οι δέκα οκτώ (18) ενάγοντες συνδέονται με την εναγομένη με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική πρόσληψή τους, με τις ειδικότητες για τις οποίες προσλήφθηκαν και ότι οι συμβάσεις τους, ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι ενεργές, ισχυρές και ισχύουσες, αναγνώρισε την ακυρότητα των από 1-7-2011 (σιωπηρών) καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, υποχρέωσε δε την αρχική εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων, με τις ειδικότητες για τις οποίες προσελήφθησαν, συνδεομένη μαζί τους με καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους, απειλουμένης εναντίον της, σε περίπτωση αρνήσεώς της να πράξει τούτο, καταβολής χρηματικής ποινής εκατό (100) ευρώ σε καθένα εξ αυτών (εναγόντων) για κάθε ημέρα που θα αρνείται να συμμορφωθεί με το διατακτικό της απόφασης.

Επίσης η παραπάνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα περί μισθών υπερημερίας και το επικουρικό αίτημα περί αποζημιώσεως απόλυσης, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι δέκα τέσσερις (14) από τους συνολικά δέκα οκτώ (18) ενάγοντες και συγκεκριμένα οι πρώτος Χ.

Ε., δεύτερος Α. Μ., τρίτος Α. Σ., τέταρτος Κ. Α., πέμπτος Τ. Κ., ένατος Α. Ι. (ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση), δέκατος Ζ. Α. ,ενδέκατη Ε. Χ., δωδέκατη Χ. Μ., δέκατη τρίτη Μ. Ε., δέκατη τέταρτη Ζ. Μ., δέκατη πέμπτη Κ. Μ., δέκατη έκτη Σ. Ε. και δέκατη έβδομη Β. Μ. άσκησαν την από 15-6-2015 (αριθ.κατ.3950/2015 και με αρ.πρωτ.προσδ.5376/2015) έφεση κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου φορέα της ήδη καταργηθείσας αρχικής εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κέντρο Τεχνολογίας και Σχεδιασμού Α.Ε.

ΕΛΚΕΔΕ". Επίσης το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την αντίθετη από 21-12-2015 (αριθ.κατ.7811/2015 και με αρ.πρωτ.προσδ.3162/2016) έφεση κατά των συνολικά δέκα οκτώ (18) εναγόντων, με την επιφύλαξη του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου να αμφισβητήσει την αποδιδόμενη σε αυτό από τους εκκαλούντες -ενάγοντες ιδιότητα του καθολικού διαδόχου φορέα της παραπάνω αρχικής εναγομένης.

Κατόπιν συνεκδίκασης των εφέσεων αυτών εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την αυτή διαδικασία, η προσβαλλόμενη με αριθμό 962/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η προσβαλλόμενη διέλαβε στη μείζονα πρότασή της τις ακόλουθες νομικές παραδοχές Α)Με το άρθρο 16 του Ν.4038/2012, προβλέφθηκε η λύση και η θέση σε καθεστώς εκκαθάρισης των θυγατρικών εταιριών της ΕΟΜΜΕΧ Α.Ε., μεταξύ των οποίων και της ΕΛΚΕΔΕ ΑΕ.

Με την παρ. 8 του ίδιου νόμου προβλέπεται: "....8. Οι εκκρεμείς δίκες των υπό εκκαθάριση εταιριών συνεχίζονται μέχρι τη λήξη της εκκαθάρισης, χωρίς καμία άλλη διατύπωση και χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους, από τους εκκαθαριστές τους. Μετά τη λήξη της εκκαθάρισης, εφαρμόζεται το τρίτο εδάφιο της παρ. 14 του άρθρου 65 του ν.4002/2011 (Α 180)...".

Περαιτέρω, με το άρθρο 65 παρ.14 του Ν.4002/2011 οριζόταν ότι σε περίπτωση κατάργησης φορέα: "...14.Εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται από τους διαδόχους φορείς, χωρίς να επέρχεται βιαία διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διατύπωση για τη συνέχισή τους. Υποχρεώσεις και δικαιώματα που υφίστανται κατά την κατάργηση ή συγχώνευση ή διάσπαση ή απορρόφηση των φορέων μεταφέρονται στο σύνολό τους στους διαδόχους φορείς, οι οποίοι καθίστανται καθολικοί διάδοχοι".

Συνεπώς το εκκαλούν [ενν.το Ελληνικό Δημόσιο] έχει υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εναγομένης". Στη συνέχεια απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της από 21-12-2005 έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου ότι δεν υφίσταται καθολική διαδοχή στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικής εναγομένης ΕΛΚΕΔΕ ΑΕ από το Ελληνικό Δημόσιο, διότι καμία από τις διατάξεις αυτές (άρθρ. 65 παρ. 14 ν. 4002/2011, σε συν.

με το άρθρο 16 ν. 4038/2012 και άρθρο 179 ν. 4261/2014) δεν προβλέπει την ανωτέρω καθολική διαδοχή, ούτε υφίσταται άλλο νομικό έρεισμα για τέτοια "καθολική διαδοχή" και Β) μετά την Συνταγματική αναθεώρηση από 17-4-2001 και την προσθήκη στο άρθρο 103 του Συντάγματος των παρ.7 και 8 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν 2112/1920, ούτε και μετά την ενσωμάτωση της με αριθ. 1999/70 οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη με το Π.Δ. 164/2004 για τις προσλήψεις με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από 17-4-2001 και εφεξής), και αυτές δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, ούτε κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων αυτών κατά τη δικαστική διαδικασία ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, εκτός αν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004.Αντίθετα η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν 2112/1920 μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος στις 17-4-2001, διότι οι συμβάσεις αυτές παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα.

Στη συνέχεια δέχθηκε ως νόμιμη και κατ` ουσία βάσιμη την αγωγή ως προς το δεύτερο επικουρικό αίτημα και επιδίκασε σε κάθε ενάγοντα την κατ` άρθρο 7 του Π.Δ. 164/2004 αποζημίωση, ενώ απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς αιτήματα της κύριας βάσης και το πρώτο επικουρικό αίτημα, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Εν όψει του μη αμφισβητούμενου χαρακτήρα της αρχικής εναγομένης ΕΛΚΕΔΕ ΑΕ ως νομικού προσώπου υπαγομένου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΔΕΚΟ) τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 8 του Συντάγματος,21 του ν. 2190/1994, 6 του ν.2527/1997 και 5 και 11 του π.δ.164/2004, που ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, κατά τις οποίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου που συνήφθησαν με νομικό πρόσωπο του ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και δεν καταλείπεται πεδίο εκτίμησης και αναγνώρισής τους ως τέτοιων κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό κατ` εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920.

Μάλιστα ο 7ος [...] από τους ενάγοντες, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή συνήψε συμβάσεις με την εναγομένη μετά την έναρξη ισχύος της αναθεωρημένης διάταξης του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος (18.4.2001).Πλην αυτών, εν όψει των ρυθμίσεων της παραγράφου 10 του άρθρου 16 του ν. 4038/2012 και της παραγράφου 2 του άρθρου 179 του ν.4261/2014, το αίτημα των εναγόντων να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους είναι μη νόμιμο, αφού από τις 2.2.2012 η ΕΛΚΕΔΕ ΑΕ έπαυσε να λειτουργεί και καταργήθηκαν όλες ανεξαιρέτως οι θέσεις εργασίας του πάσης φύσεως προσωπικού της ,ενώ έκτοτε λύθηκαν όλες οι συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του προσωπικού της.

Επομένως, αντικειμενική δυνατότητα απασχόλησης των εναγόντων από την εναγομένη μετά τις 2.2,2012 δεν υφίστατο και το σχετικό αίτημα της αγωγής ήταν αβάσιμο και απορριπτέο." Στη συνέχεια αφού δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσία τις εφέσεις ,εξαφάνισε την εκκαλουμένη 'κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας κατ` ουσία την αγωγή δεχθηκε ως νόμιμη και κατ` ουσία βάσιμη την αγωγή ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση και επιδίκασε σε κάθε ενάγοντα τα αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση εκ του άρθρου 7 παρ. 2 του π.δ. 164/2004.

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών (ΑΠ 496/2020).

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχθέν ότι το εκκαλούν - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον - αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο μετά την διανομή της εταιρικής περιουσίας και την περάτωση της εκκαθάρισης στις 5-5-2014 της λυθείσας στις 2.2.2012 αρχικής εναγομένης, έχει υπεισέλθει στη θέση αυτής ως καθολικός διάδοχός της ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 8 ν.4038/2012, 65 παρ. 14εδ.τρίτο, ν.4002/2011, και 179 παρ.1 του Ν.4261/2014, αν και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία (αρθ.578 του ΚΠολΔ) σύμφωνα με την παραπάνω νομική σκέψη.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της από 6.8.2018 αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου αληθώς μόνο εκ του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι και εκ του αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον η εκ του αριθμού 14 πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο ΑΠ Ολ 2/2001), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση καν αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 455/2021, ΑΠ 194/2021, ΑΠ 151/2021).

Με τον δεύτερο λόγο της από 6.8.2018 αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προβάλλεται, κατ`εκτίμηση του δικαστηρίου, η εκ του αρ.8. του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό του περί μη λήξης της εκκαθάρισης της αρχικής εναγομένης και συνεπώς μη παραδεκτής συνέχισης της εκκρεμούς δίκης από το Ελληνικό Δημόσιο σε σχέση με την από 15.6.2015 (αρ.κατάθ. 3950/2015) έφεση των 1ου - 5ου και 9ου - 17ου των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, παρά το γεγονός ότι το Ελληνικό Δημόσιο τον ισχυρισμό αυτό είχε προτείνει παραδεκτά με τις από 7.11.2016 προτάσεις του ως εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της ως άνω έφεσης κατ` άρθρο 527 εδ.1 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος και συνακόλουθα το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε μη νόμιμο ισχυρισμό.. Και τούτο διότι κατά τον χρόνο άσκησης στις 23-6-2015 της από 15.6.2015 έφεσης των 1ου - 5ου και 9ου - 17ου των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων είχε ήδη, όπως προαναφέρθηκε, περατωθεί εκ του νόμου από την 5-5-2014 η εκκαθάριση της αρχικής εναγομένης, σύμφωνα με το άρθρο 179 του Ν.4261/2014 Περαιτέρω το Εφετείο με την κρίση του ότι η αγωγή με το προαναφερθέν περιεχόμενο και αιτήματα δεν είναι νόμιμη, ως προς την κύρια βάση της, εκτός από την επικουρική βάση για επιδίκαση στους ενάγοντες της εκ του άρθρου 7 του π.δ. 164/2004 αποζημίωσης:

Α) παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.3 του Ν.2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 του Α.Κ., 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, 174, 180, ΑΚ και 11 του Π.Δ. 164/2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήσαν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, ενώ αντιθέτως εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 21 Ν.2190/1994, 6 παρ.1 και 6 του Ν. 2527/1997, και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση.

Και τούτο διότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι εκ των εναγόντων αναιρεσείοντες παρείχαν την εργασία τους, με τις αναφερόμενες ειδικότητες, στην αρχικά εναγόμενη, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της τελευταίας, από 14-1-1997, 1-7-1992, 10-10-1996, 15-10-1996, 1-4-1999, 1-9-2000, 10-1-2000, 10-10-1996, 2-9-1996, 1-4-1998, 2-9-1996, 4-3-1997 και 10-1-1998 αντίστοιχα, αφού οι αρχικές συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων, είχαν καταρτισθεί πριν τις 18.4.2001, οπότε οι πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις τέθηκαν σε ισχύ, η δε παροχή της εργασίας τους συνεχίσθηκε με τις επόμενες διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου αρχικά και διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στη συνέχεια και μετά την εφαρμογή των ως άνω ρυθμίσεων, όπως και εκείνων της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας και του εφαρμοστικού αυτής με αριθ. 164/2004 Π.Δ/τος, ενώ ο καθορισμός του είδους των άνω επί μέρους συμβάσεων, ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εκ των εναγόντων αναιρεσειόντων από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Κατά συνέπεια, με βάση τα άνω ιστορούμενα στην αγωγή, οι εν λόγω συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη από τους παραπάνω χρόνους που εκτείνονται οι έννομες σχέσεις και το αντικείμενο τους, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης της ως τέτοιας (αορίστου χρόνου).

Επίσης κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή συνέτρεχαν παραλλήλως και οι προϋποθέσεις της εφαρμογής της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 για το χαρακτηρισμό των σχέσεων εργασίας των διαδίκων ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και ειδικότερα η προϋπόθεση της συνολικής χρονικής διάρκειας διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων και με μεταξύ αυτών διαστήματα μικρότερα του τριμήνου.

Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της από 22-2-2019 αναίρεσης των εκ των εναγόντων αναιρεσειόντων είναι βάσιμος κατ'αμφότερα τα υπό στοιχείο Α1 και Α2 σκέλη αυτού. Επίσης με την κρίση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αυτή δεν είναι νόμιμη ως προς τα αιτήματα των εναγόντων - αναιρεσειόντων να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της (σιωπηρής) καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και να τους επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας από την ημέρα της άκυρης καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους (1-7- 2011) μέχρι και την 2-2-2012, οπότε έπαυσε να λειτουργεί η αρχική εναγομένη, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του ν.2112/1920, 1 του ν. 3198/1955 και 174, 180, 349, 350, 648 και 656 Α.Κ., τις οποίες δεν εφήρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες.

Επομένως, ο κατά το πρώτο μέρος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος της από 22-2-2019 αναίρεσης των εκ των εναγόντων αναιρεσειόντων είναι βάσιμος. Ο ίδιος όμως λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες ενάγοντες η εκ του αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της τον λόγο έφεσής τους με τον οποίο αυτοί επανέφεραν τον αγωγικό ισχυρισμό τους περί επιδίκασης σε αυτούς μισθών υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τούτο διότι η προσβαλλόμενη έλαβε υπόψη το αγωγικό αυτό αίτημα τους και το απέρριψε ως μη νόμιμο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 6/2019, 8/2018, 1/1999). Με τον εν λόγω αναιρετικό λόγο, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.

ΑΠ 44/1990, 3/1997, ΑΠ 76/2019, 9/2019, 103/2017, 973/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της από 22-2-2019 αναίρεσης των εκ των εναγόντων αναιρεσειόντων, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν αιτιολογεί την απόρριψη ως μη νομίμου του αιτήματος τους περί υπαγωγής τους στις διατάξεις του ΠΔ164/2004 και μετατροπής των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτεθέντα στην περίπτωση απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης, όπως εν προκειμένω, δεν θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ. Μετά την παραδοχή του πρώτου και του τρίτου λόγου κατά το πρώτο μέρος του της από 22-2-2019 αναίρεσης των εκ των εναγόντων αναιρεσειόντων, παρέλκει η έρευνα του τέταρτου λόγου της εν λόγω αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την εκ του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για ευθεία παραβίαση με την μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του αρ.1 και 3 Ν.2112/20 σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 5 Ν.3198/55, την παρ.2 του αρ.2 του α.ν.173/1967 και την παρ.2 του άρθρου 179 του ν.4261/2014 και την απόρριψη της πρώτης επικουρικής βάσης περί επιδίκασης σε αυτούς αποζημίωσης απόλυσης σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι οι αορίστου χρόνου συμβάσεις εργασίας τους καταγγέλθηκαν εγκύρως την 1-7-2011.

Με τον τρίτο λόγο της από 6-8-2018 αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε το δεύτερο επικουρικό αίτημα και επιδίκασε στους ενάγοντες αναιρεσίβλητους την κατ` άρθρο 7 παρ. 2 του π.δ. 164/2004 αποζημίωση, χωρίς να λάβει υπόψη του τον προταθέντα με τον τρίτο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ουσιώδη ισχυρισμό του εκ του άρθρου 6 παρ.2 π.δ.164/2004 ότι οι συμβάσεις των εναγόντων με την αρχική εναγομένη είχαν συναφθεί εγκύρως για χρονικό διάστημα πέραν των 24 μηνών, διότι η απασχόλησή τους σχετιζόταν με την υλοποίηση επιδοτούμενων - χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο λόγος αυτός, μετά την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης της από 22-2-2019 αναίρεσης των εκ των εναγόντων αναιρεσειόντων καθίσταται άνευ αντικειμένου, ενώ υπάρχει δυνατότητα ο σχετικός ισχυρισμός να επαναφερθεί στο δικαστήριο της παραπομπής. Τέλος με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι επιδίκασε στους 6ο, 7ο, 8 και 18ο των εναγόντων ήδη 6η, 7η, 8η και 18ο των αναιρεσιβλήτων αποζημίωση εκ του άρθρου 7 παρ 2 του π.δ. 164/2004, αν και πρωτόδικα η αγωγή είχε απορριφθεί ως προς το αίτημα αυτό, οι δε παραπάνω ενάγοντες δεν άσκησαν έφεση κατά της απορριπτικής πρωτόδικης απόφασης.

Μετά όμως την κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τους παραπάνω αναιρεσίβλητους ενάγοντες, τους οποίους αφορά ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, δεν υπάρχει έδαφος περαιτέρω έρευνας αυτού. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει:1) να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της από 6-8-2018 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου ως προς την 6η, 7η, 8η, 9ο και 18ο των αναιρεσιβλήτων και να απορριφθεί η αναίρεση αυτή ως προς τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσίβλητους.

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ` αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.5 του Ν.1738/1987 και 2)να γίνει δεκτή η από 22-2-2019 αναίρεση, ν` αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ` αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 6.8.2018 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου και την από 22.2.2019 αντίθετη αίτηση αναίρεσης των Χ. Ε., Α. Μ. κλπ (συνολικά δέκα τρεις αναιρεσείοντες), κατά της υπ` αριθ.962/.2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά την από 6.8.2018 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τους 6η, 7η, 8η, 9ο και 18ο των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή Α. Κ., Η. Μ., Μ. Α., Ι. Α. και Π. Δ. αντίστοιχα.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 6.8.2018 αίτησης αναίρεσης ως προς τους παραπάνω αναιρεσίβλητους.

Απορρίπτει την από 6.8.2018 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσίβλητους.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Δέχεται την από 22.2.2019 αίτηση αναίρεσης.

Αναιρεί την ως άνω υπ` αριθ. 962/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .

Παραπέμπει την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ KAI ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ