Legislator Case Law & Legislation
869/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction order due to insufficient reasoning on penalty proportionality.

Case Number 869/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal filed by a bank against a final eviction order issued in its favor. The court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to examine the parties' financial situations or clarify if the agreed penalty was disproportionately high at the time of the lawsuit. Consequently, the court annulled the specific portion of the eviction order and remanded the case for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a final judgment if the lower court fails to provide specific reasoning regarding the proportionality of a penalty or the economic circumstances of the parties, rendering the appeal admissible.

Keywords

AI generated
proportionality of penalty insufficient reasoning eviction order annulment remand for retrial Code of Civil Procedure economic circumstances disproportionate penalty

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 869 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 869/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αλμπανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Γ., κατοίκου ..., 2) Φ. Π. του Γ., 3) Α. Π. του Φ. και 4) Δ. Π. του Φ., κατοίκων ..., εκ των οποίων ο 2ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μαυρή και, έχοντας την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα βάσει του ...17-6-2013 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Ε. Σ., διόρισε τον ως άνω δικηγόρο Γεώργιο Μαυρή να εκπροσωπήσει και την 4η των αναιρεσιβλήτων. Οι 1ος και 3η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 934/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6701/2011, 4956/2014 μη οριστικές και 5285/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-5-2016 αίτησή της και τον από 2-9-2016 πρόσθετο λόγο αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α) Εισάγονται προς συζήτηση η από 24-5-2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-5-2016 αίτηση αναίρεσης και το από 2-9-2016 δικόγραφο πρόσθετου λόγου (αριθμ. κατάθεσης ...10-2016) που ασκήθηκε παραδεκτά κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 ΚΠολΔ.

Τα δικόγραφα αυτά πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ίδιου Κώδικα).

Β) Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, ..., από 18-10-2016, ..., από 19-10-2016, εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου Χ. Κ. (οι δύο πρώτες) και της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π. Ρ. (οι άλλες δύο), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και του δικογράφου του πρόσθετου λόγου, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.

Κατά συνέπεια, εφόσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση (άρθρ. 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την επισήμανση ότι η μεταξύ των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων σχέση είναι της απλής ομοδικίας.

Γ) Η προσβαλλόμενη 5285/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:

Αρχικά, με την από 3-5-2005 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 2692/2005 (μη ένδικη) αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι εκμίσθωσαν, στις 8-3-2001, στην αρχική εναγομένη - τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", στη θέση της οποίας υπεισήλθαν διαδοχικά, ως καθολικοί της διάδοχοι, οι τραπεζικές εταιρείες με την επωνυμία "...

ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", "ΝΕΑ ... ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και τώρα η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.", το αναφερόμενο σ’ αυτήν πολυώροφο κτήριο για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) ετών με μηνιαίο μίσθωμα 12.000 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο, σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται στο μισθωτήριο, και ότι η εναγομένη κατήγγειλε, στις 9-11-2004, τη σύμβαση αυτή, κατά το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995.

Ζήτησαν, κατόπιν αυτών, να αναγνωριστεί ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική, αλλιώς να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται, κατά τον 14β όρο της σύμβασης μισθώσεως, να τους καταβάλει τα μέχρι τη λήξη της εν λόγω σύμβασης (7-3-2013) μισθώματα, ύψους 1.352.955,16 ευρώ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με τη 221/2006 απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή.

Κατ’ αυτής ασκήθηκε από τους ενάγοντες η από 3-3-2006 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 7020/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, τελικά, απέρριψε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και τη δέχθηκε κατά την επικουρική της βάση, αναγνωρίζοντας ότι είναι έγκυρη η καταγγελία της μίσθωσης και ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες τα μισθώματα από τη λύση της μίσθωσης (9-5-2005) έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (27-9-2005), διότι, κατά τη σχετική παραδοχή της, μόνο αυτά ήταν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, αν ληφθεί υπόψη ότι το άρθρο 69 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση καταβολής μελλοντικών (μη δεδουλευμένων) μισθωμάτων, ενώ απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού της εναγομένης του αιτούμενου ποσού των μισθωμάτων με το ποσό της εγγυοδοσίας, ύψους 28.786,28 ευρώ, όπως αναπροσαρμόστηκε στη διάρκεια της μίσθωσης ανάλογα με το ύψος του καταβαλλόμενου μισθώματος, που αυτή κατέβαλε στους εκμισθωτές ενάγοντες κατά την έναρξη της μίσθωσης, με την αιτιολογία ότι δεν επιτρέπεται ο συμψηφισμός αυτός κατά τον 15ο όρο του από 8-3-2001 μισθωτηρίου.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, η από 30-11-2006 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1664/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε μερικά, δεχόμενη ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η αγωγική αξίωση των μισθωμάτων δεν είναι ποινή, που πηγάζει από τη συνομολογημένη μη γνήσια ποινική ρήτρα για την περίπτωση λύσης της μισθώσεως, αλλά μισθώματα (αντικαθιστώντας, κατά το μέρος τούτο, μόνο την αιτιολογία, κατ’ άρθρ. 578 ΚΠολΔ) και να απορρίψει την ένσταση συμψηφισμού αυτών με το ποσό της εγγύησης και, κατά την επικουρική του αιτιολογία, την ένσταση μείωσης της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης, κατ’ άρθρ. 409 ΑΚ, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 404, 405, 409, 440, 441 και 587 ΑΚ, με τη μη εφαρμογή τους.

Στη συνέχεια, η υπόθεση επανήλθε στο ίδιο Εφετείο και εκδόθηκε η 5719/2012 απόφασή του, η οποία δέχθηκε τα εξής: Οι δύο πρώτοι ενάγοντες εκμίσθωσαν στην εναγομένη ένα πολυώροφο κτήριο (πέντε ορόφων), συνολικού εμβαδού 870 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται επί της οδού ... στην Αθήνα, για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) ετών, ήτοι από 8-3-2001 έως 7-3-2013 με μηνιαίο μίσθωμα 12.000 ευρώ, το οποίο, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως, ανήλθε, κατά το χρόνο άσκησης και συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σε 14.393,14 ευρώ με το χαρτόσημο που του αναλογεί.

Στη διάρκεια της μίσθωσης υπεισήλθαν στη μίσθωση, με συμφωνία όλων των συμβαλλόμενων μερών, οι θυγατέρες του δεύτερου ενάγοντος τρίτη και τέταρτη των εναγόντων, λόγω μεταβίβασης από τον τελευταίο σε αυτές της επικαρπίας του δεύτερου ορόφου του μίσθιου ακινήτου και έτσι τα ποσοστά των εκμισθωτών διαμορφώθηκαν σε 50% για τον πρώτο, 33% για τον δεύτερο και 8,5% για καθεμία από τις τρίτη και τέταρτη των εναγόντων.

Με τον όρο 14β του από 8-3-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: "Σε οποιαδήποτε περίπτωση λύσεως της μίσθωσης ύστερα από επιθυμία της μισθώτριας, ακόμη και πριν τη λήξη της και με νεώτερη και κοινή συμφωνία των μερών, όπως προβλέπει ο νόμος, η μισθώτρια υποχρεώνεται στην καταβολή όλων των υπολειπομένων μισθωμάτων μέχρι τη λήξη της 12ετίας, εκτός αν οι εκμισθωτές εκμισθώσουν εν τω μεταξύ σε άλλον το μίσθιο".

Η εναγόμενη μισθώτρια εταιρεία με το από 1-11-2004 εξώδικο έγγραφό της προς τους ενάγοντες, στους οποίους επιδόθηκε στις 9-11-2004, κατήγγειλε τη σύμβαση μίσθωσης, κατά το άρθρο 43 π.δ.34/1995, λόγω παρόδου διετίας από την έναρξη της μίσθωσης και κατέβαλε την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή αποζημίωση τεσσάρων (4) μισθωμάτων, καθώς και τα μισθώματα των έξι (6) μηνών μέχρι την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, ήτοι μέχρι 9-5-2005.

Άρα, οι ενάγοντες δικαιούνται, σύμφωνα με τον πιο πάνω 14β όρο της σύμβασης μισθώσεως, που έχει το χαρακτήρα, κατά τα προαναφερόμενα, μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, να λάβουν ως ποινή τα μισθώματα για το χρονικό διάστημα από τη λύση της μίσθωσης (9-5-2005) έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής (27-9-2005), κατά το οποίο (διάστημα) δεν είχε εκμισθωθεί το μίσθιο σε τρίτο.

Το ποσό των μισθωμάτων αυτών ανέρχεται συνολικά σε 66.208 ευρώ (μίσθωμα 14.393,14 χ 4 μήνες και 18 ημέρες), το οποίο και επιδικάστηκε στους ενάγοντες, αφού το Εφετείο απέρριψε τις ενστάσεις της εναγομένης α) για μείωση της ποινικής ρήτρας ως υπερβολικής και β) για συμψηφισμό, κατά ένα μέρος, του εν λόγω ποσού με την εγγυοδοσία, ύψους 28.786,28 ευρώ, που κατέβαλε αυτή κατά την κατάρτιση της μίσθωσης για την καλή και πιστή εκτέλεση των όρων της μισθωτικής σύμβασης, δεχόμενο ότι η εγγυοδοσία αυτή κατέπεσε υπέρ των εναγόντων και δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό, σύμφωνα με τον 14α όρο της σύμβασης, κατά τον οποίο "η παράβαση οποιουδήποτε από τους όρους αυτής (που όλοι τους συμφωνούνται ως δίκαιοι και επουσιώδεις) παρέχει το δικαίωμα στους εκμισθωτές να θεωρήσουν ότι η μίσθωση έχει λυθεί με υπαιτιότητα της μισθώτριας και να επιδιώξουν την έξωσή της από το μίσθιο, σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας σχετικής νομοθεσίας και ότι σε μία τέτοια περίπτωση έχουν σωρευτικά το δικαίωμα να κατακρατήσουν την παρακρατούμενη εγγυοδοσία, να απαιτήσουν την καταβολή των υπολοίπων και μέχρι τη συμφωνημένη ημέρα λήξης της μίσθωσης υπολοίπων μισθωμάτων, καθώς επίσης και αποζημίωση για την αποκατάσταση ζημιών και φθορών του μισθίου".

Η εφετειακή αυτή απόφαση (5719/2012) προσβλήθηκε με αίτηση αναίρεσης από την εναγόμενη μισθώτρια και εκδόθηκε η 2178/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε εν μέρει, δηλαδή κατά το κεφάλαιο της ένστασης συμψηφισμού του ποσού της εγγυοδοσίας, δεχόμενη ότι η καταγγελία της μίσθωσης αποτελούσε δικαίωμα της μισθώτριας από το άρθρο 43 π.δ.34/95 και ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη αυτή, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα μισθώτρια κατάγγειλε υπαίτια τη σύμβαση μίσθωσης και ότι έτσι επήλθε κατάπτωση της εγγυοδοσίας.

Η υπόθεση κρατήθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση από τον Άρειο Πάγο, κατά τούτο, που αποτελούσε πλέον το μόνο αντικείμενο της δίκης εκείνης, ήτοι ως προς την ένσταση συμψηφισμού της εγγυοδοσίας προς τα οφειλόμενα, ως ποινή, πιο πάνω μισθώματα, κατά το μέρος που καλύπτονται (άρθρα 440, 441 ΑΚ), αφού επρόκειτο για παραδοχή δεύτερης αναίρεσης (άρθρ. 580 παρ. 3 εδάφ.

γ’ ΚΠολΔ, και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση αυτή. Ακολούθως, η υπόθεση επαναφέρθηκε στον Άρειο Πάγο, με την από 30-1-2014 κλήση των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, και εκδόθηκε η 1317/2014 απόφασή του που, δεχόμενη, τελικά, την ένσταση συμψηφισμού της μισθώτριας, αποφάνθηκε ότι, μετά το συμψηφισμό των αμοιβαίων αυτών απαιτήσεων, κατά το μέρος που καλύπτονται, οι ενάγοντες δικαιούνται το υπόλοιπο ποσό, ύψους 37.421,72 ευρώ [66.208 ευρώ (τα οφειλόμενα, ως ποινή, μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 9-5-2005 έως 27-9-2005) μείον 28.786,28 ευρώ (το ποσό της εγγυοδοσίας)].

Με τον τρόπο αυτόν έληξε, αμετάκλητα, η δίκη επί της από 3-5-2005 αγωγής των εκμισθωτών - αναιρεσιβλήτων. Παράλληλα, οι τελευταίοι άσκησαν κατά της μισθώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, τότε "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", την ένδικη, από 22-3-2007 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...2007, αγωγή τους και, με βάση το ίδιο ιστορικό της πρώτης τους αγωγής που προπαρατέθηκε και την, περαιτέρω, επισήμανση ότι με την 7020/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναγνωρίστηκε ότι τους οφείλονται τα (ληξιπρόθεσμα και απαιτητά) μισθώματα από 9-5-2005 έως 27-9-2005, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι η μισθώτρια, ήδη αναιρεσείουσα, είναι υποχρεωμένη να τους καταβάλει για οφειλόμενα μισθώματα του μετέπειτα, από 28-9-2005 έως και 28-2-2007, χρονικού διαστήματος το ποσό των 251.698,08 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την υπερημερία καθενός μηνιαίου μισθώματος, καθώς και το ποσό των 57.245,76 ευρώ, ως αποζημίωση, ισούμενη με τέσσερα μηνιαία μισθώματα, εξαιτίας της καταγγελίας της μίσθωσης, κατ’ άρθρ. 43 π.δ. 34/1995, όπως ίσχυε τότε.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), με την 934/2008 απόφασή του, δέχθηκε, εν μέρει, την αγωγή και αναγνώρισε ότι η μισθώτρια αναιρεσείουσα οφείλει στους εκμισθωτές αναιρεσιβλήτους το συνολικό ποσό των 306.874 ευρώ (251.698,08 για τα μισθώματα συν 55.176,64 για την αποζημίωση), με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, απορρίπτοντας σχετικές ενστάσεις της αναιρεσείουσας και, ειδικότερα:

α) ως μη νόμιμη, την από το άρθρο 409 ΑΚ ένσταση, ως προς τα επιμέρους κονδύλια του συνολικού ποσού των 251.698,08 ευρώ, με την αιτιολογία ότι τα κονδύλια αυτά δεν αποτελούν ποινή, αλλά μισθώματα, τα οποία οφείλονται βάσει του 14β’ συμβατικού όρου και μετά την πρόωρη λύση της μίσθωσης, αλλιώς, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι δεν υπάρχει δυσαναλογία που να επιβάλλει τη δικαστική μείωση της ποινής, β) ως μη νόμιμες, τις από τα άρθρα 281 και 300 ΑΚ ενστάσεις και γ) ως ουσιαστικά αβάσιμη την από τα άρθρα 440 επ.

του ίδιου Κώδικα ένσταση. Κατά της απόφασης αυτής, η μισθώτρια-αναιρεσείουσα άσκησε, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 26-8-2008 έφεσή της, της οποίας η συζήτηση προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 17-2-2009, οπότε και συζητήθηκε, αλλά δεν κατέστη δυνατή η έκδοση απόφασης για λόγους υγείας της Εισηγήτριας Δικαστή και, έτσι, η συζήτηση επαναλήφθηκε, κατ’ άρθρ. 307 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την 490/2009 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών, και ορίστηκε νέα δικάσιμος στις 9-3-2010.

Κατ’ αυτήν, αν και η υπόθεση συζητήθηκε, δεν κατέστη, εκ νέου, δυνατή η έκδοση απόφασης, μέσα σε οκτώ μήνες από τη συζήτηση, γι’ αυτό και επαναλήφθηκε η συζήτηση, όπως ορίζεται στο παραπάνω άρθρο, με τη 17/2011 πράξη του ίδιου πιο πάνω Προέδρου, για τη νέα δικάσιμο της 27-9-2011, όταν και η υπόθεση συζητήθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, και εκδόθηκε η 6701/2011 απόφαση.

Με την απόφαση αυτή, αφενός μεν, απορρίφθηκαν, ως απαράδεκτοι, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης που ασκήθηκαν με τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας εκείνης της συζήτησης (27-9-2011), με την αιτιολογία ότι η εν λόγω συζήτηση θεωρείται, κατά τα άρθρα 307 και 254 ΚΠολΔ, συνέχεια των προηγουμένων (17-2-2009 και 9-3-2010) και, άρα, αυτοί έπρεπε να ασκηθούν με τις προτάσεις που κατατέθηκαν κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης στις 17-2-2009, αφετέρου δε, αφού η έφεση κρίθηκε ότι είναι τυπικά δεκτή, αναβλήθηκε - αναστάλθηκε, κατ’ άρθρ. 249 ΚΠολΔ, η συζήτηση της υπόθεσης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η δίκη που είχε ανοιχθεί με την προηγούμενη, από 3-5-2005, αγωγή, η οποία ήταν τότε ακόμη εκκρεμής.

Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, με την από 13-2-2014 κλήση των αναιρεσιβλήτων, κατά τη δικάσιμο της 13-5-2014, οπότε, μετά τη συζήτησή της, εκδόθηκε η 4956/2014 απόφασή του, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της έφεσης, επειδή έγινε δεκτό ότι συντρέχει λόγος (αυτο)εξαίρεσης, κατ’ άρθρ. 52 παρ. 1 περ.

στ’ ΚΠολΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, της Εφέτη Ζ. Σ. (που είχε οριστεί και ως Εισηγήτρια) από την εκδίκαση της υπόθεσης, καθόσον η ίδια συμμετείχε στη σύνθεση του Εφετείου (επίσης ως Εισηγήτρια) που είχε εκδώσει την προγενέστερη 5719/2012 απόφασή του. Μετά από αυτά, η υπόθεση επανήλθε πάλι προς συζήτηση, με την από 4-9-2014 κλήση των αναιρεσιβλήτων, κατά τη δικάσιμο της 2-6-2015, όταν και εκδόθηκε, μετά τη συζήτηση, αντιμωλία των διαδίκων, η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 5285/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Δ) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 324 ΚΠολΔ, "δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία". Ως ιστορική αιτία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται το σύνολο των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι υπήρξαν, ως ιστορικό συμβάν, και είναι, σύμφωνα με το νόμο, αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό, δηλαδή την έννομη συνέπεια που είτε γίνεται δεκτή ότι υπάρχει είτε όχι.

Σκοπός της ιστορικής αιτίας, όπως άλλωστε και της νομικής, είναι να καταστήσει απολύτως συγκεκριμένη και έτσι να διασφαλίσει την έννομη συνέπεια που απαγγέλλει η απόφαση. Ανήκουν, συνεπώς, στην ιστορική αιτία εκείνα μόνο τα περιστατικά που αναγκαίως δέχθηκε το δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του ότι πληρούται ή ότι δεν πληρούται το "πραγματικό" της νομικής διάταξης που εφάρμοσε.

Όσα, δηλαδή, είναι, κατά νόμο, αναγκαία για να στηρίξουν το διατακτικό - έννομη συνέπεια που απαγγέλθηκε και, συνακόλουθα, δεν ανήκουν στην ιστορική αιτία και δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο τα αναφερόμενα στην απόφαση περιστατικά που, χωρίς να στηρίζουν το διατακτικό αυτής, ερευνήθηκαν πλεοναστικά, στα οποία περιλαμβάνονται και εκείνα που θεμελιώνουν άλλη έννομη συνέπεια και όχι αυτή που ζητήθηκε και διαγνώστηκε με την απόφαση (ΑΠ 1226/2012, ΑΠ 406/2009, ΑΠ 77/2009).

Εξάλλου, ναι μεν βασική συνέπεια της νομότυπης καταγγελίας, κατ’ άρθρ. 43 π.δ. 34/1995, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 17 παρ. 1 ν. 3853/2010 και, στη συνέχεια, καταργηθεί με το άρθρο 13 παρ. 1 εδάφ. β’ ν. 4242/2014 για τις μισθώσεις που καταρτίζονται μετά τις 28-2-2014), ήταν και η υποχρέωση του μισθωτή να καταβάλει στον εκμισθωτή αποζημίωση ποσού ίσου με τέσσερα (4) μηνιαία μισθώματα, πλην όμως η καταβολή αυτής δεν ήταν απαραίτητο να γίνει συγχρόνως με την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και δεν αποτελούσε προϋπόθεση του κύρους της, άρα η μη καταβολή της παραπάνω αποζημίωσης δεν εμποδίζει την ενέργειά της, ήτοι τη λύση της μίσθωσης, μετά την πάροδο, βέβαια, έξι (6) μηνών από τη γνωστοποίηση της καταγγελίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 14 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε, ως απαράδεκτη, την υπό κρίση, από 22-3-2007, αγωγή των αναιρεσιβλήτων, κατά το μέρος που ζητήθηκε από αυτούς η επιδίκαση αποζημίωσης, ίσης με τα μισθώματα τεσσάρων μηνών, κατ’ άρθρ. 43 π.δ. 34/1995, αν και υπήρχε δεδικασμένο, ως προς το ζήτημα αυτό, από την 7020/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (που δεν αναιρέθηκε κατά τούτο), η οποία, ερευνώντας το έγκυρο της από 1-11-2004 καταγγελίας της μισθωτικής σύμβασης και θεωρώντας ότι η απόσβεση της απαίτησης των αναιρεσιβλήτων για την καταβολή της επίμαχης αποζημίωσης αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να είναι η καταγγελία έγκυρη και ισχυρή, διέλαβε ότι είχε αποσβεστεί η απαίτηση αυτή των αναιρεσιβλήτων - εκμισθωτών με την καταβολή σε αυτούς της αποζημίωσης των τεσσάρων μισθωμάτων, όπως παραδεκτά προβλήθηκε, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, στο Εφετείο με πρόσθετο λόγο των έγγραφων, από 8-3-2010, προτάσεών της κατά τη δικάσιμο της 9-3-2010.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι "...δεν υφίσταται δεδικασμένο, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται από την εναγομένη, α) από τη διηγηματική αναφορά στην 7020/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ότι η μισθώτρια εταιρεία κατέβαλε στους εκμισθωτές την κατ’ άρθρο 43 του π. δ. 34/1995 αποζημίωση (των τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων), καθόσον αυτή, ως εκ περισσού, περιελήφθη στο σκεπτικό της ως άνω απόφασης και δεν στηρίζει το διατακτικό της, αφού δεν περιλαμβανόταν, ούτε κρίθηκε σχετικό αγωγικό αίτημα των τότε εναγόντων, περί καταβολής, δηλαδή, της ως άνω αποζημίωσης, αγωγική αξίωση που εμπεριέχεται μόνο στη μεταγενέστερη, υπό κρίση, από 22-3-2007, αγωγή τους, η συγκεκριμένη δε κρίση δεν αποτελεί αναγκαίο όρο της εγκυρότητας της καταγγελίας λόγω μεταμέλειας...".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ανεξάρτητα από το παραδεκτό προβολής του πιο πάνω ισχυρισμού, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 14 και 16 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η πιο πάνω αιτιολογία της 7020/2006 εφετειακής απόφασης, η οποία έγινε χωρίς ανάγκη και ως εκ περισσού και, επομένως, δεν στηρίζει το διατακτικό της για το έγκυρο της καταγγελίας, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν δημιουργεί δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων σε άλλες δίκες μεταξύ αυτών.

Κατά συνέπεια, ο παρών λόγος είναι αβάσιμος. Ε) Με τις διατάξεις των άρθρων 309 εδάφ. α’ και 553 παρ. 1 εδάφ. β’ του ΚΠολΔ ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε" και ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...

των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη". Οριστική είναι η απόφαση, η οποία δέχεται ή απορρίπτει, ολικά ή μερικά, την αίτηση παροχής έννομης προστασίας, ακόμη και αν η απόρριψη γίνεται για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης και γενικά για τυπικούς λόγους, και απεκδύουν έτσι το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με την εν λόγω αίτηση.

Για το χαρακτηρισμό της απόφασης ως οριστικής ή όχι πρέπει να γίνεται αναδρομή στο διατακτικό της, δεν αποκλείεται όμως και στο αιτιολογικό της, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, το δικαστήριο δεν περιορίζεται να εκφέρει απλώς σκέψεις για τη βασιμότητα ή όχι της εξεταζόμενης αίτησης, αλλά αποφαίνεται με σαφήνεια, ως συμπέρασμα νομικής σκέψης, για την παραδοχή ή την απόρριψη αυτής.

Εξάλλου, η απόφαση, που απορρίπτει το ένδικο μέσο, καταργώντας τη δίκη και, αν πρόκειται για τακτικό ένδικο μέσο, την εκκρεμοδικία, είναι οριστική, διότι, κατ’ ανάγκη, επικυρώνει την απόφαση που προσβλήθηκε, με την οποία έγινε δεκτό ή απορρίφθηκε το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο (αγωγή, ανακοπή κ.λπ.). Η οριστικότητα της απόφασης έχει ως συνέπεια, όπως προαναφέρθηκε, την απαγόρευση της ανάκλησής της από το δικαστήριο.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι συντρέχουν λόγοι ανάκλησης της μη οριστικής απόφασής του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, καθόσον η σχετική διαπίστωση ανήκει στη διακριτική του ευχέρεια. Η ανάκληση, όμως, οριστικής απόφασης παρά το νόμο ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του αριθμού 15 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμο το σχετικό αίτημα της αναιρεσείουσας για ανάκληση της προηγούμενης 6701/2011 απόφασής του, με την οποία είχαν απορριφθεί, ως απαράδεκτοι, οι πρόσθετοι λόγοι που είχαν ασκηθεί με τις από 8-3-2010 προτάσεις της κατά τη δικάσιμο της 9-3-2010, μεταξύ των οποίων και για το ότι η απαίτηση των αναιρεσιβλήτων, για την αποζημίωση του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, είχε αποσβεστεί με τη δημόσια παρακατάθεση του οφειλόμενου ποσού, μολονότι αυτοί, κατά την αναιρεσείουσα, προβλήθηκαν παραδεκτά, πρώτη φορά, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 αριθμ. 3 και 269 παρ. 2 περ.

γ’ (όπως ίσχυε τότε) του ΚΠολΔ, αφού οι θεμελιωτικοί αυτών ισχυρισμοί αποδεικνύονταν εγγράφως και με δικαστική ομολογία των αντιδίκων της. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι η σχετική κρίση του Εφετείου (έστω και αν υιοθέτησε το συμπέρασμα της προηγούμενης 6701/2011 εφετειακής πρότασης για το απαράδεκτο των πρόσθετων λόγων της έφεσης, επειδή αυτοί δεν ασκήθηκαν με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας κατά την αρχική δικάσιμο της 17-2-2009, αλλά στην επαναλαμβανόμενη, κατ’ άρθρ. 307 παρ. 1 ΚΠολΔ, συζήτηση της 9-3-2010), είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ανεξάρτητα και από το γεγονός ότι η εφετειακή 6701/2011 απόφαση που απέρριψε ως απαράδεκτους τους πρόσθετους αυτούς λόγους και μάλιστα με διάταξη που περιλαμβάνεται στο διατακτικό της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, είναι οριστική και δεν μπορούσε να ανακληθεί, όπως αναπτύχθηκε προηγουμένως, ενώ, ως οριστική, δεν προσβάλλεται, αυτοτελώς, με την ένδικη αίτηση αναίρεσης.

ΣΤ) Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης. "Πράγμα" αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, και ο λόγος έφεσης, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής, δηλαδή για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι σε επιχειρήματα που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο έφεσης (ΑΠ 1126/2013, ΑΠ 88/2011).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/ 2009). Έτσι, "πράγμα" είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος.

Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (ΑΠ Ολομ. 14/2004) ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 128/2008, ΑΠ 66/ 2008). Για την πληρότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 253/2011, ΑΠ 1632/2007).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι δεν "ερεύνησε" τον οικείο λόγο της έφεσής της, κατά τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε, ως μη νόμιμη, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να ζητούν την επιδίκαση όλων των "μισθωμάτων" μέχρι τη συμβατική λήξη της μίσθωσης και, σε κάθε περίπτωση, τα "μισθώματα" της επίδικης χρονικής περιόδου, όπως τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν παρατίθενται στο αναιρετήριο, την οποία (ένσταση) πρότεινε παραδεκτά στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου και καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του.

Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 26-8-2008 έφεσης της αναιρεσείουσας (τότε "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ"), η τελευταία, εκκαλώντας την απορριπτική της εν λόγω ένστασής της 934/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), δεν επανέφερε με λόγο έφεσης την ένσταση αυτή, όπως ισχυρίζεται (ΑΠ 173/2010, ΑΠ 979/2003).

Συνεπώς, ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 8β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ (μη λήψη υπόψη της πιο πάνω ένστασης), είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος. Ζ) Κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες.

Κατά δε το άρθρο 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όπως έχει αναφερθεί στη σκέψη Δ’ της παρούσας, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή.

Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΑΠ 1255/2015, ΑΠ 1550/2010). Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών (321 και 324), καθώς και εκείνης του άρθρου 322 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, έστω και αν η απόφαση είναι εσφαλμένη (ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 1415/2009), όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννοµη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συµψηφισµού. Έννοµη σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννoµες συνέπειες (ΑΠ 1229/2015, ΑΠ 1397/2012, ΑΠ 1520/2010).

Εξαίρεση από τη διπλή αυτή δέσμευση δικαιολογείται όταν ο κρίσιμος για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνος διέρρευσε υπό νομικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε κατά τον κρίσιμο στην προηγούμενη δίκη χρόνο, κατά τον οποίο και κρίθηκε η επίδικη τότε απαίτηση, αφού, στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει η αναγκαία για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας ή όταν στη μεταγενέστερη αγωγή γίνεται επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών που συντελέστηκαν σε χρόνο που ήταν αδύνατη πλέον η παραδεκτή επίκλησή τους στο πλαίσιο της προηγούμενης δίκης.

Αν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, το δεδικασμένο ισχύει ακόμη και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης είναι διαφορετικό από το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη με βάση την έννομη σχέση που πρόκειται να κριθεί και στη νέα δίκη, στην οποία ανακύπτει έτσι ως προδικαστικό ζήτημα.

Η τελεσίδικη, επομένως, απόφαση, που εκδόθηκε σε προηγούμενη δίκη και επιδίκασε για ορισμένο χρονικό διάστημα με βάση συγκεκριμένες διατάξεις αποζημίωση ή άλλες απαιτήσεις, αποτελεί δεδικασμένο και σε νέα δίκη, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, όταν αξιώνεται, με βάση το ίδιο νομικό καθεστώς, η επιδίκαση απαιτήσεων από την ίδια βασική έννομη σχέση για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν άλλαξαν, εκτός από το χρόνο, τα υπόλοιπα περιστατικά (ΑΠ 2028/2014).

Κατά την ίδια έννοια, αν με αγωγή που προηγήθηκε αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης μέρος μόνο της όλης απαίτησης, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν προβλήθηκε και ούτε από το δικαστήριο κρίθηκε. Μπορεί, λοιπόν, ο δικαιούχος να ζητήσει ακολούθως έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης με νέα αγωγή, χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο.

Ωστόσο, αν με την προηγούμενη αγωγή η απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον και η απόφαση που εκδόθηκε δεν έκρινε για το μέρος, αλλά για το όλον της απαίτησης, δηλαδή θεώρησε ότι η απαίτηση, όπως ασκήθηκε, αποτελεί την όλη απαίτηση, αποκλείεται να ζητηθεί με νέα αγωγή και άλλο ποσό της ίδιας απαίτησης, αφού κρίθηκε ήδη ότι η απαίτηση του δικαιούχου ήταν μόνο αυτή που επιδικάστηκε (ΑΠ Ολομ., 1/2005, 1/2003).

Στην περίπτωση αυτή η νέα αγωγή δεν αφορά μέρος απαίτησης, που δεν ασκήθηκε με προηγούμενη αγωγή, δηλαδή δεν πρόκειται για αγωγή μέρους, αλλά για αγωγή συμπληρωματική απαίτησης, που ασκήθηκε με προηγούμενη αγωγή ως αποτελούσα την όλη απαίτηση (ΑΠ 2028/2014). Αντίθετα, δεδικασμένο δεν γεννιέται ως προς άλλες ιστορικές βάσεις στις οποίες θα μπορούσε να στηριχθεί το επίδικο δικαίωμα, αλλά δεν προβλήθηκαν και δεν εξετάστηκαν, ούτε καλύπτει απαιτήσεις που δεν ασκήθηκαν και τις οποίες το δικαστήριο επίσης δεν εξέτασε, όπως αυτό προκύπτει από τις αιτιολογίες της ίδιας της απόφασης (ΑΠ 2028/2014).

Η ύπαρξη δηλαδή και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν μόνο από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή αν, αντίθετα, το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ’ αυτό (ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 156/2013, ΑΠ 1135/2012), ενώ δεδικασμένο παράγεται και από απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή τέμνεται η διαφορά, όπως ακριβώς και επί καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 1471/2012).

Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του δικονομικού ζητήματος που κρίθηκε οριστικά. Ως τέτοιο, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 322 παρ. 1β’ ΚΠολΔ, νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, εξαιτίας έλλειψης μιας ή περισσότερων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο) είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής).

Η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, δεν λύει το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση. Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την απόρριψη της αγωγής. Και τούτο, διότι η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει τον συγκεκριμένο λόγο απόρριψης της αγωγής, με την έννοια ότι σε περίπτωση άσκησης νέας όμοιας αγωγής με την προηγούμενη, δηλαδή αγωγής που εμφανίζει την ίδια δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου ως προς την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, χωρίς να ερευνήσει αν ορθά ή εσφαλμένα έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο.

Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή συμπληρωθεί η έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της αγωγής (ΑΠ 72/2015, ΑΠ 847/2014). Οι οριστικές και τελεσίδικες αποφάσεις που απορρίπτουν την αγωγή για τυπικό λόγο ή επειδή αυτή ασκήθηκε πρόωρα, διότι το δικαίωμα που κατήχθη στη δίκη δεν γεννήθηκε ακόμη ή δεν είναι απαιτητό, αποτελούν μεν δεδικασμένο ως προς τα ζητήματα αυτά που κρίθηκαν τελεσίδικα, δεν δημιουργούν όμως δεδικασμένο και ως προς την ύπαρξη του δικαιώματος (ΑΠ 466/2004, ΑΠ 1467/1998).

Εξάλλου, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ’ αυτή με δύναμη δεδικασμένου, ενόψει του αντικειμένου της νέας δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων για το δεδικασμένο σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση για το δεδικασμένο στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή όχι του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο (ΑΠ Ολομ. 7/2013, ΑΠ 1255/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, απορρίφθηκε, ως προς την επίδικη αξίωση των αναιρεσιβλήτων (για την καταβολή των "μισθωμάτων"), ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για ύπαρξη δεδικασμένου που απορρέει, κατά την άποψή της, από την προαναφερόμενη 5719/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την αιτιολογία ότι "...δεν υφίσταται δεδικασμένο, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται από την εναγομένη...ως προς την επίδικη αξίωση των εναγόντων - εκμισθωτών για αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης να τους καταβάλει, ως ποινή, τα μισθώματα του μεταγενέστερου και ήδη επίδικου χρονικού διαστήματος (από 28-9-2005 έως και 28-2-2007), αφού η σχετική απαίτηση, παρόλο που είχε περιληφθεί στην προηγούμενη αγωγή ως αποτελούσα το όλον, με την ως άνω αμετάκλητη απόφαση κρίθηκε μόνον κατά το μέρος της που αφορούσε στο μέχρι και την πρώτη συζήτησή της (της 1ης αγωγής) χρονικό διάστημα και όχι και το επόμενο - ήδη επίδικο χρονικό διάστημα, που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση αγωγής και ερευνάται το πρώτον, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης.

Και τούτο, διότι η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της σχετικής ως άνω απόφασης... και όχι από αυτό της αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, έστω και με συνοπτικότερες και διαφορετικές, εν μέρει, αιτιολογίες, οι οποίες, όμως, δεν επηρεάζουν την ορθότητα του διατακτικού της ήδη αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του (άρθρ. 578 ΚΠολΔ), δηλαδή με το να μην απορρίψει, ως απαράδεκτη, την ένδικη αγωγή, λόγω δεδικασμένου, κατά την επίδικη απαίτηση των αναιρεσιβλήτων, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες, από τους αριθμούς 14 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες.

Συγκεκριμένα: Όπως έχει προεκτεθεί στη Γ’ σκέψη της παρούσας, με την πρώτη, από 3-5-2005, αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ζητήθηκε, πράγματι, απ’ αυτούς να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να τους καταβάλει όλα τα μισθώματα, από τότε που λύθηκε η μίσθωση με την, εκ μέρους της τελευταίας, καταγγελία μεταμέλειας, κατ’ άρθρ. 43 του π.δ. 34/1995, ήτοι από 9-5-2005 έως τη συμβατική λήξη της μίσθωσης (7-3-2013), πλην όμως το Εφετείο Αθηνών με την 7020/2006 απόφασή του απέρριψε το αίτημα αυτό των αναιρεσιβλήτων για το πέραν της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (που έλαβε χώρα στις 27-9-2005) χρονικό διάστημα, με την αιτιολογία ότι το κεκτημένο και απαιτητό του δικαιώματος, για το οποίο μπορεί να ζητηθεί προστασία που οδηγεί σε άμεση καταδίκη, κρίνεται κατά τον πιο πάνω χρόνο (ΑΠ 478/2006) και ότι το άρθρο 69 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση καταβολής μελλοντικών (μη δεδουλευμένων) μισθωμάτων, γιατί η οφειλή των μισθωμάτων εξαρτάται από την αντιπαροχή (διάθεση του μισθίου κατάλληλου για τη χρήση που συμφωνήθηκε στον αντίστοιχο χρόνο), ενώ για την εφαρμογή του πρέπει να συντρέχουν οι αυστηρές προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο αυτό (ΑΠ 161/2017) και, επιπλέον, να εκτίθενται στην αγωγή οι συγκεκριμένοι λόγοι που δικαιολογούν την πρόωρη άσκησή της.

Συνεπώς, η πρώτη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, κατά το αίτημά της αυτό, απορρίφθηκε, επειδή ασκήθηκε πρόωρα, ως απαράδεκτη (ΑΠ 1913/2007), εξαιτίας του ότι δεν ήταν απαιτητό το επίμαχο χρέος. Η απόφαση αυτή εξομοιώνεται με απόφαση που απορρίπτει την αγωγή για τυπικούς λόγους και, έτσι, δεν παράγει δεδικασμένο για την ύπαρξη (ουσία) του δικαιώματος παρά μόνο για το ότι δεν υπήρχε τότε απαιτητό δικαίωμα.

Ακολούθως, η 1664/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται να λάβουν το ποσό των μέχρι τη λήξη της μίσθωσης μισθωμάτων (υπό την προϋπόθεση ότι το μίσθιο δεν έχει μισθωθεί σε άλλον μισθωτή), ως ποινή και όχι ως ποσό μισθωμάτων που οφείλονται από τη μίσθωση, και, ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές της εφετειακής απόφασης, τα μισθώματα από τη λύση της μίσθωσης (9-5-2005) έως την (πρώτη) συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (27-9-2005).

Κατόπιν αυτών, αναίρεσε την εφετειακή αυτή απόφαση για άλλα κεφάλαια, αναφορικά με τις ενστάσεις συμψηφισμού και μείωσης της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης, και δεν ερεύνησε το ζήτημα αυτό της οφειλής, ως ποινής, των μισθωμάτων για το μεταγενέστερο της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής στο πρωτόδικο δικαστήριο χρονικό διάστημα, όπως, άλλωστε, και το Εφετείο Αθηνών, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση και το οποίο εξέδωσε, στη συνέχεια, την τελεσίδικη 5719/2012 απόφασή του.

Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, δεν δημιουργήθηκε δεδικασμένο, ως προς το ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν έχουν το υπόψη δικαίωμά τους, για το μεταγενέστερο και ήδη επίδικο, από 28-9-2005 έως 28-2-2007, χρονικό διάστημα, αφού η εφετειακή αυτή απόφαση απέρριψε, τελικά, ως απαράδεκτη και όχι ως νομικά αβάσιμη (σιγή), την πρώτη αγωγή τους (για μέρος μόνο της όλης απαίτησής τους που είχε καταχθεί στη δίκη), εξαιτίας της πρόωρης άσκησής της, για το πέραν της 27ης-9-2005 χρονικό διάστημα.

Ως εκ τούτου, οι συναφείς, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 και 16 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αναίρεσης και μοναδικός πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Η) Σύμφωνα με το άρθρο 307 του ΚΠολΔ, "αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση...". Με την τελευταία αυτή διάταξη ορίζεται ότι, αν για οποιονδήποτε λόγο που εμφανίζεται μετά τη συζήτηση (π.χ.

παραίτηση, θάνατος, μετάθεση, παύση, παρεμπόδιση δικαστή), καταστεί αδύνατη η έκδοση της απόφασης, επιβάλλεται η επανάληψη της συζήτησης. Ως τέλος της συζήτησης νοείται αυτό επί ακροατηρίου, γιατί εννοιολογικά η συζήτηση έχει την έννοια της υποβολής των ισχυρισμών στο ακροατήριο, της θέσης υπόψη του δικαστηρίου των αποδεικτικών μέσων και της παροχής τυχόν αναγκαίων διευκρινίσεων.

Για την επανάληψη της συζήτησης απαιτείται ορισμός δικασίμου και κοινοποίηση κλήσης. Η επαναλαμβανόμενη, κατ’ άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ίδιου Κώδικα συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητά, όπως στο άρθρο 254 αυτού, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι δύο διατάξεις διαφέρουν μόνο ως προς το λόγο της επανάληψης που στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν είναι δυνατό να οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου, ο οποίος (διάδικος) και δεν μπορεί να αποτρέψει την επανάληψη, ώστε να υφίσταται λόγος που να δικαιολογεί στην τελευταία περίπτωση να έχει, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δικαζόμενος δηλαδή ερήμην με τις σχετικές συνέπειες.

Περαιτέρω, αφού η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση, παρέπεται ότι οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης που ασκούνται με τις προτάσεις κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση είναι απαράδεκτοι (ΑΠ 884/2007). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, ήτοι εκείνες τις ακυρότητες (δικονομικές), κατά την έννοια των άρθρων 159 - 161 ΚΠολΔ, που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, οι οποίες απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 315/2013, ΑΠ 17/ 2000).

Στην παρούσα περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, επειδή απέρριψε, ως απαράδεκτους, τους πρόσθετους, από το άρθρο 281 ΑΚ, λόγους έφεσης που άσκησε με τις έγγραφες προτάσεις της κατά τις δικασίμους 9-3-2010, 27-9-2011 και 2-6-2015 και που στηρίζονται, κατά την άποψή της, σε νεότερα - οψιγενή περιστατικά, κατ’ άρθρ. 527 και 269 παρ. 2 εδάφ.

β’ (όπως ίσχυε) ΚΠολΔ (που προέκυψαν, μάλιστα, μετά την έκδοση της 5719/2012 εφετειακής απόφασης), με την αιτιολογία ότι οι λόγοι αυτοί δεν ασκήθηκαν, όπως απαιτείται, στην αρχική δικάσιμο της 17-2-2009, κατά την οποία και συζητήθηκε η έφεσή της, αλλά στις επόμενες πιο πάνω συζητήσεις, που είναι επαναλαμβανόμενες της αρχικής (της 17-2-2009), κατά τα προαναφερόμενα.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά κήρυξε απαράδεκτους τους πρόσθετους αυτούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με όσα παρατέθηκαν στην αρχή της σκέψης αυτής και, κατά συνέπεια, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Θ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 536 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατ’ εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται σε αυτόν, επικαλούμενη τις διατάξεις των άρθρων 534, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 8, αλλιώς 9, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με το να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης ότι το ποσό των 251.608,08 ευρώ οφείλεται, πράγματι, ως ποινή (και όχι ως μισθώματα, όπως είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) και, ακολούθως, να απορρίψει την ένσταση του άρθρου 409 ΑΚ ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ αυτή πρωτόδικα είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, χωρίς, όμως, να εξαφανίσει την πρωτοβάθμια απόφαση, εξέδωσε επιβλαβέστερη γι’ αυτήν απόφαση, καταλήγοντας σε διαφορετικό - δυσμενέστερο διατακτικό, αφού οι αντίδικοί της - αναιρεσίβλητοι δεν είχαν ασκήσει δική τους έφεση ή αντέφεση για το ζήτημα αυτό.

Και τούτο, διότι, κατά την αναιρεσείουσα, το Εφετείο δεν έχει την εξουσία να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα της εν λόγω ένστασης και, αν την κρίνει ουσιαστικά αβάσιμη, να απορρίψει την έφεση και να αντικαταστήσει απλώς την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, χωρίς να την εξαφανίσει, αλλά οφείλει να περιοριστεί μόνο στην έρευνα του παραπόνου που διατυπώνεται με τον σχετικό λόγο της έφεσης και, αν κρίνει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση ως μη νόμιμη, ενώ αυτή ήταν νόμιμη, είναι υποχρεωμένο να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση και μόνο μετά την εξαφάνισή της και διακράτηση της υπόθεσης προς εξέταση της ουσίας της μπορεί να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης.

Αν, χωρίς να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, το Εφετείο περιοριστεί να αντικαταστήσει, στην περίπτωση αυτή, την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, υπερβαίνει, κατά την άποψη, πάντα, της αναιρεσείουσας, τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, κατ’ άρθρ. 522 ΚΠολΔ, δηλαδή λαμβάνει υπόψη λόγο έφεσης και, συνεπώς, "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ίδιου Κώδικα, που δεν προτάθηκε, αλλά και αποφαίνεται για ζήτημα που δεν έχει τεθεί, αφού δεν υποβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης (ή αντέφεσης) από τους αναιρεσιβλήτους.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι η επίμαχη ένσταση απορρίφθηκε, από το πρωτόδικο δικαστήριο, με επάλληλη αιτιολογία, ως ουσιαστικά αβάσιμη (σελίδα 7η της πρωτόδικης 934/2008 απόφασης), όπως, άλλωστε, και η ίδια η αναιρεσείουσα ανέφερε στο δικόγραφο της από 26-8-2008 έφεσής της (στη σελίδα 12), παραπονούμενη (με τον τρίτο λόγο της έφεσής της) για τη σχετική κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ανεξάρτητα και από το γεγονός ότι, κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 ΚΠολΔ που ορίζει ότι το δεδικασμένο για το κύριο ουσιαστικό ζήτημα προϋποθέτει έννομη σχέση "που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού", από τις ενστάσεις (πλην της ένστασης συμψηφισμού) δεν παράγεται, κατά μία άποψη, δεδικασμένο.

Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμοι ο έκτος λόγος αναίρεσης, καθώς και ο συναφής έβδομος, από τους αριθμούς 1, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος, κατά τον οποίο, αντίστοιχα, το Εφετείο α) "όφειλε να εξαφανίσει την πρωτόδικη (απόφαση) και στη συνέχεια να ερευνήσει εξ υπαρχής το πραγματικό της υποθέσεως και ενιαίως να προβεί στον προσδιορισμό της ποινής, λαμβάνοντας υπόψη και την ένσταση του άρθρου 409 ΑΚ" και όχι να δεχθεί, εκ προοιμίου, ότι η ποινή ανέρχεται στο ισόποσο των μισθωμάτων της επίδικης χρονικής περιόδου, παραβιάζοντας, έτσι, ευθέως, τις διατάξεις των άρθρων 43, 48 π.δ. 34/1995, 587 επ.

και 404 επ. ΑΚ, β) διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για το αν εφαρμόστηκαν ή όχι τα άρθρα αυτά και ιδίως το άρθρο 409 ΑΚ, για τον καθορισμό του προσήκοντος μέτρου της ποινής, διότι "...δεν καθίσταται σαφές εάν το πόρισμα για το ύψος της ποινής καθορίστηκε, αφού λήφθηκε προηγουμένως υπόψη η ένσταση του άρθρου 409 ΑΚ και εξετάστηκε αυτή κατ’ ουσίαν ενιαίως ή μήπως εκ προοιμίου είχε σχηματισθεί η σχετική κρίση με την αντικατάσταση της αιτιολογίας της πρωτόδικης (απόφασης) ότι οφείλονται τα επιδικασθέντα ποσά όχι ως μισθώματα αλλά ως ποινή" και γ) δεν έλαβε, στην πραγματικότητα, υπόψη την ένσταση από το άρθρο 409 ΑΚ, αφού "...ήδη είχε καταλήξει στο συμπέρασμα για το ύψος της ποινής με την αντικατάσταση της αιτιολογίας...".

Ο ίδιος έβδομος λόγος, κατά τα λοιπά, είναι απαράδεκτος, διότι, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις παραπάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), με δεδομένο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως θα εκτεθεί και στην επόμενη σκέψη της παρούσας.

Ι) Κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ 34/1995 (άρθρα 12 του ν. 813/1978, 3 του ν. 2041/1992), όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 17 παρ. 1 ν. 3853/2010 και, ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ. 1 και 2α ν. 4242/2014, αν πρόκειται για σύμβαση μίσθωσης που ρυθμίζεται από αυτό, "ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο διετίας από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση.

Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από αυτή. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα τεσσάρων μηνών". Με τη διάταξη αυτή, που θεσπίστηκε προς προστασία του εκμισθωτή από τον κίνδυνο πρόωρης και αιφνίδιας λύσης της μίσθωσης, παρέχεται στο μισθωτή εμπορικής μίσθωσης το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση (καταγγελία μεταμέλειας), εφόσον, αφενός μεν, η μίσθωση παραμένει ενεργός και, αφετέρου, έχει παρέλθει διετία από την έναρξή της.

Η καταγγελία αυτή τελεί υπό αναβλητική προθεσμία έξι μηνών και συνεπάγεται την υποχρέωση του μισθωτή να καταβάλει στον εκμισθωτή εφάπαξ αποζημίωση από τέσσερα μηνιαία μισθώματα, υπολογιζόμενα κατά το χρόνο άσκησης της καταγγελίας (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 1012/2012, ΑΠ 213/ 2012). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ, "ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 405 του ίδιου Κώδικα, "η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.

Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ, συνάγεται ότι, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι έγκυρος ο όρος του μισθωτηρίου, κατά τον οποίο, αν καταγγελθεί η μίσθωση, από τον μισθωτή, καθίστανται απαιτητά και ληξιπρόθεσμα όλα τα μη δεδουλευμένα μισθώματα, ενώ στην πραγματικότητα ο όρος αυτός αποτελεί συνομολόγηση ποινικής ρήτρας (ΑΠ 605/2010), που μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να έχει το χαρακτήρα γνήσιας ή και μη γνήσιας, η οποία οδηγεί σε διεύρυνση του πιο πάνω δικαιώματος του εκμισθωτή, με αύξηση του ποσού της αποζημίωσης που πρέπει να του καταβληθεί για την περίπτωση που λυθεί η μίσθωση εξαιτίας της εν λόγω καταγγελίας και η οποία δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τη διάταξη του άρθρου 45 π.δ. 34/1995 που απαγορεύει την παραίτηση οποιουδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη από τα δικαιώματά τους κατά την κατάρτιση της μίσθωσης (ΑΠ 1664/2009).

Επισημαίνεται ότι και επί της μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, η οποία αποτελεί αυτοτελή σύμβαση που δεν εξαρτάται και δεν έχει σκοπό την ενίσχυση άλλης ("κύριας") σύμβασης, αν και δεν ρυθμίζεται ειδικά στον ΑΚ, εφαρμόζεται αναλογικά και το άρθρο 409 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου αυτού (409 ΑΚ), "αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει.

Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για τη μόρφωση της δικαστικής του κρίσης σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του "μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν και ιδίως το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή που επλήγησαν από την αθέτηση της σύμβασης, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή.

Οι τυχόν μεταβαλλόμενες συνθήκες, μετά τη συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας, που μπορεί να έχουν επίπτωση στο δυσανάλογο, θα πρέπει, επίσης, να ληφθούν υπόψη (πρβλ. και άρθρ. 388 και 288 ΑΚ). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για την ορθή υπαγωγή στα παραπάνω κριτήρια του άρθρου 409 ΑΚ των περιστατικών που έγιναν, ανελέγκτως, δεκτά.

Δεν ελέγχεται, όμως, ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα (ΑΠ 98/2017, ΑΠ 1118/2015, ΑΠ 811/2013). Για τη σχετική κρίση του δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος έκδοσης της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή της συζήτησης, μετά την οποία αυτή εκδόθηκε, ανεξάρτητα από το αν, κατά τις περιστάσεις, λαμβάνονται υπόψη περιστατικά, αναγόμενα σε προγενέστερο χρόνο (ΑΠ 1439/2012, ΑΠ 605/2010).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, αφού αποφάνθηκε προηγουμένως ότι δεν κατέστη δυνατή, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, η εκμίσθωση του πολυώροφου κτηρίου (πρώην μισθίου) σε τρίτους, είτε ενιαίως είτε ξεχωριστά κάθε ορόφου του, παρά τις προσπάθειες προς τούτο των αναιρεσιβλήτων και ότι η αναιρεσείουσα, συνακόλουθα, τους οφείλει, ως συμφωνημένη ποινή, τα μισθώματα του εν λόγω χρονικού διαστήματος, ακολούθως, αναφορικά με την ένσταση της αναιρεσείουσας για μείωση της (μη γνήσιας) ποινικής ρήτρας, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...η εναγομένη υποστήριξε πρωτόδικα και επαναφέρει με τον 3ο λόγο της έφεσής της τον απορριφθέντα ως νομικά αβάσιμο σχετικό ισχυρισμό της, προς θεμελίωση του οποίου υποστήριξε ότι η αγωγική αξίωση για καταβολή των μισθωμάτων του επίδικου διαστήματος, ως συμφωνημένη ποινή, είναι υπερβολική και δυσανάλογη της αντιπαροχής, την οποία προσδιορίζει στη μηνιαία μισθωτική αξία του επίδικου κτηρίου (14.393,14 ευρώ), εκ του λόγου ότι το συνολικά διεκδικούμενο ποσό μέχρι και τη λήξη της 12ετούς συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης ανερχόμενο σε 1.352.955,14 ευρώ, υπερκαλύπτει την εμπορική αξία του μισθίου, αλλά και τη δαπάνη της εκ νέου οικοδόμησής του, ότι αντιστοιχεί στο 39% των αποθεματικών της (μισθώτριας τράπεζας), ότι η εκ μέρους της νόμιμη καταγγελία της σύμβασης, λόγω μεταμέλειας, ουδεμία ζημία προκάλεσε στους ενάγοντες, πέραν αυτής, προς αποκατάσταση της οποίας θεσπίστηκε (με το άρθρο 43 του ως άνω δ/τος) το ύψος της αποζημίωσής τους στο ισόποσο των τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων, οποιαδήποτε δε περαιτέρω ζημία βαρύνει τους ίδιους, αφού δεν έπραξαν τα δέοντα, προκειμένου να εκμισθώσουν το ακίνητό τους, ζήτησε δε, τον περιορισμό της καταβλητέας ποινής στο ως άνω ποσό της νόμιμης αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 300 και 409 του ΑΚ...

Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η συμφωνηθείσα ποινή, είναι ισόποση του ορισθέντος μεταξύ των διαδίκων μηνιαίου μισθώματος του επίμαχου κτηρίου, δηλαδή, αντίστοιχη της μισθωτικής αξίας που αυτό είχε κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης και κατά την πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής.

Κατά το τελευταίο αυτό χρονικό σημείο, η εν γένει οικονομική κατάσταση των εναγόντων που ήταν σαφώς κατώτερη εκείνης της μισθώτριας τράπεζας, επλήγη ακόμη περαιτέρω από την, συνεπεία της πρόωρης λήξης της μίσθωσης, αναπάντεχη στέρηση του μηνιαίου εισοδήματος - μισθώματος και την ταυτόχρονη υποβολή τους σε δαπάνες εξεύρεσης νέου μισθωτή (αγγελίες, εντολές μεσιτείας), σε αντίθεση με την εναγόμενη, η οποία ουδεμία οικονομική ζημία υπέστη.

Επιπλέον, παρόλο που η τελευταία, όπως επί λέξει αναφέρει στις πρωτόδικες προτάσεις της (σελ. 16 των από 05-3-2008 προτάσεων) "...πολύ πριν από την κατάρτιση της από 17-9-2004 τροποποίησης του μισθωτηρίου", είχε αποφασίσει να προβεί στην καταγγελία της μίσθωσης, όχι μόνον δεν ενημέρωσε σχετικά τους ενάγοντες εκμισθωτές, αλλά συμβλήθηκε στην ως άνω τροποποίηση που αφορούσε την υπεισέλευση στη μίσθωση των δύο τελευταίων εναγουσών, αποδεχόμενη, κατά τα λοιπά, όλους τους λοιπούς όρους του μισθωτηρίου, συμπεριλαμβανομένου και του προαναφερόμενου (14β μισθωτικού όρου).

Επιπλέον, παρόλο που με τον όρο αυτό, απαλλασσόταν της ως άνω ποινής, εάν πρότεινε άλλον μισθωτή, που θα αποδεχόταν να υπεισέλθει στη μίσθωση μέχρι τη συμπλήρωση της 12ετούς διάρκειάς της, ουδόλως ενδιαφέρθηκε για την προς τρίτους εκμίσθωση του επίμαχου κτηρίου. Με βάση τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές, η συμφωνηθείσα ποινή δεν υπερβαίνει το προσήκον μέτρο και, συνεπώς, ο περί αντιθέτου ισχυρισμός της εναγομένης ελέγχεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Έσφαλε, επομένως, η εκκαλουμένη που απέρριψε αυτόν ως νομικά αβάσιμο και πρέπει, αφού αντικατασταθεί η σχετική αιτιολογία της με αυτήν της παρούσας, ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο τρίτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εναγoμένη επαναφέρει την ως άνω ένστασή της και αιτείται την, κατά παραδοχή της, μείωση του ποσού των επιδικαστέων ως ποινή, μισθωμάτων του επίδικου χρονικού διαστήματος".

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς την εξειδίκευση του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του προσήκοντος μέτρου της ποινής ("στο μέτρο που αρμόζει"), εξαιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 409 ΑΚ.

Ειδικότερα: α) δεν διέλαβε στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά για την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, την οποία γενικόλογα μνημόνευσε και όχι με συγκεκριμένο τρόπο και β) δεν αποσαφήνισε αν οι συνθήκες (ιδίως οικονομικές), κατά τον κρίσιμο χρόνο της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής που λήφθηκε υπόψη για να προσδιοριστεί αν η συμφωνημένη ποινή είναι ή όχι "δυσανάλογα μεγάλη", ήταν ίδιες με εκείνες του χρόνου που συνομολογήθηκε η ποινική ρήτρα.

Επιπλέον, δεν εξειδικεύεται η έκταση της παράβασης της συμβατικής υποχρέωσης της μισθώτριας αναιρεσείουσας, αλλά και ο βαθμός του πταίσματός της, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η τελευταία κατήγγειλε, σύννομα, τη μισθωτική σύμβαση με βάση το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 που επιφέρει, κατ’ αρχήν, τις προβλεπόμενες σ’ αυτό κυρώσεις.

Επομένως, ο όγδοος (και τελευταίος) λόγος της αίτησης αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, εξαιτίας ανεπαρκούς αιτιολογίας, είναι βάσιμος.

ΙΑ) Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του όγδοου λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που προεκτέθηκε και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της αίτησης αναιρέσεώς της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 24-5-2016 αίτηση αναίρεσης και τον από 2-9-2016 πρόσθετο λόγο αυτής.

Αναιρεί την 5285/2015 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ