Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and failure to specify legal errors regarding inheritance and prescription. The court rejects the appeal entirely, ordering the appellant to pay legal costs. The court finds the appeal inadmissible because the grounds are too vague and fail to specify which legal provisions were incorrectly applied. The appellant's arguments regarding inheritance and prescription are rejected as they do not meet the required standard of clarity. Consequently, the appeal is dismissed, and the appellant is ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the second-instance court's decision on inheritance and prescription. The appellant argued that the lower court incorrectly evaluated evidence and applied the law regarding the statute of limitations, but failed to provide specific details on which legal provisions were misapplied. The court ruled that the appeal was inadmissible because the grounds were too vague and did not identify the exact legal errors committed by the lower court. As a result, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 573, paragraph 1; Articles 1846 and 1847 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the grounds are too vague to identify the specific legal errors committed by the lower court, particularly regarding the evaluation of evidence and the application of statutory provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 6 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 6/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:, Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Δ. Τ. το γένος Ν. Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελευθερία Τομπατζόγλου.
Των αναιρεσίβλητων:1. α) Ε. χήρας Α. Ν., β) Μ. Ν. του Α., γ) Ν. Ν. του Α. και δ) Μ. Ν. του Α., κατοίκων ..., 2.α) Μ. χήρας Ρ. Ν.,β) Δ. Ν. του Ρ., γ) Ε. Ν. του Ρ., κατοίκων ..., 3 α) Π. χήρας Ν. Ν., το γένος Ρ. Μ., β) Μ. Ν. του Ν. και γ) Ε. Ν. του Ν., κατοίκων ..., 4.Φ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 5.Γ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 6. Ν. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 7. Φ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 8. Δ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 9.Π. Γ. του Κ. κατοίκου ...,10.Μ. χήρας Κ. Γ., κατοίκου .... Οι 1α,1β,1γ,1δ δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Οι 2α,2β, 2γ, 3α,3β, 3γ, 4ος και 5ος παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κατρά, ο οποίος δήλωσε ότι ο 6ος απεβίωσε στις 22-4-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α.Α. χήρα Ν. Δ., το γένος Λ. Λ., κάτοικος ..., β.Ν. Δ. του Ν., κάτοικος ..., γ.Μ. Δ. του Ν., κάτοικος ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια οι α και γ και μετά ο β με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Οι 7ος 8ος 9ος 10η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-8-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 205/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητrεί η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση επ' αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος (Ολ.Α.Π. 27/1987), οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 31/2009).
Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπέρ του οποίου η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικό του, που έλαβε γνώση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεώρησε τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291 ΚΠολΔ, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπέρ του οποίου η διακοπή διάδικο.
Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομίας (Α.Π. 47/2018). Περαιτέρω, η ακυρότητα αυτή, ως αναγόμενη στην έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ.
α' ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (άρθρο 73 ΚΠολΔ.), εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλονότι o προηγηθείς της άσκησης της αναίρεσης θάνατος του αναιρεσιβλήτου και η κατά την άσκηση αυτής γνώση του γεγονότος τούτου από τον αναιρεσείοντα.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (Α.Π.234/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής : Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, εκπροσωπήθηκαν η μεν αναιρεσείουσα από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελευθερία Τομπατζόγλου, οι δε με στοιχ. 2α, 2β, 2γ, 3α, 3β, 3γ, 4ος και 5ος των αναιρεσίβλητων, με τον ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κατρά, ο οποίος δήλωσε επίσης ότι ο 6ος από τους αναιρεσίβλητους Ν.
Δ. του Ν. απεβίωσε στις 22-4-2014, δηλαδή μετά τη συζήτηση στο Εφετείο της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και ότι τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Α. χήρα Ν. Δ., Ν. Δ. του Ν. και Μ. Δ. του Ν., τους οποίους και εκπροσωπεί νομίμως. Ο θάνατος του ως άνω αναιρεσίβλητου και η ιδιότητα των τελευταίων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποδεικνύεται από το απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτού και τα οικεία πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα περί πλησιέστερων συγγενών και αποδοχής κληρονομίας, περιστατικά, τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από την αναιρεσείουσα (άρθρ.261 ΚΠολΔ).
Δεν προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι η τελευταία γνώριζε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης το θάνατο του προαναφερόμενου αντίδικου της, οι δε κληρονόμοι αυτού (άρθρ. 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ) νομίμως παρίστανται κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο στη θέση του κληρονομηθέντος διαδίκου, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο νομοτύπως διορισμένο και δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη, προβάλλοντας υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς να δημιουργείται απ' αυτό απαράδεκτο της συζήτησης αυτής.
Εξάλλου, από τις υπ' αριθμ. ...4 Γ', ...6 Γ', 11823 Γ' και ...5 Γ'/24-5-2018, ...7 Γ'/12-6-2018 και ...8 Γ'/5-6-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ε. Σ. Τ. και τα φύλλα των ημερήσιων εφημερίδων των Αθηνών ...8/14-6-2018 ''...'' και …2/14-6-2018 ''…'' , που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 4-10-2017 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 205/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την κάτω από αυτές πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τους υπό στοιχ. 1α, 1β, 1γ, 1δ, όγδοο και ένατο εκ των αναιρεσίβλητων για να παραστούν κατά τη συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τελευταίους (άρθρ.126 παρ.1 εδ.α', 127 παρ. 1, 128 παρ.1 και 135 ΚΠολΔ).
Όμως, οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των κλητευθέντων ως άνω αναιρεσίβλητων (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α' και γ' ΚΠολΔ.). Τέλος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο έβδομος και η δέκατη των αναιρεσίβλητων, Φ. Δ. του Ν. και Μ. χήρα Κ. Γ., δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα με τις προτάσεις ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι απεβίωσαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και κληρονομήθηκαν ο μεν έβδομος (Φ. Δ. του Ν.) από τα τέκνα του Κ. Δ., Ε. Δ. και Ν. Δ., η δε δέκατη (Μ. χήρα Κ. Γ.) από τον υιό της Π. Κ. Γ. και ότι έχει καλέσει προς συζήτηση της υποθέσεως με την επίδοση σχετικής κλήσεως που αναγράφονταν κάτω από το επίσης επιδοθέν δικόγραφο της αναίρεσης τους φερόμενους ως κληρονόμους των εν λόγω αναιρεσίβλητων.
Μάλιστα η αναιρεσείουσα προσκομίζει μετ' επικλήσεως και τις υπ' αριθμ….7/15-6-2018, ….85/15-6-1018 και …81/15-6-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ναυπλίου Ε. Λ.-Ρ. όσον αφορά τους κληρονόμους του έβδομου αναιρεσίβλητου και την υπ' αριθμ....9 Γ'/5-6-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ε.
Τ. όσον αφορά τον κληρονόμο της δέκατης αναιρεσίβλητης. Πλην όμως η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει, αλλά ούτε και υπάρχουν στη δικογραφία, τις οικείες ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, ώστε να επέλθει βίαιη διακοπή της δίκης και τα σχετικά δημόσια έγγραφα (πιστοποιητικά πλησιέστερων συγγενών των θανόντων, πιστοποιητικά του γραμματέα περί υπάρξεως ή μη διαθήκης αυτών και μη αποποίησης της κληρονομίας τους) από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα των ως άνω κληθέντων ως κληρονόμων των αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων.
Επομένως, πρέπει, κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις και δεδομένου ότι οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι συνδέονται με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρ. 74 παρ.1 ΚΠολΔ), καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά σε διεκδικητική αγωγή, να χωρισθεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς αυτούς (έβδομο και δέκατη των αναιρεσίβλητων), να προχωρήσει αυτή (συζήτηση) ως προς τους λοιπούς νομίμως παριστάμενους διαδίκους.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, " Πράγματα " κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.
Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.Α.Π.25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.
β' ΚΠολΔ., ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον πρωτοδίκως και με τις προτάσεις ως εφεσίβλητης ενώπιόν του νομίμως επαναφερθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ιδίας κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων και με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, με τις παραδοχές ότι "δεν αποδείχθηκε άτυπη εκ μέρους του κληρονομουμένου Φ. Φ. μεταβίβαση των κληρονομιαίων στη δικαιοπάροχο των εναγομένων, πριν από το θάνατο αυτού, ούτε η επικαλούμενη άτυπη μεταβίβαση των μεριδίων στην κληρονομία από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων στη δικαιοπάροχο των εναγομένων, ούτε η άσκηση πράξεων νομής επί των επιδίκων εκ μέρους της δικαιοπαρόχου των εναγομένων αποκλειστικά για λογαριασμό της, ούτε από το 1987, που έλαβε χώρα η ανωτέρω γνωστοποίηση της προθέσεως της αδελφής της δικαιοπαρόχου των εναγομένων να νέμεται στο εξής τα ανωτέρω κληρονομιαία ακίνητα για αποκλειστικά δικό της λογαριασμό, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (κατάθεση αγωγής: 30-8-2004, επίδοση αγωγής: 8-11-2004) δεν συμπληρώνεται ο χρόνος παραγραφής των εμπράγματων δικαιωμάτων των εναγόντων".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε με σαφήνεια ότι η άμεση δικαιοπάροχος της δεύτερης εναγόμενης (ήδη αναιρεσείουσας) δεν υπήρξε ποτέ κυρία μέχρι το χρόνο της επικαλούμενης μεταβίβασης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων με το υπ' αριθμ. …51/28-6-1990 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Β.
Χ. και περαιτέρω ότι η τελευταία δεν απέκτησε την κυριότητα με τακτική χρησικτησία.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 9 περ. γ' ΚΠολΔ προκύπτει ότι αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που προκαλεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, ήτοι εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Ολ.Α.Π.25/2003) και όχι οποιαδήποτε αίτηση που υποβάλλεται από τους διαδίκους κατά τη διάρκεια του δικαστικού αγώνα, όπως οι ενστάσεις και αντενστάσεις, η μη λήψη των οποίων καλύπτεται από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Α.Π.1385/2014).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την ένσταση ιδίας κυριότητας, ερειδόμενη στην τακτική χρησικτησία, την οποία η αναιρεσείουσα στήριζε στα περιστατικά που αναφέρονται στον πρώτο αναιρετικό λόγο, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.- Σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 12 πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 πανδ. (11.7) και 69 πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, οι οποίες έχουν εφαρμογή όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρ.92 ΕισΝΑΚ), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους ανήκαν η σύζυγος καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία).
Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ' αυτήν και απόκτησή της. Περαιτέρω, κατά την αρχή που συνάγεται τόσο από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου (ν.3 κωδ. 734 ν.42 Παν.412, ν.7 παρ.5 Πανδ.10.3 και ν.28 Πανδ. 10.3) όσο και από τις διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 785, 787, 974, 980, 981, 982, 983, 984, 994, 1113, 1884), που ισχύουν για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στα κληρονομιαία ακίνητα, ο συγκληρονόμος, ως συγκοινωνός, εάν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και για λογαριασμό των λοιπών κληρονόμων, στους οποίους αυτοδικαίως και χωρίς να ενεργήσουν υλικές πράξεις σε αυτό περιέρχεται η συννομή του, μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, που είχε τη νομή του και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστό ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό κληρονομιαίο πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του δι' ίδιο σκοπό και από τη γνωστοποίηση αυτή παρέλθει η απαιτούμενη για τη χρησικτησία εικοσαετία.
Κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο προκείμενος λόγος σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
Α.Π. 9/2016, 15/2006, 1/1999, 12/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Φ.
Φ., απώτατος δικαιοπάροχος των διαδίκων, απεβίωσε στις 4-1-1942, καταλείποντας μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τα τέκνα του: 1) Ν. Φ., 2) Ε. Φ., 3) Τ. συζ. Δ. Ζ., 4) Ε. συζ. Ν. Δ., 5) Δ. χα Ε. Ν., 6) Μ. Φ. και 7) Γ. Γ. του Κ.. Στην κληρονομία του άνω αποβιώσαντος εχώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή και έτσι κληρονομήθηκε αυτός από τα τέκνα του, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομία αυτή δι' αναμείξεως κατά τους κανόνες του ισχύοντος τότε δικαίου.
Στην κληρονομιαία περιουσία του Φ. Φ. περιλαμβάνοντο τα παρακάτω ακίνητα: 1) ένα αγροτεμάχιο, το οποίο βρίσκεται στην περιφέρεια της νήσου …, επί τριών δημοτικών δρόμων, το οποίο εμφανίζεται στο από Μαρτίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Θ. Π. με τα στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Α εμβαδού 2018 τ.μ., συνορευόμενο ανατολικά με δημοτική οδό, δυτικά με δημοτική οδό, βόρεια με δημοτική οδό και νότια με ρέμα και ιδιοκτησία I.
Παλατιανού, 2) ένα οικόπεδο, στον Δήμο …, επιφάνειας 300.10 τ.μ., συνορευόμενο ανατολικά με ιδιοκτησία Μ. Κ. (πρώην …) και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Μ. (πρώην …), δυτικά με δημοτική οδό, βόρεια με δημοτική πάροδο και νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Μ. (πρώην …) και εν μέρει με δημοτική οδό, 3) ένα οικόπεδο στο Δήμο …, εμβαδού 184,20 τ.μ., συνορευόμενο ανατολικά με δημοτική οδό, δυτικά με εκκλησία …., βόρεια με ιδιοκτησία Κ.
Θ. (πρώην …) και νότια με δημοτική οδό, 4) ένα οικόπεδο στο Δήμο ... εμβαδού 557 τ.μ. συνορευόμενο ανατολικά εν μέρει με δημοτική οδό και εν μέρει με εκκλησία ..., δυτικά με δημοτική οδό, βόρεια με δημοτική οδό και νότια εν μέρει με δημοτική οδό και εν μέρει με εκκλησία ..., 5) ένα οικόπεδο στο Δήμο ..., εμβαδού 654,20 τ.μ.
συνορευόμενο ανατολικά με δημοτική οδό, δυτικά με οικία Μ. Κ. (πρώην ...), βόρεια με δημοτική πάροδο και νότια με ιδιοκτησία Δήμου, 6) ένα οικόπεδο στο Δήμο ..., εμβαδού 1024 τ.μ. συνορευόμενο ανατολικά με δημοτική οδό, δυτικά με ιδιοκτησίες του Δήμου, Α. Δ., I. Ν. και Π., βόρεια με δημοτική οδό και νότια με ρέμα, 7) μία διώροφη οικία, αποτελούμενη από υπόγειο επιφάνειας 26 τ.μ., ισόγειο επιφάνειας 38,25 τ.μ.
και πρώτο όροφο επιφάνειας 55 τ.μ. στο Δήμο ..., επί οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 179,50 τ.μ. συνορευόμενο ανατολικά με ιδιοκτησίες Ι. Π. και Μ. Β., με ιδιοκτησία Ν. Π., με ιδιοκτησία Ε. Π.-Χ. και με έτερη ιδιοκτησία Ε. Π.-Χ., δυτικά με δημοτική οδό πέρα αιγιαλού, βόρεια με κλιμακωτή δημοτική οδό και νότια εν μέρει με δημοτική οδό πέρα αιγιαλού επί πλευράς ΕΖ 1,20 τ.μ.
και ΗΘ μήκους 1,20 μ. με δημοτική οδό πέρα αιγιαλού, όπως τα ακίνητα αυτά εμφανίζονται στο από Μαρτίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Θ. Π.. Με την υπεισέλευσή τους στην άνω κληρονομία οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι κατέστησαν συγκύριοι των προπεριγραφομένων ακινήτων κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου έκαστος.
Στις 22-4-1957 απεβίωσε η Μ. Φ. καταλείποντας ως κληρονόμους της τους 1) Ν. Φ., 2) Ε. Φ., 3) Τ. συζ. Δ. Ζ., 4) Ε. συζ. Ν. Δ., 5) Δ. χα Ε. Ν., 6) Γ. Γ. του Κ., σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου. Στις 10-4-1971 απεβίωσε η Ε. συζ. Ν. Δ. καταλείποντας ως κληρονόμους της τους 1) Μ. Ν. Δ., 2) Ν. Ν. Δ., 3) Φ. Ν. Δ., 4) Π. Κ. Γ., 5) Φ. Ν. του Ε., 6) Μ. χήρα Κ. Γ. κατά ποσοστό 1/5 ή 4/20 εξ αδιαιρέτου στους τέσσερις πρώτους εξ αυτών, 3/20 ο 5ος και 1/20 η 6η.
Στις 20-3-1990 απεβίωσε η Δ. συζ. Ε. Ν., καταλείποντας ως κληρονόμους της τους 1) Α. Ν. του Ε., 2) Ι. Ν. του Ε., 3) Ρ. Ν. του Ε., 4) Ν. Ν. του Ε., 6) Γ. Ν. του Ε. και 7) Ι. Π. του Μ. σε ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα. Σχετικά δε εκδόθηκαν τα με αριθμ. …/29-2-1996, …3/8-12-1998 και …1/16-6-1998 κληρονομητήρια, τα οποία μεταγράφηκαν, στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τ.
…1 και αριθμό …02 το πρώτο, στον τ. …3 με αριθμό …42 το δεύτερο και στον τ. …3 με αύξ. αριθμό …41 το τρίτο και έτσι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι των ακινήτων αυτών κατά ποσοστό 40/1.440 έκαστος ο πρώτος έως και έκτος αυτών, κατά ποσοστό 48/1.440 έκαστος ο έβδομος, όγδοος και ένατος, κατά ποσοστό 45/1.440 ο δέκατος κατά ποσοστό 3/1.440 η ενδέκατη αυτών.
Με το ….85/1974 συμβόλαιο, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αθηνών Χ. Κ. και μεταγράφηκε νόμιμα η άνω Ε. Φ., επικαλούμενη ότι κατέστη αποκλειστική κυρία των προπεριγραφομένων ακινήτων από κληρονομία της από τριακονταπενταετίας αποβιωσάσης μητέρας της και του πατέρα της, τα οποία αυτοί, προ του θανάτου τους, της είχαν παραδώσει δια ατύπων νεμήσεων, δώρισε στους εναγομένους, μεταξύ άλλων, τα κατωτέρω ακίνητα, κείμενα στην ….:
Στην πρώτη, το εκτάσεως 250 μ. περίπου, νοτιοανατολικό τριγωνικού σχήματος τμήμα του εκ συνολικής έκτασης 9 στρεμμάτων, βοσκότοπου στη θέση …., συνορευόμενο ανατολικά με οικία Γ. Σ. και την μεταξύ της οικίας αυτής και της τοιαύτης της Μ. Π., οδό, από την οποία είχε προσπέλαση, Νοτιοδυτικά με οικία Π. Β., Ι. Κ. και Γ.
Μ., Βόρεια με υπόλοιπη έκταση αυτού, στη δεύτερη, την πεπαλαιωμένη οικία, κτισμένη επί οικοπέδου έκτασης 221 τ.μ., πλησίον των ανεμόμυλων, συνορευόμενη με σιδηρουργείο Ε. Ν., οικία Ι. Μ., Δημόσιο Δρόμο στους τρίτο και τέταρτο των εναγομένων, το ]/2 εξ αδιαιρέτου, της υπόλοιπης έκτασης του προαναφερόμενου 9 στρεμμάτων βοσκότοπου στη θέση …..
Επίσης στον 4° των εναγομένων δώρισε το εκτάσεως 110,50 τ.μ. οικόπεδο, με την ερειπωμένη και κατεδαφιστέα εντός αυτού καλύβα, συνορευόμενο με σιδηρουργείο Ε. Ν., δημόσιο δρόμο. Τα ακίνητα αυτά, όπως αναγράφεται στο συμβόλαιο αυτό, είχαν περιέλθει στη δωρήτρια από κληρονομία της από τριακονταπενταετίας αποβιωσάσης μητέρας της και του πατέρα της, τα οποία αυτοί, προ του θανάτου τους, της είχαν παραδώσει δια ατύπων νεμήσεων.
Όμως ουδόλως αποδείχθηκε ότι η άνω μεταβιβάσασα Ε. Φ. ήταν κυρία ολοκλήρων των μεταβιβασθέντων ακινήτων, αλλά είχε καταστεί κυρία αυτών μόνο κατά το άνω εξ 1/7 εξ αδιαιρέτου ποσοστό από την κληρονομία του πατέρα της. Οι εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι η δικαιοπάροχός τους Ε. Φ.
είχε αποκτήσει τα επίδικα ακίνητα από τον αρχικό κοινό, απώτερο δικαιοπάροχο, των διαδίκων δια ατύπου δωρεάς, ασκώντας επ' αυτών πράξεις νομής, που αρμόζουν σε κύριο, καθιστάμενη με τον τρόπο αυτό αποκλειστική κυρία αυτών, διά εκτάκτου χρησικτησίας. Η ένσταση όμως αυτή είναι αόριστη και απορριπτέα, καθώς δεν αναφέρεται, ο χρόνος παραδόσεως της νομής των ακινήτων σ' αυτήν από τον επικαλούμενο δικαιοπάροχο πατέρα της, προκειμένου να κριθεί εάν τα επίδικα κατέστησαν ή όχι κληρονομιαία.
Είναι βέβαια αληθές ότι από το χρόνο θανάτου του απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων, Φ. Φ., το έτος 1942, στην, μεταξύ άλλων, επίδικη οικία κατοικούσαν, οι τρεις κόρες του, Ε., Μ. και Τ., μετά δε το θάνατο της Μ., το έτος 1957, οι έτερες δύο. Η δε Ε., είχε παραμείνει ανύπαντρη, ενώ η Τ., κατοικούσε στην οικία μετά του συζύγου της, Δ.
Ζ. και των τεσσάρων τέκνων τους, εναγόμενους και ότι ακόμη περί τα έτη 1972-1977 η δικαιοπάροχος των εναγομένων επενέβη στην άνω οικία και προχώρησε στην ανακατασκευή αυτού, στην οποία βοήθησε και ο έκτος των εναγόντων Γ. Ν., ουδέποτε όμως γνωστοποίησε στους λοιπούς συγκυρίους της, ότι νέμεται το ακίνητο αυτό αποκλειστικά για λογαριασμό της ούτε οι τελευταίοι αποξενώθηκαν από την νομή αυτού.
Οι ενέργειες αυτές της δικαιοπαρόχου των εναγομένων έγιναν στα πλαίσια της μεταξύ τους κοινωνίας και οι σχετικές δαπάνες αναλήφθηκαν από την τελευταία γιατί αυτή, ζούσε εγγύτερα προς τα κληρονομιαία και συγκατοικούσε με την αδελφή της Τ. και την οικογένειά της. Η μητέρα των εναγόντων έβλεπε τις επεμβάσεις και ως συγκληρονόμος τις ενέκρινε, αφήνοντας κατά βάση στην αδελφή της την εκμετάλλευση της κληρονομιαίας περιουσίας για την οικονομική της ενίσχυση.
Ενεργώντας λοιπόν η δικαιοπάροχος των εναγομένων τα ανωτέρω, ουδόλως εκδήλωσε ρητά ή έστω σιωπηρά αλλά πάντως με έκδηλο τρόπο την πρόθεση του να νέμεται το σύνολο των κληρονομιαίων ως αποκλειστική κυρία και νομέας αυτών. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Δ. Φ., δικαιοπάροχος των έξι πρώτων εναγόντων, η οποία κατοικούσε και αυτή στην … μετά το θάνατο της Μ., το έτος 1957, ενοχλούσε την Ε., σχετικά με τη διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων, χωρίς όμως να λάβει απάντηση.
Όμως, οι σχέσεις των δύο αδελφών ψυχράνθηκαν το 1987, όταν η δικαιοπάροχος των εναγόντων Δ. Φ. έλαβε γνώση της ανωτέρω γενομένης από την Ε. Φ. δωρεάς στους εναγομένους και η αντίδραση της υπήρξε άμεση με την από 26-10-1987 αγωγή της, στρεφόμενη κατά της Ε. Φ. και των ήδη, στην παρούσα αγωγή, εναγομένων, με την οποία ζητούσε, την αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος επί των ήδη επίδικων ακινήτων.
Από την αγωγή δε αυτή παραιτήθηκε. Κατόπιν, η Ε. Φ., επικαλούμενη ότι κατέστη αποκλειστική κυρία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας των επιδίκων ακινήτων δια ατύπου παραχωρήσεως παρά του πατρός της Φ. Φ. και εν ζωή αυτού με το με αριθμό …51/1990 συμβόλαιο του Συμβ/φου Αθηνών Β. Χ., αφ' ενός σύστησε διηρημένη ιδιοκτησία επί της διώροφου οικίας που αναφέρεται στην αγωγή, αφ' ετέρου πώλησε στους εναγομένους τα επίδικα ακίνητα, και ειδικότερα, στην πρώτη των εναγομένων το δεύτερο αυτών, προς τη δεύτερη την πρώτη από τις συσταθείσες κάθετες ιδιοκτησίες, συνολικού εμβαδού 179,50 τ.μ., στον τέταρτο αυτών τη δεύτερη συσταθείσα, επί της επίδικης οικίας, κάθετη ιδιοκτησία, καθώς και εξ αδιαιρέτου με τον τρίτο των εναγομένων το πρώτο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο από τα επίδικα ακίνητα.
Από το προαναφερθέν όμως αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε άτυπη εκ μέρους του κληρονομουμένου Φ. Φ. μεταβίβαση των κληρονομιαίων στη δικαιοπάροχο των εναγομένων, πριν από το θάνατο αυτού [κληρονομουμένου]. Ο μάρτυρας ανταπόδειξης Ε. Α., εξάδερφος, ουδέν περιστατικό κατέθεσε σχετικό ότι τα επίδικα δεν έγιναν κληρονομιαία ούτε ότι ο κληρονομούμενος Φ.
Φ. με άτυπη σύμβαση μεταβίβασε εν ζωή τα επίδικα στη δικαιοπάροχο των εναγομένων, Ε. Φ.. Ισχυρίστηκε ο εν λόγω μάρτυρας ότι όλοι οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του Φ. Φ., συμφώνησαν, μετά τον θάνατο αυτού, τα ακίνητα αυτά να δοθούν στην Ε., δικαιοπάροχο των εναγομένων. Όμως από το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ούτε η επικαλούμενη άτυπη μεταβίβαση των μεριδίων στην κληρονομία από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων στη δικαιοπάροχο των εναγομένων ούτε η άσκηση πράξεων νομής επί των επιδίκων εκ μέρους της δικαιοπαρόχου των εναγομένων αποκλειστικά για λογαριασμό της.
Οι εναγόμενοι δεν ισχυρίστηκαν ότι έλαβε χώρα ποτέ παραχώρηση της νομής των ιδανικών μεριδίων των εναγόντων επί των επιδίκων, ούτε ο μάρτυρας ανταπόδειξης Ε. Α. ανέφερε ότι η δικαιοπάροχος των εναγομένων κατέστησε στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων γνωστό την πρόθεσή της να κατέχει και να νέμεται και τα ιδανικά μερίδια των εναγομένων επί των επιδίκων αποκλειστικά στο όνομά της και για λογαριασμό της.
Ισχυρίζονται, περαιτέρω, οι εναγόμενοι ότι η αξίωση των εναγόντων, την οποία αφορά η κρινόμενη αγωγή, έχει υποπέσει σε παραγραφή, λόγω της παρόδου χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου της εικοσαετίας από το χρόνο γνωστοποίησης προς αυτούς. Ωστόσο, και ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από το 1987, που έλαβε χώρα η ανωτέρω γνωστοποίηση της προθέσεως της αδελφής της δικαιοπαρόχου να νέμεται στο εξής τα ανωτέρω κληρονομιαία ακίνητα για αποκλειστικά δικό της λογαριασμό, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (κατάθεση αγωγής: 30-8-2004, επίδοση αγωγής: 8.11.2004) δεν συμπληρώνεται ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας, ούτε ο χρόνος παραγραφής των εμπράγματων δικαιωμάτων τους.
Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα περιστατικά, η δικαιοπάροχος των εναγομένων ουδέποτε κατέλυσε με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα της συγκληρονόμου αδελφής της και κατ' επέκταση ούτε των εναγόντων ως ειδικών διαδόχων αυτής επί των ανωτέρω κληρονομιαίων πραγμάτων. Επίσης, ουδέποτε παραγράφησαν τα εμπράγματα δικαιώματα αυτών.
Έτσι, οι ενάγοντες, αφού πραγματοποίησαν την ανωτέρω αποδοχή και την αντίστοιχη μεταγραφή, απόκτησαν, με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων και ποσοστό 40/1.440 έκαστος ο πρώτος έως και έκτος αυτών, κατά ποσοστό 48/1.440 έκαστος ο έβδομος, όγδοος και ένατος, κατά ποσοστό 45/1.440 ο δέκατος κατά ποσοστό 3/1.440 η ενδέκατη αυτών.
Συνεπώς, οι εναγόμενοι με την μεταγραφή του άνω συμβολαίου δεν κατέστησαν συγκύριοι ολοκλήρων των επιδίκων ακινήτων, όπως ισχυρίζονται, αλλά μόνο του 1/7 εξ αδιαιρέτου αυτού, κατά το οποίο ήταν κυρία η δικαιοπάροχος αυτών Ε. Φ. και, κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσία την έφεση των ήδη αναιρεσίβλητων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού εξαφάνισε αυτήν (εκκαλούμενη απόφαση), κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσία, δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική (συγ)κυριότητας ακινήτων αγωγή των αναιρεσίβλητων ως ουσιαστικά βάσιμη, αφού απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις ενστάσεις της αναιρεσείουσας περί ιδίας αυτής αποκλειστικής κυριότητας και περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης των αναιρεσίβλητων, και αναγνώρισε τους τελευταίους συγκυρίους των επίδικων ακινήτων κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν λεπτομερώς ποσοστά.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου καθώς και εκείνες των άρθρων 249, 789, 980, 981, 982, 994, 1045, 1113, 1871, 1879 και 1884 ΑΚ, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων και συγκεκριμένα ως προς τα ουσιώδη ζητήματα α) των αναγκαίων περιστατικών για τη μεταβίβαση της κυριότητας των επίδικων ακινήτων στους αρχικώς ενάγοντες την οποία απέκτησαν με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα ότι αυτοί κατέστησαν συγκύριοι τούτων, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, μετά από τις ως άνω κληρονομικές διαδοχές των αποβιωσάντων στις 4-1-1942, 22-4-1957, 10-4-1971 και 20-3-1990, αντίστοιχα, Φ.
Φ. του Νικήτα (απώτατου δικαιοπαρόχου των διαδίκων), Μ. Φ. του Φ., Ε. συζ. Ν. Δ., το γένος Φ. Φ. (δικαιοπαρόχου των αρχικώς πέντε τελευταίων εναγόντων), και Διασυνούς συζ. Ε. Ν., το γένος Φ. Φ. (άμεσης δικαιοπαρόχου των αρχικώς έξι πρώτων εναγόντων), τις κληρονομίες των οποίων αποδέχθηκαν νόμιμα και μετέγραψαν τα οικεία κληρονομητήρια.
β) Ότι ο κοινός απώτατος δικαιοπάροχος των αρχικώς διαδίκων Φ. Φ. είχε αποκτήσει την κυριότητα των πιο πάνω ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε. γ) Ότι μετά το θάνατο της Μ. Φ. το ιδανικό της μερίδιο στα κληρονομιαία ακίνητα προσαυξήθηκε αναλογικά στο ποσοστό των έξι αδελφών της.
δ) Ότι τα τέκνα του απώτατου δικαιοπαρόχου Φ. Φ. αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα τους ανέλαβαν τη νομή και κατοχή των κληρονομιαίων ακινήτων κατά τα αναφερόμενα στον καθένα από αυτούς εξ αδιαιρέτου ποσοστά και αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομία του θανόντα, υπεισήλθαν, δηλαδή, σιωπηρά στην κληρονομία του τελευταίου και αναμείχθηκαν σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου, μετά δε από κληρονομική διαδοχή οι αρχικώς ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι των επιδίκων κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, και ε) ότι η δικαιοπάροχος των εναγομένων Ε.
Φ. δεν είχε καταστήσει γνωστό στους λοιπούς συγκυρίους κατά οποιοδήποτε τρόπο ότι νέμεται τα επίδικα ακίνητα αποκλειστικά για τον εαυτό της, ώστε να συντρέξουν οι προϋποθέσεις της χρησικτησίας και ουδέποτε οι λοιποί συγκύριοι αποξενώθηκαν από τη νομή αυτών, με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, να μη καταστούν συγκύριοι ολόκληρων των επιδίκων, αλλά μόνο του πιο πάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστού αυτών, αφού η ως άνω μεταβιβάσασα κατά το χρόνο της συστάσεως της δωρεάς ήταν κυρία των επιδίκων μόνο κατά το εν λόγω ποσοστό.
Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξάλλου, απαράδεκτες είναι και οι αιτιάσεις που αφορούν σε έλλειψη αιτιολόγησης των αποδειχθέντων, καθόσον μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε.
Κατά το μέρος δε που οι ίδιοι λόγοι βάλλουν κατά της εκτιμήσεως των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚπολΔ.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.
Α.Π. 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Εξάλλου, ο προβαλλόμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων με την προαναφερθείσα έννοια, που έχουν προταθεί από εκείνον ο οποίος ζητεί την αναίρεση της απόφασης, ο οποίος πρέπει να έχει το απαιτούμενο για την άσκησή της έννομο συμφέρον.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 8 περ.β', άλλως 14 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε από την ήδη αναιρεσείουσα και τους ομοδίκους της εναγόμενους-εφεσίβλητους, με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, σχετικά με τη νομιμοποίηση προς συνέχιση της έκκλητης δίκης των κληρονόμων του αρχικώς εκ των διαδίκων Ι.
Ζ. του Δ. (τρίτου εναγόμενου), που απεβίωσε στις 26-6-2012, ήτοι μετά την άσκηση της από 11-4-2007 (αρ.εκθ. κατ.23/12-4-2007) εφέσεως των εναγόντων - αναιρεσίβλητων, ο οποίος (ισχυρισμός) αφορά την παθητική νομιμοποίηση των εναγομένων, και σε κάθε περίπτωση δεν κήρυξε παρά το νόμο τη βίαιη διακοπή της δίκης στο πρόσωπο του τρίτου εναγόμενου και τη συνέχισή της στο πρόσωπο των κληρονόμων του.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι, ως προς το πρώτο μέρος του, προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που προβάλλεται για τη θεμελίωσή του δεν αφορά "πράγμα", με την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό. Παρεκτός του ότι ο ίδιος λόγος, καθώς και όσα εκτίθενται στο δεύτερο μέρος αυτού προς θεμελίωση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ., υπό την επίκληση των ίδιων περιστατικών, είναι απαράδεκτος για έλλειψη έννομου συμφέροντος στην αναιρεσείουσα στην άσκηση του λόγου τούτου αναίρεσης, εφόσον η απόφαση λόγω της επικαλούμενης πλημμέλειας δεν περιέλαβε διάταξη που τη βλάπτει, η δε ύπαρξη αυτού ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ.577 παρ.2 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέστηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρων 524 παρ. 1 και 270 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ., όπως το άρθρο 270 ίσχυε από 1.1.2002 μετά την αντικατάσταση της παρ. 2 με άρθρο 12 του ν. 2915/2001 και πριν την κατάργησή του με άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 ν. 4335/2015, προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη που διεξάγεται, όταν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον απόφασης ειρηνοδικείου, μονομελούς και πολυμελούς πρωτοδικείου, λαμβάνονται κατά το άρθρο 270 παρ. 2α ΚΠολΔ υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ., δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα.
Περαιτέρω, οι υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων, κατά το άρθρο 8 του ν. 1599/1986, που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, δεν αποτελούν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο, αν συντάχθηκαν, προκειμένου, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, να χρησιμοποιηθούν σε συγκεκριμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη (Ολ.Α.Π. 8/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθμού 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατά την κατάστρωση του νομικού του συλλογισμού, ως προς την ασκούσα έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ένσταση περί ιδίας κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία της εναγομένης - αναιρεσείουσας, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα προς συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου τις νομίμως προσκομισθείσες απ' αυτήν με επίκληση οκτώ υπεύθυνες δηλώσεις των αναφερόμενων προσώπων, που αποτελούν μαρτυρία αυτών, του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, με την αιτιολογία ότι αυτές αποτελούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι για τη μη λήψη υπόψη των ως άνω υπεύθυνων δηλώσεων του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 το Εφετείο δεν όφειλε να διαλάβει στο σκεπτικό του ότι αυτές μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως μαρτυρίες τρίτων, εφόσον δεν συντάχθηκαν επίτηδες με σκοπό να χρησιμοποιηθούν στην προκειμένη δίκη, καθότι οι υπεύθυνες αυτές δηλώσεις, ως μαρτυρία τρίτων, δεν αποτελούν επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο (Ολ.Α.Π.8/1987).
Μόνο στην περίπτωση που το Εφετείο δεχόταν ότι αυτές δεν συντάχθηκαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη πολιτική δίκη και κατά συνέπεια ελάμβανε αυτές υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, έπρεπε να διαλάβει τούτο στο σκεπτικό του. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των από 10-2-2014 προτάσεων της ήδη αναιρεσείουσας και των ομοδίκων της, ως διαδικαστικού εγγράφου για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, τις οποίες κατέθεσαν στο δικαστήριο της ουσίας, ως εφεσίβλητοι, δεν προκύπτει ότι αυτοί επικαλέστηκαν ότι προσκομίζουν υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων, που είχαν συνταχθεί κατά το άρθρο 8 του ν. 1599/1986.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.
Για να είναι ορισμένος ο, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ., λόγος αναίρεσης, για την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν και τα εξής : α) ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχει εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκομιδή του σχετικού αποδεικτικού μέσου καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, γ) ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτό ο νόμος και δ) που έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Π.570/2016, Α.Π.491/2014).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο σύμφωνα με το νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους αποδείξεως. Έτσι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.
Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των τελευταίων αυτών διατάξεων συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.
Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος (Α.Π. 898/2015, Α.Π.373/2011). Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ., αιτίαση της παραβίασης του ορισμού του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία της δικαιοπαρόχου των αναιρεσίβλητων Δ.
Φ.-Ν., που περιέχεται 1) στην αγωγή αυτής, στρεφόμενη και προς την Ε. Φ. (δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας), στην οποία αναφέρει τα εξής: "επειδή τα ως παραπάνω ακίνητα κτήματα, καταλαβούσα και ιδιοποιηθείσα προ δέκα τριών περίπου ετών, ως εξ ολοκλήρου...αντιποιηθείσα...ολοκληρωτικά τα κληρονομικά δικαιώματα ημών ως μόνη νομέας των κληρονομιών των ακινήτων τούτων...", 2) στην ΕΞΩΔΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ, στην οποία ρητά τους ανακοινώνει τα εξής : "από της καταλήψεως των κληρονομικών μεριδίων μας δια των οικείων παρανόμων πράξεων που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή μας (10-5-1974)...και το της αποδόσεως σε εμάς των κληρονομικών μεριδίων μας που σφετεριστήκατε σαν με τα δικά σας, όλα μαζί ιδικά σας, σε όλα τα στην αγωγή μας ακίνητα" και 3) στην από 24-3-1988 δεύτερη-συμπληρωματική εξώδικη δήλωσή της με συναφές περιεχόμενο, από τα οποία προέκυπτε ότι αυτή είχε γνώση για τη νέμηση και κατοχή της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας επί των ακινήτων ήδη από το 1974 τουλάχιστον και ομολογείται απ' αυτήν το βάσιμο του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί γνωστοποιήσεως εκ μέρους της δικαιοπαρόχου της προς τους συγκληρονόμους της ότι νέμεται τα επίδικα ακίνητα από το ως άνω έτος, γεγονός κρίσιμο για τη συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας έως το έτος 2004, οπότε οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την ένδικη αγωγής τους.
Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του ότι είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη αναγκαία κατά νόμο για την πληρότητά του στοιχεία, είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση των ορισμών του νόμου σε σχέση με την εκτίμηση των διαλαμβανομένων στην ως άνω αγωγή και τις επικαλούμενες εξώδικες δηλώσεις, κρίνοντας ότι τα έγγραφα αυτά δεν περιέχουν στοιχεία που οδηγούν σε αντίθετο πόρισμα από αυτό το οποίο προέκυψε από την εκτίμηση άλλων αποδεικτικών στοιχείων.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης (άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως εντελώς αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο ποιους ακριβώς ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης εφάρμοσε εσφαλμένα η απόφαση του Εφετείου.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ., όπως ισχύει, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους απολιπόμενους έβδομο και δέκατη των αναιρεσίβλητων Φ. Δ. του Ν. και Μ. χήρα Κ. Γ..-
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.-
Απορρίπτει την από 4-10-2017 αίτηση της Μ. συζ. Δ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 205/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ