Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds, ruling the lower court correctly applied burden of proof rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding a divorce case involving allegations of serious misconduct. The appellant argued the lower court erred in applying burden of proof rules, but the Court found the lower court correctly accepted the appellant's claims as proven. Consequently, the appeal was rejected because the lower court did not improperly shift the burden of proof but rather found the appellant's evidence sufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111 para. 2, 118 no. 4, 216 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The court must reject an appeal if the lower court correctly applied the rules of evidence and burden of proof, even if the appellant claims a misapplication of legal definitions regarding the weight of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 5 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 5/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Παντελεάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Σαράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2018 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017).
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1728/2014).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1165/2019, 1283/2017, 597/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 του ΑΚ, "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή". Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητά του, προσβάλλει δε άμεσα αγαθά του δωρητή.
Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, ιδιαίτερα όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη φροντίδας και περίθαλψης, καθώς και η καταφρόνηση του δωρητή εκ μέρους του δωρεοδόχου με λόγο και έργο. Το ζήτημα αν η συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που καταδεικνύει την αχαριστία, συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για την διαμόρφωση της κρίσης του εκτιμά την συμπεριφορά αυτήν με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητού ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται, αν η υπ` αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατά αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στην συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι απεδείχθησαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 726/2017, ΑΠ 173/2017).
Περαιτέρω, το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ, ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς το δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο, και συνεπώς μπορεί να ασκηθεί και με αγωγή (ΑΠ 655/2014), πρέπει δε να αναφέρεται σε αυτή και ο λόγος της ανακλήσεως της δωρεάς για τη συγκεκριμένη αιτία, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα, που συνιστούν το βαρύ παράπτωμα του δωρεοδόχου, τα οποία, βεβαίως, δύναται να αμφισβητήσει ο δωρεοδόχος ενώπιον του δικαστηρίου, οπότε και θα αποτελέσουν το αντικείμενο της αποδείξεως, ενώ η μη αναφορά στη δήλωση του λόγου ανάκλησης, καθιστά ανίσχυρη την ανάκληση, αφού στερείται ο δωρεοδόχος του δικαιώματος άμυνας εναντίον της ανάκλησης.
Επιφέρει δε η δήλωση περί ανακλήσεως της δωρεάς τα νόμιμα αποτελέσματά της, από το χρόνο που περιέρχεται στο δωρεοδόχο, υπό την προϋπόθεση της αποδείξεως της αληθείας του επικαλούμενου στη δήλωση από το δωρητή ως άνω λόγου ανακλήσεως (ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 1832/2011, ΑΠ 648/2008, ΑΠ 155/1995). Κατά συνέπεια, για την ευδοκίμηση της αγωγής περί ανακλήσεως της δωρεάς, πρέπει, αφενός ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης, αφετέρου να αποδείξει ο ενάγων την αλήθεια του αναφερόμενου στη δήλωση ανάκλησης λόγου και αν αυτός αφορά την επιδειχθείσα από το δωρεοδόχο αχαριστία, να αποδείξει το έναντι του βαρύ παράπτωμα, από το οποίο προήλθε αυτή (ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 655/2014, ΑΠ 1025/1998).
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 904 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι, αν ανακληθεί νόμιμα η δωρεά για λόγους αχαριστίας, ο δωρητής δικαιούται ενοχικώς σε αυτούσια απόδοση του δωρηθέντος πράγματος, ο τρόπος δε της αυτούσιας αποδόσεως εξαρτάται από την ιδιαίτερη φύση του συγκεκριμένου κάθε φορά δικαιώματος που απέκτησε ο λήπτης.
Έτσι, αν το δωρηθέν είναι πράγμα ακίνητο και μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η επαναμεταβίβαση της κυριότητας μετά τη νόμιμη ανάκληση της δωρεάς γίνεται, εφόσον αρνείται αυτήν ο δωρεοδόχος, με καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως, μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της απόφασης αυτής (άρθρα 949 ΚΠολΔ, 1192 και 1198 ΑΚ - ΑΠ 2110/2017, ΑΠ 2054/2014).
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ενάγων δωρητής κατά την άσκηση της αξιώσεως προς απόδοση του δωρηθέντος στην περίπτωση ανακλήσεως της δωρεάς, οφείλει να αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής του, πλην των εις τα άρθρα 118,119 §1 και 216 ΚΠολΔ οριζομένων, τη σύμβαση συστάσεως της δωρεάς, την εκ μέρους του εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του με την παράδοση του δωρηθέντος πράγματος στον εναγόμενο, την δήλωση ανακλήσεως της δωρεάς και την αιτία της ανακλήσεως, ειδικότερα δε σε περίπτωση αχαριστίας τα πραγματικά γεγονότα, που συνιστούν το βαρύ παράπτωμα του δωρεοδόχου, να περιλάβει δε και αίτημα αποδόσεως εις αυτόν του δωρηθέντος, συνεπεία της ανακλήσεως της δωρεάς.
Στο δικόγραφο της αγωγής μπορεί ο δωρητής να σωρεύσει: α) αίτημα για την αναγνώριση της συνδρομής νομίμου λόγου της ανακλήσεως της δωρεάς και β) αίτημα, σε περίπτωση αρνήσεως του δωρεοδόχου να αποδώσει το δωρηθέν, να υποχρεωθεί αυτός σε καταδίκη σε δήλωση βούλησης για την αναμεταβίβαση του δωρηθέντος (ΑΠ 545/2013).
Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 ΑΚ, η ανάκληση αποκλείεται, αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, πληροφορήθηκε τον λόγο της ανάκλησης. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, η τιθέμενη με αυτή ετήσια αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση της δωρεάς, αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενη υπόψη (άρθρο 280 ΑΚ), δεν αρχίζει, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το λόγο της αχαριστίας, είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανάκλησης της δωρεάς, διότι στην περίπτωση αυτή τα ανωτέρω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο, οπότε η προθεσμία προς ανάκληση αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος (ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 655/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) εκθέτει σε αυτήν α) ότι με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει νομίμως μεταγραφεί, μεταβίβασε κατά το έτος 2003 λόγω δωρεάς στην εναγομένη (και ήδη αναιρεσείουσα) σύζυγό του κατά ψιλή κυριότητα το περιγραφόμενο ακίνητό του στο ..., ήτοι κάθετη ιδιοκτησία, επιφανείας 231,08 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 500/1000, επί της οποίας ανήγειρε, στη συνέχεια, με δαπάνες του διώροφη οικοδομή, ανέρχεται δε η αξία του όλου ακινήτου (καθέτου ιδιοκτησίας και οικοδομήματος) στο ποσό των 260.000 ευρώ, β) ότι η εναγομένη σύζυγός του αμέσως μετά τη γενόμενη προς αυτήν ως άνω δωρεά i) άρχισε να αδιαφορεί πλήρως για το πρόσωπό του και να επιδεικνύει απέναντί του επιθετική και ψυχοφθόρα συμπεριφορά, εκτοξεύοντας σε βάρος αυτού και των παιδιών του ύβρεις και απειλές και προβάλλοντας συνεχώς απαιτήσεις για το σύνολο της περιουσίας του, ii) εγκατέλειψε χωρίς κανένα πρόσχημα τη συζυγική τους εστία και διέμενε πλέον σε διαμέρισμα της ανεγερθείσας στο ως άνω οικόπεδο οικοδομής μαζί με τα τέκνα της, επισκεπτόμενη αυτόν αποκλειστικά και μόνον για να τον απειλήσει και να δημιουργήσει επεισόδια, απαιτώντας το σύνολο των περιουσιακών του στοιχείων, ειδικότερα δε άλλο οικόπεδο που συνορεύει με το ως άνω δωρηθέν σε αυτή, γι' αυτό και κατέθεσε σε βάρος της, το Δεκέμβριο 2013, αγωγή διαζυγίου, και iii) δημιούργησε και διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις διαμένοντας και φιλοξενώντας τον εραστή της στο διαμέρισμα που κατασκευάστηκε επί του δωρηθέντος οικοπέδου, αποκορύφωμα δε της αχάριστης συμπεριφοράς της εναγομένης αποτέλεσε το γεγονός ότι, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, ύστερα από παράπονα που υπέβαλε εναντίον του ο εραστής της, που τον κατηγόρησε για απειλή και συκοφαντική δυσφήμηση, κλήθηκε στις 7-1-2014 για εξηγήσεις από το αστυνομικό τμήμα, όπου ο ίδιος απλώς περιορίστηκε να ζητήσει να σταματήσει ο ανωτέρω να έχει σχέσεις με τη σύζυγό του, γ) ότι η όλη ως άνω υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά βαρύ παράπτωμα, με το οποίο αυτή φάνηκε αχάριστη απέναντί του, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η ανάκληση της πιο πάνω γενόμενης δωρεάς, και δ) ότι κατόπιν αυτού, με την από 23-10-2014 εξώδικη δήλωσή του, την οποία επέδωσε στην εναγομένη δωρεοδόχο πριν παρέλθει έτος από το τελευταίο περιστατικό της 7-1-2014, και συγκεκριμένα στις 4-12-2014, όπως παραδεκτά διευκρίνησε με τις προτάσεις του στο Εφετείο (μετά την εξαφάνιση, κατόπιν εφέσεώς του, της πρωτόδικης απόφασης κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ λόγω της ερημοδικίας το στον πρώτο βαθμό), ανακάλεσε την ως άνω προς αυτήν δωρεά λόγω αχαριστίας, πλην, όμως, η εναγομένη αρνήθηκε να αποδώσει το δωρηθέν οικόπεδο.
Με βάση τα ως άνω περιστατικά ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί ότι έχει ανακληθεί η ως άνω δωρεά του προς την εναγομένη και να καταδικαστεί αυτή σε δήλωση βουλήσεως αναμεταβιβάσεως προς αυτόν του δωρηθέντος ακινήτου. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου προς ανάκληση της ένδικης δωρεάς, αφού ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην αγωγή εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα η σύμβαση συστάσεως της δωρεάς, η εκ μέρους του ενάγοντος εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του με την παράδοση του δωρηθέντος ακινήτου στην εναγομένη, τα πραγματικά γεγονότα, που συνιστούν το βαρύ παράπτωμα της εναγομένης δωρεοδόχου, με το οποίο αυτή φάνηκε αχάριστη προς τον ενάγοντα δωρητή, καθώς και η εντός έτους από το τελευταίο περιστατικό δήλωση ανακλήσεως της δωρεάς λόγω αχαριστίας με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα, τα συνιστώντα το λόγο της αχαριστίας υπαίτια παραπτώματα αυτής ήσαν εξακολουθητικά και μεταξύ του τελευταίου παραπτώματος στις 7-1-2014, στο οποίο σαφώς αποδίδεται, με την αγωγή, συμμετοχή της εναγομένης ως συνέχεια του παραπτώματος της εξωσυζυγικής σχέσης της, και της ανάκλησης της δωρεάς δεν παρήλθε έτος.
Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τις προτάσεις της από την αναιρεσείουσα και νόμιμη στηριζόμενη στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 505, 509, 510 ΑΚ και 949 ΚΠολΔ, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που οι πιο πάνω διατάξεις απαιτούν για τη θεμελίωση της αγωγής ούτε και παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή του αναιρεσίβλητου και συνεπώς οι τέταρτος (εν μέρει), από τον αρ. 1, έκτος, από τους αρ. 1 και 14, και έβδομος, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ως άνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 2 ΚΠολΔ, στην αγωγή αναφέρεται α) προκειμένου για δίκες περιουσιακών σχέσεων η χρηματική αξία του επιδίκου αντικειμένου και β) τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου". Η έλλειψη των αναφερομένων στην παρ. 2 στοιχείων της αγωγής, τα οποία χαρακτηρίζονται ως προαιρετικά, και ειδικότερα της αξίας του επιδίκου αντικειμένου, με βάση την οποία υπολογίζεται το καταβλητέο δικαστικό ένσημο, δεν καθιστά την αγωγή αόριστη (ΑΠ 116/2016, ΑΠ 2365/2009).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 7 §§ 1 και 2 του Ν.Δ. 1544/1942, σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλόμενου κατά τα άρθρα 2 και 3 του Ν. ΓΠΟΗ'/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και γι' αυτό, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων αυτών, δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναίρεσης, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ και μόνο για την περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και όταν ο τελευταίος δικάσθηκε αντιμωλία (ΑΠ 1293/2018, ΑΠ 367/2018, ΑΠ 116/2016, ΑΠ 491/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προβάλλεται (κατά τη νοηματική του εκτίμηση) η από τον αρ. 14 του άρθρου 559 (και όχι από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου) αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, λόγω μη προσδιορισμού της αξίας της ψιλής κυριότητας του δωρηθέντος ακινήτου και της αδυναμίας, συνεπεία της ανωτέρω έλλειψης, υπολογισμού του απαιτούμενου να καταβληθεί από τον ενάγοντα δικαστικού ενσήμου.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού, ενόψει του ότι η αναφορά της αξίας του επιδίκου είναι προαιρετική, δεν συνεπάγεται την αοριστία του αγωγικού δικογράφου η παράλειψη της μνείας αυτής, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων για το δικαστικό ένσημο, για το οποίο σημειωτέον το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι καταβλήθηκε το προσήκον στο αντικείμενο της αγωγής, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ και μόνο όταν ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, η όποια δε απόπειρα θεμελίωσης του λόγου αυτού στον αρ. 6 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως ερειδόμενη επί αναληθούς προϋποθέσεως ενόψει του ότι στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα δικάστηκε κατ' αντιμωλία, είναι αβάσιμη (πρβλ.
ΑΠ 2031/2017).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "O ενάγων (αναιρεσίβλητος)... που έχει γεννηθεί το έτος 1932, αφού επί σειρά ετών εργάσθηκε ως μηχανικός στο εξωτερικό..., το έτος 1999 συνταξιούχος πλέον βρισκόταν εγκατεστημένος στον τόπο καταγωγής του..., όπου παράλληλα εκμεταλλευόταν ατομική επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων, ενώ επισκεπτόταν και την Α...
όπου είχε μείνει μεγάλο διάστημα της ζωής του και εξακολουθούσαν να ζουν και εργάζονται τα δύο παιδιά του. Στο συγκεκριμένο χρόνο o ενάγων ζώντας μόνος του... και ενώ άρχιζε να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, γνώρισε την εναγομένη (αναιρεσείουσα)..., οικονομική μετανάστη από την Α...... και με τη μεσολάβηση τρίτου o ενάγων προσέλαβε ως οικιακή βοηθό.
Σύντομα όμως δημιουργήθηκε μεταξύ τους ερωτική σχέση... και στις 27-5-2001 ο ενάγων σε ηλικία 69 ετών σύναψε γάμο με την κατά πολύ νεώτερή του ηλικίας μόλις 41 ετών εναγομένη. Από την αρχή της σχέσης τους, η εναγομένη, η οποία από τον πρώτο γάμο στην Αλβανία είχε δύο παιδιά, γνώρισε στον ενάγοντα σύντροφό της τη δύσκολη οικονομική κατάσταση που βρισκόταν η ίδια και τα παιδιά της που ήσαν άνεργοι, χωρίς χρήματα και πόσο μεγάλη ανάγκη είχε τη βοήθεια και υποστήριξη ενός καλού ανθρώπου, όπως ο νέος σύζυγός της αυτός.
Από την πλευρά του ο ενάγων, βλέποντας ότι η έγγαμη σχέση τους αρχικά εξελισσόταν ομαλά και απολάμβανε τις φροντίδες και περιποιήσεις της νέας συζύγου του στην οικία του..., όπου εγκαταστάθηκαν και παράλληλα αντιλαμβανόμενος την ανασφάλεια που ένιωθε για το μέλλον η σύζυγός του, αφού ο ίδιος ήταν ηλικιωμένος και αυτή βρισκόταν μόνη σε ξένη χώρα, χωρίς περιουσιακά στοιχεία και χρήματα, δέχθηκε να της μεταβιβάσει, προκειμένου να την εξασφαλίσει για το μέλλον ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο του, πιστεύοντας ότι κατόπιν αυτού η τελευταία θα αισθανόταν ασφαλής και ο ίδιος θα επιτύγχανε την απόλυτη οικογενειακή ηρεμία.
Κατόπιν αυτού με το υπ' αριθμ.15.136/10-9-2003 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμ/φου.... που μεταγράφηκε νόμιμα... ο ενάγων μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα μία αυτοτελή και άρτια κάθετη ιδιοκτησία, που αποτελεί τμήμα οικοπέδου του εντός του ρυμοτομικού σχεδίου ..., επιφάνειας 231,08 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου του, που έχει επιφάνεια 462,17 τ.μ., 500/1000 με τη μελλοντική επί αυτού δόμηση 184,87τ.μ., ενώ την επικαρπία της ίδιας κάθετης ιδιοκτησίας εφ' όρου ζωής διατήρησε ο ίδιος ο ενάγων.
Στο ως άνω συμβόλαιο περιελήφθη ότι η εν λόγω δωρεά γίνεται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας και ότι δεν θα μπορεί να ανακληθεί εκτός από τις περιπτώσεις: 1) εγκατάλειψης συζυγικής στέγης, 2) παράλειψης φροντίδας και περιποίησης, 3) απαίτησης για παραχώρηση με δωρεά και άλλου περιουσιακού στοιχείου, 4) για τις αιτίες που αναφέρονται στα άρθρα 505 και 506 Α.Κ.
και 5) σε περίπτωση διαζυγίου από υπαιτιότητά της. Στη συνέχεια ο ενάγων εξέδωσε με δαπάνες του και στο όνομα της συζύγου του οικοδομική άδεια, βάσει της οποίας με φροντίδα του και με δαπάνες που κατέβαλε σχεδόν εξ ολοκλήρου ο ίδιος, αφού προς τούτο διέθεσε ποσό πέραν των 150.000 ευρώ, προερχόμενο από την εισαγωγή συναλλάγματος από το εξωτερικό που είχε εργασθεί, ενώ η εναγομένη, όπως και τα τέκνα της τα χρήματα που είχε προέρχονταν από ποσά που της έδιδε ο ίδιος, ανήγειρε επί του δωρηθέντος ακινήτου - οικοπέδου τριώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο, πρώτο και δεύτερο όροφο, από τους οποίους ο τελευταίος παρέμεινε ημιτελής, ενώ οι υπόλοιποι αποπερατώθηκαν εντός του έτους 2014.
Στη συνέχεια ο ενάγων δεν προέβη σε εκμετάλλευση της οικοδομής αυτής, όπως είχε τη δυνατότητα σύμφωνα με το δικαίωμα που του παρείχε η επικαρπία που είχε παρακρατήσει για τον εαυτό του. Αντίθετα προτρεπόμενος από την εναγομένη σύζυγό του και χωρίς ο ίδιος να έχει ουσιαστικά αντιρρήσεις στις πιέσεις της, συναίνεσε, προκειμένου πάντα να την ευχαριστεί, και παραχώρησε το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της ως άνω οικοδομής για την εγκατάσταση των δύο τέκνων της από τον πρώτο γάμο της στην Αλβανία και παράλληλα της παραχώρησε την εκμετάλλευση και είσπραξη του μισθώματος από τα δύο μικρά διαμερίσματα του ισογείου. ...
Τα παιδιά της εναγομένης και δεδομένου ότι το δεύτερο, κόρη της, αρχικά ήταν ανήλικη, στο διάστημα της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, εκτός μικρών διαστημάτων, δεν εργάζονταν και διατρέφονταν από τον ενάγοντα σύζυγο της μητέρας τους...,. O ενάγων από την πλευρά του, στο διάστημα της ομαλής μέχρι ένα βαθμό συμβιώσεως με την εναγομένη σύζυγό του, προκειμένου να εξασφαλίζει τα αυξημένα έξοδα που είχε μετά το γάμο του και τις λοιπές ανάγκες του, μέχρι το έτος 2008 εισήγαγε μεγάλα ποσά συναλλάγματος από την εργασία του στο εξωτερικό πλέον των 400.000 ευρώ και παράλληλα...
πώλησε πατρικό του ακίνητο στο... αντί τιμήματος 290.000 ευρώ. Η συνοίκηση των διαδίκων συνεχίσθηκε μέχρι και το έτος 2008, στο οποίο διάστημα η εναγομένη ασκούσε συνεχείς πιέσεις στον ενάγοντα σύζυγό της για περισσότερες χρηματικές παροχές και παράλληλα εκδήλωσε βλέψεις προς την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του ηλικιωμένου συζύγου της.
Οι συνεχείς πιέσεις της εναγομένης προκαλούσαν την δυσφορία και την οργή του ενάγοντος και υπήρχαν συχνά επεισόδια μεταξύ τους, χωρίς όμως να κλονίζουν ουσιαστικά την έγγαμη σχέση τους. Ειδικότερα όλο αυτό το διάστημα η εναγομένη συνέδραμε ουσιαστικά τον ενάγοντα σύζυγό της στα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, στον οποίο παρείχε ανελλιπώς τις υπηρεσίες της, τους χειμερινούς μήνες τον συνόδευε στα ταξίδια του στην Α..., όπου διέμεναν σε ιδιόκτητη οικία του και τους θερινούς μήνες βρίσκονταν στο..., όπου συνέχιζε να τον συνδράμει και να του παρέχει τις υπηρεσίες της στη συζυγική οικία τους και σε ενοικιαζόμενα δωμάτια που διατηρούσε και εκμεταλλευόταν ο ενάγων εκεί.
Η εναγομένη από την πλευρά της εμφανιζόταν απόλυτα ευχαριστημένη από το γάμο της στο περιβάλλον του ενάγοντος συζύγου της, αποκρύπτοντας τις όποιες προστριβές είχαν από οικονομικούς λόγους που ουσιαστικά προξενούσε η ίδια.... Περαιτέρω η εναγομένη που προφανώς ενεργούσε βάσει σχεδίου, εκμεταλλευόταν την κατάσταση του ενάγοντος λόγω της ηλικίας του και του σοβαρού προβλήματος της υγείας του από την αρχή της έγγαμης συμβίωσής τους που συνεχώς επιδεινώνονταν, ενώ ο τελευταίος απέβλεπε στην υποστήριξή της για την αντιμετώπισή τους.
Συγκεκριμένα ο ενάγων σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά πάσχει από διάχυτη στεφανιαία νόσο τριών αγγείων με στενώσεις στα στεφανιαία αγγεία. Έχει υποβληθεί σε πέντε αγγειοπλαστικές επεμβάσεις (μπαλονάκια) με τελευταίο την 11-12-2014, από τον οποίο λόγο λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και εμφανίζει συχνά στηθάγχη και δύσπνοια.
Επίσης εμφάνισε καρκίνο του προστάτη, για την οποία νόσο υποβαλλόταν σε θεραπείες, χρόνια προβλήματα υγείας για τα οποία συνταξιοδοτήθηκε από την ως άνω εργασία του. Η εναγομένη εκμεταλλευόμενη τη δυσχερή θέση του, άρχισε να τον πιέζει να της μεταβιβάσει και άλλα περιουσιακά στοιχεία του και να της χορηγεί περισσότερα χρήματα, ιδιαίτερα όταν αντιλήφθηκε ότι μέρος των χρημάτων που εισέπραξε από την πώληση του ως άνω ακινήτου του, διέθεσε για την αγορά διαμερίσματος στο όνομα των παιδιών του.
Έτσι στα πλαίσια του σχεδίου της αυτού η εναγομένη μετά το έτος 2008 άρχισε να εγκαταλείπει τη συζυγική οικία και να διαμένει στο διαμέρισμα στο ακίνητο παραπλεύρως που της είχε δωρίσει ο ενάγων μαζί με τα δύο παιδιά της, ενώ επέστρεφε ανά δεύτερη - τρίτη μέρα στη συζυγική οικία όπου διέμενε και περιποιείτο τον ενάγοντα σύζυγό της.
Στη συνέχεια από το έτος 2010 η εναγομένη εγκατέλειψε τη συζυγική οικία και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο ως άνω διαμέρισμα με τα παιδιά της και πλέον επισκεπτόταν τον ενάγοντα σύζυγό της για διάστημα ωρών, συνήθως ανά δεύτερη ημέρα, προκειμένου να τον περιποιείται και να του μαγειρεύει φαγητό. Κατά τον τρόπο αυτό η εναγομένη επέτεινε το αίσθημα ανασφάλειας του υπερήλικα και με σοβαρά προβλήματα υγείας συζύγου, προκειμένου να προβαίνει σε οικονομικές παροχές προς αυτήν για τις υπηρεσίες που του παρείχε, για τις οποίες όμως η ίδια είχε νομική υποχρέωση από το γάμο και παράλληλα να τον υποχρεώσει να ενδώσει στις περιουσιακές απαιτήσεις της.
Η κατάσταση αυτή, φυσική συνέπεια είχε να ενταθούν τα μεταξύ των διαδίκων επεισόδια κατά τις συναντήσεις τους, όταν η εναγομένη προέβαλε τις ως άνω απαιτήσεις της και ο ενάγων αντιδρούσε σε αυτές. Η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των διαδίκων συζύγων κατά τα τελευταία έτη της έγγαμης σχέσης τους περιγράφεται και αποδίδεται ανάγλυφα στην από 11-9-2013 έγγραφη εξώδικη πρόσκληση - δήλωση και διαμαρτυρία που απηύθυνε ο ενάγων στην εναγομένη σύζυγό του και κοινοποιήθηκε προς αυτήν ....
Έτσι με σαφήνεια περιγράφεται το κλίμα αφόρητων και συνεχών πιέσεων που είχε δημιουργήσει η εναγόμενη, προς τον ηλικιωμένο με σοβαρά προβλήματα υγείας συζύγου της, προκειμένου να τον πειθαναγκάσει να υποστεί την οικονομική και περιουσιακή αφαίμαξη.... Η σταδιακή εγκατάλειψη του ενάγοντος από την εναγόμενη σύζυγό του ως επιπλέον μέσο πίεσης και ο αντίλογος του ενάγοντος ότι η συμπεριφορά της αυτή αποτελεί λόγο διαζυγίου, στον οποίο η εναγόμενη απάντησε με απειλές "θα δεις τι θα πάθεις αν με χωρίσεις, θα σε κανονίσουν οι Αλβανοί, θα σε βρουν σε χαντάκι".
Επίσης καθίσταται σαφές ότι η εναγόμενη είχε επικεντρώσει τις βλέψεις και διεκδικήσεις της στο υπόλοιπο οικόπεδο - δεύτερη κάθετη ιδιοκτησία, παραπλεύρως αυτής που της είχε δωρίσει ο ενάγων σύζυγός της και με κάθε τρόπο πίεζε αυτόν ώστε να τον υποχρεώσει να της μεταβιβάσει και το ακίνητό του αυτό, απειλώντας τον...
ακόμη και με κοπή των φυτών. Έτσι με τον τρόπο αυτό η εναγόμενη φάνηκε και επέδειξε σοβαρό βαθμό αχαριστίας και έλλειψη ευγνωμοσύνης έναντι του ενάγοντος συζύγου του, ο οποίος προκαταβολικά της έδειξε την ευγνωμοσύνη του που δέχθηκε να τον παντρευτεί και να του συμπαρασταθεί στο υπόλοιπο της ζωής του προβαίνοντας στη δωρεά προς αυτήν του ως άνω σημαντικού περιουσιακού στοιχείου και συμβάλλοντας οικονομικά στην αξιοποίησή του με ανοικοδόμηση.
Αντίθετα κενή περιεχομένου ελέγχεται η από 19-9-2013 εξώδικη δήλωση της εναγομένης που επιδόθηκε στις 24-9-2013 στον ενάγοντα σύζυγό της. Ειδικότερα σε αυτή αρκείται να επισημάνει ότι από τα αναφερόμενα στην ως άνω εξώδικη πρόσκληση... διαβλέπει ότι μεθοδεύεται προσπάθεια απόδειξης υπερδιετούς διάστασης γι' αυτό και τον καλεί να μη διαστρεβλώνει την πραγματικότητα και του υπενθυμίζει ότι μέχρι 2-6-2013 ζούσαν μαζί στην οικογενειακή στέγη τους..., όταν το απόγευμα της ημέρας εκείνης ο ενάγων χωρίς να αναφέρει το λόγο της απαίτησε να εγκαταλείψει την οικογενειακή στέγη και να του παραδώσει τα κλειδιά της οικίας και όταν αυτή αρνήθηκε την εκδίωξε κτυπώντας και απειλώντας αυτή, πράξη που επανέλαβε και στις 4-6-2013, ενώ στις 9-6-2013 όταν μετέβη και πάλι στη συζυγική οικία διαπίστωσε ότι ο ενάγων είχε αλλάξει τις κλειδαριές.
Αρνείται δε γενικά ότι υπήρξε ανάρμοστη αντισυζυγική συμπεριφορά εκ μέρους της και ότι απείλησε ή ενόχλησε κατά οποιονδήποτε τρόπο τον ενάγοντα, χωρίς να κάνει όμως οποιαδήποτε αναφορά σε αυτό που κυρίως της αποδίδεται, τις συνεχείς πιέσεις της προς τον ενάγοντα σύζυγό της για να τον υποχρεώσει σε περιουσιακές - οικονομικές παροχές προς αυτήν που αποτέλεσαν και το λόγο των μεταξύ τους διενέξεων και επεισοδίων.
Ασφαλώς όμως τα πράγματα δεν μπορεί να ήσαν όπως προσπαθεί να εμφανίσει η εναγόμενη, γιατί αν οι διάδικοι συμβίωναν, ιδιαίτερα μετά την ένδικη δωρεά του έτους 2003, και ο ενάγων απολάμβανε τις περιποιήσεις της συζύγου του, ακόμη και αν υπήρχαν κάποιες διενέξεις αντιζηλίας μεταξύ τους, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν τόσο σοβαρό λόγο που να δικαιολογήσει μια τέτοια μεταστροφή του ενάγοντος για να εκδιώξει τη σύζυγό του, ενώ ήταν σε ηλικία 80 ετών και είχε περισσότερο από ποτέ την ανάγκη των υπηρεσιών της συζύγου του.
Η πραγματικότητα όμως ήταν ότι υπήρχαν σοβαρά προβλήματα στην έγγαμη σχέση των διαδίκων, ο ενάγων βίωνε την εγκατάλειψη, αφού η σύζυγός του δεν διαβίωνε μαζί του και στις σύντομες συναντήσεις και επισκέψεις της συζύγου του δέχονταν συνεχώς πιέσεις για περιουσιακές παροχές προς αυτήν, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται διαρκή επεισόδια και καυγάδες μεταξύ τους.
Ανάλογο επεισόδιο συνέβη και στην ημερομηνία 2-6-2013 που αναφέρει η εναγόμενη στην ως άνω εξώδικη απάντησή της ότι την εκδίωξε ο ενάγων σύζυγός της και περιγράφει ο τελευταίος στην από 21-2-2014 χωρίς όρκο... εξέτασή του, αφού η εναγόμενη σύζυγός του μήνυσε αυτόν για τις πράξεις της ενδοοικογενειακής βίας και απειλής.
Συγκεκριμένα αναφέρει ότι στη σχέση του με την εναγόμενη σύζυγό του είχε πολλά προβλήματα και τη συγκεκριμένη ημέρα τον έφτασε στα όριά του με τη συμπεριφορά της και την έβγαλε έξω από το σπίτι. Αυτό δε που κατάλαβε ο ίδιος κατά τη διάρκεια του γάμου τους ήταν ότι αυτή η γυναίκα το μόνο που ήθελε από αυτόν ήταν να καρπωθεί την περιουσία του.
Έτσι, ενώ αυτός, στα χρόνια που ήταν μαζί, της έδωσε τα πάντα, της έφτιαξε τριώροφο σπίτι και συντηρούσε την ίδια και τα παιδιά της, πράγμα που οδήγησε να χαλάσει η σχέση με τα δικά του παιδιά, αυτή συνέχιζε να του ζητάει όλο και περισσότερα από τα περιουσιακά στοιχεία του. Συγκεκριμένα τον πίεζε να της γράψει ένα οικόπεδό του στο....
Τότε αυτός προσπάθησε να της γράψει και αυτό το οικόπεδό του, αλλά για να γίνει η όλη διαδικασία και να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση απαιτούνταν δαπάνη 6.000 ευρώ που τη συγκεκριμένη στιγμή δεν είχε αυτός για να καταβάλει. Όταν λοιπόν στις 2-6-2013 της εξήγησε ότι δεν είχε το ποσό των 6.000 ευρώ για να γίνει η μεταβίβαση, η εναγόμενη έγινε έξαλλη και άρχισε να φωνάζει.
Έλεγε δε ότι δεν θέλει να της γράψει το οικόπεδο και ότι θέλει να το γράψει στη κόρη του και στο γιο του. Τότε αυτός προσπάθησε να της εξηγήσει ότι δεν είχε τέτοια επιθυμία να γράψει το ακίνητο στην κόρη του ή στο γιο του και τότε η εναγόμενη άρχισε α εκστομίζει κατάρες λέγοντας " όποιος και να τα πάρει να μη ζήσει να τα χαρεί".
Ο ενάγων αντιλαμβανόμενος ότι η κατάρα αφορούσε τα παιδιά του για τα οποία η εναγόμενη είχε επαναλάβει και στο παρελθόν τέτοια κατάρα, σοβαρά εκνευρισμένος την έπιασε από το μπράτσο και την απώθησε βιαίως έξω από το σπίτι. Βέβαια κατόπιν αυτού η εναγόμενη δεν βρέθηκε στο δρόμο αλλά επέστρεψε στο ακίνητο που της είχε δωρίσει ο ενάγων και παραχωρήσει για να διαμένουν τα τέκνα της, όπου και η ίδια από προηγούμενα είχε μετοικήσει, Αναφορικά με το εν λόγω επεισόδιο ασκήθηκε κατά του ενάγοντος ποινική δίωξη για τις πράξεις ενδοοικογενειακής ελαφράς σωματικής βλάβης και απειλής για τις οποίες με την 400/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Λευκάδας έπαυσε η εναντίον του δίωξη λόγω παραγραφής για τη πρώτη ως πταισματική και κηρύχθηκε αθώος της δεύτερης.
Βέβαια η εναγόμενη, προφανώς εκμεταλλευόμενη την αδυναμία του συζύγου της, λόγω της καταστάσεώς του, πλησίασε και πάλι αυτόν και ... κατά τη θερινή περίοδο από 20 Ιουνίου μέχρι 8 Σεπτεμβρίου 2013 απασχολήθηκε κοντά του στην περιποίηση των ενοικιαζόμενων δωματίων που διατηρούσε αυτός και παράλληλα περιποιείτο και τον ίδιο στην οικία του, υπηρεσίες όμως για τις οποίες, όπως αποδείχθηκε η εναγόμενη ζήτησε και εισέπραξε ιδιαίτερη οικονομική αμοιβή.
Τελικά στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι το Σεπτέμβριο 2013 ο ενάγων επιβεβαίωσε τις υποψίες που είχε και έλαβε σαφείς πληροφορίες ότι η εναγόμενη σύζυγός του διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με άλλον άνδρα ονόματι..., ελληνογερμανικής καταγωγής, πράγμα που ήταν ευρύτατα γνωστό στη μικρή κοινωνία του... όπου διαβίωναν και πλήγωσε και προσέβαλε βαθύτατα την τιμή του ενάγοντος.
Γι' αυτό και με την από 11-9-2013 ως άνω εξώδικη πρόσκληση που απηύθυνε ο ενάγων στην εναγόμενη σύζυγό του χαρακτηρίζοντας τη συμπεριφορά αυτή της εναγομένης συζύγου του, να δημιουργήσει εξωσυζυγική σχέση "ως αποκορύφωμα όλων" και συνοψίζοντας και τους λοιπούς ως άνω λόγους που συνέτρεχαν, της δήλωσε ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση οποιασδήποτε σχέσης μεταξύ τους, της ζήτησε να μην τον ενοχλεί και ότι ο γάμος τους έχει ήδη λήξει.
Κατόπιν αυτού η διάσταση και η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης μεταξύ των διαδίκων συζύγων οριστικοποιήθηκε, οι οποίοι άσκησαν αντίθετες αγωγές... και ζητούσαν ο καθένας από την πλευρά του τη λύση του γάμου τους λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους από λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο του άλλου.
Επί των αγωγών αυτών..., εκδόθηκε η 396/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η πρώτη ως άνω αγωγή του ενάγοντος και έγινε δεκτή κατ' ουσία η δεύτερη αγωγή της εναγομένης συζύγου, κρίνοντας το Δικαστήριο εκείνο ότι υπήρξε ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης των διαδίκων από λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο του ενάγοντος συζύγου και απήγγειλε από το λόγο αυτό τη λύση του γάμου των διαδίκων.
Έφεση του ενάγοντος κατά της τελευταίας απόφασης απορρίφθηκε με την 12/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας που έκρινε αυτή απαράδεκτη, αφού μετά τη λύση του γάμου που επιδίωκε και ο ενάγων με την αντίθετη αγωγή του, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον αυτού προς άσκηση εφέσεως...,. Ακολούθησε η άσκηση της από 11-2-2012 αγωγής διατροφής που άσκησε η εναγόμενη σύζυγος επί της οποίας εκδόθηκε η 395/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, ερήμην του ενάγοντος και εναγόμενου σε αυτή συζύγου.
Κατόπιν ασκήσεως αντίθετων εφέσεων υπό των διαδίκων συζύγων κατά της τελευταίας απόφασης εκδόθηκε επί αυτών η 79/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Ελλάδας. Με αυτήν κρίθηκε ότι η ήδη ενάγουσα σύζυγος δικαιούται στοιχειώδη διατροφή κατά τα άρθρα 1392 εδ.β και 1495 Α.Κ., γιατί υπέπεσε σε υπαίτιο για αυτή λόγο διαζυγίου, αφού επέδειξε την ως άνω ανάρμοστη αντισυζυγική συμπεριφορά προς τον ενάγοντα σύζυγό της και επιπλέον ανέπτυξε εξωσυζυγική σχέση με τρίτον άντρα.
Η εξωσυζυγική σχέση της ενάγουσας επιβεβαιώνεται και πάλι κατά τη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου..... Κατόπιν των ανωτέρω που βεβαιώνονται, οι αντίθετες ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει η εναγόμενη, στο περιεχόμενο των οποίων βεβαιώνεται ότι η τελευταία ποτέ δεν επέδειξε αντισυζυγική συμπεριφορά, δεν σύναψε παράνομη ερωτική σχέση και πάντα παρείχε τις φροντίδες της στον ενάγοντα σύζυγό της, ο οποίος αντιθέτως της φερόταν με βάναυσο και υβριστικό τρόπο και την εκδίωξε από τη συζυγική οικία, δεν κρίνονται πειστικές, αφού αναιρούνται από όσα ειδικότερα βεβαιώνονται στις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει ο ενάγων και είναι αβάσιμες.
Κατόπιν όσων ως άνω αποδείχθηκαν ότι συνέβησαν, ο ενάγων με την από 23-10-2014 έγγραφη εξώδικη - όχληση διαμαρτυρία του που κοινοποίησε στην εναγόμενη (αριθ. 1007/4-2-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή...), επικαλούμενος και καταγράφοντας την αντισυζυγική συμπεριφορά της εναγόμενης συζύγου του με τα ως άνω περιστατικά που εκδηλώθηκαν και αποτελούν σοβαρά παραπτώματα και υποδηλώνουν έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς το πρόσωπό του και βαριά υπαίτια συμπεριφορά και διαγωγή της εναγόμενης συζύγου του, η οποία συμπεριφορά επιμαρτυρεί και αχαριστία της ίδιας εναγόμενης δωρεοδόχου συζύγου του προς το πρόσωπό του ως δωρητή και επικαλούμενος ως τελευταίο περιστατικό επίδειξης προσβλητικής και αχάριστης συμπεριφοράς, εναντίον του την πρόσκλησή του στις 7-1-2014 στο Α.Τ. ...
σε εκτέλεση εισαγγελικής παραγγελίας κατόπιν παραπόνων που υπέβαλε ο ως άνω εραστής της συζύγου του, προφανώς κατόπιν συνεννοήσεως με την ίδια, ότι δήθεν τον συκοφαντεί επειδή του ζήτησε να διακόψει την παράνομη ερωτική σχέση, ο ενάγων δήλωσε προς την εναγόμενη σύζυγό του ότι ανακαλεί την ένδικη δωρεά λόγω βαριάς αχαριστίας που επέδειξε προς το πρόσωπό του ως δωρητή η εναγόμενη δωρεοδόχος και την κάλεσε να του αποδώσει το δωρηθέν....
Με βάση τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο κρίνει ότι η εναγόμενη δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστη προς τον ενάγοντα σύζυγό της δωρητή, ο οποίος κατόπιν τούτο εγκύρως ανακάλεσε την επίδικη δωρεά". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ερημοδικασθέντος στον πρώτο βαθμό ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή λόγω της ερημοδικίας του, και στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε ότι εγκύρως ο αναιρεσίβλητος ανακάλεσε την ένδικη δωρεά προς την αναιρεσείουσα και καταδίκασε αυτήν σε δήλωση βουλήσεως αναμεταβίβασης του δωρηθέντος σε αυτήν κατά ψιλή κυριότητα ακινήτου προς το δωρητή αναιρεσίβλητο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διάταξεις των άρθρων 505, 509 και 510 του ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 279 και 280 ΑΚ, διότι τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας δωρεοδόχου απέναντι στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα δωρητή σύζυγό της, αυτοτελώς κρινόμενα αλλά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών "του βαρέος παραπτώματος" και "της αχαριστίας" και δικαιολογούν την ανάκληση της ένδικης δωρεάς εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, όπως και την παραδοχή της αγωγής του για επιστροφή του δωρηθέντος ακινήτου με καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σε αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εμπρόθεσμης ανάκλησης της ένδικης δωρεάς, δεχόμενο ειδικότερα α) ότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το λόγο της αχαριστίας, άρχισαν το έτος 2008 και συνεχίστηκαν έκτοτε εξακολουθητικά μέχρι τις 7-1-2014, οπότε, θεωρούμενα και λαμβανόμενα υπόψη ως ενιαίο σύνολο, η ετήσια αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση της δωρεάς άρχισε από τη τέλεση του τελευταίου ως άνω παραπτώματος της αναιρεσείουσας (και όχι τρίτου προσώπου και δη του εραστή της), και β) ότι ο αναιρεσίβλητος ανακάλεσε την δωρεά στις 4-12-2014, με την επίδοση στην αναιρεσείουσα της αναφερόμενης εξώδικης δήλωσης ανάκλησης αυτής, δηλαδή εντός της προβλεπόμενης ετήσιας αποκλειστικής προθεσμίας.
Αλυσιτελώς δε η αναιρεσείουσα επικαλείται, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της περί εκπρόθεσμης δήλωσης της ανάκλησης της δωρεάς, ως χρόνο γνώσης από την αρχική ενάγουσα του λόγου ανάκλησης το χρόνο σύνταξης από τον αναιρεσίβλητο της από 11-9-2013 εξώδικης δήλωσής του προς αυτή, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, την αιτίαση ότι όφειλε για το λόγο αυτό να απορρίψει την αγωγή λόγω παρόδου της ενιαύσιας προθεσμίας, αφού, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, που είχε ως συνέπεια την αθέτηση των υποχρεώσεών της, ήταν εξακολουθητική μέχρι τις 7-1-2014, χρόνος που αποτελεί την αληθή αφετηρία της ενιαύσιας προθεσμίας για την ανάκληση της δωρεάς.
Η διατύπωση της αναιρεσιβαλλομένης σχετικά με το τελευταίο ως άνω παράπτωμα, ήτοι ότι αυτό έλαβε χώρα "προφανώς κατόπιν συνεννοήσεως" με την αναιρεσίβλητη, έχει την έννοια, κατ`ορθή νοηματική απόδοση της λέξεως "προφανώς", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι το πόρισμα στο οποίο καταλήγει το Δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων, όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, έχει την έννοια της κατάφασης βεβαιότητας, χωρίς δηλαδή αμφιβολία, για την ύπαρξη συνεννόησης της αναιρεσίβλητης με το πρόσωπο που υπέβαλε τα παράπονα στο αστυνομικό τμήμα και όχι ότι απλώς έχει τη μεγαλύτερη πιθανότητα να συνέβη αυτό, αφήνοντας δηλαδή ανοικτό το ενδεχόμενο και να μην υπήρξε τέτοια συνεννόηση.
Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος (κατά ένα μέρος) λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 512 ΑΚ "δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν". Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, μη υποκείμενες σε ανάκληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, όπως οι σχέσεις συγγένειας ή φιλίας, ασχέτως προς τα ελατήρια της βούλησής του, ενώ δωρεές από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνονται από κοινωνική υποχρέωση. Η φύση της συναπτόμενης σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνεται σ` αυτή από τους συμβαλλομένους, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από τα περιεχόμενο όσων έχουν συμφωνηθεί και καθορίζει τους προσιδιάζοντες στη σχέση κανόνες δικαίου, προσφεύγοντας, αν υπάρχει ανάγκη, και σε στοιχεία ευρισκόμενα έξω από τη σύμβαση, όταν αυτά συνδέονται με τα συμφωνηθέντα κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα (ΑΠ 109/2010, ΑΠ 1060/1981, 530/1991).
Συνεπώς, μόνη η δήλωση του δωρητή στο δωρητήριο συμβόλαιο ότι κάνει τη δωρεά από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρεπείας δεν έχει έννομη επιρροή, εφόσον δεν εκτίθενται στο συμβόλαιο τα πραγματικά εκείνα περιστατικά τα οποία, αληθινά υποτιθέμενα, θα μπορούσαν να θεμελιώσουν την κρίση του δικαστηρίου ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρεπείας υπό την ως άνω έννοια (ΑΠ 530/1991).
Ο από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 512 του ΑΚ ισχυρισμός του εναγομένου δωρεοδόχου, συνιστά καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξιώσεως του ενάγοντος δωρητή που έχει έρεισμα στην διάταξη του άρθρου 505 του ίδιου Κώδικα και πρέπει να προτείνεται προσηκόντως και να επαναφέρεται νομίμως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (ΑΠ 655/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ήδη εκτέθηκε, το Εφετείο, αναφερόμενο στις συνθήκες καταρτίσεως της ένδικης σύμβασης δωρεάς, εξέθεσε τα εξής: "Από την αρχή της σχέσης τους, η εναγομένη, η οποία από τον πρώτο γάμο στην Αλβανία είχε δύο παιδιά, γνώρισε στον ενάγοντα σύντροφό της τη δύσκολη οικονομική κατάσταση που βρισκόταν η ίδια και τα παιδιά της που ήσαν άνεργοι, χωρίς χρήματα και πόσο μεγάλη ανάγκη είχε τη βοήθεια και υποστήριξη ενός καλού ανθρώπου, όπως ο νέος σύζυγός της αυτός.
Από την πλευρά του ο ενάγων, βλέποντας ότι η έγγαμη σχέση τους αρχικά εξελισσόταν ομαλά και απολάμβανε τις φροντίδες και περιποιήσεις της νέας συζύγου του στην οικία του..., όπου εγκαταστάθηκαν και παράλληλα αντιλαμβανόμενος την ανασφάλεια που ένιωθε για το μέλλον η σύζυγός του, αφού ο ίδιος ήταν ηλικιωμένος και αυτή βρισκόταν μόνη σε ξένη χώρα, χωρίς περιουσιακά στοιχεία και χρήματα, δέχθηκε να της μεταβιβάσει, προκειμένου να την εξασφαλίσει για το μέλλον ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο του, πιστεύοντας ότι κατόπιν αυτού η τελευταία θα αισθανόταν ασφαλής και ο ίδιος θα επιτύγχανε την απόλυτη οικογενειακή ηρεμία".
Ακολούθως δε, σε συνέχεια των προαναφερόμενων παραδοχών του, δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον όγδοο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Υποστηρίζει η εναγόμενη ότι η ένδικη δωρεά δεν μπορεί να ανακληθεί σύμφωνα με το άρθρο 512 ΑΚ γιατί όπως συνομολογήθηκε στο δωρητήριο συμβόλαιο έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας...,.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί μόνη η δήλωση του δωρητή στο δωρητήριο συμβόλαιο ότι κάνει τη δωρεά από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν έχει έννομη επιρροή, αφού δεν εκτίθενται στο συμβόλαιο τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία αληθινά υποτιθέμενα, μπορούν να θεμελιώσουν την κρίση ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας υπό την έννοια του άρθρου 512 Α.Κ....
Αντίθετα μάλιστα στο ένδικο συμβόλαιο ενώ κατ' αρχήν αναφέρεται ότι η δωρεά δεν μπορεί να ανακληθεί γιατί έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας, χωρίς να εξειδικεύονται αυτοί, στη συνέχεια... αναφέρονται ως περιπτώσεις που μπορεί να χωρίσει εγκύρως ανάκληση της δωρεάς η εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης, η παράλειψη φροντίδας και περιποίησης, η απαίτηση για παραχώρηση με δωρεά και άλλων περιουσιακών στοιχείων και οι περιπτώσεις των άρθρων 505 και 506 Α,Κ., δηλαδή γενικά λόγω αχαριστίας, την εφαρμογή των οποίων περιπτώσεων επιθυμούν οι διάδικοι συμβαλλόμενοι στο συμβόλαιο....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση, από το άρθρο 512 ΑΚ, για το μη ανακλητό της ένδικης δωρεάς, ως γενόμενης από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας του αναιρεσιβλήτου προς αυτήν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 512 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα, ότι η ένδικη δωρεά δεν επιβαλλόταν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, παρά τον χαρακτηρισμό της αυτό στο δωρητήριο συμβόλαιο, εφόσον δεν εκτίθενται σε αυτό τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία θεμελιώσουν την κρίση ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρεπείας υπό την ως άνω έννοια, δεδομένου ότι, με βάση και τις ως άνω λοιπές ανέλεγκτες παραδοχές του, η δωρεά αυτή, δεν ανταποκρινόταν κατ' αντικειμενική κρίση σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του αναιρεσιβλήτου, ασχέτως προς τα ελατήρια τα οποία τον ώθησαν, ούτε ανταποκρινόταν στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή έγινε από κοινωνική υποχρέωση, και, συνεπώς, υπέκειτο σε ανάκληση, λόγω αχαριστίας.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου όγδοος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τα οικεία μέρη του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 2086/2017, ΑΠ 841/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως και με τον συναφή τρίτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη "πράγματα" (ισχυρισμούς) που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να έχουν προταθεί από τον αναιρεσίβλητο με την αγωγή του.
Συγκεκριμένα, με τον πέμπτο λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αφετηρία της ενιαύσιας προθεσμίας του άρθρου 510 ΑΚ την πρόσκλησή του αναιρεσιβλήτου "στις 7-1-2014 στο Α.Τ. ..., σε εκτέλεση εισαγγελικής παραγγελίας κατόπιν παραπόνων που υπέβαλε ο εραστής της συζύγου του, προφανώς κατόπιν συνεννοήσεως με την ίδια, ότι δήθεν τον συκοφαντεί επειδή του ζήτησε να διακόψει την παράνομη ερωτική σχέση", χωρίς, ωστόσο, το γεγονός της συνεννόησης με την αναιρεσείουσα να αποτελεί περιεχόμενο της αγωγής.
Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε για τη θεμελίωσή της, και ειδικότερα ως βαρύ παράπτωμα αχαριστίας της αναιρεσείουσας, και το ότι η τελευταία δημιούργησε και διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις διαμένοντας και φιλοξενώντας τον εραστή της στο διαμέρισμα που κατασκευάστηκε επί του δωρηθέντος οικοπέδου και ότι αποκορύφωμα της αχάριστης συμπεριφοράς της εναγομένης αποτέλεσε το γεγονός ότι, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, ύστερα από παράπονα που υπέβαλε εναντίον του ο εραστής της, ο οποίος τον κατηγόρησε για απειλή και συκοφαντική δυσφήμηση, κλήθηκε στις 7-1-2014 για εξηγήσεις από το Α.Τ. ....
Επικαλέστηκε σαφώς, δηλαδή, ο αναιρεσίβλητος συμμετοχή της αναιρεσείουσας στο προναφερόμενο περιστατικό. Ενόψει αυτού, ο ανωτέρω λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο, κατόπιν εκτιμήσεως των περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις κατά την έρευνα του ανωτέρω αγωγικού ισχυρισμού, δέχθηκε τα προπαρατεθέντα, ότι δηλαδή η υποβολή παραπόνων στο αστυνομικό τμήμα από το προαναφερόμενο πρόσωπο έγινε "κατόπιν συνεννοήσεως" με την αναιρεσείουσα, έστω και αν αυτό δεν διαλαμβάνεται ή δεν συμπίπτει πλήρως προς τα εκτιθέμενα στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής.
Δηλαδή, το περιστατικό αυτό, το οποίο το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέν, αφορά σε περαιτέρω διευκρίνιση και πληρέστερο προσδιορισμό του ανωτέρω αναφερόμενου περιστατικού σχετικά με την κλήση του αναιρεσιβλήτου στο αστυνομικό τμήμα, που θεμελιώνει, μαζί με τα υπόλοιπα περιστατικά, το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου προς ανάκληση της δωρεάς, και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος ανάγεται στην υπό του δικαστηρίου αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.
Σημειωτέον δε, ότι στην από 23-10-2014 εξώδικη δήλωση, με την οποία ο αναιρεσίβλητος ανακάλεσε την ένδικη δωρεά και με βάση την οποία ασκήθηκε η αγωγή, αναφέρεται ευθέως ότι ο ως άνω εραστής υπέβαλε παράπονα στο αστυνομικό τμήμα "σε συνεννόηση" με την αναιρεσείουσα. Εξάλλου, με τον τρίτο λόγο, κατά το οικείο ως άνω μέρος, η αναιρεσείουσα, παραθέτοντας εκτενές απόσπασμα της αγωγής (σελ. 4-7) προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια ότι από την αντιπαραβολή του περιεχομένου αυτής, όπως παρατίθεται ολόκληρο στο αναιρετήριο, και των συγκεκριμένων αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι όλα τα ως αποδειχθέντα, "πλην των αορίστων ισχυρισμών περί ύβρεων και απειλών προς αυτόν και τα τέκνα του και των των αορίστων ισχυρισμών περί δήθεν εγκαταλείψεως της συζυγικής στέγης και περί δήθεν εξωσυζυγικών σχέσεων" αποτελούν "πράγματα" μη προταθέντα.
Έτσι προβαλλόμενος ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, ήτοι με γενική αντιπαραβολή του περιεχομένου της αγωγής και αυτού της αναιρεσιβαλλομένης, είναι, προεχόντως, αόριστος, αφού, πέραν των ως εξαίρεση αναγραφόμενων περιστατικών (ύβρεων και απειλών, εγκατάλειψης της συζυγικής στέγης, εξωσυζυγικών σχέσεων) δεν παρατίθενται αναλυτικά, ποια ακριβώς άλλα αναγκαία και ουσιώδη για την έκβαση της δίκης στοιχεία, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποτελούν περιεχόμενο της αγωγής, ήτοι δεν αναφέρονται κατά τρόπο συγκεκριμένο ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο έλαβε υπόψη, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της αποφάσεως, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 766/2016).
Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αφού από την αντιπαραβολή του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης με το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αγωγής, προκύπτει ότι όλες οι παραδοχές της απόφασης ως προς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία της αναιρεσείουσας, ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, αφού ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε και η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν οι συνεχείς πιέσεις της αναιρεσείουσας για τη μεταβίβαση σε αυτή περισσότερων περιουσιακών στοιχείων, η αδιαφορία αυτής για το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου και τελικά η εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης παρά τα προβλήματα υγείας του του αναιρεσιβλήτου, η εκτόξευση ύβρεων και απειλών κατ' αυτού με τη δημιουργία επεισοδίων και η σύναψη εξωσυζυγικής σχέσης.
Οι όποιες δε διαφορές, οι οποίες αφορούν την διευκρινιστική παράθεση της εξέλιξης των εν γένει σχέσεων των διαδίκων, που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής χωρίς να μεταβάλει αυτήν, καθώς και την εξειδίκευση των κρίσιμων περιστατικών, όπως προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν αυτοτελώς "πράγμα" υπό την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 31/2013), αλλ' αντιθέτως συνιστούν εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.α ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται ο από τον αριθμό αυτό λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει. Από τη διάταξη δε αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο άνω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια είναι τα ανεπίτρεπτα από το νόμο αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί υπόψη, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και ότι το απαράδεκτο αυτό είχε νόμιμα προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 490/2017, ΑΠ 949/2015).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 ΚΠολΔ, οι οποίες προσετέθησαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, συνάγεται ότι είναι παραδεκτή η επίκληση και προσκόμιση από τους διαδίκους προαποδεικτικώς προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αρμοδίως ληφθεισών κατά την εν λόγω διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ ενόρκων βεβαιώσεων, υπό την προϋπόθεση της επιδόσεως επιμελεία του ενδιαφερομένου διαδίκου προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών προ της ημερομηνίας λήψεως της βεβαιώσεως κλήσεως προς τον αντίδικο, στην οποία να αναφέρονται η αγωγή ή το ένδικο βοήθημα ή το ένδικο μέσο, το οποίο αφορά η βεβαίωση, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα λήψεως της βεβαιώσεως και το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του βεβαιούντος, εάν δε παραλειφθεί η εν λόγω επίδοση ή το δικόγραφο της κλήσεως δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία, αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως βλάβης του καθ' ου, η δοθείσα βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπ' όψιν από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο στην δίκη, την οποία αφορά, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει, κατά την διάταξη της παραγράφου 4 του ενάτου άρθρου Ν. 4335/2015, κατ' εφαρμογή της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β' και 24 παρ. 1 εδ. α' ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενεργείας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις, έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας.
Περαιτέρω, κατά το ισχύον τον κρίσιμο χρόνο άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης ενώπιον των πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία, είναι παραδεκτές, ως αποδεικτικά μέσα, και ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου μέρους. Αν λείπει η προϋπόθεση αυτή οι ένορκες βεβαιώσεις δεν είναι απλώς άκυρες, αλλά ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη.
Οι, ως άνω, δε ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση (ΑΠ 184/2011). Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί νομότυπης ή μη νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ (Ολ.
ΑΠ 30/2002, Ολ. ΑΠ 2/2008) και συνεπώς κάθε ισχυρισμός διαδίκου που στρέφεται κατά της σχετικής βεβαίωσης του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτος (ΑΠ 736/2016), ενώ η παράλειψη του δικαστηρίου να βεβαιώσει στην απόφασή του ότι τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις δεν ιδρύει τον από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (περ. α) λόγο, καθόσον, αν στην απόφαση δεν βεβαιώνεται το αντίθετο, θεωρείται ότι αυτές έχουν ληφθεί κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (ΑΠ 826/2015).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.
Συνεπώς, ως δικαστικά τεκμήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει και είχαν προσκομισθεί σε άλλη πολιτική ή ποινική δίκη, δεδομένου ότι αυτές, εφόσον δεν λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίηση τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται, το δε δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που ελήφθησαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που ελήφθησαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 897/2014, ΑΠ 254/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, μεταξύ των άλλων, και τις παρακάτω ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσίβλητος, ήτοι αφενός μεν "τις ένορκες βεβαιώσεις 15541/12-8-2015 και 1.084/22-10-2015 ενώπιον του συμ/φου ...
Σ. Α. η πρώτη και της συμ/φου ... Γ. Κ. η δεύτερη που... έχουν ληφθεί μετά νόμιμη κλήτευση της εναγομένης", καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις τρίτων, ήτοι τις "11523/7-10-2014 ενώπιον της συμ/φου ... Σ. Τ., 188/29-9-2014, 306/17-92013 και 21470/3-2-2014 ενώπιον της συμ/φου ... Α. Κ., οι οποίες δόθηκαν στο πλαίσιο άλλων προηγούμενων δικών μεταξύ των διαδίκων και τις οποίες συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αριθμ. 11 α' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τις ανωτέρω 15541/12-8-2015 και 1.084/22-10-2015 ένορκες βεβαιώσεις, αναφέροντας απλώς ότι λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευσή της, χωρίς να κάνει μνεία της σχετικής έκθεσης επιδόσεως από την οποία προκύπτει ότι αυτή πράγματι κλητεύτηκε νόμιμα, και, επίσης, ότι εκτίμησε ως δικαστικά τεκμήρια τις ένορκες βεβαιώσεις 11523/7-10-2014 και 306/17-92013, χωρίς να βεβαιώνει ότι αυτές ελήφθησαν ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευσή της, καίτοι νομίμως είχε προτείνει το απαράδεκτο των ως άνω αποδεικτικών μέσων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την κλήτευση της αναιρεσείουσας από τον αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά τη λήψη των 15541/12-8-2015 και 1.084/22-10-2015 ένορκων βεβαιώσεων, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται, κατά τα ανωτέρω, ότι αυτές ελήφθησαν μετά από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσείουσας, ενώ δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται στην απόφαση ειδικά τα περιστατικά που επιβεβαιώνουν την νόμιμη αυτή κλήτευσή της.
Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος, είναι επίσης απαράδεκτος, αφού το δικαστήριο της ουσίας νομίμως έλαβε υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια και τις λοιπές δύο ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν προσκομισθεί σε προηγούμενες δίκες μεταξύ των διαδίκων, έστω και αν αυτές ελήφθησαν χωρίς κλήτευση της αναιρεσείουσας.
Επισημαίνεται ότι δεν προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι ελήφθησαν υπόψη και οι 21456/14 και 21619/14 ένορκες βεβαιώσεις, όπως υποστηρίζει με τον ίδιο αναιρετικό της λόγο η αναιρεσείουσα.
O προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, δεν ιδρύεται όταν δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση, διότι η κατανομή του βάρους απόδειξης γίνεται με την προδικαστική απόφαση. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο (Α.Π. 1710/2012).
Ωστόσο, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρα 5 του ν. 2195/2001 και 12 του ν. 2915/2001), οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται πλέον μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 1693/2017, ΑΠ 692/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο λόγο της αίτησης αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "Κατόπιν των ανωτέρω που βεβαιώνονται, οι αντίθετες ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει η εναγόμενη, στο περιεχόμενο των οποίων βεβαιώνεται ότι η τελευταία ποτέ δεν επέδειξε αντισυζυγική συμπεριφορά, δεν σύναψε παράνομη ερωτική σχέση και πάντα παρείχε τις φροντίδες της στον ενάγοντα σύζυγό της, ο οποίος αντιθέτως της φερόταν με βάναυσο και υβριστικό τρόπο και την εκδίωξε από τη συζυγική οικία δεν κρίνονται πειστικές, αφού αναιρούνται από όσα ειδικότερα βεβαιώνονται στις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει ο ενάγων και είναι αβάσιμες", δεν κατένειμε ορθά το αντικειμενικό βάρος απόδειξης ως προς τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου για βαρύ παράπτωμα και αχάριστη συμπεριφορά αυτής απέναντί του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη όχι γιατί έκρινε αναπόδεικτο τον ως άνω αρνητικό της ιστορικής βάσης της αγωγής ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, αλλά γιατί δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους αποδείχθηκε πλήρως ο αγωγικός ισχυρισμός, ότι η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας συνιστά βαρύ παράπτωμα, κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ, και ότι με αυτή φάνηκε αχάριστη προς τον αναιρεσίβλητο δωρητή.
Δέχθηκε δηλαδή ότι αποδείχθηκαν τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά από τον προς τούτο βαρυνόμενο αναιρεσίβλητο, κρίνοντας, παράλληλα, αναπόδεικτο τον σχετικό αρνητικό της ιστορικής βάσης της αγωγής ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, χωρίς να αντιστρέψει το αντικειμενικό βάρος απόδειξης.
Κατά συνέπεια, ουδόλως έγινε δεκτό από το Εφετείο, ότι μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων αμφιβάλλει ως προς το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία της αναιρεσείουσας, οπότε και μόνο θα ελεγχόταν αναιρετικά στο πλαίσιο του άρθρου 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του δικαστηρίου, δηλαδή ότι ο ως άνω αμφίβολος αγωγικός ισχυρισμός κρίθηκε εσφαλμένα ως βάσιμος κατ' ουσίαν.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-7-2018 αίτηση της Α. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 23/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2020.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και νυν ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ