Supreme Court dismisses appeal for lack of specific grounds regarding common sense teachings violation under Article 561 of CPC.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a first-instance judgment in a debt collection dispute involving multiple banks. The appellant alleged violations of common sense teachings but failed to specify which teachings were ignored or how the lower court erred in applying them. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible under Article 561 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4 and 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal for cassation alleging a violation of common sense teachings is inadmissible unless it specifically identifies the teachings disregarded, the legal rule misapplied, and the manner of the violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 333 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 333/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου οι πρόσθετες παρεμβάσεις: Θ. Μ. του Ν., κατοίκου Α. Α., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θρασύβουλο Ξενάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "A. Τ. ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. AE" και ήδη "Τ. E. Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας της τιτλοποιημένης απαίτησης της εδρεύουσας στο Λ. Η. Β. εταιρείας με την επωνυμία "A. I. P." και ως αντικλήτου αυτής και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου: α) της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡ. Κ. Δ. Ε. Λ." (πρώην "Τ. Κ. Λ."), που έδρευε στη Λ. Κ. και ήταν νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα και β) της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. Τ. Ε. ΑΕ", εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 4-5-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης, ενώ οι 1η και 3η δεν παραστάθηκαν.
Α. Της προσθέτως υπέρ της "A. B." παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "C. H. ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" ("C. H."), που εδρεύει στη Ν. Σ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δ. Ι. και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "O. X. S. D. A. C.", ούσας ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "A. Τ. ΑΕ" και δ.τ. "A. B.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παναγούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Β. Της προσθέτως υπέρ της "Τ. Π. ΑΕ" παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "I. H. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και δ.τ. "I. H. ΑΕΔΑΔΠ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας επ' ονόματι και για λογαριασμό της εδρεύουσας στο Δ. Ι. και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "S. I. N. F. D. A. C.", ούσας ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία - Μαρία Χρύση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-6-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ...6/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ...81/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-9-2020 αίτησή του, οι δε προσθέτως υπέρ των 1ης και 3ης αναιρεσιβλήτων παρεμβαίνουσες, με τα από 16-1-2023 και 29-7-2022, αντίστοιχα, δικόγραφα, ζητούν τα εις αυτά αναφερόμενα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων, η 2η των αναιρεσιβλήτων και οι προσθέτως παρεμβαίνουσες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των πρόσθετων παρεμβάσεων και η πληρεξούσια της 2ης προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 21-9-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../.../23-9-2020, αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. ...81/2020 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ. (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/20..., οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της δεύτερης των εφεσίβλητων και ήδη δεύτερης των αναιρεσίβλητων, τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως προς την οποία (εφεσίβλητη) εχώρησε η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία αυτής, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/20..., η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας.
Συνεπώς, αφού η προσβαλλομένη απόφαση είναι δεκτική ασκήσεως κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως, η ένδικη αίτηση έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 5... του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 780/2022, Α.Π. 1376/2021, Α.Π. 67/2020). Ασκηθείσα δε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 5..., 5... παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 74/2023). Περαιτέρω, από την παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο ... του ν. 4139/2013, προκύπτει ότι, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, κάποιος από αυτούς, στη μεν περίπτωση της απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση χωρεί νομίμως ως προς τους νομοτύπως και εμπροθέσμως κλητευθέντες και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, στη δε περίπτωση της αναγκαστικής ομοδικίας, κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (Ολ.Α.Π. 3/2018, Α.Π. 613/2020, Α.Π. 415/2020).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. του 1 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι όταν η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι, οι οποίοι μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται.
Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο, παρά την απουσία του (Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).
Τέλος, στη δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, κατά το ν. 3869/20..., ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 173/2022, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. ...49/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. .../08-...-2020 και .../08-...-2020 εκθέσεις επιδόσεως, της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Γ. Π., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 21-9-2020 (αρ.
κατ. .../.../23-9-2020) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως δικογράφου και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 14-01-2022, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις πρώτη και τρίτη των αναιρεσίβλητων, "Α.
Τ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "Τ. Π. Α.Ε.", αντίστοιχα. Κατά την τελευταία, όμως δικάσιμο (15-05-2023), κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ως άνω αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτές έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.
Επομένως, ενόψει του ότι η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 575 του ίδιου κώδικα), οι δε ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 80, 7... παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, τρίτος μπορεί να ασκήσει, σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη, πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς, για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, χωρίς προδικασία, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναιρέσεως, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου, με οποιοδήποτε τρόπο, στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (Α.Π. 461/2023, Α.Π. 456/2023, Α.Π. .../2023, Α.Π. 1...6/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του Κ.Πολ.Δ., αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της αποφάσεως, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της ασκήσεως αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται, όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της αποφάσεως σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά τις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της αποφάσεως. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 του Κ.Πολ.Δ. αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος, με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (Α.Π. ...88/2023, Α.Π. 287/2023, Α.Π. 1...6/2022, Α.Π. ...28/2022).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 666/2023, Α.Π. 456/2023, Α.Π. 287/2023, Α.Π. 486/2022).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 43.../2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιρειών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 43.../2015 "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Στην προκείμενη περίπτωση: Α. Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "I. H. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "I.
H. Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", που έχει την έδρα της στην Αθήνα, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 11-08-2022 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στον αναιρεσείοντα και τις αναιρεσίβλητες (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από αυτή, υπ' αριθμ. .../18-01-2023, .../18-01-2023, .../18-01-2023 και .../18-01-2023 εκθέσεις επιδόσεως, της δικαστικής επιμελήτριας στη Περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς Θ.
Π. η πρώτη και του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Χ. Κ. οι λοιπές), άσκησε, υπό την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. ΑΕ", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "S. I.
N. F. D. A. C.", ειδικής διαδόχου της ως άνω τρίτης αναιρεσίβλητης, (ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. ΑΕ"), υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 του Κ.Πολ.Δ.), ζήτησε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του καθού η παρέμβαση. Ειδικότερα, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι, δυνάμει της από ...-9-2019 συμφωνίας, που καταρτίστηκε μεταξύ της τρίτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας και της εδρεύουσας στο Δ.
Ι., αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "P. S. D. A. C.", μεταβιβάστηκε από την πρώτη στη δεύτερη, μέσω τιτλοποίησης απαιτήσεων και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων ... και 14 παρ. 13 του Ν. 3156/2003, χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων από χορηγήσεις δανείων ή και πιστώσεων προς οφειλέτες, των οποίων οι οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες ή έχουν καταγγελθεί ή ρυθμισθεί.
Η συμφωνία αυτή καταχωρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο ... παρ. 8 του ν. 3156/2003, στις 16-9-2019, στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 28.../2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό πρωτ. ..., στον τόμο ... και με αριθμό ...1. Έτσι, η ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία κατέστη δικαιούχος των ως άνω απαιτήσεων, ως ειδική διάδοχος της τρίτης αναιρεσίβλητης, μεταξύ δε των απαιτήσεων αυτών περιλαμβάνεται και η επίδικη, σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Στη συνέχεια, με την από ...-9-2019 Σύμβαση Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων και σύμφωνα με τα άρθρα ... παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003, η διαχείριση του ανωτέρω χαρτοφυλακίου ανατέθηκε στην τρίτη αναιρεσίβλητη "Τ. Π. ΑΕ", η σύμβαση δε αυτή καταχωρήθηκε, στις 16-9-2019, στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό πρωτ. ..., στο τόμο ...
και με αριθμό ...2. Στις 16-9-2019, συστήθηκε η εταιρεία με την επωνυμία "A. F. S. Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", με διακριτικό τίτλο "A. F. S. Μ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", η οποία αδειοδοτήθηκε και εποπτεύεται από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ, δυνάμει της .../2/17-9-2019 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 3...3/20-9-2019.
Στην εταιρεία αυτή εισφέρθηκε σε είδος από την τρίτη αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 4...8/2018, ο κλάδος διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, στον οποίο περιλαμβάνεται και η ανωτέρω από ...-9-2019 συμφωνία διαχείρισης των πιο πάνω τιτλοποιημένων απαιτήσεων. Συνεπεία της ως άνω εισφοράς, τροποποιήθηκε η πιο πάνω από ...-9-2019 συμφωνία διαχείρισης, με την από 18-9-2019 συμφωνία μεταβολής του προσώπου του διαχειριστή, η οποία δημοσιεύθηκε με αριθμό πρωτ. .../23-9-2019 στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στο τόμο ...
με αριθμό ... και ορίστηκε νέος διαχειριστής- πληρεξούσιος των τιτλοποιημένων απαιτήσεων η ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία "A. F. S.S ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε "I. H. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακρτικό τίτλο "I.
H. Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π." (ήδη προσθέτως παρεμβαίνουσα). Την 30-...-2020 εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ η διάσπαση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Ανώνυμος Εταιρεία" με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ..., με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τ.
Π. Ανώνυμος Εταιρεία", με έδρα την Αθήνα, και με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ..., σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../18-...-2020 σύμβαση διάσπασης και σύστασης νέας εταιρείας του συμβολαιογράφου Πειραιώς Στέφανου Κων. Βασιλάκη. Συνεπεία της ανωτέρω διάσπασης δι' απόσχισης κλάδου, η Τ. Π. υποκαταστάθηκε, δυνάμει καθολικής διαδοχής, στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, εννόμων σχέσεων και εν γένει δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Διασπώμενης Τράπεζας που σχετίζονται με τον αποσχισθέντα κλάδο τραπεζικής δραστηριότητας, μεταξύ των οποίων και η έννομη σχέση από την ως άνω, από ...-09-2019 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, δημοσιευθείσας της σχετικής μεταβολής στο ειδικό βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο ..., αριθμό ...
με αρ. πρωτ. .../...-03-2021. Την .../03/2021, η εταιρεία με την επωνυμία "P. S. DAC" προέβη σε επανεκχώρηση προς την Τ. Π. (αποτιτλοποίηση - επαναμεταβίβαση), μέρους των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, σε εκτέλεση της αρχικής σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, δημοσιευθείσας της σχετικής μεταβολής (επαναγοράς) σε περίληψη, με αρ.
πρωτ. .../...-03-2021, στο ίδιο ως άνω ειδικό βιβλίο, στον τόμο ... με αριθμό .... Ακολούθως, δυνάμει της από 16-03-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων (που καταχωρήθηκε σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο ... με αριθμό ... και αριθμ. πρωτ. .../17-03-2021), η Τ. Π. μεταβίβασε τις απαιτήσεις από την ως άνω σύμβαση πίστωσης και τις πρόσθετες πράξεις αυτής στην εδρεύουσα στο Δ.
Ι. εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "S. I. N. F. D. A. C.", με συνέπεια η τελευταία να είναι πλέον αποκλειστικός δικαιούχος όλων των απαιτήσεων που απορρέουν από την ανωτέρω σύμβαση, καθώς και κάθε παρεπόμενου ή διαπλαστικού ή άλλου δικαιώματος που συνδέεται με αυτή. Περαιτέρω, δυνάμει της από 16-03-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αρ.
πρωτ. .../17-03-2021, στον τόμο ... με αριθμό ..., η "S. I. N. F. D. A. C." ανέθεσε, κατ' άρθρο ... § 14 Ν. 3156/2003, την είσπραξη και διαχείριση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων στην ίδια ως άνω εταιρεία με την επωνυμία "I. H. Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 43.../2015 και την ΠΕΕ .../19-05-2017.
Τέλος, δυνάμει του από 11-06-2021 ιδιωτικού συμφωνητικού, μεταξύ της δικαιούχου και της αρχικής διαχειρίστριας εταιρείας με την επωνυμία "I. H. Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", που καταχωρήθηκε με αρ. πρωτ. .../29.07.2021 στα δημόσια βιβλία του ν. 28.../2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο ...
και με αριθμό ...9, συμφωνήθηκε η λύση της ως άνω από 16.03.2021 Σύμβασης Διαχείρισης, την ίδια δε ημέρα (11-6-2021), οι αρχικοί συμβαλλόμενοι, εταιρεία "S. I. N. F. D. A. C." και η διαχειρίστρια εταιρεία με την επωνυμία "I. H. Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", προέβησαν στην σύναψη νέας σύμβασης διαχείρισης, που καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αρ.
πρωτ. .../29.07.2021, στον τόμο ... και αριθμό ..., δυνάμει της οποίας η τελευταία διορίστηκε ως διαχειρίστρια των τιτλοποιημένων απαιτήσεων. Β. Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "C. Η. ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΈΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" ("C. H."), που εδρεύει στη Ν.
Σ. Α., με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 19-1-2023 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στον αναιρεσείοντα και τις αναιρεσίβλητες (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες υπ' αριθμ. ...23-2-2023, .../22-2-2023, .../22-2-2023 και .../22-2-2023, εκθέσεις επιδόσεως, της δικαστικής επιμελήτριας στη Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, Π.
Α.), άσκησε, υπό την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ά. Τ. Ανώνυμος Εταιρεία", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "Ο.
Χ. S. D. Α. «C. (Ο. Ε. Σ. Ν. Α. Κ.)", ειδικής διαδόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ά. Τ. Ανώνυμος Εταιρεία", υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 του Κ.Πολ.Δ.), ζήτησε, ως ειδική διάδοχος της ως άνω τραπεζικής εταιρείας, να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του καθού η παρέμβαση.
Ειδικότερα, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1/29-11-2016 αποφάσεως της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, αδειοδοτήθηκε νομίμως η εταιρεία με την επωνυμία "A. Ελλάς Χρηματοοικονομικές Λύσεις Ανώνυμη Εταιρεία", που, με την από 16-1-2017 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, σε συνδυασμό με το από 16-...-2019 πρακτικό του διοικητικού της συμβουλίου, που καταχωρήθηκε, στις 17-...-2019, στο Γ.Ε.ΜΗ., με αριθμό πρωτοκόλλου ..., μετονομάστηκε σε "C.
Η. ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" (ήδη προσθέτως παρεμβαίνουσα), η οποία ασκεί την παρούσα παρέμβαση ως μη δικαιούχος διάδικος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 43.../2015 και την Πράξη .../2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος και ως εντολοδόχος, ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπος και αντίκλητος (δυνάμει του από 18.06.2021 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Διαχείρισης Απαιτήσεων, που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στις 22.06.2021, με αρ.
πρωτ. .../22.06.2021, στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ... και του υπ' αριθμ. .../15-6-2021 ειδικού πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Θ. Στεφανάκου), της εδρεύουσας στο Δ. Ι. εταιρείας ειδικού σκοπού τιτλοποίησης, με την επωνυμία "Ο. Χ. S. D. Α. «C. (Ο. Ε. Σ. Ν. Α. Κ.)", η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α.
Τ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", δυνάμει της από 20.04.2021 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, που καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, την 20.04.2021, με αριθμό πρωτοκόλλου .../20.04.2021, στον τόμο ... και αύξοντα αριθμό ...5, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου ... παρ. 8 και ... του Ν. 3156/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 28.../2000, με την οποία μεταβιβάσθηκαν σ' αυτήν, από την ως άνω τραπεζική εταιρεία, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις καταναλωτικής ή/και επιχειρηματικής πίστεως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι κατά του αναιρεσείοντος- καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση απαιτήσεις εκ των υπ' αρ. ...
και ... συμβάσεων στεγαστικών δανείων. Εν συνεχεία, στις 16.4.2021, εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. η διάσπαση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Τ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡEΙΑ" με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. 2...0...00, με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Α.
Τ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡEΙΑ" και τον δ.τ. "Α. Β.", σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 του Ν. ...5/1997, την παρ. 3 του άρθρου ..., την παρ. 3 του άρθρου 57 και των άρθρων 59 έως και 74 και 140 του ν. 4601/2019, όπως ισχύουν, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 45.8.../7.4.2021 Πράξη Διάσπασης του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκου. Η ως άνω διάσπαση εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ.
πρωτ. .../16.4.2021 απόφαση της Δ/νσης Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσιεύθηκε στις 16-2-2021. Από τη δημοσίευση στο Γ.Ε.ΜΗ., της εγκριτικής αποφάσεως της διάσπασης με απόσχιση κλάδου, η επωφελούμενη υπεισήλθε αυτοδικαίως, ως καθολική διάδοχος της διασπώμενης, στα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία της διάσπασης και εν γένει σε κάθε δικαίωμα ή υποχρέωση ή έννομη σχέση ή δραστηριότητα που αφορά τον ανωτέρω κλάδο.
Στα στοιχεία ενεργητικού, στα οποία υπεισήλθε η επωφελούμενη, περιλαμβάνονται (μεταξύ άλλων) και όλες οι έννομες σχέσεις δανείων και πιστώσεων και τα εμπράγματα δικαιώματα της διασπώμενης, που υφίσταντο έως την έγκριση της διάσπασης, στις 16.04.2021, μεταξύ των οποίων και οι απαιτήσεις εκ των ως άνω συμβάσεων δανείου.
Κατόπιν, η ως άνω εταιρεία "Ο. Χ. S. D. Α. C.", ως ειδική διάδοχος των απαιτήσεων της "Α. Τ. Α.Ε.", ανέθεσε, δυνάμει του από 18.06.2021 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Διαχείρισης Απαιτήσεων (που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στις 22.06.2021, με αρ. πρωτ. .../22.06.2021, στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ...) και του υπ' αρ. .../15-6-2021 Ειδικού Πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Θ.
Στεφανάκου, στην προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία με την επωνυμία "C. Η. ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΈΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", τη διαχείριση των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της από δάνεια και πιστώσεις καταναλωτικής ή/και επιχειρηματικής πίστεως, μεταξύ των οποίων και οι ένδικες απαιτήσεις εκ των υπ' αρ. ...
και ... συμβάσεων στεγαστικών δανείων. Επομένως, αμφότερες οι ως άνω πρόσθετες παρεμβάσεις, οι οποίες, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, έχουν σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτές και νόμιμες, κατ' άρθρα 80, 83 και 7... παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., με αποτέλεσμα, μεταξύ των κυρίως διαδίκων, πρώτης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων και των προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαινουσών, να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας (Α.Π. 402/2021, ΑΠ 883/2021), και, ως εκ τούτου, πρέπει αυτές να συνεκδικαστούν με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 246 και 573 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων Θ. Μ.., άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κ. την από ...-6-2014 (αρ. κατ. .../...-6-2014) αίτησή του, με την οποία, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις καθ' ων η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρείες, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, με σκοπό την απαλλαγή του από τις οφειλές του.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...6/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 22-2-2018 (με αρ. κατ. .../.../2018) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. ...81/2020 απόφαση, που δέχτηκε αυτήν τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσίαν.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/20... ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/20..., υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Κ.
στις ...-6-2014, ήτοι πριν την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015 (που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του), ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να την αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (Α.Π. 656/2021, Α.Π. 6.../2020, Α.Π. 735/2019).
Ειδικότερα, βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/20..., είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη και όχι απλώς παροδική περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του (Α.Π. 5.../2020, Α.Π. 1460/2019, Α.Π. 418/2019, Α.Π. ...2/2019, Α.Π. 551/2018).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά, με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη, τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (Α.Π. 257/2020, Α.Π. 208/2020, Α.Π. 735/2019, Α.Π. 641/2019, Α.Π. ...08/2017).
H μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο και μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 656/2021, 5.../2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. .../2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. ...08/2017). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ.
α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Α.Π. 4...3/2021, Α.Π. 980/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 501/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 740/2023, Α.Π. ...09/2021, Α.Π. ...3/2021, Α.Π. ...21/2020, Α.Π. ....../2020). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη ...81/2020 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα, κρίσιμα για τη διερεύνηση των λόγων αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "...Ο αιτών και ήδη εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) γεννήθηκε το έτος 19..., είναι έγγαμος με την Ε.
Σ. και από τον γάμο τους αυτό (τρίτος γάμος για τον αιτούντα) δεν έχουν αποκτήσει τέκνα. Ο αιτών έχει δύο τέκνα από τον πρώτο του γάμο, ήδη ενήλικα. Ο αιτών διατηρούσε ατομική επιχείρηση αλουμινοκατασκευών σε μισθωμένο χώρο στην Π. Α. μέχρι την 19.....3013, ακολούθως δε, ήτοι την 23.....2013, κατέθεσε προς τον ασφαλιστικό του φορέα Ο.Α.Ε.Ε.
αίτηση για την απονομή σύνταξης γήρατος και λαμβάνει ήδη μηνιαία σύνταξη ύψους 911,91 ευρώ. Όπως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη, δεδομένου ότι δεν υπάρχει αντίθετη έφεση, οι κατωτέρω αναφερόμενες οφειλές του αιτούντος δημιουργήθηκαν σε χρόνο που αυτός είχε την εμπορική ιδιότητα, όμως έπαψαν να εξυπηρετούνται σε χρόνο που είχε απωλέσει αυτήν, συνεπώς κατ' αρχήν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ρύθμισης με τις διατάξεις του ν. 3869/20....
Η σύζυγος του αιτούντος εργάζεται στην εταιρεία Φ. ΑΒΕΕ και οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές της ανέρχονται στο ποσό των 1.022,96 ευρώ. Ο αιτών έχει στην κυριότητα του 1) μία κάθετη ιδιοκτησία κείμενη στη θέση "Ά. Ν. - Σ. - Α. Σ. και Π. Μ." στον Δ. Α. Αττικής, επί της οδού Σ. αρ. 59, επιφανείας ...5,64 τ.μ., πλέον βοηθητικών χώρων επιφάνειας 60,57 τ.μ., εντός τμήματος οικοπέδου εμβαδού 3...
τ.μ., η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία αυτού και της συζύγου του, με αντικειμενική αξία 88.583,04 ευρώ, και 2) ένα αγροτεμάχιο στην κτηματική περιφέρεια Π. Αττικής, έκτασης 2.0.00 τ.μ., καθώς επίσης είναι κύριος ενός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής H., 1.396 κ.ε., έτους πρώτης κυκλοφορίας 2013. Η σύζυγος του αιτούντος είναι συγκυρία με ποσοστό 45,69% εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου (κτίσματος), έτους κατασκευής 1985, συνολικού εμβαδού 75,39 τ.μ., εντός οικοπέδου έκτασης 330,66 τ.μ., που βρίσκεται στον Ο.
Μ. Π., και κυρία ενός κτίσματος, έτους κατασκευής 1970, συνολικού εμβαδού 139,86 τ.μ., εντός οικοπέδου 148,19 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό Β., στην Π. Αττικής (βλ. ΕΝ.Φ.Ι.Α. 2015). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ο αιτών ανέλαβε τα αναφερόμενα στην ένδικη αίτηση χρέη προς τις καθ' ων τράπεζες - εφεσίβλητες, που δεν αμφισβητούνται, συνολικού ποσού 397.288,47 ευρώ, τα οποία προέρχονται από τρία (3) στεγαστικά δάνεια που έλαβε από την πρώτη καθ' ης τα έτη 2008 και 2009, με συνολικό υπόλοιπο οφειλής: 3....411,...
ευρώ, μία πίστωση από αλληλόχρεο λογαριασμό που έλαβε από τη δεύτερη καθ' ης το έτος 2007, με υπόλοιπο οφειλής 31.717,... ευρώ, ένα δάνειο που ελήφθη από την τρίτη καθ' ης το έτος 20... και στο οποίο ενέχεται ως εγγυητής, με υπόλοιπο οφειλής 1....7,51 ευρώ, και ένα επιχειρηματικό δάνειο που έλαβε από την τρίτη καθ' ης το έτος 2007, με υπόλοιπο οφειλής ....0...,76 ευρώ.
Ακόμη, από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων εκκαθαριστικών σημειωμάτων των ετών 2004- 2016, προκύπτει ότι ο αιτών δήλωνε ετήσιο εισόδημα ως εξής: 1) το έτος 2004, δήλωσε ετήσιο εισόδημα 39.921,07 ευρώ (πλέον 7.407,03 ευρώ της συζύγου), με αναλογούντα φόρο εισοδήματος ....176,17 ευρώ, 2) το έτος 2005, δήλωσε ετήσιο εισόδημα 45.383,59 ευρώ, με αναλογούντα φόρο εισοδήματος 9.437,...
ευρώ, 3) το έτος 2006, δήλωσε ετήσιο εισόδημα 42.806,41 ευρώ, με αναλογούντα φόρο εισοδήματος 7.877,37 ευρώ, 4) το έτος 2007, δήλωσε ετήσιο εισόδημα ....461,15 ευρώ, με αναλογούντα φόρο εισοδήματος 18.455,73 ευρώ, 5) το έτος 2008, δήλωσε εισόδημα 3.961,86 ευρώ, με επιστροφή φόρου εισοδήματος 8....8,74 ευρώ, 6) το έτος 2009, δήλωσε ετήσιο εισόδημα 18....1,91 ευρώ, με αναλογούντα φόρο εισοδήματος 376,90 ευρώ, 7) το έτος 20..., δήλωσε εισόδημα 15.472,72 ευρώ (μηδενικός φόρος), 8) το έτος 2011, δήλωσε ετήσιο εισόδημα ....489,26 ευρώ (πλέον 14....9,95 ευρώ της συζύγου), με αναλογούντα φόρο εισοδήματος 1.566,...
ευρώ, 9) το έτος 20..., δήλωσε ετήσιο εισόδημα 7.807,96 ευρώ (πλέον 15.333,16 ευρώ της συζύγου), με αναλογούντα φόρο εισοδήματος 1.886,43 ευρώ, ...) το έτος 2013, δήλωσε εισόδημα 3.609 ευρώ (πλέον 13.882,50 ευρώ της συζύγου), με αναλογούντα φόρο εισοδήματος 3.386,58 ευρώ, 11) το έτος 2014, δήλωσε μηδενικό εισόδημα λόγω της υποβολής αίτησης σύνταξης που δεν είχε αρχίσει να καταβάλλεται (πλέον 15.5...,47 ευρώ της συζύγου), με επιστροφή φόρου ...5,24 ευρώ, ...) το έτος 2015, είχε ετήσιο δηλωθέν εισόδημα 7.032,23 ευρώ (πλέον 13.391,...
ευρώ της συζύγου), με αναλογούντα φόρο εισοδήματος 732,18 ευρώ, και 13) το έτος 2016, είχε ετήσιο δηλωθέν εισόδημα 11.778,09 ευρώ (πλέον 14.949,49 ευρώ της συζύγου), με αναλογούντα φόρο εισοδήματος ...0,70 ευρώ. Από τα παραπάνω εκκαθαριστικά σημειώματα προκύπτει ότι με εξαίρεση τα έτη 2004 -2007, που το ετήσιο εισόδημα του αιτούντος ήταν υψηλό, κατά τα επόμενα έτη και μέχρι την κατάθεση της ένδικης αίτησης (....06.2014) τα δηλωθέντα εισοδήματα του αιτούντος από την τότε εργασία του δεν ήταν υψηλά, και δη τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης των οφειλών του προς την πρώτη καθ' ης τα έτη 2008 και 2009, όσο και κατά τον χρόνο ανάληψης της εξ εγγυήσεως ευθύνης σε καταναλωτικό δάνειο προς την τρίτη καθ' ης το έτος 20....
Χαρακτηριστικό είναι ότι το έτος 2008, κατά το οποίο ο αιτών έλαβε το πρώτο στεγαστικό δάνειο από την πρώτη καθ' ης, ύψους 300.000,00 ευρώ, το μηνιαίο του δηλωθέν εισόδημα ανερχόταν σε 330,15 ευρώ, το έτος 2009 σε 1....2,65 ευρώ, ενώ το έτος 20..., οπότε ανέλαβε την τελευταία δανειακή του υποχρέωση, το μηναίο δηλωθέν εισόδημα του ανερχόταν σε 1....,39 ευρώ, ποσά που σε καμία περίπτωση δεν επαρκούσαν τόσο για την κάλυψη των δανειακών υποχρεώσεων του (μόνο η μηνιαία ενήμερη συνολική δόση προς την πρώτη καθ' ης ήταν 1.885,80 ευρώ, βλ.
από 28.02.2014 και 19.02.2016 βεβαιώσεις α' καθ' ης), όσο και των βιοτικών του αναγκών, οι οποίες, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποκλείεται να ήταν μικρότερες των 600,00 ευρώ, ενώ εξάλλου κατά τα έτη 2008 και 2009 ο αιτών δήλωνε και μηνιαία δαπάνη ενοικίου κύριας κατοικίας 240,00 ευρώ. Το, δε εισόδημά του, κατά τα έτη 2011 - 2013, συνυπολογιζομένου του εισοδήματος της συζύγου του, ήταν υψηλότερο συγκριτικά με αυτό των προηγούμενων ετών, το ίδιο δε και κατά τα επόμενα έτη, ήτοι μετά την κατάθεση της ένδικης αίτησης, κατά δε το έτος 2016 το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ήταν 26.7...,58 ευρώ, δηλαδή μεγαλύτερο από κάθε άλλη προηγούμενη χρονιά μέχρι και το έτος 2008.
Από τα παραπάνω, συνεπώς, δεν προκύπτει μείωση του εισοδήματος του αιτούντος κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης, συζήτησης αυτής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και μέχρι σήμερα σε σχέση με το εισόδημα του κατά τα προηγούμενα έτη (2008 - 2013), κατά τα οποία ο αιτών, όπως κατέθεσε και ο ίδιος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ήταν απόλυτα συνεπής προς τις δανειακές του υποχρεώσεις, συνακόλουθα δεν προκύπτει μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του, αφού φαίνεται ότι ο αιτών ανταποκρινόταν στις σημαντικές ως άνω δανειακές υποχρεώσεις του και στις δαπάνες διαβίωσής του με ίδια και μικρότερα εισοδήματα πριν από την κατάθεση της ένδικης αίτησης.
Ακροθιγώς και αορίστως με την ένδικη αίτηση και ήδη μετ' επιτάσεως με την ένδικη έφεση, ο αιτών ισχυρίζεται ότι αυτό κατέστη δυνατό λόγω των αποταμιεύσεων που είχε συγκεντρώσει κατά τα έτη 2004 - 2007, οι οποίες διετέθηκαν για την κάλυψη των δανειακών του υποχρεώσεων κατά τα έτη 2008 - 2013 και εξαντλήθηκαν, προσδιορίζει δε αυτές (αποταμιεύσεις), με το δικόγραφο της έφεσης, στο ποσό των 160.000,00 ευρώ.
Επ' αυτού λεκτέα είναι τα εξής: Κατ' αρχάς, με βάση τα ως άνω δηλωθέντα εισοδήματα του αιτούντος κατά τα έτη 2004 - 2007, συνυπολογιζομένου του φόρου που έπρεπε αυτός να καταβάλει, δεν είναι δυνατόν, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, να είχε αποταμιεύσεις τέτοιου ενδεικτικά, δεν είναι δυνατόν να είχε αποταμιεύσεις 55.000,00 ευρώ κατά το έτος 2007, όπως ισχυρίζεται με την ένδικη έφεση, όταν κατά το έτος αυτό το δηλωθέν ετήσιο εισόδημα του μείον του φόρου ήταν ....005,42 ευρώ (....461,15 - 18.455,73), αντιστοίχως και κατά τα υπόλοιπα έτη, αφού στους υπολογισμούς του ο αιτών δεν φαίνεται να υπολογίζει τον υψηλό φόρο που έπρεπε να καταβληθεί και αναφέρεται ανωτέρω.
Εξάλλου, οι τυχόν αποταμιεύσεις του αιτούντος δεν αποδεικνύονται από τραπεζικά ή φορολογικά έγγραφα ούτε από την ανωμοτί κατάθεση του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Από τη δήλωση του, όμως, με την ένδικη έφεση ότι είχε αποταμιεύσεις 160.000,00 ευρώ, όπως και από την κατάθεση του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι κατά τα έτη 2008 - 2009 είχε μηνιαίο εισόδημα 4.000,00 - 4.500,00 ευρώ (βλ.
πρακτικά), δηλαδή πολλαπλάσιο του δηλωθέντος στις φορολογικές αρχές, καθώς επίσης και από το γεγονός ότι κάλυπτε τις υψηλές δανειακές του υποχρεώσεις ανελλιπώς μέχρι και το έτος 2013 (που αποφάσισε να συνταξιοδοτηθεί), συνάγεται με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι ο αιτών καθ' όλα τα χρόνια της εργασίας του είχε πολύ υπέρτερο εισόδημα του δηλωθέντος στις φορολογικές αρχές.
Καθότι, δε, δεν είναι δυνατόν να προκύψει με ακρίβεια το ύψος των πραγματικών του εισοδημάτων μέχρι το έτος 2013 ούτε αυτό των αποταμιεύσεών του, που πάντως σίγουρα υπήρχαν, ομοίως δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του αιτούντος - εκκαλούντος ότι έχει εξαντλήσει τις αποταμιεύσεις του και ότι βρισκόταν κατά την κατάθεση της αίτησης και διαρκώς μέχρι σήμερα σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του, εν όψει και του ότι το σχετικό βάρος απόδειξης βαρύνει αυτόν.
Σημειωτέον, ακόμη, ότι ο αιτών, εξεταζόμενος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατέθεσε ότι μετά από το έτος 2011 η μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλει προς την πρώτη καθ' ης (που κατέχει το συντριπτικό ποσοστό των συνολικών χρεών) ήταν ύψους 400,00 ευρώ, με βάση προφορική συμφωνία, ενώ η εξαμηνιαία δόση προς καθεμία από τις λοιπές δύο πιστώτριες του ήταν 1.300,00 ευρώ (άρα 216,66 ευρώ τον μήνα).
Ο ισχυρισμός αυτός, αν υποτεθεί αληθής, ενισχύει την κρίση ότι ο αιτών δεν βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του, διότι και μόνα τα εισοδήματα αυτού και της συζύγου του (2.200,00 ευρώ μηνιαίως περίπου), όπως αυτά αναφέρθηκαν ανωτέρω, επαρκούν και για την κάλυψη των μηνιαίων δανειακών του υποχρεώσεων (833,32 ευρώ περίπου) και για τις βιοτικές τους ανάγκες που δεν υπερβαίνουν το ποσό των 1.366,68 ευρώ.
Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια ως άνω, έστω με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου λόγοι της κρινόμενης έφεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι". Δηλαδή, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αιτήσεως δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του ήδη αναιρεσείοντος αδυναμία πληρωμών και, για το λόγο αυτό, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 22-2-2018 έφεσή του, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. ...6/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κ., με την οποία είχε επίσης απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη αίτησή του, επειδή δεν αποδείχθηκε η περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων προς τις ήδη αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρείες.
Με τις ως άνω παραδοχές του, το ως εφετείο δικάσαν δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στον ουσιαστικό κανόνα δικαίου που εφάρμοσε και συγκεκριμένα στις διατάξεις του άρθρου 1 § 1 του ν. 3869/20..., την οποία δεν παραβίασε ευθέως. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 (αληθώς 560 αρ. 1) του Κ.Πολ.Δ., αιτιάται ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/20...
έκρινε ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπό του μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, για το λόγο ότι, κατά το χρόνο καταθέσεως και συζητήσεως της αιτήσεώς του, το οικογενειακό του εισόδημα ήταν υψηλότερο σε σχέση με προηγούμενα έτη. Με το περιεχόμενο όμως αυτό ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος.
Και τούτο διότι, το ως άνω δικαστήριο απέρριψε την ένδικη αίτηση επειδή, από την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η περιέλευση του αιτούντος, ήδη αναιρεσείοντος, σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, προς ενίσχυση δε της κρίσης του αυτής, ότι δηλαδή δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, που είναι η βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του στις ρυθμίσεις του ν. 3869/20..., χρησιμοποίησε ως επιχείρημα το γεγονός ότι τα εισοδήματα αυτού, κατά τον χρόνο καταθέσεως της αιτήσεως και συζητήσεως αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν είχαν μειωθεί, σε σχέση με τα εισοδήματά του κατά τα προηγούμενα έτη (2008 - 2013).
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι, υπό την επίκληση ότι το δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση, παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η γενόμενη από το δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όμως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (με έναρξη ισχύος την 1.1.2016) και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (23-9-2020), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως όριζε ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η απαρίθμηση των προαναφερόμενων λόγων αναιρέσεως είναι περιοριστική, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνο" και, συνεπώς, δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνον του αριθμού 11, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν" (ΑΠ 740/2023, ΑΠ 20/2023, ΑΠ ...11/2021, ΑΠ 117/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι η προσβαλλομένη είναι απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου, που έκρινε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, δεν περιέχεται δε, κατά τα προαναφερθέντα, στους περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., λόγος, αντίστοιχος εκείνου του άρθρου 559 αρ. 11 του ίδιου Κώδικα, περί μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας -δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα (Α.Π. 1342/2021, Α.Π. 1175/2020, Α.Π. ...0/2020, Α.Π. 1365/2019)- ιδρύεται, μόνο αν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 58/2020, ΑΠ 65/2017, Α.Π. 92/2013).
Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων ... αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ποιος ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (Α.Π. 177/2021, Α.Π. 870/2020, Α.Π. ...9/2020, Α.Π. 372/2020).
Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει από αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (Α.Π. 20/2023, Α.Π. 619/2020, Α.Π. 609/2020, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 69/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, σε αμφότερους τους λόγους αναιρέσεως εμπεριέχεται αιτίαση για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας, χωρίς όμως αναφορά ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, καθώς και για την ανεύρεση της αληθινής εννοίας ποιου κανόνα δικαίου έπρεπε αυτά να χρησιμοποιηθούν και εσφαλμένα δεν χρησιμοποίησε το δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς, η αιτίαση αυτή, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη. Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/20..., κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 5.../2020, Α.Π. 507/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-9-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../.../23-9-2020, αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ...81/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις ... Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ