Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination due to lack of permanent need. Appeal rejected as facts show no statutory conditions for indefinite contract met.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his labor contract termination. The appellant argued the employer failed to prove permanent need for an indefinite contract, but the Court found the employer successfully demonstrated the absence of such need. Consequently, the Court ruled the contract expired automatically without cause or compensation, upholding the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4 of the Constitution; Article 11 of Presidential Decree 164/2004: An employment contract of fixed term expires automatically when the specific need ceases, and an employer cannot convert it to an indefinite term merely by citing permanent needs without meeting statutory requirements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 8 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 8/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Δ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πορφύρη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Γκίνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2209/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4036/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-6-20016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό μέρος πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ. Α.Π. 18/2006). Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937). "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ.
α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ’ ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3).
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ.
α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ.
και πειθαρχικά. Εξάλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.
Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Περαιτέρω στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα.
Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 2/4/2003 και 19/7/2004 αντίστοιχα.
Ειδικά, με το άρθρο 5 του π.δ. 164/2004 ορίζεται ότι: α) απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, β) η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής σύμβασης συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης, γ) σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου.
Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ως άνω Π.Δ. η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρείχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης, ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Ενόψει, όμως, του γεγονότος ότι το Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από την 19/7/2004, περιέλαβε στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις οι οποίες εξασφαλίζουν την ως άνω προσαρμογή στην προαναφερόμενη Οδηγία και προβλέπουν την κατ’ εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου (ΑΠ 1696/2012).
Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 καθορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά, ώστε οι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του Π.Δ., που είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. και ήσαν ενεργές έως την έναρξη αυτή, να κριθούν ότι συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Επίσης, με τις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου του π.δ. καθορίζονται η διαδικασία και τα αρμόδια προς κρίση όργανα για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την παράγραφο 1 προϋποθέσεων. Τέλος, με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του αυτού π.δ. ορίζεται ότι "Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν εφαρμόζονται στα απευθείας διοριζόμενα διευθυντικά στελέχη, το καθεστώς των οποίων, λόγω του είδους των καθηκόντων τους και των προνομίων που απολαμβάνουν, ρυθμίζεται από ειδικές κάθε φορά διατάξεις, καθώς και στο προσωπικό των εκτός Ελλάδος υπηρεσιών του Υπουργείου Εξωτερικών και στο προσωπικό των Γραφείων Τύπου και Επικοινωνίας στο εξωτερικό της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης, που προσλαμβάνεται επιτοπίως".
Από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 σαφώς συνάγεται, ότι για τα διοριζόμενα απευθείας διευθυντικά στελέχη του Δημοσίου και του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, αποκλείεται η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 11, που προαναφέρθηκαν.
Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/ 70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΠ 1696/2012, ΣτΕ 2228/2007), η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ’ επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10/7/2002 μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά ούτε και μετά την έναρξη της ισχύος του, ούτε και η ως άνω Οδηγία, η ισχύς της οποίας ολοκληρώθηκε μόνο με την έκδοση του ως άνω διατάγματος για την ενσωμάτωση της στην ελληνική έννομη τάξη (Ολ.
ΑΠ. 19 και 20/2007, 31/2009), τούτο δε (δηλαδή το Π.Δ. 164/2004) και μόνο ρυθμίζει από την έναρξη ισχύος του τα σχετικά ζητήματα (ΑΠ 1577/2012, ΑΠ 1696/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ιστορεί ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ότι προσελήφθη την 20.6.2001 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έληγε την 19.6.2004 για να απασχοληθεί ως διευθυντής ..., ακολούθησαν δε έξι έγγραφες διαδοχικές ανανεώσεις της αρχικής του σύμβασης, ενώ από την 1.6.2005 του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του διευθυντή στο "..." και στο "...", καθήκοντα τα οποία άσκησε μέχρι την 31.10.2009 οπότε έληξε ο χρόνος της έκτης ανανέωσης της εργασιακής του συμβάσεως και η εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη έπαυσε να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του.
Περαιτέρω εκθέτει ότι οι προαναφερθείσες συμβάσεις ονομάσθηκαν εικονικά συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου πλην όμως στην πραγματικότητα υφίστατο εξ’ αρχής μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καθ’ όλο το διάστημα της απασχόλησής του στην υπηρεσία της εναγομένης κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής.
Με βάση τα ανωτέρω ζητεί να αναγνωρισθεί ότι, συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από της προσλήψεώς του, άλλως από τον χρόνο της πρώτης ανανέωσης της αρχικής σύμβασης, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως και να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλλει για μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από 1.11.2009 έως 30.10.2010 το ποσό την 60.000 ευρώ, άλλως από την 23.333,33 ευρώ της αποζημίωσης απολύσεως.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η αγωγή αυτή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής ουσιώδη: Με το άρθρο 12 του ν. 2636/1998, συστήθηκε η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, που κατά την ίδρυση της είχε την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Αξιοποίησης Περιουσίας Ε.Ο.Τ.".
Σύμφωνα με τον ιδρυτικό της νόμο, η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου σε αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι κατώτερη από το 51% του μετοχικού κεφαλαίου και η ίδια λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του ν. 2636/1998 και συμπληρωματικώς από τις διατάξεις του ν. 2190/1920.
Με την παράγραφο 4 του άρθρου 9 του ν. 2837/2000 η εναγομένη μετονομάσθηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με το άρθρο 2 του ν. 3270/2004 μετονομάσθηκε σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", με το άρθρο 47 του ν. 3943/2011 μετονομάσθηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με τη με αριθμό Δ6Α 1162069ΕΞ 2011 ΚΥΑ (ΦΕΚ τεύχος Β αριθμ. 2779/ 2.12.2011) και μετά τη συνένωση της με την "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΕ", με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, έχει την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΕ".
Από το χρόνο της σύστασης της, η άσκηση της εποπτείας της ανήκει πάντα στο Δημόσιο και τώρα, με βάση το άρθρο 4 παρ. 3 του π.δ. 98/2012, ανήκει από κοινού στα Υπουργεία Οικονομικών και Τουρισμού. Σύμφωνα με την από 28/2/2001 Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος και δυνάμει της με αριθμό ....5.2001 απόφασης του Διοικητικού της Συμβουλίου, στις 20/6/2001 προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο ως ....
Η σύμβαση που συνήψαν οι διάδικοι ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διάρκειας τριών ετών, άρχιζε δηλαδή από 20/6/2001 και έληγε στις 19/6/2004. Λίγες ημέρες μετά την πρόσληψη του, με τη με αριθμό .../4.7.2001 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγόμενης, ο ενάγων μετακινήθηκε από το κεντρικό της κατάστημα στο υποκατάστημα "..." ως προϊστάμενος μηχανογράφησης.
Εκεί απασχολήθηκε μέχρι τις 28.8.2003, οπότε με τη με αριθμό ...28.3.2008 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγόμενης τοποθετήθηκε προϊστάμενος στο Γραφείο Πληροφορικής της Διεύθυνσης Εποπτείας Κεντρικού Καταστήματος. Στη συνέχεια με τη με αριθμό ...3.2.2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης εγκρίθηκε η ανανέωση της εργασιακής σύμβασης των διαδίκων για τρία επιπλέον έτη από τη λήξη της, δηλαδή μέχρι τις 19/6/2007.
Ακολούθησε η με αριθμό .../28. 3.2005 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, με θέμα "Στελέχωση των Διευθύνσεων, Τμημάτων και Αυτοτελών Γραφείων σύμφωνα με το Νέο Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας της Εταιρείας" και με αυτή ο ενάγων τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος προμηθειών στο Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας και Προμηθειών της Διεύθυνσης Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών.
Στο τμήμα αυτό απασχολήθηκε μέχρι την 1.6.2005, οπότε με τη με αριθμό ...1.6.2005 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης μετακινήθηκε από το κεντρικό κατάστημα στα υποκαταστήματα "..." και "...", αναλαμβάνοντας καθήκοντα Διευθυντή. Η αρχική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ανανεώθηκε και πάλι με τις με αριθμούς ....6.2007, ....12.2007, ....6.2008, ....11.2008 και ....7.2009 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, με την τελευταία δε ανανέωση της, ορίσθηκε ως ημερομηνία λήξης της η 31η Οκτωβρίου 2009.
Καθ’ όλο το διάστημα από 1/6/2005 μέχρι και 31/10/2009 ο ενάγων ασκούσε τα καθήκοντα του Διευθυντή στα προαναφερθέντα υποκαταστήματα "..." και "...". Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι από την έναρξη της εργασιακής σχέσης των διαδίκων, (δηλαδή από τις 20/6/2001) μέχρι και τις 13/6/2005 η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 1.936,40 ευρώ ως μηνιαίο, μισθό.
Ο μισθός αυτός ήταν πολλαπλάσιος από τον προβλεπόμενο στις κατ’ εκείνα τα έτη ισχύουσες Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις εργασίας μισθό του έγγαμου και με τη μεγαλύτερη προϋπηρεσία (τρεις τριετίες και πλέον) υπαλλήλου, διότι, σύμφωνα με: α) την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε των ετών 2002 - 2003, ο μισθός του έγγαμου και με προϋπηρεσία 9 και πλέον χρόνια υπαλλήλου από 1/1/2002 μέχρι 30/6/2002 ήταν 686,05 ευρώ, από 1/7/2002 έως 31/ 12/2002 ήταν 698,41 ευρώ και από 1/1/2003 μέχρι 31/12/ 2003 ήταν 725,65 ευρώ, και β) την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε των ετών 2004 και 2005 ο μισθός του υπαλλήλου με τα συγκεκριμένα προσόντα από 1/1/2004 ήταν 756,93 ευρώ, από 1/9/ 2004 ήταν 772,92 ευρώ και από 1/1/2005 μέχρι 31/8/2005 ήταν 789,92 ευρώ.
Με τη με αριθμό ...13.6.2005 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, ο μισθός του ενάγοντος αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 4.000 ευρώ το μήνα και οι υψηλές αυτές μηνιαίες αποδοχές του διατηρήθηκαν μέχρι και τις 31/10/2009, οπότε έληξε η τελευταία ανανέωση της εργασιακής σύμβασης του και η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.
Από τα πραγματικά αυτά γεγονότα, τα οποία αποδεικνύονται εναργώς από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα (και ιδίως από τα έγγραφα, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζονται), προκύπτουν τα εξής: Στις 20/6/2001 ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος προσελήφθη απ’ ευθείας με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ως διευθυντικό στέλεχος.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησης του, (δηλαδή από 20/6/2001 μέχρι 31/10/2009) ασκούσε διευθυντικά καθήκοντα και τελούσε μόνο υπό τις οδηγίες της ανώτατης διοίκησης της εργοδότριας, αφού οι εκάστοτε αρμοδιότητες του ανατίθεντο με αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης. Για τις υπηρεσίες που παρείχε ελάμβανε υψηλές αποδοχές, που ήσαν ανάλογες με τις υπεύθυνες διευθυντικές θέσεις που καταλάμβανε και υπερέβαιναν κατά πολύ το μηνιαίο μισθό του υπαλλήλου.
Με τα δεδομένα αυτά, στην εργασιακή σχέση των διαδίκων δεν είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ, διότι η από 20/6/2001 αρχική σύμβαση εργασίας και οι ανανεώσεις της, καταρτίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου κατ’ επιταγή των προαναφερομένων συνταγματικών και άλλων διατάξεων και μάλιστα μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, στο οποίο προστέθηκαν οι παράγραφοι 7 και 8.
Επιπλέον, κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, στην εργασιακή σύμβαση των διαδίκων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 3 του ίδιου άρθρου του ως άνω π.δ. Επομένως, αφού η από 20/6/2001 (αρχική) σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και οι μεταγενέστερες ορισμένου χρόνου ανανεώσεις της δεν μπορούν, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του π.δ. 164/2004, να μετατραπούν σε σύμβαση αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγόμενης, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος έπαυσε αυτοδικαίως όταν έληξε ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε η τελευταία ανανέωση της, δηλαδή έπαυσε στις 31/10/2009, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης.
Κατόπιν τούτου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα αντίθετα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις που αναλύονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της ένδικης έφεσης, οι οποίοι ως συναφείς εξετάζονται ενιαία και οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Ενόψει της βασιμότητας των τέταρτου και πέμπτου λόγων έφεσης, παρέλκει η έρευνα των λοιπών της λόγων και η από 31.1.2012 έφεση πρέπει να γίνει δεκτή κατ’ ουσία. Μετά από αυτό πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν ότι αποδείχθηκαν, πρέπει η από 10.11.2009 αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση απέρριψε κατ’ ουσίαν την αγωγή, προέβησε σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις εκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε (άρθρο 4 του Συντ. αρθρ. 11 Π.Δ. 164/2004) τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή και τούτο διότι, τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται στην έλλειψη των προϋποθέσεων που τάσσονται από τις διατάξεις αυτές και καταφάσκουν την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής. Διέλαβε δε τον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω. Επομένως οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη οι από τον αριθμό 1 και 19 (με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου) του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατόπιν αυτών η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί οι αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.6.2016 αίτηση για αναίρεση της 4036/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ