Legislator Case Law & Legislation
754/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of reasoning when lower court rejects claim as legally unfounded.

Case Number 754/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three women against a second-instance decision rejecting their lawsuit. The appellants argued the lower court lacked reasoning, but the Court held that such a defect cannot exist when the lower court explicitly rejects a claim as legally unfounded without evaluating the merits. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 C.Pol.D.; Art. 93 para. 3 Constitution: An appeal based on lack of reasoning is inadmissible when the lower court rejects a claim as legally unfounded, as no factual evaluation occurred to permit such a defect.

Keywords

AI generated
lack of reasoning legally unfounded claim inadmissible appeal factual evaluation legal costs second instance civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 307 C.Pol.D.
Art. 559 no. 19 C.Pol.D.
Art. 93 para. 3 Constitution
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
Art. 191 para. 2 C.Pol.D.
Art. 22 n. 3693/1957
Art. 52 no. 18 E.N.K.Pol.D.
No. 134423/οικ/28.12.1992 K.Y.A.

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 754 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 754/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Β. Β. του Α., 2) Δ. Χ. του Ι. και 3) Μ. Γ. του Ι., κατοίκων Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Ασημακοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΑΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του Νικόλαου Παπαντίνα, πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 11148/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 887/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 6-4-2023 αίτησή τους.

Με την 147/2024 Πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.

Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 139/2024, 674/2023, 936/2018, 869/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, νόμιμα, φέρεται προς επανασυζήτηση, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η από 6-4-2023 (αριθμ. έκθ. κατάθ. ...2023) αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειουσών, με την με αριθμ.147/2024 πράξη της Προέδρου του Τμήματος του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αφού, με την υπ'αριθ.129/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης επί της εν λόγω αίτησης, η οποία είχε συζητηθεί στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23ης-1-2024 ενώπιον του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη.

2. Με την ως άνω από 6-4-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ.887/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η, ασκηθείσα από τις αναιρεσείουσες, από 20-4-2021 (αριθμ.

έκθ. κατάθ. ...2021) έφεσή τους κατά της με αριθμ.1148/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Το εν λόγω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας με την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την από 1.2.2019 (αριθμ. έκθ. κατάθ. ...2019) αγωγή τους κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ .Με την αγωγή αυτή οι ενάγουσες ισχυριζόμενες, ότι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο ΝΠΔΔ από το 2007,2010 και 2007 αντίστοιχα, ως γραμματείς-διοικητικοί υπάλληλοι του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής, με κατ' επίφαση χαρακτηριζόμενες διαδοχικές συμβάσεις ανάθεσης έργου, αφού πραγματικά αυτές ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι οι μεταξύ τους συμβάσεις αποτελούσαν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους, με απειλή χρηματικής ποινής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου (Ολ.

ΑΠ 5/2023, 2/2019, 6/2019). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου απαιτείται να αναφέρεται η διάταξη του νόμου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, σε τι συνίσταται η παραβίασή της και ποια η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε με βάση την τυχόν παραβίαση στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 811/2022, 1501/2021, 99/2020, 971/2019).

Επιπλέον αν η αγωγή εσφαλμένα απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη ή αόριστη ή αντιστρόφως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα το περιεχόμενό της, καθώς και ποιο περιεχόμενο δέχτηκε το δικαστήριο ότι έχει. Σε περίπτωση δε που προβάλλεται παραβίαση περισσότερων της μίας διατάξεων πρέπει να αναφέρονται όλες οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές για κάθε μία και το αντίστοιχο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 796/2024, 290/2022, 83/2019).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 879/2024, 250/2022, 678/2022, 182/2021, 319/2017, 316/2017, 352/2017).

Στη προκειμένη περίπτωση με το πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι με το να απορρίψει το Εφετείο την έφεσή τους κρίνοντας ως νομικά αβάσιμη την ως άνω αγωγή τους παραβίασε το ν.2112/1920, την Οδηγία 1999/70 ΕΚ και το άρθρο 4παρ.1 Συντάγματος. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η ως άνω Οδηγία αποτελεί από 26-8-2001 εσωτερικό εφαρμοστέο δίκαιο, αφού η Ελλάδα δεν συμμορφώθηκε εμπροθέσμως με το περιεχόμενό της και επιφέρει ως κύρωση της καταχρηστικής κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας τη μετατροπή τους σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ότι με το άρθρο 8 ν.2112/1920 διασφαλίζονται οι εργαζόμενοι από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους και ως τέτοια τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω και ως εκ τούτου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο κλήθηκε, ως έχον τέτοια δικαιοδοτική αρμοδιότητα, να αποδώσει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στην ένδικη σχέση εργασίας ως σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, απορρίπτοντας την έφεσή τους, υποπίπτοντας στη πλημμέλεια του αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, όπως θα έπρεπε κατά τα αναλυτικά προαναφερόμενα στη προηγούμενη νομική σκέψη, η ιστορική βάση της αγωγής αλλά μόνο αποσπασματικά μέρη αυτής καθώς και το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, έστω και με συνοπτικό τρόπο, που θεμελιώνουν την κρίση του για την νομική αβασιμότητα της αγωγής και αιτιολογούν την απόρριψη αυτής, ώστε από τη σύγκριση του περιεχομένου της αγωγής με την ως άνω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης να μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά αν η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης συνιστά παραβίαση ή μη των ως άνω επικαλουμένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Ούτε αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση, συγκεκριμένο νομικό σφάλμα χωρίς να είναι αρκετή η παράθεση της έννοιας των επικαλουμένων ως άνω νομικών διατάξεων και η μη εφαρμογή τους.

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δηλαδή, το σφάλμα εντοπίζεται πάντοτε στην ελάσσονα πρόταση και συγκεκριμένα στο οντολογικό μέρος του τελικού νομικού συλλογισμού, όπου η ανεπαρκής ή η αντιφατική ή η ενδοιαστική περιγραφή των περιστατικών καθιστά αδύνατη τη κρίση για το αν είναι ορθή η υπαγωγή ή όχι που έκανε το δικαστήριο της ουσίας.

Ο λόγος αυτός, συνεπώς, αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως αόριστη, ή μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολ.ΑΠ3/1997, ΑΠ 323/2024, 99/2020, 1205/2020, 1482/2019).

Συνεπώς, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η του εκ του αριθμ.19 άρθρ.559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν έχει νόμιμη βάση και στερείται αιτιολογίας << ερχόμενη σε αντίθεση με την απόφαση του ΔΕΕ της 11-2-2021>> θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι όπως προαναφέρθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν προέβη στην εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης,αλλά απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στη περιγραφή τους. Συνακόλουθα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα θα πρέπει ν 'απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις κατά την αρχική δικάσιμο της 23-1-2024 και εκπροσωπήθηκε από Πάρεδρο ΝΣΚ, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176 και 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, η οποία όμως θα επιβληθεί μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 22 ν.3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την παρ.2 της υπ'αριθμ. 134423/οικ/28.12.1992 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 ν.1738/1987 (ΑΠ 616/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-4-2023 (αριθμ. έκθ. κατάθ. ...2023) αίτηση αναίρεσης της με αριθμ.887/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2025 ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ