Legislator Case Law & Legislation
76/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance claim, ruling lower court properly considered all evidence.

Case Number 76/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's partial rejection of her inheritance lawsuit. The appellant argued the lower court failed to consider her witness testimony regarding the statute of limitations defense. The court ruled that the appellate decision explicitly confirmed it had examined all relevant evidence, including the witness deposition, thereby validating the dismissal of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 576 para. 3, 577 para. 3, 559 para. 11g of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court has properly considered all evidence submitted by the parties, as demonstrated by explicit findings in the judgment.

Keywords

AI generated
inheritance lawsuit statute of limitations appeal admissibility evidence consideration witness testimony legal costs civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 247, 249, 251, 1710, 1813, 1871 of the Civil Code
Article 559 para. 11g of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 335, 338-340, 346 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 76 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 76/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. συζ. Ι. Π., το γένος Α. Ζ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Λασκαρίδη.

Του αναιρεσιβλήτου Α. Η. Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Παπαδημητρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14693/2014 του παραπάνω Δικαστηρίου και 194/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-12-2017 αίτησή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν της αναιρεσείουσας την παραδοχή και του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 194/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 14693/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη περί κλήρου αγωγή της (αναιρεσείουσας) κατά του αναιρεσιβλήτου, όπως και τα σωρευθέντα αιτήματα για αναγνώριση ως άκυρης αποποίησης κληρονομίας της ίδιας, για αναγνώριση ως άκυρων αποδοχών κληρονομίας του αναιρεσιβλήτου και για ακύρωση κληρονομητηρίου υπέρ του αναιρεσιβλήτου. Ακολούθως και, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αβάσιμη η περί κλήρου αγωγή, λόγω παραγραφής της σχετικής αξίωσης και για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας το αίτημά της για αναγνώριση της ακυρότητας της από μέρους της αποποίησης της κληρονομίας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

I. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 247, 249, 251, 1710, 1813, 1871 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αξίωση που ασκείται με την περί κλήρου αγωγή, με την οποία ο κληρονόμος ζητά από το νομέα της κληρονομίας, από εκείνον, δηλαδή, που κατακρατεί, ως κληρονόμος, αντικείμενα της κληρονομίας, την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομίας ή κάποιου αντικειμένου της, υπόκειται και όταν ασκείται κατά συγκληρονόμου, στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, που αρχίζει αφότου γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, ήτοι αφότου ο εναγόμενος προσέβαλε το δικαίωμα του ενάγοντα με την κατάληψη έστω και μερικών από τα αντικείμενα της κληρονομίας (ΑΠ 722/2003).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 15/2006), ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΑΠ 509/2013).

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 112/2016, 951, 478/2013, 38/2012).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχτηκε, αναφορικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου για παραγραφή της αξίωσης που άσκησε η αναιρεσείουσα εναντίον του με την παραπάνω περί κλήρου αγωγή της, ότι: "ο εναγόμενος (εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, με τη μητέρα του Ε.

και την αδελφή του Κ.), από το χρόνο θανάτου (8-11-1967) του κληρονομουμένου (Ηλία Α. Η.), ασκούσε στα επίδικα διαμερίσματα, συνεχώς και αδιαλείπτως, διακατοχικές πράξεις με διάνοια συγκυρίου (μαζί με τη μητέρα του και συγκληρονόμο, Ε.), ενώ με την προαναφερόμενη, υπ' αριθ. …14/29-11-1968 δήλωση, αποδέχτηκε την ένδικη κληρονομία, συμπεριλαμβάνοντας στο ποσοστό συγκυριότητάς του και εκείνο που αναλογούσε στην ενάγουσα.

Ειδικότερα, ο εναγόμενος εκμίσθωνε τα επίδικα διαμερίσματα και τα εμφάνιζε στις δηλώσεις που υπέβαλε κατ' έτος στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., συμπεριλαμβάνοντας στο ποσοστό συγκυριότητάς του και εκείνο της ενάγουσας, ήτοι, συνολικό ποσοστό 75%, ενώ το υπόλοιπο 25% το δήλωνε η μητέρα του, μετά δε το θάνατο της τελευταίας, το έτος 1988, υπέβαλε δηλώσεις ως αποκλειστικός κύριος των εν λόγω ακινήτων (βλ...).

Επιπροσθέτως, ο εναγόμενος επιβαρυνόταν με τις δαπάνες επισκευής της οικοδομής όπου βρίσκονται τα επίδικα διαμερίσματα, συνυπολογίζοντας στο ποσοστό συγκυριότητάς του και εκείνο που αναλογούσε στην ενάγουσα (βλ...), ενώ στην από 20-11-2008 δήλωσή του προς το Εθνικό Κτηματολόγιο, αυτός δήλωσε τα επίδικα διαμερίσματα, ως αποκλειστικός κύριος αυτών.

Ο εναγόμενος, με τις προαναφερόμενες, εμφανείς διακατοχικές πράξεις του, κατέστησε σαφές στη συγκληρονόμο του, ενάγουσα, ότι πλέον κατέχει και νέμεται τα επίδικα ακίνητα για δικό του λογαριασμό, συμπεριλαμβάνοντας στο ποσοστό συγκυριότητάς του και το κληρονομικό μερίδιο της τελευταίας. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, η ίδια η ενάγουσα, ήδη από τις 27-2-1969, δήλωσε ότι αποποιείται την ένδικη κληρονομία, έκτοτε δε, αποξενώθηκε από αυτή, χωρίς ποτέ να διεκδικήσει την κληρονομική της μερίδα από τον εναγόμενο...Με βάση τα προαναφερόμενα περιστατικά, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, τουλάχιστον από τις 27-2-1969, οπότε η ίδια δήλωσε ότι αποποιείται την ένδικη κληρονομία, γνώριζε τόσο το δικαίωμά της επί της ένδικης κληρονομίας όσο και τη νομή του κληρονομικού της μεριδίου από τον εναγόμενο και ως εκ τούτου, κατά τον ως άνω χρόνο γεννήθηκε η σχετική αξίωση της τελευταίας και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της...Ενόψει τούτου, το ένδικο δικαίωμα της ενάγουσας έχει παραγραφεί, δεδομένου ότι, από τον παραπάνω χρόνο (27-2-1969), μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (η οποία κατατέθηκε στις 5-7-2013), έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, η οποία συμπληρώθηκε στις 28-2-1989".

Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, δέχτηκε το Εφετείο την παραπάνω ένσταση παραγραφής του αναιρεσιβλήτου και απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενό της, διέλαβε στην απόφασή του αυτή πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, καθόσον αναφέρει στην εν λόγω απόφασή του, ότι η κατάληψη των επιδίκων από τον αναιρεσίβλητο, που άρχισε στις 8-11-1967, συνεχίζεται, ως προς το κληρονομικό μερίδιο της ενάγουσας, αδιαλείπτως, από 27-2-1969, ότι η ενάγουσα έλαβε έκτοτε (27-2-1969) γνώση της κατάληψης αυτής και ότι, συνεπώς, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής της (αναφέρει το χρόνο κατάθεσής της, 5-7-13 και όχι εκείνον της επίδοσής της, ο οποίος, προφανώς, είναι μεταγενέστερος του χρόνου κατάθεσης), παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της εικοσαετίας, με συνέπεια την παραγραφή, από 28-2-1989, της ένδικης αξίωσής της.

Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των ανεπαρκών (αναφέρεται ασαφών) αιτιολογιών ως προς την παραδοχή της παραπάνω ένστασης παραγραφής, λόγω μη αναφοράς "της υπό του εναγομένου αντιποίησης του επίμαχου κληρονομικού δικαιώματος, του χρόνου έναρξης της αντιποίησης και κυρίως του χρόνου κατά τον οποίο περιήλθε τούτο σε γνώση της αναιρεσείουσας", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, διαλαμβάνεται στην εν λόγω απόφαση, ότι "ο εναγόμενος, με τις προαναφερόμενες, εμφανείς διακατοχικές πράξεις του, κατέστησε σαφές στη συγκληρονόμο του, ενάγουσα, ότι πλέον κατέχει και νέμεται τα επίδικα ακίνητα για δικό του λογαριασμό, συμπεριλαμβάνοντας στο ποσοστό συγκυριότητάς του και το κληρονομικό μερίδιο της τελευταίας", ότι τούτο συνεχίστηκε "αδιαλείπτως από του χρόνου θανάτου του κληρονομουμένου", ήτοι από 8-11-1967 και συνεπώς, ως προς την αναιρεσείουσα και από 27-2-1969 και ότι αυτή έκτοτε (27-2-1969) "γνώριζε τόσο το δικαίωμά της επί της ένδικης κληρονομίας όσο και τη νομή του κληρονομικού της μεριδίου από τον εναγόμενο".

II. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται, ότι το Εφετείο, με την παραδοχή της ένστασης παραγραφής του αναιρεσιβλήτου και την απόρριψη, στη συνέχεια, της παραπάνω περί κλήρου αγωγής της αναιρεσείουσας, παραβίασε τις ανωτέρω, στην πρώτη σκέψη, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι, παρά την ακυρότητα, λόγω της προηγηθείσης σιωπηρής αποδοχής της, της από 27-2-1969 αποποίησης της κληρονομίας από την αναιρεσείουσα, στήριξε στην άκυρη αυτή αποποίηση την κρίση του ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε από τις 27-2-1969 την αντιποίηση της συννομής της στα επίδικα από τον αναιρεσίβλητο, με συνέπεια να δεχθεί την ημερομηνία αυτή ως αφετηρία της εικοσαετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσης της ανωτέρω.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι το Εφετείο συνήγαγε, ότι η παραπάνω, από τις 27-2-1969, γνώση της αναιρεσείουσας προκύπτει αμέσως από την προαναφερθείσα, υπό την ίδια ημεροχρονολογία, άκυρη αποποίησή της, ενώ, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, τούτο δεν συμβαίνει, αφού το Εφετείο συνήγαγε την παραπάνω κρίση του, όχι μόνο από την εν λόγω αποποίηση, αλλά από το σύνολο των ενεργειών του αναιρεσιβλήτου, που μνημονεύει και που προαναφέρθηκαν και με τις οποίες "εμφανείς διακατοχικές πράξεις του, ο αναιρεσίβλητος κατάστησε σαφές στη συγκληρονόμο του, αναιρεσείουσα, ότι πλέον κατέχει και νέμεται τα επίδικα ακίνητα για δικό του λογαριασμό, συμπεριλαμβάνοντας στο ποσοστό συγκυριότητάς του και το κληρονομικό μερίδιο της τελευταίας".

Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο λόγος αυτός, διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω παράβασης, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση από το Εφετείο των γεγονότων σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο γνωστοποίησης από τον αναιρεσίβλητο προς την αναιρεσείουσα, ότι κατέχει και νέμεται τα επίδικα και ως προς το κληρονομικό της μερίδιο.

III. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 247, 272, 273, 277, 1846-1850, 1854, 1856, 1857, 1871 επ. ΑΚ, 69, 70 και 262 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο εναγόμενος μπορεί να αποκρούσει την περί κλήρου αγωγή με την ένσταση αποποίησης από τον ενάγοντα της κληρονομίας, για την οποία ασκήθηκε η αγωγή (ΑΠ 1810/1988). Η απόδειξη της ένστασης αυτής θα έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής. Την εν λόγω ένσταση μπορεί να αποκρούσει ο ενάγων με την αντένσταση της ακυρότητας της αποποίησης από μέρους του της κληρονομίας, όπως λόγω προηγηθείσης σιωπηρής αποδοχής της, επειδή η αποποίηση έλαβε το πρώτον χώρα μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών από τότε που έμαθε την επαγωγή της κληρονομίας και το λόγο της.

Συνεπώς, ο ενάγων έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της αποποίησης από μέρους του της κληρονομίας. Συνίσταται δε το έννομο αυτό συμφέρον του στην ευόδωση της περί κλήρου αγωγής του, άλλως αδύνατη σε περίπτωση παραδοχής της εναντίον της ένστασης του εναγομένου, για αποποίηση από μέρους του της επίμαχης κληρονομίας. Το έννομο, όμως, τούτο συμφέρον εκλείπει, αν η περί κλήρου αγωγή απορριφθεί, λόγω παραγραφής της σχετικής αξίωσης (ΑΠ 72/2013), οπότε η προσφυγή στη μη υποκειμένη σε παραγραφή ανωτέρω αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας της αποποίησης να αποβαίνει περιττή. Και τούτο, διότι, μετά την απόρριψη της περί κλήρου αγωγής, λόγω παραγραφής, η παραπάνω ένσταση του εναγομένου δεν δύναται να προταθεί και συνεπώς είναι αδύνατη η απόκρουσή της με την ανωτέρω αντένσταση του ενάγοντα, ώστε να καθίσταται αναγκαία η διάγνωση της συνδρομής των προϋποθέσεων αυτής, άρα και για τη διαπίστωση της παράλυσης της θιγόμενης μ' αυτή ανωτέρω ένστασης, αφού τέτοια ένσταση είναι, για τους παραπάνω λόγους, αδύνατη.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα, με την παραπάνω αγωγή της, θεμελίωσε το έννομο συμφέρον της για αναγνώριση της ακυρότητας της από 27-2-1969 αποποίησης από μέρους της της επίμαχης κληρονομίας, στην ευόδωση της περί κλήρου αγωγής της, η οποία, διαφορετικά, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, θα ήταν αδύνατη σε περίπτωση παραδοχής της εναντίον της ένστασης του αναιρεσιβλήτου, για αποποίηση από μέρους της της κληρονομίας, για την οποία η περί κλήρου αγωγή. Το Εφετείο, μετά την απόρριψη της περί κλήρου αγωγής, λόγω παραγραφής, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για έλλειψη εννόμου πλέον συμφέροντος της αναιρεσείουσας, το αγωγικό αίτημά της για αναγνώριση της ακυρότητας της παραπάνω αποποίησης από μέρους της της επίμαχης κληρονομίας. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

IV. Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Δεν ιδρύεται, επομένως, ο λόγος αυτός, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίσεις για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ή μη νόμιμη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997).

Εν προκειμένω, με τους πέμπτο και όγδοο, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικότητα των αιτιολογιών της, αναφορικά α) με τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή για αναγνώριση της ακυρότητας της δήλωσης της αναιρεσείουσας περί αποποίησης της επαχθείσας κληρονομίας της μητέρας της, διότι, ενώ κρίθηκε, ότι η αγωγή αυτή είναι νόμιμη, στη συνέχεια, απορρίφθηκε, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, ως ουσία αβάσιμη και β) με την, επίσης, σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή ακύρωσης κληρονομητηρίου, διότι αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, αλλά και ως απαράδεκτη. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι και, ειδικότερα, ο υπό στοιχ. α' πέμπτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος, διότι ουδεμία αντίφαση ενέχει η παραδοχή της πιο πάνω αγωγής ως νόμιμης και, στη συνέχεια, η απόρριψή της ως ουσιαστικά αβάσιμης και ο υπό στοιχ. β' όγδοος λόγος αναίρεσης ως απαράδεκτος, διότι η απόρριψη της εν λόγω αγωγής είτε ως μη νόμιμης είτε ως απαράδεκτης δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης.

V. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με την παραπάνω αγωγή της, όπως προκύπτει απ' αυτή, αλλά και την προσβαλλόμενη απόφαση, ζήτησε τη μερική ακύρωση των …..14/29-11-1968 και …94/12-10-2009 δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας του αναιρεσιβλήτου, της μεν πρώτης, κατά το μέρος που περιλήφθηκε σ' αυτή και το μερίδιό της στην επίμαχη κληρονομία, επειδή η ίδια την είχε ήδη αποδεχτεί σιωπηρά με την άπρακτη παρέλευση του τετράμηνου αποποίησής της, της δε δεύτερης, κατά το μέτρο που περιλήφθηκε σ' αυτή αποθήκη, επειδή η αποθήκη αυτή δεν υπήρχε στην παραπάνω κληρονομία.

Το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το παραπάνω αίτημα ως μη νόμιμο, διότι έκρινε ότι τα ανωτέρω επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν νόμιμο λόγο ακυρότητας ή ακυρωσίας των παραπάνω δηλώσεων, "αφού, για την ακυρότητα ή ακυρωσία των εν λόγω δηλώσεων, δεν αρκεί μόνο το γεγονός ότι ο τελευταίος (αποδεχθείς αναιρεσίβλητος) δεν ήταν κληρονόμος, κατά τη σύνταξή τους, ούτε η ανακριβής περιγραφή της κληρονομιαίας περιουσίας".

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1849, 1856 και 1857 ΑΚ με το να εκτιμήσει εσφαλμένα και στη συνέχεια να απορρίψει ως μη νόμιμη τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή για αναγνώριση του ότι οι ανωτέρω δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας "δεν παράγουν έννομες συνέπειες και δεν είχαν αποτέλεσμα την, μέσω κληρονομικής διαδοχής, κτήση από τον εναγόμενο της κυριότητας των επαχθέντων στην ενάγουσα ιδανικών μεριδίων στα δυο διαμερίσματα".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι, μετά την απόρριψη της περί κλήρου αγωγής, λόγω παραγραφής, το παραπάνω αίτημα ήταν απορριπτέο, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, αφού με την παραδοχή του σκοπούσε στην ευδοκίμηση της περί κλήρου αγωγής της, ενώ τούτο, μετά την παραγραφή της σχετικής αξίωσης, είναι πλέον χωρίς αντικείμενο.

VI. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με την παραπάνω αγωγή της, όπως προκύπτει απ' αυτή, ζήτησε την ακύρωση του …3/1969 κληρονομητηρίου που είχε εκδοθεί για το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου στην επίμαχη κληρονομία, λόγω ανακρίβειάς του, συνισταμένης στο ότι στο κληρονομητήριο αυτό το μερίδιό της στην επίμαχη κληρονομία αναφέρεται ως μερίδιο του αναιρεσιβλήτου, λόγω της προαναφερθείσης από 27-2-1969 αποποίησής της, πλην παρανόμως, εξαιτίας της ακυρότητας της αποποίησης αυτής, λόγω της σιωπηρής από μέρους της αποδοχής της κληρονομίας που είχε προηγηθεί.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το παραπάνω αίτημα ως μη νόμιμο, διότι έκρινε ότι ο αληθινός κληρονόμος, όπως, κατά τους ισχυρισμούς της, η αναιρεσείουσα, μπορεί να ασκήσει αγωγή με αντικείμενο, όχι την ακύρωση, όπως ζητούσε εν προκειμένω η αναιρεσείουσα με την αγωγή της, αλλά την παράδοση του ανακριβούς κληρονομητηρίου στο δικαστήριο της κληρονομίας.

Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 739, 740, 819 και 823 ΚΠολΔ με το να εκτιμήσει εσφαλμένα και στη συνέχεια να απορρίψει ως μη νόμιμη τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αίτηση ανάκλησης του παραπάνω κληρονομητηρίου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι, μετά την απόρριψη της περί κλήρου αγωγής, λόγω παραγραφής, το παραπάνω αίτημα ήταν απορριπτέο, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, αφού με την παραδοχή του σκοπούσε στην ευδοκίμηση της περί κλήρου αγωγής της, ενώ τούτο, μετά την παραγραφή της σχετικής αξίωσης, είναι πλέον χωρίς αντικείμενο.

VII. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που αποσκοπεί στη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ) και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη, επίσης, επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, δηλαδή οι ισχυρισμοί, που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί, να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 3/1997).

Θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικά απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας, ούτε η παράλειψή του να απαντήσει στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων, που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή μη μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του κανόνα δικαίου που επικαλούνται ή αποκρούουν στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 590/2013).

Εν προκειμένω, με τον ένατο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο παρέλειψε, να αποφανθεί με την απόφασή του αυτή για τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για καταχρηστική προβολή από τον αναιρεσίβλητο της ένστασής του παραγραφής της περί κλήρου αγωγής της.

Ως προς το λόγο αυτό αναίρεσης, από την παραδεκτή επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα στην, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από 21-1-2014 προσθήκη - αντίκρουσή της στις από 7-1-2014 προτάσεις της, διαλαμβάνει σ' αυτή, υπό το στοιχείο (Β), ότι "Β) Ως προς τις ενστάσεις του εναγομένου Β.1) Αναφορικά με την ένσταση παραγραφής της περί κλήρου αγωγής ...

Β.2) Αναφορικά με την ένσταση παθητικής νομιμοποίησης του αντιδίκου. ... Β.3) Ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος Η ένσταση της διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ. αφορά περιπτώσεις που αυτή υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος. Από την πλευρά μου ούτε αδράνησα αναφορικά με την άσκηση του δικαιώματός μου να διεκδικήσω την κληρονομική μου μερίδα, ούτε ο αντίδικός μου πίστεψε και δη με καλή πίστη ότι δεν πρόκειται ποτέ να ασκήσω σε βάρος του τα δικαιώματά μου επί του ανωτέρω μεριδίου μου.

Αντίθετα ότι αυτός τελούσε σε κακοπιστία έναντι εμού, προκύπτει από το γεγονός ότι ο εναγόμενος ουδέποτε μου γνωστοποίησε την ύπαρξη της υπ' αριθ. …14/1968 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, και τούτο διότι ούτος γνώριζε ότι ήταν άκυρη και παράνομη. Όταν εν τέλει και για τις ανάγκες της ορθής δήλωσης της περιουσίας μας στο Εθνικό Κτηματολόγιο, αναγκάστηκε να μου δώσει αντίγραφο αυτής, και ευθύς ως πληροφορήθηκα τον τρόπο με τον οποίο ακύρως και παρανόμως παρουσιαζόταν κύριος του κληρονομικού μου μεριδίου κινήθηκα εμπρόθεσμα σε βάρος του.

Επομένως, η έλλειψη καλής πίστης και χρηστών ηθών συμπίπτουν στο πρόσωπο και τις ενέργειες του εναγομένου. Κατά τα λοιπά επικαλούμαι και εν προκειμένω τα όσα αναφέρω και στην αντίκρουση της ένστασής του περί παραγραφής της περί κλήρου αγωγής μου. Β.4) Ένσταση παραγραφής Επί της ενστάσεως της διάταξης του άρθρου 249 του Α.Κ.

κατά τον τρόπο που προβάλλεται από τον αντίδικο επικαλούμαι τα όσα εκθέτω στην αντίκρουση της ένστασή του περί παραγραφής της περί κλήρου αγωγής μου, αιτούμενη όπως και αυτή απορριφθεί".

Συνεπώς, δεν πρότεινε η αναιρεσείουσα με την παραπάνω προσθήκη - αντίκρουσή της ένσταση καταχρηστικής προβολής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου της προαναφερθείσης ένστασής του για παραγραφή της περί κλήρου αγωγής της, όπως αυτή ανακριβώς αναφέρει με τον ερευνούμενο λόγο αναίρεσής της, αλλά απάντησε με τα όσα παραπάνω εκθέτει στην ένσταση του αναιρεσιβλήτου για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματός της.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την από 29-9-2014 έφεση της αναιρεσείουσας και τις από 29-10-2015 προτάσεις της στο Εφετείο, αυτή ούτε με την έφεσή της, ούτε με τις παραπάνω προτάσεις της πρόβαλε στο Εφετείο ένσταση καταχρηστικής πρότασης από τον αναιρεσίβλητο της προαναφερθείσης ένστασής του για παραγραφή της περί κλήρου αγωγής της.

Απλώς, με τις προτάσεις της στο Εφετείο επανέφερε τον παραπάνω απαντητικό ισχυρισμό της στην ένσταση του αναιρεσιβλήτου για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματός της. Επομένως, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, αφού η αναιρεσείουσα δεν πρότεινε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυρισμό για καταχρηστική προβολή της ένστασης του αναιρεσιβλήτου για παραγραφή της περί κλήρου αγωγής της, ούτε επανέφερε και, μάλιστα, με τρόπο παραδεκτό, τέτοιο ισχυρισμό της στο Εφετείο, παραλείποντας το Εφετείο να αποφανθεί για τέτοιο ανύπαρκτο ισχυρισμό, ήτοι για το αν η ένσταση του αναιρεσιβλήτου για παραγραφή της περί κλήρου αγωγής προβλήθηκα καταχρηστικά, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, γι' αυτό ο ένατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

VIII. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ιδίου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα. Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί η ύπαρξη και αμφιβολιών μόνο για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).

Εν προκειμένω, με τον δέκατο, από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των βάσιμων αμφιβολιών για το αν το Εφετείο, που εξέδωσε την απόφαση αυτή, έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Ι. Π., που περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την ένσταση παραγραφής της περί κλήρου αγωγής, έλαβε υπόψη του και την ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση.

Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-12-2017 αίτηση της Χ. συζ. Ι. Π., το γένος Α. Ζ., για αναίρεση της 194/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ