Legislator Case Law & Legislation
68/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding evidence evaluation and legal characterization of claims.

Case Number 68/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on appeal. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific legal defenses regarding lack of interest, abuse of right, and statute of limitations. The court rejected these arguments as they constituted evidentiary assessments rather than legal errors or procedural violations.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560 KPolD; The appeal ground is inadmissible if the alleged error consists merely in the evaluation of evidence or the mischaracterization of the nature of the claim, as these do not constitute a violation of substantive law.

Keywords

AI generated
appeal grounds evaluation of evidence substantive law violation statute of limitations abuse of right legal characterization dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 560 KPolD
Art. 495 para. 3 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD
Art. 249 AC
Art. 992 AC
Art. 1012 AC
Art. 1094 AC
Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 68 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 68/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Παπατσίκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Κ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 2. Ν. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 3. Ζ. συζ. Ν. Ν., το γένος Ν., κατοίκου ..., 4. K. E. A. (Κ. Ε. Ά.) του F. N. A., κατοίκου ..., προσωρινά διαμενοντος στη Νάξο 5. J. R. (Γ. Ρ.) του E. J. R., κατοίκου ..., προσωρινά διαμενοντος στη Νάξο, 6. Ι. Ρ. Λ. Ε. του Τ., κατοίκου ..., 7. Ι. Ε. του Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν οι 1ος και 2ος μετά, οι λοιποί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Οικονομίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νάξου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 20/2016 Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 9-11-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 (που άρχισε να ισχύει από την 1.1.2016) και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (11.11.2016), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως όριζε ο νόμος, ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η απαρίθμηση των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης είναι περιοριστική, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", και συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των ως άνω αποφάσεων. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης που στρέφονται κατά της 20/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου που δίκασε ως Εφετείο και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εκτίμηση, τις πλημμέλειες: 1) από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ, της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη εγγράφων (πρώτος λόγος) 2) από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, λόγω ποσοτικής αοριστίας της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, εξαιτίας του μη επακριβούς προσδιορισμού της θέσης και των ορίων του επίδικου ακινήτου (δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος),και λόγω της μη εμπρόθεσμης εγγραφής της στα βιβλία των διεκδικήσεων, κατ’ άρθρο 220 παρ.1 ΚΠολΔ (δεύτερος λόγος, κατά το τέταρτο μέρος) 3) από το άρθρο 559 αριθμ.9 ΚΠολΔ, της απόρριψης του αιτήματος διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης (τρίτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος) και 4) από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, της παραμόρφωσης εγγράφων (τέταρτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος) είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Ο από το άρθρο 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί μη συνδρομής αυτών, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης από την διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων: (α) η νόμιμη βάση, δηλ. η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και (β) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση. Επομένως, σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα, ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω έλλειψης αιτιολογιών ή λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι, εκτός των άλλων, δεν προσδιορίζονται και δεν αναφέρονται οι εκ πλαγίου διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν.

Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ’ αυτούς (Ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούνται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 26/4/2012 διεκδικητική αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και απέρριψε ως μη νόμιμη τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αρνητική αγωγή, αναγνώρισε ότι αυτοί έχουν αποκτήσει τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο τη συγκυριότητα του επίδικου ακινήτου (εδαφικού τμήματος, εμβαδού 466,47τ.μ.) και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, που το είχε καταλάβει παράνομα, να το αποδώσει σε αυτούς, κατά τα ανήκοντα στον καθένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, στη συνέχεια δε, δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση των εναγόντων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντίθετα.

Με τον δεύτερο, κατά το πρώτο, τρίτο και πέμπτο μέρος, λόγο αναίρεσης, με την επίκληση παραβίασης από το άρθρο 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο, αντίστοιχα, τις αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη: "1) την ένσταση έλλειψης εννόμου συμφέροντος των αναιρεσιβλήτων, καθόσον κατασκεύασαν τα κτίσματά τους κατά τρόπο παράνομο και κατά τρόπο που να μην νομιμοποιούνται να ασκήσουν την κρινόμενη αγωγή 2) την ένσταση καταχρηστικής άσκησης και απαραδέκτου της κρινόμενης αγωγής, καθόσον δεν υφίσταται ιδιωτικός δρόμος μέσα στο αγροτεμάχιο τους, του οποίου η πρόσβαση να παρακωλύεται...

σε κάθε δε περίπτωση η κρινόμενη αγωγή... έπρεπε να στραφεί εναντίον όλων των γειτόνων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1012 ΑΚ και 3) την ένσταση ενιαύσιας παραγραφής του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, κατ’ άρθρο 992 ΑΚ, που ισχύει επί αγωγών νομής...". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως προς όλες τις αιτιάσεις και, ειδικότερα, ως προς την υπ’ αριθμ.(1) αιτίαση και την υπ’ αριθμ. (2), κατά το πρώτο σκέλος, αιτίαση, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, αλλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την υπ’ αριθμ. (2), κατά το δεύτερο σκέλος, αιτίαση ως αβάσιμος, αφού στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι αντικείμενο της ένδικης αγωγής είναι η παροχή διόδου σε γειτονικό ακίνητο (άρθρο 1012 ΑΚ), ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι πρόκειται για διεκδικητική αγωγή (άρθρο 1094 ΑΚ) και, τέλος, ως προς την υπ’ αριθμ. (3) αιτίαση ως αβάσιμος, αφού ο αναιρεσείων υπολαμβάνει εσφαλμένα ότι η πιο πάνω αγωγή αφορά αξίωση από τη διατάραξη της νομής (άρθρο 992 ΑΚ) και όχι αξίωση που απορρέει από την άσκηση διεκδικητικής αγωγής, όπως δέχθηκε το πρωτοδικείο, η οποία υπόκειται στη γενική 20ετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ.

Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9/11/2016 αίτηση για αναίρεση της 20/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ