Legislator Case Law & Legislation
616/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vagueness; appeal lacks specific factual assumptions required by law.

Case Number 616/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court's decision granting a signature list subsidy. The appellant argued the lower court misapplied regulations regarding vehicle operators, but failed to specify the factual assumptions underlying that legal error. The court ruled that an appeal must explicitly state the material facts and legal premises of the contested decision to be admissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 176 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the material facts and legal premises of the contested decision; otherwise, it is inadmissible for vagueness.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague appeal grounds material facts requirement legal premises subsidy eligibility Code of Civil Procedure State liability

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Common Ministerial Decision 134423/8.12.1992/20.1.1993

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 616 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 616/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Αποστολίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε την από 5-1-2024 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Α., κατοίκου …. Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία - Παγώνα Οικονόμου, η οποία είχε καταθέσει προτάσεις από 23-11-2021.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 571/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 948/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 14-3-2019 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 14ης Δεκεμβρίου 2021, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 368/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ. Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 582/2016).

Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 936/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 22 Νοεμβρίου 2023 υπ' αριθμ. 368/2022 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 14.3.2019 με αριθμ.

κατάθ. 2791/232/18.3.2019 αίτησης αναίρεσης, καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο στις 14.12.2021, κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω συνταξιοδότησής από την Υπηρεσία της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Όλγας Σχετάκη - Μπονάτου. Με την από 14.3.2019 και με αριθμό κατάθ. 2791/232/18.3.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμ. 948/23.2.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 10.4.2013 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 1578/11.3.2015) έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 571/19.3.2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η από 2.12.2009 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 241087/6483/2009) αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας κατ' άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (υπ' αριθμ.

…/2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο … Γ. Ι. Λ.) καθόσον η τελευταία ημέρα της ως άνω προθεσμίας (17.3.2019) ήταν ημέρα Κυριακή (άρθρα 144 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 2.12.2009 και με αριθμό κατάθεσης 241087/6483/2009 αγωγή, ο ενάγων [αναιρεσίβλητος] ισχυρίστηκε ότι είναι μηχανοτεχνίτης, κάτοχος πτυχίου ιδιωτικής κατωτέρας σχολής και ότι προσλήφθηκε στις 14.05.1997 από το … του εναγομένου και [αναιρεσείοντος] Ελληνικού Δημοσίου, κατόπιν μετάταξής του από τα ..., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως πολιτικός υπάλληλος με ειδικότητα τεχνικού και συγκεκριμένα οδηγού βαρέων και ελαφρών οχημάτων και χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος.

Ότι, αν και στο πλαίσιο αυτής της σύμβασης, ήταν επιφορτισμένος με τις αναφερόμενες στην αγωγή εργασίες, οι οποίες εμπίπτουν στο άρθρο 3 παρ. 10 της από 25.11.2003 ΕΣΣΕ που έχει συναφθεί μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Σωματείου Πολιτικού Προσωπικού ….με την επωνυμία "…", του οποίου είναι μέλος, για τις οποίες (εργασίες) έχει χορηγηθεί επίδομα υπογραφής καταλόγου στους μισθωτούς τεχνικών ειδικοτήτων, που τις εκτελούν και ότι αν και η ρύθμιση αυτή επαναλήφθηκε και στην από 29.12.2005 ΕΣΣΕ, η Μονάδα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου στην οποία υπηρετεί, μολονότι έχει χορηγήσει το επίδομα αυτό στους κατονομαζόμενους στην αγωγή συναδέλφους του, αρνείται να το χορηγήσει στον ίδιο, ισχυριζόμενη ότι οι εργασίες, τις οποίες αυτός εκτελεί δεν εμπίπτουν στην κατηγορία του άρθρου 3 παρ. 10 της άνω ΕΣΣΕ.

Ότι η άρνηση αυτή του εναγομένου είναι αντισυμβατική, αφού αντίκειται στην εργασιακή του σύμβαση και παράνομη, αφού αντίκειται αφενός στις διατάξεις του άνω άρθρου της ΕΣΣΕ, αφετέρου δε στις διατάξεις 4, 2 και 22 του Συντάγματος του 1975, περί ίσης μεταχείρισης για ίσης αξίας εργασία, ενώ την ύπαρξη του δικαιώματός του να λαμβάνει το επίδομα υπογραφής δέχτηκε η 978/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχτηκε εν μέρει προγενέστερη σε σχέση με την κρινόμενη αγωγή του κατά του ίδιου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία αυτός ζητούσε την καταβολή του εν λόγω επιδόματος για το προγενέστερο σε σχέση με το επίδικο χρονικό διάστημα από 01.02.2006 έως 30.09.2006 και του το επιδίκασε.

Με βάση αυτό το ιστορικό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 18.995,41 ευρώ, ως επίδομα υπογραφής καταλόγου και επιδόματα εορτών και αδείας επί του άνω επιδόματος υπογραφής, για το χρονικό διάστημα από 01.10.2006 έως 31.12.2009, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επί μέρους κονδυλίου άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 571/2012 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή και υποχρεώθηκε το ελληνικό Δημόσιο να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσόν των 14.580 ευρώ για το διάστημα από 01.01.2007 έως 31.12.2009, με το νόμιμο τόκο. Μετά από άσκηση εφέσεως εκ μέρους του εναγομένου [αναιρεσείοντος] εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 948/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η από 10.4. 2013 έφεση και απορρίφθηκε αυτή κατ' ουσία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 317/2022, 19/2020, 319/2017, 1420/2013).

Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα ως και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδόμενη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, 27/1998).

Στην περίπτωση αυτή, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ ΑΠ 28/1998, ΑΠ 321/2022, 1170/2021, 109/2020, 319/2017).

Συνακόλουθα, η ευθεία παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ915/2013, 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό, από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των οικείων ΣΣΕ και ΔΑ για την χορήγηση του επιδόματος υπογραφής καταλόγου, μη έχουσες εφαρμογή, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθ' όσον η θέση του αναιρεσιβλήτου ως οδηγού βαρέων και ελαφρών οχημάτων και χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων δεν εμπίπτουν σε καμία από τις υποπεριπτώσεις του άρθρου 3 παρ. 22 της από 29.12.2005 ΣΣΕ ή των νεότερων που ίσχυαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω μοναδικός από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται το επίμαχο επίδομα για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 31.12.2009, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 εδ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ μοναδικού λόγου αναίρεσης.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατόπιν σχετικού αιτήματός του σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν.3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμ. 134423 οικ./ 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.3.2019 και με αριθμό κατάθεσης 2791/232/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 948/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ