Supreme Court allows appeal against first-instance judgment for misinterpreting bankruptcy enforcement moratorium laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the first-instance judgment, finding a procedural error in the lower court's handling of the case. The appellant argued that the single-member court of Thessaloniki incorrectly applied bankruptcy statutes by treating a declaratory lawsuit as an enforcement measure. The court agreed, ruling that the specific moratorium provisions do not cover such lawsuits, thereby invalidating the lower court's application of the law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 14A(20) of Law 3429/2005 and 27 of Law 4487/2017; The moratorium on individual enforcement measures does not encompass declaratory lawsuits or constitute a general suspension of individual proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 656 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 656/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε. Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2022 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 5110/2023 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-6-2023 αίτησή του.
Με την 151/2024 Πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με τη με αριθμό 151/2024 πράξη της Προέδρου του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και κατόπιν της υπ'αριθ. 129/2024 πράξης της Προέδρου του Αρείου Πάγου νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της κρινόμενης από 30.6.2023 (με αριθ. εκθ. καταθ. 13977/1157/30.6.2023) αίτησης αναίρεσης, καθόσον, μετά τη συζήτηση αυτής στην ορισθείσα δικάσιμο της 24.10.2023, δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτου.
2.Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 582/2016). Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική συζήτηση, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 76/2024, 674/2023, 936/2018).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της από 30.6.2023 (με αριθ. εκθ. καταθ. 13977/1157/30.6.2023) αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (21.1.2025), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ο αναιρεσείων και το αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ., ούτε υποβλήθηκε ως προς καθέναν από αυτούς, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Από το από 27.9.2024 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Κ. Τ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της πιο πάνω, με αριθ. 151/2024, πράξης της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με πράξη ορισμού δικασίμου της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (21.1.2025) και της κλήσης να παραστεί στη συζήτηση αυτής κατά την εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Χρήστο Παππά, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, ο οποίος, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου του αναιρεσείοντος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη, καθότι, όπως προκύπτει από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του από 1.7.2023 πληρεξουσίου (ιδιωτικού εγγράφου που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του αναιρεσείοντος από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών), ο αναιρεσείων διόρισε τον ως άνω δικηγόρο πληρεξούσιο και αντίκλητο του προκειμένου ο τελευταίος να παρασταθεί, με την ως άνω ιδιότητα του, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 24.10.2023, κατά την οποία και παρέστη προσηκόντως ο αναιρεσείων με δήλωση, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του, καθώς και σε οποιαδήποτε μετ' αναβολή ή διακοπή δικάσιμο.
Ομοίως, από το 19.9.2024 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Κ. Δ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω, με αριθ. 151/2024, πράξης της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με πράξη ορισμού δικασίμου της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (21.1.2025) και της κλήσης να παραστεί στη συζήτηση αυτής κατά την εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Μιχαήλ Βακουφάρη, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, ο οποίος, κατά το ως άνω άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου του αναιρεσιβλήτου για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη, καθότι, όπως προκύπτει από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του από ....2023 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.
Σ. Ρ., το αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ. διόρισε τον εν λόγω δικηγόρο πληρεξούσιο και αντίκλητο του προκειμένου ο τελευταίος να παρασταθεί, με την ως άνω ιδιότητά του, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 24.10.2023, κατά την οποία και παρέστη προσηκόντως το αναιρεσίβλητο με δήλωση, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του, καθώς και σε οποιαδήποτε μετ' αναβολή δικάσιμο.
Εφόσον, δε, η επαναλαμβανόμενη με την πιο πάνω συζήτηση της υπόθεσης αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, τόσο ο αναιρεσείων όσο και το αναιρεσίβλητο, που παρέστησαν προσηκόντως στην αρχική συζήτηση της υπόθεσης που έγινε στη δικάσιμο της 24.10.2023 και δεν παρίστανται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση αυτής, που έγινε στην αναγραφόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (21.1.2025) δικάζονται αντιμωλία.
3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. ', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 5/2001) και όχι κατά το χρόνο συζήτησης αυτής (ΑΠ 1005/2023, 611/2022, 145/2011). Είναι, δε, τελεσίδικη η απόφαση η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση ή παραίτηση από το ήδη κατ' αυτής ασκηθέν τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης. Μάλιστα στην τελευταία περίπτωση η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης ανατρέχει στο χρόνο άσκηση της αναίρεσης, ανεξαρτήτως αν η επίδοση του οικείου περί παραίτησης δικογράφου έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο από την άσκηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 1005/2023, 1951/2022, 611/2022).
Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 518 ΚΠολΔ η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, αν ο διάδικος που δικάσθηκε διαμένει στην Ελλάδα, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο (2) χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Συνεπώς η, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε άκαρπη η ανωτέρω τριακονθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης ή σε περίπτωση μη επίδοσης αυτής η διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευσή της, είτε διότι κατά τα προαναφερθέντα ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της έφεσης ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, οπότε έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β' ΚΠολΔ (ΑΠ 1005/2023, 1951/2022, 1271/2022, 611/2022).
Περαιτέρω, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ήδη ασκηθέντος ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1005/2023, 1271/2022, 611/2022). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης έφεσης μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει έφεση. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ. β' ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας όμως μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκηση έφεσης, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και, ως εκ τούτου, να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1005/2023, 760/2022, 611/2022).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 23 ν. 4482/2017 (ΦΕΚ Α' 102/25.7.2017) "Νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για τις αστικές συγκοινωνίες στην Περιφερειακή Ενότητα της Θεσσαλονίκης και άλλες διατάξεις": "1. Εξαγοράζεται από το ελληνικό Δημόσιο το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης" (Ο.Α.Σ.Θ.). 2.
Η επιχείρηση εξαγοράζεται ως σύνολο......3. Η εξαγορά του Ο.Α. Σ.Θ. συντελείται και τελειούται από και διά του παρόντος νόμου, από τη θέση του οποίου σε ισχύ περιέρχεται στο ελληνικό Δημόσιο το σύνολο των μετοχών του Οργανισμού. Από τη θέση του παρόντος σε ισχύ, τη Γενική Συνέλευση του Ο.Α.Σ.Θ. απαρτίζουν, ως εκπρόσωποι του ελληνικού Δημοσίου, οι Υπουργοί Οικονομικών και Υποδομών και Μεταφορών. 4.
Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, η οποία εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, διορίζονται τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.....Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης: α)τίθεται ο Ο.Α.Σ.Θ. σε εκκαθάριση εν λειτουργία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, και β)ορίζεται η προσωρινή συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης, κατά την εκκαθάριση, για την εκτέλεση του μεταβατικού συγκοινωνιακού έργου, σύμφωνα με τους σκοπούς του παρόντος νόμου......
Κατά δε το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου νόμου (4482/2017), όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε πριν και μετά την αντικατάσταση του εν λόγω άρθρου με το άρθρο 41 παρ. 5 του ν. 4649/2019 (ΦΕΚ Α' 190/30.11.2019), "Δυνάμει της απόφασης της παραγράφου 4 του άρθρου 23 και παράλληλα προς την παροχή του συγκοινωνιακού έργου, ο Ο.Α.Σ.Θ. τίθεται σε ειδική εκκαθάριση εν λειτουργία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου", ενώ κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου, όπως ίσχυε πριν την προαναφερόμενη αντικατάσταση του άρθρου "Το Διοικητικό Συμβούλιο, ενεργώντας ως εκκαθαριστής, προβαίνει σε πλήρη απογραφή της περιουσίας του Ο.Α.Σ.Θ.
και δημοσιεύει κατά τις κείμενες διατάξεις ισολογισμό έναρξης εκκαθάρισης που κοινοποιείται στη Γενική Συνέλευση, η οποία διατηρεί όλα τα δικαιώματά της κατά το χρόνο της ειδικής εκκαθάρισης. Το Δ.Σ. δημοσιεύει ισολογισμό και με το πέρας της εκκαθάρισης". Επίσης, κατά την παρ. 2 δ. α' του ίδιου άρθρου, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 27 του ν. 4482/2017, "κατά το διάστημα της εκκαθάρισης, το Διοικητικό Συμβούλιο έχει τις αρμοδιότητες και καθήκοντα του άρθρου 24 και οφείλει να περαιώσει το σύνολο των εκκρεμών υποθέσεων της εταιρείας, να εξοφλήσει τα χρέη και να εισπράξει τις απαιτήσεις της".
Σύμφωνα, δε, με την παρ. 6 του άρθρου 27 του ν. 4482/2017 (παρ. 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 41 παρ. 5 του ν. 4640/2019), "από τη θέση της εταιρίας σε εκκαθάριση και μέχρι την ολοκλήρωσή της, εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου 20 του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 (Α' 314)". Κατά την αμέσως προαναφερόμενη διάταξη (παράγραφος 20 του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005): "Από τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου περί θέσης της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση και μέχρι την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, απαγορεύεται κάθε μέτρο, εκκρεμές ή όχι, ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της επιχείρησης και η λήψη ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της.
Η απαγόρευση αφορά τα χρέη της υπό ειδική εκκαθάριση επιχείρησης που δημιουργήθηκαν πριν όσο και εκείνα που δημιουργούνται μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου.....". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 27 του ν. 4482/2017, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της ειδικής εκκαθάρισης εν λειτουργία της επιχείρησης του αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ.
αναστέλλονται τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και τα ασφαλιστικά μέτρα εναντίον της. Η απαγόρευση, όμως, αυτή δεν περιλαμβάνει την αναστολή εν γένει των ατομικών διώξεων σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ., όπως αυτή προβλέπεται στον Πτωχευτικό Κώδικα, καθώς οι διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 8 του ν. 4482/2017 και 14Α παρ. 20 του ν. 3429/2005 είναι σαφείς και πλήρεις και δεν προβλέπεται με αυτές η συμπληρωματική εφαρμογή της διάταξης του Πτωχευτικού Κώδικα, και δη εκείνων του άρθρου 25 παρ. 1 και 2 του προϊσχύσαντος Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007) και ήδη του άρθρου 100 παρ. 1 και 4 του ν. 4738/2020, σύμφωνα με τις οποίες από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδίκαια όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους, και ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ενδίκων μέσων κλπ. (παρ. 1), και πράξεις κατά παράβαση της αναστολής αυτής είναι απολύτως άκυρες (άρθρ. 25 παρ. 2 προϊσχύσαντος Πτωχευτικού Κώδικα και άρθρ. 100 παρ. 4 του ν. 4738/2020), Ούτε δε, επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Άλλωστε, η ειδική εκκαθάριση, στην οποία τελεί το εναγόμενο ν.π.ι.δ., καταστρώνεται στο νόμο διαφορετικά ακόμη και από εκείνη των λοιπών διατάξεων (ήτοι πέραν της παρ. 20) του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005, και στο πλαίσιο αυτής (της ειδικής εκκαθάρισης του εναγομένου ν.π.ι.δ. κατά το ν. 4482/2017) δεν προβλέπεται ειδική διαδικασία για την ενημέρωση των πιστωτών, την αναγγελία των απαιτήσεων και την εξέλεγξη αυτών, που να υποκαθιστά νομικά και ουσιαστικά την έγερση και έλεγχο των αξιώσεων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 14Α του ν. 3429/2005 για τη διαδικασία και τον ακριβή τρόπο της συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών, η δε ειδική εκκαθάριση αυτή, στην οποία τελεί το εναγόμενο, ενεργείται από εσωτερικό όργανο του, και δη το διοικητικό συμβούλιο του, που ορίζεται από γενική συνέλευσή του (κατ' άρθρ. 23, 24 και 27 ν. 4482/2017), με τη συνδρομή ελεγκτικής εταιρίας (άρθρο. 25 ν. 4482/2017) και ορκωτού ελεγκτή.
Συνεπώς, η κατ' άρθρ. 14Α παρ. 20 του ν. 3429/2005 απαγόρευση, κατά παραπομπή του άρθρου 27 παρ. 6 του ν. 4482/2017, δεν καταλαμβάνει και δίκες αναγνωριστικές και καταψηφιστικές των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη υπό εκκαθάριση ν.π.ι.δ. Εκτός, δε, των ανωτέρω διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 14Α παρ. 20 του ν. 3429/2005 θα στερούσε αδικαιολογήτως από εκείνους που έχουν αξιώσεις κατά της επιχείρησης αυτής, το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ειδικότερα του περιλαμβανομένου σ' αυτό δικαιώματος πρόσβασης στα αρμόδια δικαστήρια που αμφότερα προστατεύονται από το άρθρο. 20 παρ. του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. (πρβλ. ΟλΑΠ 16/1994, ΑΠ 1219/1997, 340/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση με την υπό κρίση από 30.9.2023 (με αριθ. εκθ. καταθ. 13977/1157/30.6.2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 5110/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, δημοσιεύθηκε στις 13.4.2023 και με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 11.10.2022 (με αριθ.
εκθ. καταθ. 20671/17145/17.10.2022) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.) το οποίο έχει τεθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης εν λειτουργία, κατ' άρθρ. 27 του ν. 4482/2017 από τις 7.8.2017, αντικείμενο της αναγνώριση της ακυρότητας της θέσης του σε αργία, στις 12.7.2022, ύστερα από απόφαση της Γενικής Συνέλευσής του, με την αποδοχή έκτοτε της εργασίας του, και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας καθώς και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 30.6.2023 και με το δικόγραφο αυτής ο αναιρεσείων δήλωσε ότι παραιτείται από το δικαίωμα άσκησης έφεσης κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Από δε το νομίμως προσκομιζόμενο από τον αναιρεσείοντα από 1.7.2023 πληρεξούσιο (ιδιωτικό έγγραφο), που φέρει βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του από δημόσια αρχή (ΚΕΠ), κατ' άρθρο 96 παρ. 3 εδ.
β' ΚΠολΔ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, εκτός από τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο Αθηνών (μεταξύ των άλλων) Χρήστο Παππά, να προσδιορίσει την αίτηση αναίρεσης και να παραστεί κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, έδωσε εντολή να προβεί σε όλες τις νόμιμες και απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να καταθέσει σχετική αίτηση αναίρεσης απευθείας κατά της υπ' αριθ. 5110/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εγκρίνοντας με τον τρόπο αυτό τη ρητή με το δικόγραφο της αναίρεσης παραίτηση από το δικαίωμα του ιδίου κατά της προσβαλλόμενης αυτής απόφασης.
Η έγκριση δε αυτή, ενεργώντας αναδρομικώς, ισχυροποίησε και την με τον τρόπο αυτό παραίτηση, και δη από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Υπό τα δεδομένα αυτά, επομένως, κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η προσβαλλόμενη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη, υποκείμενη, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, σε αναίρεση.
Η δε αίτηση αναίρεσης, ασκηθείσα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο, δε, προβαλλόμενος με τις από 20.9.2023 προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 21.2.2023 ότι πρέπει η κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι το γεγονός ότι το αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ.
έχει τεθεί σε ειδική εκκαθάριση εν λειτουργία, κατ' άρθρ. 27 του ν. 4482/2017, δεν εμποδίζει την πρόοδο της προκείμενης αναιρετικής δίκης, η οποία, αφορώντας σε δίκη επί αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με αναγνωριστικό και καταψηφιστικό χαρακτήρα, και όχι μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν εμπίπτει στην πιο πάνω απαγόρευση του άρθρου 14Α παρ. 20 του ν. 3429/2005, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής : Με την από 11.10.2022 (με αριθ. εκθ. κατ. 20671/17245/17.10.2022) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απευθυνόμενη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ.
με την επωνυμία "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης" (Ο.Α.Σ.Θ.), αυτός ιστορούσε ότι εργάστηκε στο εναγόμενο ν.π.ι.δ. ως οδηγός, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την 1.10.2008, οπότε προσλήφθηκε, έως την 12.7.2022, οπότε του επιδόθηκε η υπ' αριθ. 8236/11.7.2022 απόφαση του εναγομένου με την οποία αυτός τέθηκε σε αυτοδίκαιη αργία, καθώς καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό, δυνάμει της υπ' αριθ. 7732/5.7.2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για το αδίκημα της κατάχρησης ανηλίκου σε ασέλγεια.
Ότι η προαναφερόμενη περί θέσης του σε αργία απόφαση είναι άκυρη, διότι αφενός δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη πειθαρχική διαδικασία και αφετέρου του επιβλήθηκε η ποινή αυτή μολονότι δεν προβλέπεται από τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού του εναγομένου, επικουρικά δε επειδή ήταν καταχρηστική, αφού δεν κλήθηκε σε εξηγήσεις και δεν λήφθηκαν ηπιότερα μέτρα, όπως αυτά αναλύονται.
Ότι η παράνομη αυτή απόφαση περί παύσης του από τα ανωτέρω καθήκοντά του τον μείωσε ως άνθρωπο και ως εργαζόμενο και του προκάλεσε ηθική βλάβη, εξαιτίας της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Με βάση τα παραπάνω ζήτησε να κηρυχθεί άκυρη η απόφαση του εναγομένου να τον θέσει σε αυτοδίκαιη αργία, και να υποχρεωθεί το τελευταίο α)να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, τούτο δε με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του, β)να του καταβάλει το ποσό των 7.998,25 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από 12.7.2022 έως 12.1.2023, νομιμοτόκως, και γ)να του καταβάλει το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της επελθούσας σε βάρος του ηθικής βλάβης.
Επικουρικά, δε, και δη για την περίπτωση που κριθεί ότι η απόφαση περί επιβολής σε βάρος του της αυτοδίκαιης αργίας είναι έγκυρη, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει, κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 103 και 105 του ν. 3528/2007, το ποσό των 3.199,15 ευρώ ως μισθούς για το διάστημα από 12.7.2022 έως 12.1.2023. Άλλως, και όλως επικουρικώς, να καταδικαστεί το εναγόμενο να του καταβάλει τα παραπάνω ποσά σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, με τις ακόλουθες παραδοχές: "...όπως παραδεκτά και βάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο, η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε μετά την θέση του σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης σύμφωνα με το άρθρο 14Α του ν. 3429/2005.
Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 23 παρ. 4 ν. 4882/2017, μετά την εξαγορά του Ο.Α.Σ.Θ. από το Ελληνικό Δημόσιο, με απόφαση της ΓΣ του......ο Ο.Α.Σ.Θ. τίθεται σε ειδική εκκαθάριση εν λειτουργία σύμφωνα με τις διατάξεις του συγκεκριμένου νόμου. Η απόφαση αυτή της ΓΣ πάρθηκε στις 7.8.2017....... Περαιτέρω, κατ' άρθρο 27 παρ. 8 ν. 4882/2017, "από τη λύση και θέση της εταιρίας σε εκκαθάριση και μέχρι την ολοκλήρωσή της, εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005".
Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, από την θέση σε εκκαθάριση και μέχρι την ολοκλήρωσή της "απαγορεύεται κάθε μέτρο, εκκρεμές ή όχι, ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της επιχείρησης και η λήψη ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της. Η απαγόρευση αφορά τα χρέη της υπό [...] εκκαθάριση επιχείρησης που δημιουργήθηκαν πριν όσο και εκείνα που δημιουργούνται μετά" τη θέση σε εκκαθάριση.
Σύμφωνα δε με τη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης και κατά τη νομολογιακή κρίση, με την οποία συντάσσεται και το παρόν Δικαστήριο, η αναστολή αυτή είναι ανάλογη της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης, γι' αυτό και δεν αφορά (η αναστολή) μόνο τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, αλλά όλες τις ατομικές διώξεις, μεταξύ των οποίων και η άσκηση αγωγών, αφού προβλέπεται (αντί των ατομικών αυτών διώξεων, εκκρεμών και μη) ενιαία διαδικασία συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών.
Η προβλεπόμενη, δηλαδή, στη διάταξη του άρθρου 14Α παρ. 20 του ν. 3429/2005 απαγόρευση κάθε μέτρου ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, συνοδεύεται, για την ταυτότητα του δικαιολογητικού λόγου θέσπισής της, και από την κατ' άρθρο 25 ΠτωχΚ αναστολή των ατομικών διώξεων, κύρια συνέπεια της οποίας είναι μεταξύ άλλων το απαράδεκτο της άσκησης αγωγών.
Επομένως .... ισχύει η αναστολή των ατομικών διώξεων εναντίον του εναγομένου για όλα τα χρέη του, δηλαδή και της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος, η οποία γεννήθηκε μετά τη θέση του εναγομένου σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και η οποία πρέπει πλέον να υπαχθεί στην προαναφερθείσα διαδικασία συλλογικής εκτέλεσης.
Κατά συνέπεια, η αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη. Οφείλει, δε, να αναφερθεί ότι απαγορευθείσας της διώξεως των οικονομικών αξιώσεων του ενάγοντος, όπως τέτοιες είναι, όχι μόνο η επιδίκαση των μισθών υπερημερίας και της χρηματικής ικανοποίησης αλλά και η καταδίκη του εναγομένου σε χρηματική ποινή για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών του, ελλείπει στο πρόσωπο του ενάγοντος η διαδικαστική προϋπόθεση του εννόμου συμφέροντος για την αναγνώριση της ακυρότητας της ανωτέρω απόφασης του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου του εναγόμενου.
Ειδικότερα, η επιχειρούμενη διαδικαστική πράξη (άσκηση αγωγής μόνο για την ακύρωση της ανωτέρω πειθαρχικής απόφασης) δεν προάγει το σκοπό της δίκης, καθώς η ζητούμενη με αυτήν δικαστική προστασία δεν κρίνεται ικανή να συμβάλει στην προστασία του ιδιωτικού δικαιώματος του εν λόγω προσφεύγοντος, αφού η εν λόγω αναγνώριση της ακυρότητας, απομονωμένη πλέον από την δυνατότητα έμμεσης εκτέλεσης διά της επιβολής χρηματικής ποινής, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του εναγομένου προς την εκδοθείσα απόφαση καθώς και από τη δυνατότητα επιδίκασης μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποιήσεως ένεκα ηθικής βλάβης, προσβλέπει μόνον στην ηθική ικανοποίηση του ενάγοντος.
Τούτο διότι με την τυχόν υπέρ αυτού εκδοθησομένη απόφαση δεν θα έχει εις χείρας του και έναν εκτελεστό τίτλο ώστε να μπορέσει να επιτύχει την απόλαυση των επιδίκων αξιώσεών του, καθώς διά της εν λόγω δικαστικής αποφάσεως, θα στερείται δυνατότητας, έστω και έμμεσης, εκτέλεσης και δεν θα επιτύχει να επανατοποθετηθεί στην προτέρα θέση του.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη.....". Με την κρίση του αυτή, ωστόσο, ήτοι με το να δεχθεί ότι, επειδή το αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ. έχει τεθεί σε ειδική εκκαθάριση εν λειτουργία, κατ' άρθρ. 27 του ν. 4482/2017, η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 14Α παρ. 20 του ν. 3429/2005 απαγόρευση κάθε μέτρου ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, συνοδευόμενη, για την ταυτότητα του δικαιολογητικού λόγου της θέσπισής της, και από την κατ' άρθρο 25 ΠτωχΚ αναστολή των ατομικών διώξεων, καταλαμβάνει και την άσκηση αγωγών για όλα τα χρέη του, ήτοι και την υπό κρίση αγωγή, καθ' ο μέρος αφορά σε χρηματικές αξιώσεις του ενάγοντος - οδηγώντας, περαιτέρω, και σε έλλειψη εννόμου συμφέροντος του τελευταίου ως προς το αγωγικό αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της ανωτέρω απόφασης του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου του εναγομένου - εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 8 του ν. 4482/2017 και 14Α παρ. 20 του ν. 3429/2005, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Και τούτο, διότι, όπως στις ανωτέρω οικείες νομικές σκέψεις εκτίθεται, από τη διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 27 του ν. 4487/2017, προκύπτει ότι ναι μεν, κατά τη διάρκεια της ειδικής εκκαθάρισης εν λειτουργία της επιχείρησης του αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ., αναστέλλονται τα μέτρα, εκκρεμή ή μη, ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και τα ασφαλιστικά μέτρα εναντίον της, όμως η απαγόρευση αυτή δεν καταλαμβάνει την αναστολή εν γένει των ατομικών διώξεων σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ., όπως εσφαλμένα έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Στη δε απαγόρευση αυτή δεν εμπίπτει η προκείμενη αγωγή, που έχει αναγνωριστικό και καταψηφιστικό χαρακτήρα, και δεν συνιστά μέτρο ατομικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αιτίαση, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις.
6. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού, εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου που έγινε δεκτός, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθεί κατά ένα μέρος η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του και κατά τα λοιπά να συμψηφιστεί, καθόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 176, 179 εδ. α, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 110/2025) όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5110/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ. στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ