Supreme Court dismisses appeal claiming trial court distorted evidence by relying on a letter among other proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment that declared her lawsuit inadmissible. The appellant argued the lower court distorted a specific letter by accepting facts contrary to its text, but the court found the inadmissibility decision based on a holistic evaluation of all evidence. Consequently, the appeal was rejected because the trial court did not rely exclusively on the disputed document to reach its conclusion.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 20 KPolD; Art. 561 no. 1 KPolD: The appeal ground of distorted document content is inadmissible when the court of first instance formed its judgment by weighing all evidence and did not base its decision primarily or exclusively on the alleged distorted document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 582 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 582/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Τ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Σταυρούλα Μαστοράκη
Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Θ. Μ., το γένος Α. - Π. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ιωαννίδη.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω, σημειώνεται ότι η δικηγόρος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι παρίσταται ως άγγελος, προκειμένου να αναγγείλει το κώλυμα στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση, λόγω ασθενείας του, υπέβαλε αίτημα αναβολής της υπόθεσης και δήλωσε ότι δεν έχει η ίδια πληρεξουσιότητα για να παρασταθεί στο ακροατήριο για την αναιρεσείουσα.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η πληρεξούσια δικηγόρος που παρουσιάστηκε ως άγγελος απεχώρησε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/5/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2014 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 1/7/2014 αίτησή της.
Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 4ης Μαρτίου 2015 με αριθμό πινακίου …. Διαπιστωθείσης, λόγω της παραίτησης από την υπηρεσία του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη συζήτηση αυτής, ορίστηκε με την υπ’ αριθμόν 257/2015 πράξη του Προέδρου του Γ’ Πολιτικού Τμήματος, ως νέα δικάσιμος η σημερινή για την επανασυζήτηση της υπόθεσης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 5-12-2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Αρεοπαγίτου Μαρίας Βαρελά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H διάταξη του άρθρου 280 παρ. 2 ΚΠολΔ., κατά την οποία "θεωρείται ότι δεν εμφανίζεται, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ο διάδικος που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο" εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση αν και δεν αναφέρεται στις διατάξεις στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ., καθόσον η παραπομπή με αυτό σε ορισμένες διατάξεις του ΚΠολΔ.
δεν είναι περιοριστική, ενόψει και του ότι ούτε χρήση του στερητικού μορίου "μόνο" γίνεται με το άρθρο 573 παρ. 1, ούτε η εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 280 παρ. 2 είναι ασυμβίβαστη προς τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού στο άρθρο 575 ΚΠολΔ. προβλέπεται η δυνατότητα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, όπως και κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (άρθρο 241 ΚΠολΔ.), ούτε η ρύθμιση εκείνης προσκρούει στις περί ερημοδικίας διατάξεις ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 576 ΚΠολΔ.).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ., η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζήτηση της υπόθεσης καταστεί αδύνατη η έκδοση της απόφασης (παραίτηση, παύση δικαστή, κλπ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσης προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την 257/17.12.2015 πράξη του Προέδρου του Γ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίσθηκε κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 ΚΠολΔ., μετά τη διαπίστωση, όπως αναφέρεται αδυναμίας για την έκδοση απόφασης επί της αιτήσεως αναίρεσης της Χ. Τ. του Π., η οποία είχε συζητηθεί ενώπιον του Γ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 4.3.2015, λόγω της παραίτησης από την υπηρεσία, στις 16.12.2015, του Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, ως νέα δικάσιμος για τη συζήτηση αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας με κλήση των διαδίκων να παραστούν κατ’ αυτήν.
Από το αποδεικτικό επιδόσεως του υπηρετούντος στον ‘ Αρειο Πάγο, επιμελητή δικαστηρίων, Δ. Β., το οποίο υπάρχει στη δικογραφία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της παραπάνω πράξης του ως άνω Προέδρου με κλήση για να παραστεί κατά την πιο πάνω δικάσιμο, επιδόθηκε, στις 6-9-2016, στην εξουσιοδοτηθείσα προς τούτο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Νικόλαο Ρουσσόπουλο, Σταυρούλα Μαστοράκη, δικηγόρο του Δ.Σ.
Αθηνών, η οποία κατά την εκφώνηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης από τη σειρά του πινακίου, η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε από την εν λόγω πληρεξούσια δικηγόρο της, η οποία όμως παραστάθηκε μόνο για να ζητήσει από το δικαστήριο τούτο την αναβολή της συζήτησης της αναίρεσης, που δεν έγινε δεκτή και στη συνέχεια αυτή αποχώρησε.
Συνεπώς η αναιρεσείουσα θεωρείται ότι δεν εμφανίσθηκε. Όμως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 Α.Κ.
όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1051 Α.Κ. εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου.
Προκειμένου για ακίνητο, άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ’ αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής.
Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία περιστατικά κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή από τον Άρειο Πάγο επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο δέχθηκε, μετά από την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Τα επίδικα αποτελούν δύο επιμέρους ακίνητα, που βρίσκονται στην ειδικότερη θέση "..." του δ.δ. ...
του Δήμου ... Λευκάδος, εκτάσεως του πρώτου τούτων 1.275 τ.μ., το οποίο συνορεύει νότια επί πλευράς μήκους μέτρων 21 με την οδό ..., ανατολικά επί πλευράς μήκους 50 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. και Α. Κ., βόρεια επί πλευράς μήκους 30 μέτρων με θάλασσα και δυτικά επί πλευράς μήκους 50 μέτρων με συνεχόμενη έτερη και ανεξάρτητη ιδιοκτησία της εφεσίβλητης, του δε δευτέρου, εκτάσεως 580 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη ίδια περιοχή και το οποίο συνορεύει βόρεια επί πλευράς μήκους μέτρων 17,50 μ.
με την οδό ..., ανατολικά επί πλευράς μήκους 35 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Κ., νότια επί πλευράς μήκους 17 μέτρων εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Θ. και Μ. Μ. και δυτικά επί πλευράς μήκους 33,50 μ. με ιδιοκτησία Σ. και Ν. Μ.. Παλαιότερα και μέχρι το 1969 αποτελούσαν ένα ενιαίο ακίνητο, εκτάσεως 2 περίπου στρεμμάτων, το οποίο διαχωρίστηκε σε δύο τμήματα με τη διέλευση αγροτικής οδού, συνδέουσας την περιοχή ...
με την .... Αυτά αποτελούσαν τμήμα ενός μεγαλύτερου ενιαίου ακινήτου, εκτάσεως 10 στρεμμάτων, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στον παππού των διαδίκων Α. Σ.. Ο τελευταίος, έχοντας πέντε (5) τέκνα, και προτιθέμενος να διανείμει ισομερώς το όλο ακίνητο στα τέκνα του, κατέτμησε αυτό σε πέντε ίσες μερίδες, εκτάσεως η καθεμία, μετά τη διέλευση της αγροτικής οδού, ...
και 580 τ.μ. περίπου. Έτσι, ο Α. Σ., κατά τη διετία 1965 - 1966 μεταβίβασε με τις πιο κάτω αναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις τις μερίδες και από ανατολικά προς τα δυτικά ως ακολούθως: α) δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1965 προικοσυμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Λευκάδος Άρη Σκληρού, νόμιμα μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λευκάδος, μεταβίβασε στη μητέρα της ενάγουσας Α.
Τ. το δεύτερο στη σειρά τμήμα κατά ψιλή κυριότητα και κατά την επικαρπία στο σύζυγό της Π. Τ.. Ακολούθως, η Α. Τ. δυνάμει του υπ’ αριθμ .../1988 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Λευκάδος μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου στην ενάγουσα και κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ’ αριθμ .../1988 συμβολαίου δωρεάς της ίδιας συμβολαιογράφου, στο γιο της τελευταίας, Φ.
Χ., παρακρατήσασα την επικαρπία, η οποία με το θάνατό της συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα, κατέστη δε η ενάγουσα πλήρης κυρία της άνω μερίδος, β) δυνάμει του υπ’ αριθμ .../1966 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λευκάδος Άρη Σκληρού μεταβίβασε έτερη, ίση, μερίδα στο γιό του Ι. Σ., γ) δυνάμει του υπ’ αριθμ .../1965 συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου μεταβίβασε στην κόρη του Α.
Κ., μητέρα της εναγόμενης, έτερη ίση μερίδα, δ) δυνάμει του υπ’ αριθμ .../1966 συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου μεταβίβασε προς το γιό του Α. Σ., έτερη ίση μερίδα. Οι άνω μεταβιβάσεις προς τα τέκνα του Α. Σ. δεν αμφισβητούνται από τις διαδίκους. Απέμενε προς μεταβίβαση η πρώτη μερίδα, κείμενη ανατολικά του όλου ακινήτου και με πρόσωπο στη θάλασσα, την οποία ο Α.
Σ. προόριζε να παραχωρήσει στην κόρη του Ε. Χ. Θ. Τ., η οποία είχε εγκατασταθεί και διέμενε από ετών στις ΗΠΑ Και ενώ ο Α. Σ. διένειμε το σύνολο σχεδόν της περιουσίας του στα τέκνα του με έγκυρες μεταβιβαστικές του δικαιώματος κυριότητος συμβολαιογραφικές πράξεις εντός μιας διετίας (1965 - 1966), για την προοριζόμενη για την κόρη του Ε.
Τ. μερίδα ουδεμία συμβολαιογραφική πράξη συνέταξε. Ισχυρίζεται δε η ενάγουσα, ότι τη μερίδα αυτή μεταβίβασε ατύπως κατά το έτος 1965 στην άνω κόρη του και ότι τις προσήκουσες στη φύση και τον προορισμό της πράξεις νομής και κατοχής ασκούσε για λογαριασμό της Ε. Τ. μέχρι και το έτος 1981 ως βοηθός νομής η μητέρα της Α.
Τ., έκτοτε δε η Ε. Τ., κατά την τελευταία επίσκεψη της στην Ελλάδα και λόγω της συμπαράστασης που ετύγχανε από την ενάγουσα, δώρησε στην ίδια (ενάγουσα) ατύπως το επίδικο ακίνητο, με την άσκηση δε πράξεων νομής και κατοχής για ίδιο λογαριασμό μέχρι και το 2006, προσμετρώντας και το χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου της, κατέστη.
αποκλειστική κυρία με έκτακτη χρησικτησία του επιδίκου ακινήτου. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι ο Α. Σ., Καθηγητής στο επάγγελμα, που απεβίωσε υπέργηρος, την 25η Ιανουαρίου 1971, διέμενε όσο ζούσε στην οικία της κόρης του Α. Κ., μητέρα της εναγόμενης, η οποία και τον συντηρούσε, όπως κατατίθεται και από τη μάρτυρα της ενάγουσας Σ.
Κ. (βλ πρακτικά) και δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα. Αντίθετα, η κόρη του Α. Τ. αλλά και η ενάγουσα διέμεναν στην Αθήνα, επισκεπτόταν δε κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες τη Λευκάδα. Η κόρη του Ε. Τ., όπως προεκτέθηκε, είχε εγκατασταθεί από ετών στις ΗΠΑ, ελάχιστες φορές είχε επισκεφθεί την Ελλάδα, μία το έτος 1960 και μία το έτος 1981, έχοντας αποκοπεί από τους συγγενείς της και αδιαφορώντας για την τύχη του υπέργηρου και ασθενούς πατέρα της, διακαής δε πόθος του Α.
Σ. αποτελούσε η επιστροφή και μόνιμη εγκατάστασή της στην Ελλάδα. Για το λόγο αυτό, την μη αμφισβητούμενη από τις διαδίκους πρόθεσή του να μεταβιβάσει την προς ανατολάς μερίδα στην Ε. Τ., δεν υλοποίησε το 1965 -1966, όταν διένειμε τις λοιπές μερίδες στα υπόλοιπα τέκνα του, αλλά, εν αναμονή της επιστροφής της, ανέβαλε τη μεταβίβαση της μερίδος αυτής.
Πεπεισμένος πλέον με την πάροδο των ετών ότι η κόρη του δεν θα επιστρέψει στην Ελλάδα και χολωθείς προφανώς από την επιλογή της αυτή, αλλά και την επίδειξη πλήρους αδιαφορίας από την άνω κόρη του για την τύχη του, όντας ασθενής, την 19η Ιουνίου 1970, ο Α. Σ., επιθυμώντας να ρυθμίσει τα της περιουσίας του μετά το θάνατό του και μη δυνάμενος ιδιοχείρως να γράψει καθ’ ολοκληρίαν, προσέλαβε τον έμπιστό του Ε.
Π., προς τον οποίο και υπαγόρευσε εν είδει επιστολής την τελευταία του βούληση. Ειδικότερα, στην επιστολή αυτή, με απόλυτη διαύγεια πνεύματος και ειρμό σκέψης αναφέρει ότι "εγκαθιστώ κληρονόμο μου την θυγατέρα μου Α. συζ. Α. Κ., μετά της οποίας συγκατοικώ και η οποία επιδεικνύει προς εμέ απεριόριστο σεβασμό και απολαμβάνω παρά ταύτης πολλάς περιποιήσεις, επί του ενός πέμπτου (1/5) του εις εμέ ανήκοντος κτήματός μου της θέσεως Λ. (Β.), κοινότητος ..., ίνα αύτη νέμεται, διακατέχει, καλλιεργεί, εκμισθοί και καρπούται τούτο ως βούλεται, και υπό τον όρο, όπως αύτη παραδώσει τούτο ως κληρονομικόν καταπίστευμα εις την θυγατέρα μου Ε.
ήδη διαμένουσα εις ΗΠΑ και εφ’ όσον αύτη ήθελε επιστρέψει εν Ελλάδι και εγκατασταθεί μονίμως εν αυτή...". Από το περιεχόμενο της επιστολής αυτής, η οποία δεν έχει γραφεί από τον ίδιο και ως τέτοια δεν επέχει θέση ιδιόγραφης διαθήκης, φέρει όμως την μη αμφισβητούμενη υπογραφή του, προκύπτει ότι ο έχων σώας τας φρένας, κατά την σύνταξή της, Α.
Σ., γεγονός που δεν αμφισβητείται επίσης από τις διαδίκους, έχοντας την πεποίθηση ότι μόνη αδιάθετη μερίδα του όλου προαναφερόμενου ακινήτου αποτελούσε η προοριζόμενη για την κόρη του Ε. Τ., καθώς τις λοιπές είχε ήδη μεταβιβάσει, κατά τα ανωτέρω, στα υπόλοιπα τέκνα του κατά τη διετία 1965 -1966, επέλεξε να παραδώσει, από λόγους ευγνωμοσύνης για τις περιποιήσεις, που του παρείχε, τη μερίδα αυτή στη μητέρα της εναγόμενης Α.
Κ., ώστε η τελευταία να τη νέμεται, διακατέχει και καρπούται όπως η ίδια επιθυμεί, υπό τον όρο η μερίδα αυτή να παραδοθεί στην Ε. Τ., αν και εφόσον αυτή ήθελε επιστρέψει από τις Η.Π.Α. και εγκατασταθεί μονίμως στην Ελλάδα, αίρεση η οποία δεν πληρώθηκε ποτέ μέχρι σήμερα, όπως συνομολογείται. Η παράδοση της μερίδος στη μητέρα της εναγόμενης έγινε εν γνώσει και χωρίς αναρρήσεις των λοιπών τέκνων του Α.
Σ., όπως κατατίθεται από τον μάρτυρα ανταπόδειξης, καθώς θεωρήθηκε εύλογο και πρέπον η συντηρούσα αυτόν κατά τα τελευταία έτη της ζωής του, όντας κατάκοιτος, κόρη του Α. Κ. να ανταμειφθεί με την παραχώρηση της επίδικης μερίδος. Μάλιστα το έτος 1981 η Ε. Τ. ζήτησε και έλαβε από την μητέρα της εναγόμενης την ανωτέρω επιστολή, χωρίς να υπάρξει κάποια αντίδραση ως προς την επιλογή του Α.
Σ..
Συνεπώς, η παραδοχή της εκκαλούμενης, ότι δηλαδή από το έτος 1965 ο Α. Σ. παραχώρησε ατύπως το επίδικο στην μη ευρισκόμενη στην Ελλάδα κατά το χρόνο εκείνο κόρη του, Ε. Τ., η οποία στη συνέχεια ασκούσε τις αρμόζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και διακατοχής δια της μητέρας της ενάγουσας Α.
Τ. ως βοηθού νομής, δεν στοιχείται προς το αποδεικτικό υλικό και δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα. Είναι δε βέβαιο ότι η μητέρα της εναγομένης, Α. Κ., έχοντας στην κατοχή της από το 1970 την πιο πάνω επιστολή, σε περίπτωση που η μητέρα της ενάγουσας ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής επί του επιδίκου, θα αντιδρούσε, και δικαιωματικά άμεσα λόγω της φροντίδος και στοργής με την οποία περιέβαλε τον πατέρα της Α.
Σ. μέχρι του θανάτου του, δικαστικώς ή εξωδίκως, διεκδικώντας για ίδιο λογαριασμό την άσκηση πράξεων διακατοχής επ’ αυτού. Η πιο πάνω κρίση ανταποκρίνεται και στη διαμορφωθείσα πραγματική επί του επιδίκου κατάσταση από το έτος 1970 και εντεύθεν, καθόσον αποδεικνύεται ότι έκτοτε η Α. Κ. και μέχρι τον επισυμβάντα κατά το έτος 2001 θάνατό της, έχοντας παγιωθεί πλέον η πεποίθηση ότι η Ε.
Τ. δεν θα επέστρεφε ποτέ στην Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση, ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως τις προσήκουσες στη φύση και τον προορισμό των επίδικων ακινήτων πράξεις νομής και κατοχής, με την παρέλευση δε εικοσαετίας κατέστη κυρία αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ειδικότερα, παρέλαβε στην αποκλειστική νομή της τα επίδικα ακίνητα και διενεργούσε επ’ αυτών συνεχώς και αδιαλείπτως και.
χωρίς οιαδήποτε αμφισβήτηση εκ μέρους των αδελφών της τις αρμόζουσες στη φύση και τον προορισμό τους πράξεις νομής και κατοχής, καλλιεργώντας τα εντός αυτού φυόμενα ελαιόδενδρα και συλλέγοντας τον καρπό τους, είτε αυτοπροσώπως είτε δια τρίτων προσώπων, εμβολιάζοντας τα άγρια δένδρα και επιτηρώντας τα ...κώς.
Συγκεκριμένα, συνέχισε να δέχεται τις υπηρεσίες του εργάτη γης Π. Κ., τον οποίο απασχολούσε και ο πατέρας της, μετά δε το έτος 1970, η ίδια τον απασχολούσε στον καθαρισμό, περιποίηση και συλλογή του καρπού των ελαιοδένδρων, τον εμβολιασμό άγριων αχλαδιών, ενώ από το 2001, που η νομή των επιδίκων περιήλθε στην εναγόμενη, βοήθησε το σύζυγό της Θ.
Μ. στην τοποθέτηση περίφραξης στο όριό του με το όμορο ακίνητο της ενάγουσας. Τα ίδια βεβαιώνονται και από τον μάρτυρα Α. Κ., μόνιμο κάτοικο της περιοχής και ιδιοκτήτη ακινήτων, κειμένων πλησίον των επιδίκων, ο οποίος καταθέτει ότι η μητέρα της ενάγουσας Α. Τ. τον απασχολούσε από το έτος 1968 περίπου μέχρι και το 2002 έναντι ετήσιας αμοιβής για πολλά χρόνια στον καθαρισμό και περιποίηση της ιδιοκτησίας της, λόγω της απουσίας της στην Αθήνα, έχοντας τα κλειδιά της οικίας της, διευκρινίζοντας όμως ότι το ακίνητο που επέβλεπε ταυτιζόταν με εκείνο που ο Α.
Σ. είχε παραχωρήσει στην ίδια με το προαναφερόμενο συμβόλαιο και δεν αμφισβητείται και το οποίο βεβαίως κείται δυτικά των επιδίκων, αναφέροντας μάλιστα ότι το 1984 με τη βοήθεια και άλλων εργατών προέβη σε βαθύ κόψιμο (στο σταυρό) των ελαιοδένδρων του μη αμφισβητούμενου κτήματος της μητέρας της ενάγουσας.
Τέλος, ο άνω μάρτυρας μετά λόγου γνώσεως και εξ ιδίας αντιλήψεως καταθέτει ότι ουδέποτε ενήργησε κατ’ εντολή της Α. Τ. οποιαδήποτε πράξη εντός του επιδίκου, ρητώς δε βεβαιώνει ότι αυτό διαφέντευαν αρχικά η μητέρα της εναγόμενης και στη συνέχεια η εναγόμενη και ο σύζυγός της. Τα ίδια κατατίθενται και από τους μάρτυρες Γ.
Μ. και Ά. Α. με τις υπ’ αριθμ. .../8.11.2013 ένορκες βεβαιώσεις, η πρώτη των οποίων ενεργώντας για λογαριασμό της ενάγουσας υπέδειξε στο δεύτερο τα όρια του ακινήτου της ενάγουσας, προκειμένου ο τελευταίος να προβεί στον καθαρισμό του, και υποδεικνύοντας τα όριά του περιορίστηκε στην μη αμφισβητούμενη ανωτέρω ιδιοκτησία της ενάγουσας, ουδεμία δε πράξη ενήργησε επί των επιδίκων.
Προσεπιβεβαιώνονται δε τα ανωτέρω και από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από 2.9.2009 έκθεση εκτίμησης αγροτεμαχίου του Γεωπόνου Κ. Β. και από Νοέμβριος 2013 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του Δασολόγου Σ. Σ., από τις οποίες προκύπτει τόσο η διαφορετική από απόψεως γεωργικής μεταχείρισης αντιμετώπιση των ιδιοκτησιών των διαδίκων, ήτοι των επιδίκων και του όμορου ανήκοντος στην ενάγουσα, κατά τα τελευταία τριάντα έτη, αφού επί των επιδίκων ακινήτων υπάρχουν εμβολιασμένα άγρια δένδρα, όπως καταθέτει και ο μάρτυρας ανταπόδειξης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τα εντός αυτών ελαιόδενδρα έχουν υποστεί ελαφρά κλαδέματα, δεν υπάρχουν ίχνη χημικής ζιζανιοκτονίας, σε αντίθεση με τα ελαιόδενδρα του ακινήτου της ενάγουσας που έχουν υποστεί αυστηρό κλάδεμα, όσο και εμφανείς διαφορές στη βλάστηση των δύο ακινήτων.
Κατηγορηματικά δε ο μάρτυρας ανταπόδειξης και σύζυγος της εναγόμενης, Θ. Μ., καταθέτει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, γνωρίζοντας εξ ιδίας αντιλήψεως από το έτος 1975 που παντρεύτηκε την εναγόμενη και έπειτα ότι "ο παππούς καθόταν με την Κ., αυτή τον περιποιούνταν, το 1970 αποφάσισε να δώσει (το επίδικο) στην Κ.
εν γνώσει των άλλων παιδιών και δεν έφεραν καμία αντίρρηση, μέχρι το 2001 που αποβίωσε έκανε πράξεις νομής, έβαζε εργάτες και το καθάριζε, μάζευε τις ελιές, η ενάγουσα δεν έκανε ποτέ πράξεις νομής στα επίδικα, από το 1975 που είμαι εκεί δεν την είδα ποτέ. το 1985 μπολιάσαμε 4 αχλαδιές, το 1990 μία και το 2003 τρεις στο κάτω μέρος...".
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα επίδικα ακίνητα ουδέποτε παραχωρήθηκαν στην Ε. Τ. και ουδέποτε η ενάγουσα ή η μητέρα της Α. Τ. άσκησαν πράξεις διακατοχής επ’ αυτών, όπως αβάσιμα διατείνεται η ενάγουσα. Η πιο πάνω κρίση δεν αναιρείται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την ενάγουσα αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, δεν μπορεί να εκληφθεί ως άσκηση πράξεων διακατοχής η χρηματοδότηση της οικογένειας για την κατασκευή μώλου του όλου ακινήτου προς την πλευρά της θάλασσας από την Ε.
Τ., καθόσον αυτή γενόμενη κατά την πρώτη επίσκεψή της στην Ελλάδα, περί το έτος 1960, όταν ακόμη το όλο ακίνητο δεν είχε κατατμηθεί και ανήκε κατά κυριότητα στον Α. Σ., ενείχε οικονομική συνδρομή προς την οικογένεια από την οικονομικά εύρωστη κόρη και αδελφή για τη διασφάλιση του πατρικού ακινήτου, ενώ δεν είχε καταστεί γνωστή η πρόθεση του Α.
Σ. για την παραχώρηση τμημάτων στα τέκνα του. Τα ίδια ισχύουν και ως προς την από 8.8.1976 απόδειξη καταβολής ποσού 800 δραχμών προς τον υπομηχανικό Δ. Α., που καταβλήθηκαν από τον αδελφό της Ε. Τ., Ι. Σ., και για λογαριασμό της "για την τοπογράφηση οικοπέδου εις θέση ...", καθόσον δεν προκύπτει για ποιο οικόπεδο συντάχθηκε τοπογραφικό διάγραμμα και αν αυτό αφορούσε το επίδικο, δεν εξηγείται δε πειστικώς, γιατί τα χρήματα αυτά καταβλήθηκαν από τον Ι.
Σ., ενώ κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς η Ε. Τ. είχε αποκλειστικά βοηθό νομής στην Ελλάδα την μητέρα της ενάγουσας Α. Τ.. Εξάλλου, αν και η ενάγουσα επικαλείται ιδιαίτερες σχέσεις με την Ε. Τ. λόγω των οποίων η τελευταία προέβη στην άτυπη δωρεά των επιδίκων προς αυτήν και που κατά την μάρτυρα απόδειξης Σ. Κ. "ήταν η αγαπημένη της ανηψιά και ήθελε να την υιοθετήσει...", η ίδια, καταθέτοντας το 2006 (βλ.
υπ’ αριθμ. 76/2006 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Λευκάδος) ως μάρτυρας σε διαφορά ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ της εναγόμενης Μ. Μ. και Σ. Κ., αφορώσα μέρος του νοτίου (2ου) τμήματος των επιδίκων, αυτοδιαψεύδεται, καθόσον συνομολογεί ότι με την Ε. Τ. έχει να μιλήσει εδώ και 22 χρόνια (πριν το 2006), ενώ περαιτέρω, ουδόλως επικαλείται δικαίωμα ιδίας κυριότητος επ’ αυτού, αλλά αντίθετα καταθέτει ότι "έχω ακούσει ότι άφησε μεσάζοντα την Μ. (Μ.) για να το παραδώσει στην Ε. (Τ.)" και ότι "Η Μ.
Μ. θεωρεί το κομμάτι δικό της και είπα στην Σ. Κ. να έρθει σε επικοινωνία μαζί της, ενόψει των ασφαλιστικών", μη καταλείποντας έστω και υπόνοια δικαιωματικής κατοχής επί του δευτέρου τμήματος των επιδίκων και επιστηρίζοντας τους προς απόρριψη της αγωγής κατατείνοντες ισχυρισμούς της εναγόμενης. Kατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αποδεικνύεται ανενδοιάστως ότι:
α) τα επίδικα ακίνητα ουδέποτε παραχωρήθηκαν στην Ε. Τ. κατά το έτος 1965, β) η Ε. Τ. ουδέποτε παραχώρησε αιτία δωρεάς τα επίδικα στην ενάγουσα, γ) η μητέρα της ενάγουσας Α. Τ. ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής και κατοχής επί των επιδίκων, ως βοηθός νομής της Ε. Τ., δ) από το έτος 1970 μέχρι και το 2001 πράξεις διακατοχής άσκησε επ’ αυτών η μητέρα της εναγόμενης Α.
Κ. και έκτοτε μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής η ενάγουσα, κατέστη δε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας αποκλειστική κυρία των επιδίκων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή και ακολούθως έκαμε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της αναιρεσίβλητης - εναγομένης και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε εκφέρει διάφορη κρίση και είχε κάνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα - ενάγουσα δεν απέκτησε την κυριότητα των επίδικων εδαφικών τεμαχίων με έκτακτη χρησικτησία ως μη νεμηθείσα αυτά ουδέποτε, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976 και 1045 Α.Κ., αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Περαιτέρω, το Εφετείο με την ως άνω κρίση του δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού υπό το ως άνω περιεχόμενό της, διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης του επίδικου ακινήτου από την αναιρεσείουσα με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "....έχοντας παγιωθεί πλέον η πεποίθηση ότι η Ε. Τ. δεν θα επέστρεφε στην Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση, ασκούσε (η εναγόμενη) συνεχώς και αδιαλείπτως τις προσήκουσες στη φύση και τον προορισμό των επίδικων ακινήτων πράξεις νομής και κατοχής, με την παρέλευση δε εικοσαετίας κατέστη (η εναγόμενη) κυρία αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας" ουδεμία αντίφαση ενέχει με τις παραδοχές της απόφασης ότι ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής επί των επίδικων ακινήτων η αναιρεσείουσα - ενάγουσα ως και με ότι ασκούσε η εναγομένη πράξεις νομής επί των επίδικων ακινήτων με διάνοια κυρίου.
Ακολούθως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ., με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα. Οι λοιπές αιτιάσεις, που αναφέρονται στους λόγους αυτούς, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες πλήττουσες την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου.
Στον πρώτο λόγο αναφέρεται μόνον αριθμητικά η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ., χωρίς εξειδίκευση ποια είναι τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου νομίμως και δεν λήφθησαν υπόψη από αυτό με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Συνεπώς, η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως πλήρως αόριστη.- Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατ’ άρθρο 559 αρ.11α’ ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, μέμφεται το Εφετείο ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη επιστολή του Α.
Σ., την οποία υπαγόρευσε στον έμπιστό του Ε. Π. και αυτός την έγραψε, στην οποία εξέφρασε τη τελευταία του βούληση. Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ.11α’ ΚΠολΔ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι νομίμως λήφθηκε υπόψη η επιστολή αυτή ως ιδιωτικό έγγραφο και όχι ως ιδιόγραφη διαθήκη του Α. Σ. από το Εφετείο και συνεκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα ελεύθερα προς μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.
ΚΠολΔ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ’ αυτό πραγματικά περιστατικά τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτόν λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, από τη συνεκτίμηση δε αυτή, οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.
Και τούτο, επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει συναχθεί από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ., αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.Α.Π.14/2011). Με τον τρίτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για την αβασιμότητα της αγωγής παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προαναφερόμενης επιστολής του Α.
Σ., δεχόμενο περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι διαλαμβάνει. Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η αβασιμότητα της αγωγής της αναιρεσείουσας - ενάγουσας κρίθηκε από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που ρητά αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και όχι αποκλειστικώς ή κυρίως από το έγγραφο αυτό, στο οποίο αποδίδεται μομφή περί παραμόρφωσής του.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 - 7 - 2014 αίτηση της Χ. Τ. του Π. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 50/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ