Legislator Case Law & Legislation
828/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because it concerns procedural rules rather than substantive law.

Case Number 828/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision rejecting the appellant's interposition of nullity. The appellant argued the lower court's reasoning was contradictory and misclassified procedural fees, but the Court held these arguments addressed procedural law, not substantive law. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under Article 19 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 569, 566(1), 577(1), 577(3), 19 of the Code of Civil Procedure; Appeals concerning procedural rules are inadmissible as they do not affect the substantive outcome of the case.

Keywords

AI generated
cassation appeal admissibility procedural law substantive law Code of Civil Procedure inadmissible appeal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 569, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 507 of the Code of Civil Procedure
Article 271 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of the Code of Civil Procedure
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 828 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 828/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πάτση και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Κ. του Σ., κατοίκου …, 2) Μ. Κ. του Σ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Τσαλαπάτη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 440/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12944/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/1/2019 αίτησή του και τους από 4/12/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 4-1-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 4-12-2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 12944/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 440/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 18-12-2015 ανακοπή ερημοδικίας αυτού κατά της υπ' αριθ. 977/2015 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, απέρριψε την έφεση. Η αίτηση αυτή και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 569, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτοί (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 507 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση της ανακοπής (ερημοδικίας) γίνεται με επιμέλεια του ανακόπτοντος και αυτός δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση ή εμφανιστεί αλλά δεν μετέχει νόμιμα στη δίκη, το δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή. Επίσης, αν η συζήτηση της ανακοπής γίνεται με επιμέλεια εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή και ο ανακόπτων δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση ή εμφανιστεί αλλά δεν μετέχει νόμιμα σ' αυτήν, το δικαστήριο ενεργεί όπως ορίζεται στο άρθρο 271 και σε περίπτωση ερημοδικίας απορρίπτει την ανακοπή.

Επομένως, κατά την εν λόγω διάταξη και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις το δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή ερημοδικίας ως ανυποστήρικτη, χωρίς έρευνα του παραδεκτού της άσκησής της και της νομιμότητας των λόγων της, ενώ δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση κατ' αυτής νέας (δεύτερης) ανακοπής, καθόσον τούτο θα οδηγούσε σε αδιέξοδο και διαιώνιση των δικών.

Έχει βέβαια ο ανακόπτων τη δυνατότητα άσκησης κατά της απόφασης αυτής μόνο έφεσης ή αναίρεσης για να προβάλει τη σχετική πλημμέλεια του δικαστηρίου, την εσφαλμένη απόρριψη δηλαδή της ανακοπής του ως ανυποστήρικτης λόγω της ερημοδικίας του στη δίκη αυτή επί της ανακοπής του (Ολ ΑΠ 28/1994, ΑΠ 186/2015, ΑΠ 477/2004, ΑΠ 187/1997).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ με τον τίτλο "ερημοδικία στην πρωτοβάθμια δίκη και προβολή νέων ισχυρισμών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από την παρ. 2 του άρθρ. 44 του ν. 3994/2011, αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάσθηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε.

Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως. Η εν λόγω διάταξη αναφέρεται στο αποτέλεσμα της έφεσης που άσκησε ο ερημοδικασθείς στον πρώτο βαθμό διάδικος και δεν μπόρεσε να προτείνει ισχυρισμούς. Έτσι, παρέχεται μια ευκαιρία "ουσιαστικής ακρόασης" στον ερημοδικασθέντα και μη ακουσθέντα πρωτοδίκως, επανορθώνοντας με την έφεσή του τις δυσμενείς συνέπειες από την απουσία του στον πρώτο βαθμό και το εφετείο λειτουργεί πλέον ως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Επομένως, η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται σε δίκη επί υπόθεσης στον πρώτο βαθμό και όχι σε δίκη επί ανακοπής ερημοδικίας, η οποία δεν αποτελεί δίκη στον πρώτο βαθμό αλλά δίκη επί ενδίκου μέσου, εφόσον αυτή (ανακοπή ερημοδικίας) περιλαμβάνεται στα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 495 ΚΠολΔ ένδικα μέσα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει για ασκηθείσες μετά την 1-1-2016 αιτήσεις αναίρεσης και η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με αυτήν του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή και λόγου έφεσης.

Έτσι, είναι "πράγματα" και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση διαδικαστικών ενστάσεων και γενικότερα δικονομικών αιτημάτων. Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 803/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 440/2015 (ορθό 440/2016) ερήμην οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου Αθηνών) απορρίφθηκε η από 18-12-2015 και με αριθμό κατάθεσης 18/2015 ανακοπή ερημοδικίας, την οποία είχε ασκήσει ο εκκαλών κατά της υπ' αριθμ. 977/2015 επίσης ερήμην οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δικάσαντος κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.

Η συζήτηση της ανακοπής ερημοδικίας είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 29ης-2-2016 και μετά από αναβολή λόγω αποχής δικηγόρων προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 22ας-9-2016, κατά την οποία ο ανακόπτων, ήδη εκκαλών, δεν έλαβε μέρος κανονικά και ως εκ τούτου η ανακοπή του απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 440/2016 οριστική απόφαση.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 22ας-9-2016, ο ανακόπτων, ήδη εκκαλών, είχε εκπροσωπηθεί από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Καρρά, συνεργάτιδα του Γεωργίου Μπότη, προκειμένου να υποβάλει αίτημα αναβολής της συζήτησης, πλην όμως ουδόλως πρόβαλε ως λόγο αναβολής την αιφνίδια ανάγκη του πληρεξουσίου δικηγόρου του να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις, αλλά πρόβαλε ισχυρισμό σχετικά με την μη έγκαιρη (μόλις την προηγούμενη ημέρα) ειδοποίηση του δικηγόρου αυτού και ανάθεση σε αυτόν της υποθέσεως σχετικά με την εκδικαζόμενη τότε υπόθεση.

Συνεπώς, ο ανακόπτων, ήδη εκκαλών, και η πληρεξούσια δικηγόρος που τον εκπροσώπησε κατά τη δικάσιμο της 22ας-9-2016 δεν ανταποκρίθηκαν στην οφειλόμενη εκ μέρους τους ιδιαίτερη προσοχή και άκρα επιμέλεια να προτείνουν ως λόγο αναβολής την αιφνίδια ανάγκη του Γεωργίου Μπότη να υποβληθεί τη συγκεκριμένη ημέρα (22-9-2016) σε ιατρικές εξετάσεις, αν και μπορούσε να προταθεί ο σχετικός λόγος με την ταυτόχρονη προσκόμιση των αντίστοιχων ιατρικών πιστοποιητικών.

Συνεπώς, η απόρριψη του αιτήματος της αναβολής και, συνακόλουθα, η ερημοδικία του ανακόπτοντος, ήδη εκκαλούντος, οφείλεται στην δική του έλλειψη προσοχής και άκρας επιμέλειας να προτείνει ως λόγο αναβολής, αυτόν που προτείνεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως λόγο ανωτέρας βίας, ήτοι η αιφνίδια ανάγκη του πληρεξουσίου δικηγόρου του να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις την ως άνω ημέρα (22-9-2016), αν και μπορούσε να προταθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσια δικηγόρο με σκοπό την υποβολή αιτήματος αναβολής, και μάλιστα με σκοπό να εκθέσει ακριβώς τον λόγο αυτό και παρά ταύτα δεν τον πρότεινε.

Ανεξαρτήτως όμως της επικαλούμενης αδυναμίας του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του ανακόπτοντος, ήδη εκκαλούντος, να παραστεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 22ας-9-2016, και ανεξαρτήτως του ότι δεν προτάθηκε από τον ανακόπτοντα, ήδη εκκαλούντα, το γεγονός αυτό ως λόγος αναβολής, η ανωτέρω ερημοδικία του ήταν επίσης δυνατόν ν' αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και ειδικότερα, εάν αυτός, μόλις πληροφορήθηκε το σοβαρό πρόβλημα υγείας που είχε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, το οποίο γνώριζε, όπως γνώριζε και την εγχείριση στην οποία αυτός είχε υποβληθεί, κατά τα εκτιθέμενα στην υπό κρίση έφεση, ανέθετε και σε έτερο δικηγόρο ή συνεργάτη του αρχικού πληρεξουσίου του το χειρισμό και τη μελέτη της υποθέσεως, για την περίπτωση που ο αρχικός πληρεξούσιος, λόγω του σοβαρού προβλήματος υγείας εμφάνιζε επιπλοκή ή είχε ανάγκη περαιτέρω παρακολούθησης και ιατρικών εξετάσεων, που συνήθως ανακύπτουν σε αυτές τις περιπτώσεις, αδυνατούσε να παραστεί κατά την ανωτέρω συζήτηση.

Κατόπιν αυτών, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν υφίσταται ως λόγος ανωτέρας βίας για την ερημοδικία του ανακόπτοντος, ήδη εκκαλούντος, κατά τη δικάσιμο της 22ας-9-2016, ο προβαλλόμενος από τον τελευταίο (λόγος), ήτοι η αιφνίδια και επείγουσα ανάγκη ιατρικής φροντίδας και εξετάσεων του πληρεξουσίου δικηγόρου του τελευταίου (ανακόπτοντος - εκκαλούντος) κατά την ως άνω ημερομηνία και ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός αυτού (ανακόπτοντος-εκκαλούντος), συνακόλουθα δε ο σχετικός λόγος εφέσεώς του, πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Περαιτέρω, τα αναφερόμενα στην υπό κρίση έφεση σχετικά με την από 3-9-2015 και με αρ. κατ. 855/2015 αγωγή και το σύννομο ή μη της κλητεύσεώς του για την εκπροσώπησή του κατά την ημερομηνία συζήτησής της, αλυσιτελώς προβάλλονται σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθόσον η υπ' αριθμ. 977/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που έκρινε επ' αυτών των ισχυρισμών, δεν θεωρείται συνεκκληθείσα.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως, αν και με άλλη αιτιολογία, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς, όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ανακόπτων-εκκαλών με την υπό κρίση έφεσή του, κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα, όπως πρέπει ν' απορριφθεί και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της ως αβάσιμη".

Ήδη με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της ανακοπής ερημοδικίας του, η εκκρεμοδικία επί της οποίας είχε επανέλθει με την άσκηση της έφεσής του, καθώς και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της έφεσής του, ενώ "συνέθεσε εκ του μη όντος" και έλαβε υπόψη εσφαλμένα λόγο έφεσης που δεν πρότεινε και ως εκ τούτου δεν υποστήριξε, με αποτέλεσμα την απόρριψη αυτού με καταλυτικό αποτέλεσμα για την έκβαση της δίκης, αφού αφ' ενός μεν οι ένδικες ανακοπή και έφεσή του έμειναν αδίκαστες και αφ' ετέρου απορρίφθηκαν τόσο η ανακοπή όσο και η έφεσή του, ενώ, αν είχε λάβει υπόψη τα πράγματα που με αυτές πρότεινε, θα είχε δεχθεί την έφεσή του, θα είχε εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και θα είχε δεχθεί καθ' ολοκληρίαν την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας του.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 528 ΚΠολΔ έπρεπε να λάβει υπόψη και να εξετάσει τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που πρότεινε με την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας του, ήτοι ότι η μόνη πραγματική διεύθυνσή του είναι στα Χανιά Κρήτης (οδός ...), όπου ουδέποτε επιδόθηκε η αναφερόμενη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απ' αυτό το λόγο, εφόσον δεν έλαβε γνώση αυτής, δεν παρέστη στην πρωτοβάθμια δίκη, με συνέπεια να ερημοδικαστεί και να εκδοθεί μη σύννομα η υπ' αριθ. 977/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Επίσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παραμορφώνοντας το δικόγραφο της έφεσής του, λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα και "αντικαθιστά" το λόγο έφεσής του με άλλον, που δεν πρότεινε, και στη συνέχεια απορρίπτει τον μη προταθέντα λόγο, τον οποίο έλαβε υπόψη ως δήθεν προταθέντα, ήτοι ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν χορήγησε την αιτηθείσα από τη συνάδελφο του δικηγόρου του αναβολή και δικάστηκε ως εκ τούτου ερήμην, αν και συνέτρεχαν στο πρόσωπο του τελευταίου (συνηγόρου) λόγοι ανωτέρας βίας, οι οποίοι ωστόσο δεν γνωστοποιήθηκαν προσηκόντως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, παρά το ότι τέτοιος λόγος έφεσης ουδέποτε προτάθηκε από την πλευρά του.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό (συνομολογούμενο) από τους αντιδίκους του με τις από 12-1-2018 προτάσεις τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείο Αθηνών ότι αυτός (αναιρεσείων) είχε ήδη παραιτηθεί από την ανακοπή ερημοδικίας του κατά της υπ' αριθ. 440/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, πριν από τη διενέργεια της δίκης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 12-1-2018 και ότι αυτή (ανακοπή ερημοδικίας του) είναι παντελώς διάφορη από την έφεσή του κατά της ίδιας απόφασης (440/2016).

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Τούτο δε διότι, ενόψει της απόρριψης με την υπ' αριθ. 440/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών της πιο πάνω ανακοπής ερημοδικίας του αναιρεσείοντος κατ' άρθρ. 507 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω της ερημοδικίας του τελευταίου κατά τη συζήτηση αυτής (22-9-2016), αντικείμενο της από 28-11-2016 έφεσης του ίδιου κατά της παραπάνω απόφασης ήταν σε πρώτο στάδιο ο έλεγχος της πρωτοβάθμιας απόφασης ως προς το ζήτημα που έκρινε, την ύπαρξη δηλαδή ή μη λόγων ανώτερης βίας για τη μη παράσταση και εκπροσώπηση αυτού (αναιρεσείοντος - εκκαλούντος - ανακόπτοντος) κατά τη συζήτηση της ανακοπής ερημοδικίας κατά την ως άνω συζήτηση αυτής (22-9-2016), και ακολούθως σε δεύτερο στάδιο και εφόσον ήθελε γίνει δεκτή η έφεση ως προς την ύπαρξη τέτοιων λόγων, η εκ νέου εκδίκαση της διαφοράς.

Επομένως, απαραίτητη προϋπόθεση για να προχωρήσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο εν λόγω δεύτερο στάδιο της εκ νέου εκδίκασης της διαφοράς, ήταν ο έλεγχος σε πρώτο στάδιο της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει το αίτημα αναβολής του ήδη αναιρεσείοντος και, μετά την αποχώρηση της πληρεξουσίας δικηγόρου του, η οποία η οποία παραστάθηκε μόνο για την υποβολή του απορριφθέντος πιο πάνω αιτήματος (αναβολής), είχε απορρίψει την ανακοπή λόγω της ερημοδικίας του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος.

Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι, μόνον εφόσον κατά παραδοχή σχετικού λόγου της έφεσης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο γινόταν δεκτό ότι συνέτρεχαν λόγοι ανώτερης βίας στο πρόσωπο του εκκαλούντος (ανακόπτοντος), τούτο θα προχωρούσε στο πιο πάνω δεύτερο στάδιο της εκ νέου εκδίκασης της διαφοράς ως προς την ανακοπή ερημοδικίας του εκκαλούντος.

Τα παραπάνω δε ισχύουν, λαμβανομένου υπόψη ότι στην παρούσα περίπτωση δεν εφαρμόζεται η ως άνω διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ περί άμεσης εξαφάνισης με την τυπική παραδοχή της έφεσης της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία (διάταξη) εφαρμόζεται μόνο σε δίκη επί υπόθεσης στον πρώτο βαθμό και όχι σε δίκη επί ανακοπής ερημοδικίας, η οποία δεν αποτελεί δίκη στον πρώτο βαθμό αλλά δίκη επί ενδίκου μέσου, εφόσον αυτή (ανακοπή ερημοδικίας) περιλαμβάνεται στα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 495 ΚΠολΔ ένδικα μέσα.

Κατά συνέπεια τούτων οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος στην ένδικη έφεσή του, που αφορούσαν τους λόγους της πιο πάνω ανακοπής ερημοδικίας του σχετικά με τη μη νόμιμη κλήτευσή του για να παραστεί κατά τη συζήτηση στις 5-11-2015 της αγωγής των αντιδίκων του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε ερήμην του η υπ' αριθ. 977/2015 απόφαση αυτού, δεν αποτελούσαν αντικείμενο της δίκης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το ως άνω πρώτο στάδιο εκδίκασης της έφεσης αυτού.

Εφόσον δε κατά το πρώτο αυτό στάδιο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν υφίσταται ως λόγος ανωτέρας βίας για την ερημοδικία του ανακόπτοντος και τότε εκκαλούντος (αναιρεσείοντος), κατά τη δικάσιμο της 22-9-2016, ο προβαλλόμενος από τον τελευταίο (λόγος), ήτοι η αιφνίδια και επείγουσα ανάγκη ιατρικής φροντίδας και εξετάσεων του πληρεξουσίου δικηγόρου του τελευταίου κατά την ως άνω ημερομηνία και ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός αυτού (ανακόπτοντος-εκκαλούντος) και ο σχετικός λόγος έφεσής του έπρεπε να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, ορθά δεν προχώρησε σε δεύτερο στάδιο εκ νέου εκδίκασης της διαφοράς ως προς την ανακοπή ερημοδικίας του εκκαλούντος και έκρινε ως αλυσιτελώς προβαλλόμενους τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος-ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος σχετικά με την ένδικη από 3-9-2015 αγωγή και το σύννομο ή μη της κλήτευσής του κατά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο της 5-11-2015.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της ένδικης έφεσής του και στις πρώτες σελίδες αυτού προβάλλει και εκθέτει αναλυτικά το ανυπέρβλητο κώλυμα υγείας και τη συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του συνηγόρου του, που χειριζόταν την υπόθεσή του αυτή, κατά τη δικάσιμο της 22-9-2016, οπότε ερημοδικάστηκε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου.

Επομένως, οι ως άνω αναφερόμενοι στον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ήσαν απαράδεκτοι και αλυσιτελείς χωρίς να ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, ανεξαρτήτως του ότι τούτο ρητά έκρινε ότι αυτοί (ισχυρισμοί) αλυσιτελώς προβάλλονταν.

Ακόμη, πρέπει να τονιστεί και το ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος σχετικά με την επικαλούμενη μη νόμιμη κλήτευσή του για τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών για τη δικάσιμο της 5-11-2015 ορθά δεν ερευνήθηκαν κατά τα ως άνω από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λαμβανομένου υπόψη και του ότι με την ένδικη έφεση του αναιρεσείοντος δεν προσβαλλόταν αυτοτελώς αλλά στο πλαίσιο αυτής (έφεσης) κατά της απορριπτικής της ανακοπής ερημοδικίας του απόφασης, όπως από την επισκόπηση του σχετικού δικογράφου προκύπτει, και η ερήμην απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (977/2015).

Περαιτέρω, και ο τρίτος ως άνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον, ανεξαρτήτως του ότι υφίσταται έλλειψη νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν είχε προτείνει τον ως άνω αναφερόμενο ισχυρισμό αλλά οι αντίδικοί του (ΑΠ 201/2012, ΑΠ 1779/2008, ΑΠ 1253/2007), αυτός (ισχυρισμός) είναι κατά τα ως άνω εκτιθέμενα απαράδεκτος και αλυσιτελής.

ΙΙΙ. Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη το αίτημα της ένδικης έφεσής του και ως εκ τούτου και το σχετικό ισχυρισμό του να του επιστραφεί το παράβολο έφεσης, δεχόμενη ότι αυτός ζητεί να επιστραφεί το παράβολο ερημοδικίας, με συνέπεια στη συνέχεια η εν λόγω απόφαση να αντιμετωπίσει την έφεσή του σαν να ήταν ανακοπή ερημοδικίας, τους μη προταθέντες λόγους της οποίας απέρριψε, απορρίπτοντας όμως έτσι την ένδικη έφεσή του, στον αληθώς προβληθέντα λόγο της οποίας ουδέποτε απάντησε. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης (δεύτερος) είναι αβάσιμος, καθόσον το ως άνω Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ενόψει της απόρριψης της έφεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), διέταξε την απόδοση στο Δημόσιο (εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο) του παραβόλου της έφεσης, απορρίπτοντας έτσι εκ του πράγματος τον ως άνω δικονομικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, χωρίς να ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή προς τούτο η από προφανή παραδρομή αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά την έκθεση των αιτημάτων της έφεσης ότι ζητείται η επιστροφή του παραβόλου ερημοδικίας, αντί του ορθώς ζητούμενου να επιστραφεί παραβόλου της έφεσης.

V. Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με την από το άρθρο 560 αριθ. 5 αιτίαση, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της το κατ' άρθρο 914 ΚΠολΔ αίτημά του για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, που πρόβαλε με τις από 12-1-2018 προτάσεις του, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτές. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης (τέταρτος) είναι αβάσιμος, καθόσον το ως άνω Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ενόψει της απόρριψης της έφεσης, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση κατ' άρθρ. 914 ΚΠολΔ για την αιτούμενη επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, απέρριψε εκ του πράγματος τον ως άνω δικονομικό ισχυρισμό και αίτημα του αναιρεσείοντος.

VΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με αυτήν του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, κατά των παραπάνω αποφάσεων επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 175/2020, 269/2019, ΑΠ 358/2019, ΑΠ 1248/2018).

Περαιτέρω, με τον ως άνω από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (και ομοίως με τον αντίστοιχο αριθ. 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα) ελέγχονται οι παραβιάσεις των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους και όχι των κανόνων του δικονομικού δικαίου, όπως ακριβώς ισχύει και για το λόγο του αριθ. 1.

Επομένως, ο λόγος αυτός χαρακτηρίζεται ως "ουσιαστικός" και όχι ως δικονομικός. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι επί παραβίασης κανόνα δικονομικού δικαίου, που δεν αποτελεί επώνυμο λόγο αναίρεσης, δεν μπορεί, υπό το πρόσχημα της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας κλπ της αιτιολογίας, να ιδρυθεί ο αναιρετικός έλεγχος των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αντίστοιχα των αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 887/2019, ΑΠ 659/2015, ΑΠ 159/2004).

Ήδη ο αναιρεσείων με τους πρώτο κύριο και πέμπτο, έκτο και έβδομο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικότερα για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς διάφορα ζητήματα δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου κατά την απόρριψη της πιο πάνω έφεσής του.

Ειδικότερα, με τον κύριο (μοναδικό) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι αναλώνεται σε σκέψεις που δεν αφορούν την ένδικη διαφορά αλλά κατά τις πλημμελείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες της εξετάζει τον δήθεν "λόγο ανακοπής" για μη παράστασή του κατά τη συζήτηση οφειλόμενη σε δήθεν ανωτέρα βία, ενώ αντίθετα ο μόνος λόγος μη παράστασής του που προέβαλε και τον οποίο όφειλε να εξετάσει και να αιτιολογήσει ήταν η μη παράστασή του στην ερήμην του έκδοση της υπ' αριθ. 977/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών εξαιτίας μη κλήτευσής του, άλλως μη νόμιμης κλήτευσής του.

Επίσης, με τον έβδομο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι "διολισθαίνει" σε αιτιολογίες, οι οποίες ουδόλως αφορούν την προκείμενη διαφορά, αλλά σαφέστατα έτερο αντικείμενο άλλης δίκης και στη συνέχεια με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στηρίζει την απόρριψη της έφεσής του με σκεπτικό απόρριψης λόγου ανακοπής ερημοδικίας εξαιτίας συνδρομής λόγου ανωτέρας βίας.

Περαιτέρω, με τον έκτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με αιτιολογίες αντιφατικές για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης καταλήγει στο ότι η υπ' αριθ. 977/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών "δεν θεωρείται συνεκκληθείσα", ενώ στην υπόθεση που είχε να κρίνει η εν λόγω απόφαση είναι νομίμως ανακοπείσα και μόνο ανακοπείσα και ακόμη χωρίς νόμιμη βάση αντιμετωπίζει την υπ' αριθ. 440/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών σαν τάχα ανακοπείσα, ενώ στην υπόθεση που είχε να κρίνει η εν λόγω απόφαση είναι νομίμως εκκληθείσα και μόνο εκκληθείσα.

Επιπλέον, με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκώς και αντιφατικώς αιτιολόγησε την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο παραβόλου έφεσης, το οποίο εκλαμβάνει ως παράβολο ανακοπής ερημοδικίας, απορρίπτοντας το "λόγο αυτής", δηλαδή της ανακοπής ερημοδικίας, όπως εκλαμβάνει αυτήν.

Με το περιεχόμενο αυτό οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης (κύριος και πρόσθετοι) από τον αριθ. 19 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι, καθόσον αφορούν διατάξεις του δικονομικού και όχι του ουσιαστικού δικαίου. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν.

Επιπλέον, πρέπει να απορριφθεί και η σωρευόμενη στο δικόγραφο των από 4-12-2019 πρόσθετων λόγων αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ (κατ' εκτίμηση και όχι από αυτή του άρθρου 914 ΚΠολΔ) αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρξε πριν από την εκτέλεση, τόσο ως προς τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης όσο και ως προς την με την προσβαλλόμενη εκτελεσθείσα άρση αναστολής εκτέλεσης της υπ' αριθ. 977/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δεδομένου ότι αυτή, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων της, καθίσταται άνευ αντικειμένου και είναι αβάσιμη.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείου του κατατεθέντος παραβόλου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-1-2019 αίτηση και τους από 4-12-2019 πρόσθετους λόγους του Ε. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 12944/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη σωρευόμενη στους από 4-12-2019 πρόσθετους λόγους αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)