Supreme Court dismisses appeal against second-instance rejection of appeal due to untimely filing and lack of force majeure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting the appeal as untimely. The lower court found the appellant failed to prove force majeure for missing the deadline, noting he knew of his address change and failed to notify authorities. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 510, 578 of the Code of Civil and Administrative Procedure: An appeal filed after the statutory deadline is inadmissible unless force majeure is proven; failure to notify authorities of an address change constitutes the appellant's fault, precluding a force majeure claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 76 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 76/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Λεπενιώτη, Σοφία Οικονόμου-Εισηγήτρια, Κωστούλα Πρίγγουρη και Παρασκευή Τσούμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή, λόγω κωλύματος του τακτικού Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεώργιου Σκιαδαρέση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Z. I. του A., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια, για αναίρεση της 1448/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 8-7-2022 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1047/2022.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 8-7-2022 αίτηση - δήλωση του Z. I. του A., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, που επιδόθηκε αυθημερόν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της με αριθ. 1449/31-3-2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθ. 2731/2019 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 462, 464, 466, 474 παρ. 2Α και 4, και 504 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ) και περιέχει λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Θ' ΚΠΔ. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
Ι) Από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων, όταν ο δικαιούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημερών, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης.
Ειδικότερα, η προθεσμία για τον απόντα διάδικο αρχίζει από την νόμιμη σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ΚΠΔ επίδοση της ερήμην απόφασης και δεν εκκινεί - έστω και αν ο διάδικος είχε με άλλο τρόπο γνώση της απόφασης- αν η επίδοση δεν είναι έγκυρη, γεγονός που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και αν δεν προτείνεται στο εφετήριο η ακυρότητα, διότι το εμπρόθεσμο ή μη του ενδίκου μέσου αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση (ΟλΑΠ 3/2002).
Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο,(δηλαδή και αυτό της έφεσης), απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως, κατά της σχετικής δε απόφασης (που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη) επιτρέπεται αναίρεση για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 του ισχύοντος ΚΠΔ, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης του εφετείου για το απαράδεκτο, στην οποία περιορίζεται ο έλεγχος του Αρείου Πάγου σε τέτοια περίπτωση (ΑΠ 703/2022, ΑΠ 1030/2020).
Περαιτέρω, ενόψει της γενικής αρχής του δικαίου ότι κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Στην εξαιρετική, αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 4 του ισχύοντος ΚΠΔ, ο ασκών το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην περί αυτού έκθεση (δήλωση) το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του, δηλαδή, τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά.
Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο δεν οφείλεται οπωσδήποτε σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί απ' αυτόν με κανένα τρόπο.
Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ανώτερης βίας, εξ αιτίας της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, αλλιώς ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ΚΠΔ. (ΑΠ 372/2019, ΑΠ 197/2017). Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ` του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, όπως, π.χ., όταν προχώρησε στην απόρριψη της έφεσης του απόντος κατηγορουμένου ως εκπρόθεσμης, ενώ η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφειλόταν σε λόγους ανυπέρβλητου κωλύματος και ως εκ τούτου, η έφεση έπρεπε να θεωρηθεί ότι ασκήθηκε εμπροθέσμως (ΑΠ 487/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών με την προσβαλλόμενη με αριθ. 1449/2022 απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, την με αριθ. ΕΜ 1054/8-11-2019 έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθ. 2731/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε ερήμην, για την αξιόποινη πράξη της ληστείας, σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών.
Από την ανωτέρω έκθεση έφεσης, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της άσκησής της, πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι "... η ως άνω απόφαση εξεδόθη την 25-6-2019 κατόπιν διακοπής της συνεδριάσεως κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο αυτής της 20ης Μαΐου 2019.
Κατά τη δικάσιμο της 20ης Μαΐου 2019, εμφανίστηκα στο Δικαστήριο, ως είχα εμφανιστεί άλλωστε και σε κάθε προγενέστερη δικάσιμο αυτής ότε και η υπόθεσή μου ελάμβανε αναβολή. Περί το τέλος του ωραρίου το Δικαστήριο χορήγησε την ημερομηνία κατά την οποία θα συνεχιζόταν η διακοπείσα συνεδρίασή του προσδιορίζοντας αυτήν για την 25η Ιουνίου 2019.
Δυστυχώς, από καθαρή παραδρομή δεν συγκράτησα ότι προσδιορίσθηκε ημερομηνία της διακοπής, θεωρώντας εκ παραδρομής ότι θα λάβω κλήση και έτσι κατά την ημερομηνία της 25ης Ιουνίου 2019 δεν παραστάθηκα στο δικαστήριο, καίτοι σε όλες τις προηγούμενες δικασίμους κατά τις οποίες είχε χορηγηθεί αναβολή, ήμουν παρών.
Δέον όπως σημειωθεί ότι δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας μου ήδη από το στάδιο της ανάκρισης ήταν η οδός ... αρ. 90 στον Πειραιά. Ωστόσο από την οδό ... αρ. 90 στον Πειραιά, μετοίκησα τον Μάιο του 2019 και έκτοτε διαμένω με τους γονείς μου στην οδό ... αρ.11, ομοίως στον Πειραιά. Γνώση της αποφάσεως έλαβα την 5/11/2019 ότε και παρέλαβα δια μέσω μίας γειτόνισσας που διέμενε στην οδό ...
αρ. 90 στον Πειραιά τον σφραγισμένο φάκελο με την υπ' αριθμ. 2731/2019 απόφαση του Α' Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία μάλιστα με εντόπισε και με ειδοποίησε μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, διότι δεν είχε το τηλέφωνο επικοινωνίας μου...". Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων και τότε εκκαλών - κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά αυτής, προκειμένου να υποστηρίξει την συνδρομή ανώτερης βίας, πρότεινε, μάρτυρα αποδείξεως τη μητέρα του J.
I. που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και ζήτησε να θεωρηθεί η έφεσή του ως εμπρόθεσμη. Το πιο πάνω Δικαστήριο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, συνεπεία του εκπροθέσμου, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία και δη από όλα τα άνω αναφερόμενα αναγνωσθέντα έγγραφα και όσα σχετικά εκ της δικογραφίας αναφέρονται παρακάτω και από την κατάθεση της άνω μάρτυρος και την εν γένει συζήτηση της υπόθεσης, προέκυψαν σχετικά τα ακόλουθα:
Με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 2731/25-6-2019 απόφαση του Α' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που εκδόθηκε κατά το άρθρο 432 παρ. 2 του ΚΠΔ, με ωσεί παρόντα τον κατηγορούμενο κηρύχθηκε αυτός ένοχος, της αξιόποινης πράξης της ληστείας (άρθρο 380 παρ. 1 εδαφ. α' του ισχύοντος τότε ΠΚ), τελεσθείσας στις 16-1-2016 και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών (βλ.
σχ. εκκαλουμένη απόφαση). Η εν λόγω καταδικαστική απόφαση, επιδόθηκε στον εκκαλούντα-κατηγορούμενο στις 24-10-2019, ημέρα Πέμπτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 155 παρ. 2 σε συνδ. με το άρθρο 156 παρ. 1 του ισχύοντος ΚΠοινΔ (αντίστοιχα άρθρα 1551 πάρ.2 και 273 παρ. 1 εδαφ.γ' του προϊσχύοντος ΚΠοινΔ), με θυροκόλληση, στη δηλωθείσα από τον, κατηγορούμενο, κατά την απολογία του ενώπιον του Ανακριτή του 12ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Αθηνών, διεύθυνση, κατοικίας του, ήτοι στην οδό ...
αριθμ.90 στον Πειραιά, καθώς, όπως βεβαιώνει ο αρμόδιος προς επίδοση Αστυφύλακας του Τ.Α. Δημοτικού: Θεάτρου Πειραιά, Χαράλαμπος ΔΑΦΕΡΜΟΣ "δεν βρήκε τον ίδιο, ούτε άλλο πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 155 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ο οποίος άλλαξε κατοικία χωρίς να δηλώσει την μεταβολή αυτή και θυροκόλλησε την παραπάνω προς επίδοση απόφαση, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 εδαφ.γ' του ΚΠοινΔ, παρουσία του μάρτυρα Κωνσταντίνου ΤΟΥΡΛΟΜΟΥΣΗ, Υπαρχιφύλακα του ίδιου Α.Τ." {βλ.
σχ. Το αναγνωσθέν από 24-10-2019 αποδεικτικό επίδοσης ερήμην απόφασης (ΦΥΓΟΠΟΙΝΟΥ)}. Σημειωτέον ότι ο κατηγορούμενος, που συνελήφθη στις 16-1-2016, εμφανισθείς προς απολογία, στις 16-1-2016, ενώπιον του Ανακριτή του 12ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, δήλωσε "κάτοικος Πειραιά, οδός ..., αριθμ.90", ομοίως δε και στις 19-1-2016, απολογούμενος (κατόπιν χορηγηθείσας προθεσμίας), μετά του συνηγόρου του, ενώπιον του ίδιου Ανακριτή, ανέφερε σχετικά ότι "...Συζώ με την κοπέλα μου και με την οικογένεια της στον Πειραιά στο Κέντρο.
Εγώ τώρα μένω στον Πειραιά στην οδό ... 90 με την κοπέλα μου, η μητέρα μου ζει στην ίδια περιοχή όμως δεν είχα επαφή μαζί της εδώ και τέσσερα χρόνια....", συγχρόνως δε του γνωστοποιήθηκε από τον Ανακριτή και εγγράφως ότι "υποχρεούται να δηλώσει στην Εισαγγελική Αρχή κάθε μελλοντική μεταβολή της κατοικίας του" (βλ.
σχ. απολογία του). Μετά δε την απολογία του, με την υπ' αριθμόν 5/19-1-2016 Διάταξη του άνω Ανακριτή, του επιβλήθηκαν οι περιοριστικοί όροι, 1) της εμφάνισής του την 1η και 16η ημέρα εκάστου μηνός στο AT του τόπου της δηλωθείσας κατοικίας του (οδός ... αριθμ. 90 στον Πειραιά) και 2) της απαγόρευσης εξόδου από τη Χώρα (βλ.
σχ. Διάταξη Επιβολής Περιοριστικών Όρων). Σύμφωνα δε με το αναγνωσθέν με ΑΠ 1020/96009/1α714-6-2018 έγγραφο του Τμήματος Ασφαλείας Δημοτικού Θεάτρου Πειραιώς, μετά των συνημμένων εκθέσεων εμφανίσεως του κατηγορουμένου από 1-4-2016 έως 16-4-2018, ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε την 1 και 16-8-2016, την 1-9-2016, την 1-11-2016, την 1-12-2016, την 16-2-2017, την 1-5-2017, την 1-7-2017, την 1-8-2017, την 1-3-2018, την 1-5-2018, την 16-5-2018 και την 1-6-2018, ενώ στις συνημμένες εκθέσεις αναφέρονται οι εμφανίσεις του από 1-4-2016 έως 16-4-2018 και συνυποβλήθηκε και η από 2-12-2016 Υπεύθυνη Δήλωση του κατηγορουμένου, στην οποία αναφέρει ότι, "από λόγους υγείας δεν μπόρεσε να παρουσιαστεί" (βλσχ έγγραφα).
Ουδέποτε δε ο κατηγορούμενος, πριν από την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, είχε προβεί αρμοδίως σε δήλωση μεταβολής της δηλωθείσας κατά την απολογία του άνω διεύθυνσης κατοικίας του.
Συνεπώς, η προαναφερόμενη επίδοση προς αυτόν, ως γνωστής διαμονής στην άνω δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας του, της άνω υπ' αριθμ. 2731/25-6-2018 καταδικαστικής απόφασης του Α' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ήταν καθ' όλα έγκυρη και κίνησε την οριζόμενη στο νόμο (άρθρο 473 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρο 168 του ισχύοντος τότε ΚΠοινΔ), προθεσμία των δέκα (10) για την άσκηση της έφεσης.
Ο κατηγορούμενος, όμως, άσκησε, δια της εξουσιοδοτηθείσης προς τούτο, με την από 7-11-2019 εξουσιοδότησή του, δικηγόρου Πειραιά, Ραχήλ Κρητικού (AM ΔΣΠ 3046) την υπό κρίση με αριθμό εκθέσεως Ε.Μ. 1054/2019 έφεσή του κατά της παραπάνω απόφασης μετά την παρέλευση της ως άνω προθεσμίας και δη, στις 8-11-2019, ημέρα Παρασκευή.
Στην έκθεση δε της εφέσεως αυτής, προς δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλώνονται, δια της εξουσιοδοτηθείσας προς άσκηση της έφεσης δικηγόρου του, επί λέξει, τα ακόλουθα: "... Σημειωτέον ότι η ως άνω απόφαση (υπ' αριθμ. 2731/2019) εξεδόθη την 25-6-2019, κατόπιν διακοπής της συνεδριάσεως κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο αυτής της 20ης Μαΐου 2019.
Κατά τη δικάσιμο της 20ης Μαΐου 2019, εμφανίστηκα στο Δικαστήριο, ως είχα εμφανιστεί άλλωστε και σε κάθε προγενέστερη δικάσιμο αυτής, ότε και η υπόθεσή μου ελάμβανε αναβολή. Περί το τέλος του ωραρίου το Δικαστήριο χορήγησε την ημερομηνία κατά την οποία θα συνεχιζόταν η διακοπείσα συνεδρίασή του, προσδιορίζοντας αυτήν για την 25η Ιουνίου 2019.
Δυστυχώς από καθαρή παραδρομή δεν συγκράτησα ότι προσδιορίστηκε ημερομηνία διακοπής, θεωρώντας εκ παραδρομής ότι θα λάβω κλήση και έτσι κατά την ημερομηνία της 25ης Ιουνίου 2019 δεν παραστάθηκα στο δικαστήριο, καίτοι όλες τις προηγούμενες δικάσιμους, κατά τις οποίες είχε χορηγηθεί αναβολή, ήμουν παρών.
Δέον όπως σημειωθεί ότι δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας μου ήδη από το στάδιο της ανακρίσεως ήταν η οδός ... αριθμ.90 στον Πειραιά. Ωστόσο, από την οδό ... αριθμ.90 στον Πειραιά μετοίκησα τον Μάιο του 2019 και έκτοτε διαμένω με τους γονείς μου στην οδό ... αριθμ.11 ομοίως στον Πειραιά. Γνώση της απόφασης έλαβα την 5-11-2019, ότε και παρέλαβα, δια μέσω μίας γειτόνισσας που διέμενε στην οδό ...
αριθμ.90 στον Πειραιά, τον σφραγισμένο φάκελο με την υπ' αριθμ. 2731/2019 απόφαση του Α' Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία μάλιστα με εντόπισε και με ειδοποίησε μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης διότι δεν είχε το τηλέφωνο επικοινωνίας μου, θα προσκομίσω δε κατά τη συζήτηση της παρούσας την καταγεγραμμένη συνομιλία μου μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής messenger του Facebook, εκ της οποίας αποδεικνύεται ο χρόνος πραγματικής γνώσης της αποφάσεως" (βλ.
σχ. έκθεση εφέσεως). Σημειώνεται ότι, δια των άνω αναφερομένων στην έκθεση εφέσεως, ο εκκαλών-κατηγορούμενος, δεν προβάλλει παράλληλα και τον ισχυρισμό ότι, πριν από το χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης καταδικαστικής αποφάσεως (στις 24-10-2019), είχε γνωστοποιήσει εγγράφως, την επικαλούμενη μεταβολή (από τον Μάιο του 2019) της δηλωθείσας κατά την απολογία του διεύθυνσης κατοικίας του, στον εισαγγελέα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμούσε η εκδίκαση της υπόθεσης, όπως απαιτούνταν από το ισχύον τότε άρθρο 273 παρ. 1 περ.γ' του παλαιού ΚΠοινΔ (και ήδη άρθρο15δ παρ. 1 και 2 του ισχύοντος ΚΠοινΔ), παρ' ότι το μεν η υποχρέωσή του αυτή του είχε γνωστοποιηθεί και εγγράφως από τον άνω Ανακριτή κατά την απολογία του, κατά τους ορισμούς του ισχύοντος τότε άρθρου 273 παρ. 1 περ.δ' του παλαιού ΚΠοινΔ, το δε, όπως επικαλείται, ήταν παρών στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την ορισθείσα μετ' αναβολή ρητή δικάσιμο στις 20-5-2019, οπότε και διεκόπη η εκδίκαση της υποθέσεως για τη δικάσιμο στις 25-6-2019, κατά την οποία δεν εμφανίστηκε και δικάστηκε ωσεί παρών, κατά τα ανωτέρω.
Επίσης και ότι, ο κατηγορούμενος, όντας φυγόποινος, συνελήφθη σε εκτέλεση της εκκαλουμένης αποφάσεως και από 14-2-2022 κρατείται στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων (βλ. σχ. την με ΑΠ 2949/14-2-2022 έκθεση φυλάκισης). Προς απόδειξη δε των ισχυρισμών του αυτών δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο (όπως σχετικά έγγραφα κλπ), αλλά επικαλείται μόνο την άνω κατάθεση της μάρτυρος μητέρας του, J.
I., η οποία κατέθεσε γενικά ότι: "... Όλα αυτά που έχουν γίνει, δεν είχαμε καλή συνεννόηση με το δικηγόρο. Σε όλα τα δικαστήρια ήμασταν πάντοτε εδώ. Βάσει και με τα χαρτιά που έχει ο δικηγόρος μας. Ο γιος μου είχε σχέση με μια κοπέλα που έμενε στον ίδιο δρόμο με εμάς. ... μέναμε κι εμείς, ... έμενε και η κοπέλα. Και όταν το πιάσανε το παιδί, δεν ξέρω για ποιο λόγο, έδωσε τη διεύθυνση της κοπέλας.
Δεν έδωσε το δικό μας, που ήταν δύο σπίτια πιο πέρα. ... 90 έμενε η κοπέλα του. Εμείς μέναμε ... 111. Ακριβώς απέναντι. Και από τότε, κανένας δικηγόρος δεν με ενημέρωσε ποτέ πως πρέπει να δηλώνουμε κάπου αυτή τη διεύθυνση. Εγώ πραγματικά σαν μάνα που δεν υπάρχει πατέρας, δεν το ήξερα αυτό το πράγμα, να κάνω την αλλαγή αυτή ..." (βλ.
σχ. κατάθεση). Από την άνω κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, δεν προκύπτουν οποιαδήποτε άλλα συγκεκριμένα περιστατικά, ικανά να καταδείξουν ότι ο κατηγορούμενος δικαιολογημένα δεν άσκησε το. ένδικο μέσο της έφεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης εντός της νόμιμης προθεσμίας. Ο παραπάνω δε ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί του ότι έλαβε γνώση για πρώτη φορά της εκκαλούμενης απόφασης στις 5-11-2019, που δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, ακόμα και υπό την εκδοχή ότι αυτό είναι αληθές, δεν συνιστά περιστατικό ούτε ανώτερης βίας κατά την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια του απρόβλεπτου και εξαιρετικού, το οποίο δεν ήταν δυνατόν να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας, ούτε ανυπέρβλητο κώλυμα κατά την εκτεθείσα στην ίδια μείζονα σκέψη έννοια του ανυπαιτίου και μη δυναμένου να υπερνικηθεί με οποιονδήποτε τρόπο εμποδίου, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης και τούτο διότι ο κατηγορούμενος γνώριζε, όπως και ο ίδιος ομολογεί, την εισαγωγή της υπόθεσης προς εκδίκαση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά την ορισθείσα μετ' αναβολή ρητή δικάσιμο στις 20-5-2019, κατά την οποία ήταν παρών, οπότε και διεκόπη η εκδίκαση της υποθέσεως για τη δικάσιμο στις 25-6-2019 και δεν ήταν αδύνατο, αν επεδείκνυε στοιχειώδη επιμέλεια και φροντίδα, με τηλεφωνική επικοινωνία είτε μέσω του δικηγόρου του, είτε ο ίδιος μέσω του αρμόδιου γραμματέα του Εφετείου, να πληροφορηθεί την πορεία της υποθέσεως του, καθώς και τον ακριβή χρόνο που έπρεπε να ασκήσει το ένδικο μέσο της έφεσης και, συνεπώς, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμα τα όσα αντίθετα αυτός ισχυρίζεται.
Επί πλέον η γνώση του κατηγορουμένου συναρτάται εν προκειμένω με την εγκυρότητα της επίδοσης ως γνωστής διαμονής στη δηλωθείσα κατά τη διενεργηθείσα ανάκριση διεύθυνση κατοικίας του, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε εγγράφως μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του και συνεπώς, η μη γνώση της εκκαλουμένης απόφασης (η οποία ενδιαφέρει στην παρούσα περίπτωση, αφού ερευνάται το εμπρόθεσμο της εφέσεως) δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογούντα την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο εκκαλών μάχεται και πάλι κατά του κύρους της επίδοσης, το οποίο όμως, έχει κριθεί ήδη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (ΑΠ 515 και 516//2019, ΑΠ 926/2007, ΑΠ 1489/2006, ΑΠ 1482/2005 ΝΟΜΟΣ).
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, αφού ο εκκαλών-κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη με αριθμ.εκθ. ΕΜ 1054/8-11-2019 έφεση μετά την πάροδο της νόμιμης δεκαήμερης προθεσμίας από την έγκυρη επίδοση σ' αυτόν της υπ' αριθμ. 2731/25-6-2019 εκκαλουμένης απόφαση του Α' Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ως γνωστής διαμονής, στις 24-10-2019 και συνεπώς εκπρόθεσμα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως απαράδεκτη, να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 του ισχύοντος ΚΠοινΔ και να επιβληθούν στον εκκαλούντα-κατηγορούμενο, ενόψει της απόρριψης της έφεσής του ως απαράδεκτης (άρθρο 578 παρ. 1 του ισχύοντος ΚΠοινΔ), τα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας, κατά το διατακτικό".
Ακολούθως, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της, απέρριψε την έφεση και διέταξε την εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης. Η ανωτέρω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού μετ' εκτίμηση και αξιολόγηση των σε αυτή αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων χωρίς εξαίρεση κανενός (ένορκη κατάθεση μάρτυρος υπεράσπισης και έγγραφα που αναγνώστηκαν), καθώς και ειδική μνεία του περιεχομένου της ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης, κατέληξε στην κρίση ότι η έφεση έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Ειδικότερα, σε αυτή διαλαμβάνεται: α) ότι η επίδοση στον κατηγορούμενο της εκκαλούμενης απόφασης που έγινε με θυροκόλληση στις 24-10-2019, επί της οδού ... αρ.90, στον Πειραιά (με ειδική αναφορά σε όλα τα στοιχεία του σχετικού αποδεικτικού επιδόσεως), ήταν έγκυρη διότι έγινε στη διεύθυνση που δήλωσε ο κατηγορούμενος ως τόπο κατοικίας του κατά το στάδιο της ανάκρισης, β) ότι δεν δηλώθηκε μεταγενέστερα από τον κατηγορούμενο στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή, η αλλαγή του τόπου κατοικίας του, αν και του είχε γνωστοποιηθεί εγγράφως κατά την ανάκριση η υποχρέωσή του αυτή, γ) ότι δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας το ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν έλαβε γνώση της ερήμην αποφάσεως λόγω της αλλαγής της διεύθυνσής του, αφού γνώριζε ότι όφειλε να ενημερώσει τις δικαστικές αρχές για τη μεταβολή αυτή και δεν το έπραξε, δ)ότι σε κάθε περίπτωση από την κατάθεση της μάρτυρα μητέρας του δεν αποδεικνύονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δικαιολογημένα δεν άσκησε εμπρόθεσμα την έφεση, ενώ δεν προσκομίζει άλλα αποδεικτικά μέσα και για το χρόνο που έλαβε γνώση (5-11-2019) της ερήμην απόφασης ε) Επίσης, ότι δεν αποτελεί λόγο ανώτερης βίας, ότι εκ παραδρομής, που οφειλόταν σε υπαιτιότητά του, δεν αντελήφθη τον προσδιορισμό της - μετά τη διακοπή της συνεδρίασης - δικασίμου της 25ης-6-2019 για την εκδίκαση της υποθέσεώς του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον τούτο θα μπορούσε να το αντιληφθεί, επιδεικνύοντας την στοιχειώδη επιμέλεια.
Επομένως, το Τριμελές Εφετείο, ορθώς, με πλήρη αιτιολογία και χωρίς να υπερβεί την εξουσία του, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της ως απαράδεκτη. Συνακόλουθα, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Θ' Κ.Π.Δ., περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και υπέρβασης της εξουσίας του Δικαστηρίου της ουσίας, λόγω απόρριψης της έφεσης του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτης, είναι αβάσιμοι.
Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-7-2022 αίτηση - δήλωση του Z. I. του A., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, για αναίρεση της με αριθ. 1449/31-3-2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ