Supreme Court dismisses appeal due to improper procedural grounds and absence of the opposing party.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the first-instance judgment. The appellant argued procedural errors, including the court's failure to consider an argument advanced by the opposing party and the non-consideration of evidence. The court rejected these claims because the appellant could not rely on arguments proposed by the other side and the appeal was based on grounds not permitted under the Civil Procedure Code. Furthermore, the opposing party was absent from the hearing, yet the court proceeded after verifying that the summons was legally served.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 576 of the Civil Procedure Code; An appellant cannot raise an appeal ground proposed by the opposing party, and appeals based on evidence not listed in the statutory grounds are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 737 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 737/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γεωργακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (νπδδ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", ο οποίος εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 243/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-4-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολ.Α.Π.14/2015, Α.Π.548/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθ..../2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου ... Κ. Γ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, επιμελεία του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27-11-2023), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 1/4/2022 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, αφού αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρείων, με την από 8-12-2011 αγωγή του, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου ..., εξέθετε ότι ασχολείται με χωματουργικές εργασίες και ότι στις αρχές του έτους 2010 συνήψε ο ίδιος άτυπα (προφορικά) με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο ...
σύμβαση έργου, με αντικείμενο την εκ μέρους του ενάγοντος μεταφορά χωματουργικών προϊόντων και την χαλικόστρωση διαφόρων αγροτικών οδών στο Δήμο .... Ότι εκτέλεσε το ως άνω έργο και προς τούτο εξέδωσε το υπ' αριθ..../2011 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών συνολικού ποσού 10.986,36 € (με ΦΠΑ). Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε, λόγω του ότι ο εναγόμενος δεν έχει εξοφλήσει, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, το εν λόγω οφειλόμενο ποσό, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ως άνω ποσό με βάση τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης και επικουρικά, λόγω ακυρότητας της επίδικης σύμβασης, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, νομιμότοκα.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ.Α770/2018 οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου ..., το οποίο, κρίνοντας ότι η ένδικη διαφορά είναι ιδιωτική, απέρριψε την ως άνω αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Εν συνεχεία ο ενάγων άσκησε την από 9-5-2019 όμοια αγωγή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., το οποίο, με την υπ' αριθ.33/2020 οριστική του απόφαση, δεχόμενο την ένσταση παραγραφής που πρότεινε ο εναγόμενος, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθ.243/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο, δικάζοντας ως εφετείο, απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη επικυρώνοντας την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση.
Την τελευταία απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προσβάλλει ο ενάγων, με την υπό κρίση, από 1-4-2022, αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά την, εφαρμοζόμενη και στους Ο.Τ.Α. (άρθρα 3 του Ν.Δ. 31/1968, 304 του Π.Δ. 410/1995 και 276 αριθ. 2 ν. 3463/2006), διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Ν.2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους" [ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο 177 του ισχύοντος από 1-1-2015 ν. 4270/2014 "Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης - εποπτείας - Δημόσιο Λογιστικό", αλλά έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, αφού κατ` άρθρο 183 παρ. 2 γ, οι διατάξεις του Υποκεφαλαίου 12 (που αφορά, μεταξύ άλλων, την παραγραφή, αναστολή και παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου) του Κεφαλαίου Β` του Μέρους Δ` ισχύουν για απαιτήσεις σε βάρος του Δημοσίου που γεννώνται μετά την ημερομηνία αυτή], "οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής" και στο άρθρο 91 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "επιφυλασσόμενης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής...".
Στις απαιτήσεις δε κατά του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α., οι οποίες υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή βάσει των ανωτέρω διατάξεων, περιλαμβάνονται τόσο εκείνες που πηγάζουν από αδικοπραξία όσο και εκείνες που πηγάζουν από αδικαιολόγητο πλουτισμό (Σ.Τ.Ε.2748/2017, Α.Π.125/2001). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 περ.α` του ως άνω Ν.2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, εκτός από την άσκηση της αγωγής, η συζήτηση της υπόθεσης, η κλήση για προσδιορισμό δικασίμου, η έκδοση, η δημοσίευση και η κοινοποίηση οριστικής απόφασης, αναβλητικής απόφασης η άσκηση ενδίκου μέσου κ.λ.π. (Α.Π.1264/2019, Α.Π.1241/2018).
Η κατά τα άνω προβλεπόμενη διακοπή της παραγραφής προϋποθέτει την εισαγωγή της υπόθεσης με αγωγή στο έχον δικαιοδοσία δικαστήριο, αφού σε διαφορετική περίπτωση η αγωγή απορρίπτεται και δεν μπορεί να γίνει λόγος για διατήρηση των συνεπειών άσκησής της. Εξαίρεση εισάγεται με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν.1649/1986, που αποτελεί πάγια ρύθμιση και δεν καταλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις, που, κατά τη θέση της σε ισχύ, είχε ασκηθεί ένδικο βοήθημα.
Με τη διάταξη αυτή ορίζεται, ότι, αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κατ` εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν.1406/1983, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες και συνεπώς και ως προς τη διακοπή της παραγραφής της αξίωσης, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε.
Για την ταυτότητα του νομικού λόγου η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν, πριν την τελεσιδικία της απορριπτικής, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, απόφασης, ο ενάγων ασκήσει νέα αγωγή ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, αφού και με τον τρόπο αυτό πραγματώνεται ο σκοπός της παραπάνω διάταξης, που συνίσταται στην σε σύντομο διάστημα επίλυση των εκκρεμών υποθέσεων και στην προστασία των ενδιαφερομένων, οι οποίοι με την εσφαλμένη άσκηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας κινδυνεύουν να παραγραφεί η αξίωσή τους (σχ.
Α.Π. 1399/2017, Α.Π.664/2015, Α.Π.942/2005). Ακολούθως, το ζήτημα αυτό ρυθμίσθηκε με το άρθρο 41 ν. 3659/2008, το οποίο ορίζει ότι, "αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή αφότου καταστεί τελεσίδικη η επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε.
Αν η απορριπτική απόφαση είχε επιδοθεί ή είχε καταστεί τελεσίδικη πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραπάνω προθεσμία αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου" (Α.Π.928/2021, Α.Π.1264/2019). Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ` του Ν.2362/1995 "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ως άνω ν.2362/1995, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (Α.Π.3/2020, Α.Π.570/2018, Α.Π.533/2018, Α.Π.672/ 2018).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 § 1 Κ.Πολ.Δ., η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης, όπως και της αντένστασης, που προβάλλεται προς κατάλυση της ένστασης, πρέπει να περιέχονται σ` αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν ως έννομη συνέπεια την παρακώλυση της γέννησης ή άσκησης ή κατάλυσης του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής ή της ένστασης για το συγκεκριμένο λόγο (Ολ.Α.Π.472/1983, Α.Π.1431/2022, Α.Π.824/2022, Α.Π.631/2021).
Ειδικότερα, η αντένσταση διακοπής της παραγραφής για να είναι παραδεκτή, πρέπει, κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, να περιέχει σαφώς το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και να καταλήγει σε συγκεκριμένο αίτημα για απόρριψη της ένστασης παραγραφής (Α.Π.1137/2022, Α.Π.824/2022, Α.Π.1372/2010). Εξάλλου, ως έγερση της αγωγής, η οποία επιφέρει κατά το άρθρο 261 παρ. 1 εδ.
α του ΑΚ διακοπή της παραγραφής, νοείται κατά τα άρθρα 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ η ολοκλήρωση της άσκησης αυτής με την επίδοση αντιγράφου της αγωγής στον εναγόμενο οφειλέτη (ΑΠ 1536/2022) και επομένως για να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό απαιτείται η εγκυρότητα της επίδοσης στον εναγόμενο αντιγράφου της αγωγής (Α.Π.720/2019, Α.Π.767/1988).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει για ασκηθείσες μετά την 1-1-2016 αιτήσεις αναίρεσης και αναφέρεται στους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και ειδικότερα κατά τη διάταξη υπ' αριθ.1 αυτού, που ταυτίζεται μ' αυτή του άρθρου 559 αριθ.1 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (αναιρεσείων), κάτοικος ..., ασχολείται με χωματουργικές εργασίες και συγκεκριμένα αναλαμβάνει διανοίξεις και επιστρώσεις οδών, διαμορφώσεις, εκσκαφές κλπ.
με δικά του μηχανήματα και με χρήση δικών του υλικών. Στις αρχές του έτους 2010 μεταξύ του εναγόμενου (αναιρεσίβλητου) Δήμου, νομίμως εκπροσωπούμενου από το Δήμαρχο ..., τον αντιδήμαρχο και τον πρόεδρο του Δ.Σ. και του ενάγοντος, συνήφθη προφορικώς και ατύπως σύμβαση έργου με αντικείμενο την εκ μέρους του ενάγοντος εκτέλεση χωματουργικών εργασιών στον Δήμο ...
μέσα στο οδικό του αγροτικό δίκτυο, οι οποίες συνίσταντο στη μεταφορά χωματουργικών προϊόντων και την χαλικόστρωση διαφόρων αγροτικών οδών. Συμφωνήθηκε δε, η αμοιβή του ενάγοντος να είναι κατ' αποκοπή και να καταβληθεί μέχρι το τέλος του 2010. Αποδείχτηκε ότι παρά τις οχλήσεις του ενάγοντος δεν του καταβλήθηκε η αμοιβή του και γι' αυτό κατέθεσε την από 07.07.2011 επιστολή του απευθυνόμενη προς τον Δήμαρχο ...
και το δημοτικό συμβούλιο .... Εν συνεχεία, επέδωσε στον εναγόμενο Δήμο την από 09.08.2011 εξώδικη διαμαρτυρία του, μαζί με το ..../2011 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσού 10.986,36 € (ήτοι 8.932,00 € πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 2.054,36€ ...). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η σχετική αξίωση εκ του τιμολογίου του έτους 2011 (υπ' αρ. ..../2011) έχει ήδη υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, δεδομένου ότι το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη ήταν το 2011, ενώ η παραγραφή της άρχισε από το τέλος του έτους αυτού, ήτοι από την 1.1.2012 και έληξε την 1.1.2017.
Με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο ενάγων προέβαλε τον ισχυρισμό ότι "με την από 8/12/2011 αγωγή μου, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου ... (αρ.καταθ. .../2011) αιτήθηκα την καταβολή τους. Με την με αριθμ. Α770/2018 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου ... (τμήμα β Μονομελές), η οποία επιδόθηκε σε εμένα την 15/2/2019, απορρίφθηκε η εν λόγω αγωγή μου καθόσον κρίθηκε ότι δεν ήταν δυνατή η διάγνωση του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει την προαναφερόμενη συμφωνία μου με το εναγόμενο λόγω του προφορικού χαρακτήρα αυτής, και η διαπίστωση της πρόβλεψης ή μη σε αυτή ρητρών που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, συνακόλουθα δε και η διαπίστωση σχέσης δημοσίου δικαίου που να συνδέει εμένα και το εναγόμενο, κρίνοντας ότι η ένδικη διαφορά που απορρέει από τη συμφωνία μας είναι ιδιωτική, ανεξαρτήτως του σκοπού που απέβλεπε".
Τον ίδιο ισχυρισμό επαναφέρει ο εκκαλών ως μοναδικό λόγο έφεσης, ισχυριζόμενος ότι πρόκειται για αντένσταση διακοπής παραγραφής στηριζόμενη στο διακοπτικό γεγονός της κατάθεσης αγωγής ενώπιον Διοικητικού Πρωτοδικείου .... Ωστόσο, στις ανωτέρω προτάσεις δεν περιέχεται και συγκεκριμένο αίτημα για απόρριψη της ένστασης παραγραφής του εναγομένου- εφεσίβλητου.
Επιπλέον, ο εκκαλών δεν επικαλείται στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε σε αυτές ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ούτε και προσκομίζει έκθεση επίδοσης της ανωτέρω αγωγής από την οποία να προκύπτει η εγκυρότητα της επίδοσης. Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό που περιέχεται στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τον οποίο ο ίδιος κατέθεσε στις 7.7.2011 στον εναγόμενο την από 7.7.2011 επιστολή του απευθυνόμενη προς το Δήμαρχο και το Δ.Σ ..., την οποία υπογράφουν ο Αντιδήμαρχος Γ.
Σ. και ο Πρόεδρος του Δ.Σ. Κ. Σ. οι οποίοι γνώριζαν την εργασία του και το γεγονός ότι του οφείλονταν 10.986,36€ καθώς και ότι επέδωσε στον εναγόμενο την από 9.8.2011 εξώδικη διαμαρτυρία του με την .../2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ... Ι. Κ. μαζί με το ..../2011 τιμολόγιο, με τον οποίο ισχυρισμό υπολαμβάνεται ότι ο εναγόμενος Δήμος αναγνώρισε την οφειλή του προς αυτόν (ενάγοντα), επισημαίνεται ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός ακόμη και αν θεωρηθεί ορισμένος, δεν συνιστά νόμιμο λόγο διακοπής της παραγραφής από τους οριζόμενους στο άρθρο 93 του ν. 2362/1995, οι διατάξεις του οποίου υπερισχύουν του ΑΚ και ειδικότερα εκτοπίζουν τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ η οποία δεν είναι εν προκειμένω εφαρμοστέα...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας όμοια είχε απορρίψει την αγωγή λόγω παραγραφής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, α) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ.1 και 91 του Ν.2362/1995 περί παραγραφής, που ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ένδικη αξίωση του ενάγοντος εκ του τιμολογίου του έτους 2011 είχε ήδη υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, δεδομένου ότι η αξίωση αυτή γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη εντός του έτους 2011 και η παραγραφή της άρχισε από το τέλος του έτους αυτού, ήτοι από την 1.1.2012 και έληξε την 31.1.2016, και β) ορθά δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 9 παρ.4 του Ν.1649/1986, 41 του Ν.3659/2008 και 93 περ.α` του ν.2362/1995 περί διακοπής της παραγραφής, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον ο αναιρεσείων δεν προέβαλε παραδεκτά με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τέτοια ένσταση, εκθέτοντας με σαφήνεια το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, δεδομένου ότι, ειδικότερα, επικαλέστηκε μεν, κατά την ιστορική έκθεση των πραγματικών περιστατικών, κατάθεση στις 8-12-2011 όμοιας αγωγής του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου και την έκδοση σχετικής απόφασης επ' αυτής, χωρίς όμως να επικαλεστεί, ενόψει του ότι η αντένσταση διακοπής της παραγραφής δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ότι με την άσκηση της ανωτέρω αγωγής επήλθε διακοπή της παραγραφής και χωρίς να υποβάλει συγκεκριμένο αίτημα για απόρριψη της ένστασης παραγραφής του εναγομένου λόγω διακοπής αυτής και χωρίς, επίσης, να επικαλεστεί και να προσκομίσει έκθεση επίδοσης της προγενέστερης αυτής αγωγής για την ολοκλήρωση της άσκησής της και την επέλευση, συνακόλουθα, με τον τρόπο αυτό του εννόμου αποτελέσματος της διακοπής της παραγραφής.
Επομένως, οι πρώτος, τρίτος και πέμπτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθ.1 του άρθρου 560 πλημμέλεια, ήτοι ότι κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων κατέληξε στην κρίση ότι παραγράφηκε η ένδικη αξίωσή του, θεωρώντας ως χρόνο άσκησης της αγωγής του την 7-6-2019 (οπότε επιδόθηκε στον αντίδικό του η νέα αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου), ενώ έπρεπε, μετά την τελεσίδικη απόρριψη όμοιας αγωγής που άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, να θεωρήσει ως χρόνο άσκησης αυτής το χρόνο άσκησης της αγωγής ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου και ότι δεν απαιτείτο η πανηγυρική προβολή από τον ίδιο της αντένστασης διακοπής της παραγραφής, την οποία εσφαλμένα θεώρησε ότι ο ίδιος απαραδέκτως πρόβαλε, ενώ αυτός αιτιολογημένα αρνήθηκε την ένσταση παραγραφής του αντιδίκου του, είναι, σύμφωνα μ' όσα αναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, αβάσιμοι.
Σημειωτέον ότι ο αναιρεσείων, με τον ως άνω τρίτο λόγο αναίρεσης, πέραν της αναφοράς του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ., δεν προέβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο παραδεκτή προβολή της αντένστασης διακοπής της παραγραφής, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, με λόγο έφεσης και την επίκληση συνδρομής κάποιας από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στους αριθμούς 1 και 6 του παραπάνω άρθρου και ότι, συνεπώς, το Εφετείο, παραλείποντας να λάβει υπόψη την ως άνω αντένστασή του, υπέπεσε στην από τον αριθ. 5β του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 του ΚΠολΔ που ταυτίζεται μ' αυτή του άρθρου 559 αριθ.19 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή, η ένσταση ή αντένσταση κρίθηκε απορριπτέα για κάποιο τυπικό λόγο (Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.32/2022, Α.Π.103/2017, Α.Π.684/2017).
Επίσης, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης συντρέχει όταν υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, εφόσον ο κανόνας αυτός απετέλεσε την μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Α.Π.35/2020, Α.Π.349/2016, Α.Π.93/2016).Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αριθ.6 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες στο κρίσιμο ζήτημα της απόρριψης της αντένστασής του περί διακοπής της παραγραφής, επικαλούμενος κατά τη νοηματική εκτίμηση του λόγου αυτού, εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 9 παρ.4 ν.1649/1986 και 41 ν.3659/2008 και 93 περ.α` του ν.2362/1995 περί διακοπής της παραγραφής.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι αφορά ανύπαρκτο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της πληττόμενης απόφασής του, δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή ή μη των εν λόγω διατάξεων, ούτε και ήταν αυτές εφαρμοστέες, καθόσον δεν αντιμετώπισε παραδεκτώς προβληθείσα αντένσταση διακοπής της παραγραφής θεμελιούμενη στις συγκεκριμένες διατάξεις, αλλά εκτιμώντας τον πρωτοδίκως προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα σχετικό ισχυρισμό έκρινε ότι δεν υποβλήθηκε παραδεκτά τέτοια ένσταση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 ΚΠολΔ, η οποία, σημειωτέον ότι είναι καθαρά δικονομική, με συνέπεια η παραβίασή της να μην ιδρύει τον ανωτέρω προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο.
Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα μ' όσα αναφέρθηκαν στην ως άνω νομική σκέψη, ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε εν προκειμένω, λόγω του ότι η αντένστασή του κρίθηκε απορριπτέα για τυπικό λόγο και όχι στην ουσία της.
Κατά τη διάταξη του αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με αυτήν του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή και λόγου έφεσης.
Έτσι, είναι "πράγματα" και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση διαδικαστικών ενστάσεων και γενικότερα δικονομικών αιτημάτων. Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π.25/2003, Ολ.Α.Π.11/1996, Α.Π. 630/2020, Α.Π.272/2020, Α.Π.5/2020, Α.Π.258/2019).
Στην πρόταση του ως άνω λόγου νομιμοποιείται μόνον ο διάδικος που είχε προτείνει τον ισχυρισμό και όχι ο αντίδικός του (Α.Π.828/2021, Α.Π.201/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αριθ.5 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αντιδίκου του, που προβλήθηκε με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι δηλαδή η αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου του επιδόθηκε στις 14-12-2011, ήτοι ότι συνομολογούσε ότι του επιδόθηκε η αγωγή.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα μ' όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, ο αναιρεσείων δεν νομιμοποιείται να τον προβάλει, αφού ο λόγος αυτός δεν προτάθηκε από τον ίδιο, αλλά τον είχε προτείνει ο αντίδικός του. Εφόσον δε ήθελε εκτιμηθεί ότι προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και συγκεκριμένα ομολογία του αναιρεσιβλήτου, είναι απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια για τη μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου δεν μπορεί να προταθεί κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που δίκασε έφεση κατ' απόφασης Ειρηνοδικείου, διότι δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των απαριθμούμενων περιοριστικά στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης (Α.Π.740/2023, Α.Π.1376/2022, Α.Π.401/2019, Α.Π.68/2018).
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν πρέπει να συμπεριληφθεί στην παρούσα απόφαση, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε και δεν υποβλήθηκε σε σχετικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1/4/2022 αίτηση του Χ. Κ. του Ν. για αναίρεση της υπ` αριθ. 243/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Και
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ