Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because arguments are merely evidence evaluation, not legal matters under Article 560.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment rendered in absentia regarding debt restructuring. The appellant argued that the lower court failed to consider specific facts and evidence, but the court ruled these were merely evidentiary arguments rather than legal 'matters' requiring appellate review. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under Article 560 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the challenged arguments concern only the evaluation of evidence or historical facts rather than distinct legal matters.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 58 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 58/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ.Μ. του Γ., κατοίκου ………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Καραγεωργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "………………….", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "…………………", μέλους του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκε με την από 8-8-2013 αίτηση της Μ. Γ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 374/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 189/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-7-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 1ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 25.7.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 189/2018 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δικ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των (και σήμερα απολειπομένων) δεύτερης και τρίτης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τις ανωτέρω ερήμην δικασθείσες ανώνυμες εταιρίες.
Κατά την διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη την δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός εκ των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στην συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.Α.Π. 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα την δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 Κ.Πολ.Δικ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αναιρέσεως, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με την διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' του Κ.Πολ.Δικ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από την δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.Α.Π. 11/1998, Α.Π. 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (Α.Π. 1049/2017, Α.Π. 12/2011, πρβλ.
επίσης Α.Π. 180/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) προκύπτει, ότι η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε ερήμην των εφεσιβλήτων:
α) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "……………….." και β) ανώνυμης εταιρίας παροχής πιστώσεων, με την επωνυμία "…….." και ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σελ. 2 και 3 αυτής) είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στη δικάσιμο της 21-3-2018 ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου και ότι η συζήτηση της υποθέσεως (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).
Επομένως, ως προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες (εφόσον αυτές είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθ' όσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010 δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δικ.
και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ.
…../…/20.. και …./…./20… εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει την συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης από 25.7.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2018 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-9-2019), επιδόθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα:
α) στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "….." και β) στην τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία παροχής πιστώσεων, με την επωνυμία "…..". Κατά συνέπειαν, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).
Με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.Α.Π. 4/2010, Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.
Όπως δε προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 65/2017, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/ 2017).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Α.Π. 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017, Α.Π. 849/2007). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (26.7.2018), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπα-γωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007, ΑΠ 44/2003).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1361/2013, Α.Π. 1266/2011).
Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 198/2015, Α.Π. 271/ 2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρουπόλεως, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη 189/2018 απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών είναι 45 ετών και έχει τελέσει γάμο με τη Μ. Γ. του Γ., ηλικίας 43 ετών. Έχουν αποκτήσει τρία τέκνα, το Γ., ηλικίας 20 ετών, που σπουδάζει στο ΙΕΚ …………….
με ειδικότητα τεχνικού λογισμικού Η/Υ, τον Ε., ηλικίας 16 ετών, και τον Α., ηλικίας 12 ετών, οι οποίοι είναι μαθητές. Διαμένουν σε διαμέρισμα του πρώτου ορόφου οικοδομής, κείμενης στον ………………. και συγκεκριμένα επί της οδού …………………., εμβαδού 66,85 τ.μ., το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του αιτούντος, δυνάμει του υπ' αριθ.
……/20… συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Θεόδωρου Δημητρόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης, ο αιτών και η σύζυγός του είναι συγκύριοι ενός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας PEUGEOT, μοντέλο 407, 1749 κυβικών εκατοστών, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2008, το οποίο χρησιμοποιούν για τις μετακινήσεις της οικογένειάς τους.
Το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των βασικών δαπανών για την διαβίωση του αιτούντος και της οικογένειάς του, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας των τέκνων του, στις οποίες περιλαμβάνεται η διατροφή, η ένδυση και υπόδηση, η μόρφωση των ανηλίκων τέκνων, τα λειτουργικά έξοδα κατοικίας, η μετακίνηση, η επισκευή και συντήρηση επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, τα είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, η ενημέρωση, οι υπηρεσίες τηλεφωνίας, τα είδη και οι υπηρεσίες υγείας, ανέρχεται στο ποσό των 1.350,00 € μηνιαίως.
Σημειωτέον ότι, ουδόλως αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι επιβαρύνεται με ασυνήθιστες ιατρικές ή φαρμακευτικές δαπάνες, τις οποίες, άλλωστε, δεν εξειδικεύει στο δικόγραφο της αίτησής του. Ο αιτών ήταν υπαξιωματικός του Ελληνικού Στρατού και έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί, κατόπιν αίτησής του, από τον Ιούνιο του έτους 2015.
Οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του, έτσι όπως προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα φορολογίας εισοδήματος του ιδίου, ανέρχονταν το έτος 2008 (οικονομικό έτος 2009) σε (22.107,04 €:12) = 1.842,25 €, το έτος 2009 (οικονομικό έτος 2010) σε (23.005,32 €:12) = 1.917,11 €, το έτος 2010 (οικονομικό έτος 2011) σε (20.606,29 €:12)=1.717,19 €, το έτος 2011 (οικονομικό έτος 2012) σε (19.757,55 €:12)=1.646,46 €, το έτος 2012 (οικονομικό έτος 2013) σε (19.811,24 €:12)=1.650,94 €, το έτος 2013 (οικονομικό έτος 2014) σε [(17.529,01 € +1.981,55 €):12] = 1.625,88 €, το έτος 2014 (φορολογικό έτος 2014) σε [(18.548,13 € + 2.460 €):12] = 1.750,68 €, και κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μετά τη συνταξιοδότησή του, στο ποσό των 910,22 € (όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο ενημερωτικό σημείωμα σύνταξης μηνός Μαρτίου του έτους 2017).
Η σύζυγος του αιτούντος από το έτος 2005 ήταν άνεργη. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι τα επόμενα έτη η σύζυγός του εργαζόταν ως υπάλληλος σε ζαχαροπλαστείο και εσόδευε το ποσό των 1.000,00 ευρώ μηνιαίως από την εργασία της. Αντίθετα από τα προμνησθέντα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος προκύπτει, ότι για τα έτη 2005, 2006 και 2007, η σύζυγος του αιτούντος δήλωσε μηδενικά εισοδήματα και από το έτος 2008 έως τα μέσα του έτους 2012 επιδοτούνταν ως μακροχρόνια άνεργη.
Μόλις το έτος 2015, στο πλαίσιο προγράμματος κοινωφελούς χαρακτήρα του Ο.Α.Ε.Δ., πεντάμηνης διάρκειας, τοποθετήθηκε ως καθαρίστρια στο Ειδικό Δημοτικό Σχολείο ………….. και στο Δημοτικό Σχολείο …………... Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από το γεγονός ότι στην υπ' αριθ. 4215178010/27-10-2008 σύμβαση με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, για την οποία γίνεται λόγος παρακάτω, η αιτούσα δήλωσε ως επάγγελμα "οικοκυρά".
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, αποκλειστικό έσοδο της οικογένειας του αιτούντος όλα αυτά τα χρόνια, ήταν ο μισθός του τελευταίου από την εργασία του, πλέον το επίδομα ανεργίας που εισέπραττε η σύζυγός του από το έτος 2008 έως τα μέσα του έτους 2012, ύψους 260,00€ περίπου το μήνα. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες: 1) προς την …………..
από την υπ' αριθ……/…../2008 σύμβαση δανείου το ποσό των 21.480,00 €, με συμφωνηθείσα διάρκεια αποπληρωμής 72 μηνών και ποσό δόσης 371,39 €, προκειμένου να προβεί από κοινού με τη σύζυγό του στην αγορά του προαναφερθέντος Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου τους, 2) προς το εκκαλούν Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από την υπ' αριθ.
……/…../2010 σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 115.000,00 €, με συμφωνηθείσα διάρκεια αποπληρωμής 360 μηνών και ποσό δόσης 553,36 €, προκειμένου να προβεί στην αγορά του προμνησθέντος διαμερίσματος, που αποτελεί την πρώτη κατοικία της οικογένειάς του, και 3) προς την ανώνυμη εταιρία παροχής πιστώσεων, με την επωνυμία "…….." από την υπ' αριθ.
…………….. σύμβαση πιστωτικής κάρτας το ποσό των 1.523,05 €. Συμπερασματικά, από όλα τα παραπάνω, συνάγονται τα εξής: Στις 26-5-2010, όταν ο αιτών συνήψε τη σύμβαση στεγαστικού δανείου με το εκκαλούν, οι μηνιαίες καθαρές αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 1.717,19 €. Την ίδια στιγμή, οι ελάχιστες δαπάνες διαβίωσης της οικογένειάς του υπερέβαιναν το ποσό των 1.350,00 €, αφού ο μεγαλύτερος υιός του ήταν ακόμη ανήλικος.
Στις δαπάνες αυτές πρέπει να προστεθεί και το ποσό των 371,39 €, η οφειλόμενη δηλαδή στην ……………Τράπεζα δόση από το δάνειο για την αγορά του αυτοκινήτου του αιτούντος και της συζύγου του. Ως εκ τούτου, ήδη κατά το χρόνο ανάληψης της ως άνω συμβατικής υποχρέωσης έναντι του εκκαλούντος, τα εισοδήματά του υπολείπονταν των βασικών δαπανών διαβίωσης της οικογένειάς του και των προειλημμένων δανειακών του υποχρεώσεων [(1.350,00 € + 371,39 €) = 1.721,39 €].
Άλλωστε, ακόμη κι αν υπολογιστεί στο οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος το επίδομα ανεργίας που εισέπραττε κατά τον ανωτέρω χρόνο η σύζυγος του [(1.717,19 € + 260,00 €) = 1.977,19 €], στο οποίο σε κάθε περί-πτωση δεν μπορούσε να στηριχθεί ο οικογενειακός προγραμματισμός τους και με βάση αυτό να αναληφθούν νέες δανειακές υποχρεώσεις, τούτο (οικογενειακό εισόδημα) δεν επαρκούσε για την εξόφληση της μηνιαίας δόσης προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ύψους 553,36 €.
Κατά συνέπεια, τους επόμενους μήνες μετά τη σύναψη της εν λόγω σύμβασης, ο αιτών δημιούργησε χρέη προς τρίτους (βλ. προσκομιζόμενους λογαριασμούς ΔΕΗ, COSMOTE και ΔΕΥΑΑ) και ληξιπρόθεσμα χρέη προς τους πιστωτές του, πλην του εκκαλούντος, αφού η δόση των 553,36 € παρακρατούνταν κατά νόμο από το μισθό του. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάθεσης της ένδικης αίτησης (22-8-2013) οι μηνιαίες αποδοχές του αιτούντος σε σχέση με το χρόνο υπογραφής της επίδικης σύμβασης, είχαν μειωθεί μόλις κατά (1.717,19 € - 1.625,88 €) = 91,31 €, συνεπώς, δεν ήταν αυτή η αιτία που ο αιτών περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών, αφού η διαφορά αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι συνιστά σημαντική ανατροπή των δεδομένων της οικιακής οικονομίας και κατάστασης διαβίωσης του αιτούντος.
Ο μισθός του τελευταίου και κατ' επέκταση το οικογενειακό του εισόδημα μειώθηκε σημαντικά σε μεταγενέστερο χρόνο, μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, λόγω της συνταξιοδότησης του αιτούντος, κατόπιν σχετικής αίτησής του, γεγονός, δηλαδή, το οποίο, κατά την κατάρτιση της επίμαχης δανειακής σύμβασης, γνώριζε ο αιτών ότι θα επέλθει, πλην όμως, θεώρησε, όπως ο ίδιος εκθέτει, ότι θα μπορούσε να προβεί στην καταβολή των οφειλόμενων δόσεων, κάνοντας χρήση του εφάπαξ που θα εισέπραττε.
Αυτό βέβαια στην πραγματικότητα αποδείχθηκε αδύνατο, αφού παρά το γεγονός ότι παρακρατήθηκε υπέρ του εκκαλούντος σε μερική εξόφληση του ως άνω δανείου, το ποσό των 36.900,00 €, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 3/4 του εφάπαξ βοηθήματος ύψους 49.324,93 €, που χορηγήθηκε στον αιτούντα από τον Ειδικό Λογαριασμό Αλληλοβοήθειας Στρατού, παρέμεινε οφειλή του προς το εκκαλούν, ύψους 65.049,54 € (βλ.
το υπ' αριθ. πρωτ. 161148-17/7-2- 2017 έγγραφο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων), την οποία, με τα υπάρχοντα οικονομικά δεδομένα της οικογένειάς του, αδυνατεί να καλύψει. Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν, αποδεικνύεται ότι ο αιτών προέβη στην κατάρτιση της δανειακής σύμβασης με το εκκαλούν, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία ανέλαβε και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωνόταν, εφόσον πραγματοποιούνταν ο κίνδυνος, προέβη στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή έκρινε ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνταν από την επέλευση του κινδύνου.
Επομένως, εφόσον προέκυψε ότι ο αιτών περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση των διατάξεων του Ν. 3869/2010". Με βάση τις παραδοχές αυτές το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 20.10.2017 έφεση του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης 374/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η ένδικη αίτηση και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, την διακράτηση της υποθέσεως και την εκδίκαση αυτής κατ' ουσίαν απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο, δικάσαν ως άνω Δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, κατά τον χρόνο καταρτίσεως της δανειακής συμβάσεως με το ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία είχε αναλάβει, και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωνόταν, στην περίπτωση πραγματοποιήσεως του κινδύνου, προέβη στη σύναψη της δανειακής αυτής συμβάσεως, επειδή έκρινε ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων υπερείχε σαφώς των συνεπειών που επαπειλούντο από την επέλευση του κινδύνου, προβλέποντας, επομένως, ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αποδεχθείς το αποτέλεσμα αυτό, δεχόμενο ως και κατ' ουσίαν βάσιμο τον σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεως του τότε εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, δεν παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Τούτο δε, διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (Α.Π. 65/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 286/2017).
Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλονται αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις αυτές αφορούν την εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Εξ άλλου, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η κατάγνωση σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχομένου δόλου κατά τον προεκτεθέντα χρόνο (αναλήψεως των δανειακών του υποχρεώσεων).
Ειδικότερα, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες προσδιορίζονται στην προσβαλλομένη απόφαση: α) το ύψος των δανειακών υποχρεώσεων που ανέλαβε ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, β) το οικογενειακό εισόδημά του, κατά τα οικονομικά έτη 2009 έως 2014, γ) το ποσό που απαιτείτο για την κάλυψη των βασικών δαπανών για την διαβίωση του ίδιου και της οικογένειάς του, δ) η ηλικία του, ε) το γεγονός ότι η σύζυγός του ήταν άνεργη από το έτος 2005, επιδοτούμενη ως μακροχρόνια άνεργη, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2008 έως τα μέσα του έτους 2012, με το ποσό των 260 ευρώ μηνιαίως, στ) ότι οι μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως (22.8.2013) σε σχέση με εκείνες κατά τον χρόνο υπογραφής της δανειακής συμβάσεως με το πρώτο αναιρεσίβλητο (26.5.2010) είχαν μειωθεί μόλις κατά 91,31 ευρώ και ότι η εν λόγω μείωση δεν ήταν η αιτία που ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών, ζ) ότι ο μισθός του και κατ' επέκταση το οικογενειακό του εισόδημα μειώθηκε σημαντικά σε μεταγενέστερο χρόνο, μετά την κατάθεση της αιτήσεώς του για την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, λόγω της συνταξιοδοτήσεώς του, κατόπιν σχετικής αιτήσεώς του, γεγονός όμως, το οποίο, κατά την κατάρτιση της επίμαχης δανειακής συμβάσεως (με το ήδη πρώτο των αναιρεισιβλήτων Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων), γνώριζε ότι θα επέλθει και η) ότι προέβη αυτός στον προεκτεθέντα δανεισμό, αποδεχόμενος το ενδεχόμενο να μην μπορέσει να εξυπηρετήσει την αναληφθείσα υποχρέωση, η οποία υπερέβαινε τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες.
Τα περιστατικά αυτά, που το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο ο αναιρεσείων, μπορούσε να προβλέψει ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές του δυνατότητες, θα τον οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε την συμπεριφορά αυτή.
Η περαιτέρω επικαλούμενη αιτίαση ότι στην προσβαλλομένη απόφαση περιέχεται αντιφατική αιτιολογία και συγκεκριμένα ότι το δικάσαν δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι "κατά τον χρόνο αναλήψεως των υποχρεώσεών του (του αναιρεσείοντος) ήταν αμφίβολη η εξυπηρέτηση των χρεών του", αν και εκ των υπαρχόντων στην διάθεση του Δικαστηρίου στοιχείων προέκυπτε η σχεδόν κανονική εξυπηρέτηση των εκ μέρους του ληφθέντων δανείων μέχρι την κατάθεση της αιτήσεως για την υπαγωγή στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010", ανάγεται σε επιχείρημα του αναιρεσείοντος προς υποστήριξη της προβληθείσας από αυτόν εκδοχής, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Σε κάθε περίπτωση, οι επικαλούμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Κατ' ακολουθίαν, ο τέταρτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 65/2017, Α.Π. 92/2013).
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (Α.Π. 951/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (Α.Π. 65/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλονται αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμο τον προβληθέντα από το πρώτο των αναιρεσιβλήτων ισχυρισμό περί δόλιας περιελεύσεώς του σε αδυναμία πληρωμών παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας:
α) ότι ο αναιρεσείων δεν εξαπάτησε τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να συνάψει δανειακές συμβάσεις, β) ότι τα δάνεια εγκρίθηκαν από τις τράπεζες, αφού ελήφθη υπόψη η ύπαρξη ακίνητης περιουσίας και το σταθερό εισόδημά του από την μισθοδοσία του, γ) ότι τα δάνεια ελήφθησαν πριν από την συρρίκνωση των εισοδημάτων του και δ) ότι περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών, εξαιτίας της συρρικνώσεως του εισοδήματός του, της απώλειας της εργασίας της συζύγου του, της κρίσεως στην αγορά εργασίας, της εκμηδενίσεως του εισοδήματός του από άλλες αιτίες (αύξηση ΦΠΑ, καυσίμων, τροφίμων, ΔΕΚΟ, κλπ).
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 159/2018).
Αντίθετα, δεν είναι "πράγματα" με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Α.Π. 2166/2009).
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αριθμ. 8 εδαφ. β' του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 159/2018).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744 Κ.Πολ.Δικ.) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από την ρύθμιση του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δικ. και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δικ., αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής αποδείξεως (Α.Π. 769/2015, Α.Π. 236/2015).
Επομένως, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 εδαφ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (Α.Π. 154/2018, Α.Π. 528/2017, Α.Π. 125/2017, Α.Π. 769/2015, Α.Π. 1844/2009) και, αναλόγως, από τον αριθμό 5 του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 1348/2018, Α.Π. 1421/2018, Α.Π. 1431/2018, Α.Π. 636/2017).
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., όπως, κατά τα προεκτεθέντα, ισχύει ήδη, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στην εν λόγω διάταξη, μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνεται ο λόγος αναιρέσεως που αναφέρεται στο άρθρο 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δικ.
Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 560 αριθμ. 5 εδαφ. β', 106, 335, 338 και 339 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι "πράγματα", κατά την έννοια της πρώτης από αυτές, δεν αποτελούν τα αποδει-κτικά μέσα (Α.Π. 1999/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δικ, με τις αιτιάσεις ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, καθ' όσον αφορά στο κεφάλαιο περί της καταγνώσεως σε βάρος αυτού ενδεχομένου δόλου κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων:
A) έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι (κατ' εκτίμηση των εκτιθεμένων), αν και για την θεμελίωση της προβληθείσας από το πρώτο των αναιρεσιβλήτων, Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, σχετικής ενστάσεως έπρεπε αυτό (Τ.Π.Δ.) "να αναφέρει και να αποδείξει συγκεκριμένες ενέργειες αυτού (οφειλέτη) εξαπατήσεως των υπαλλήλων του, με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής του οικονομικής καταστάσεως και των υποχρεώσεών του και την συνέχιση δολίως αναλήψεως υποχρεώσεων εκ μέρους του", πράγμα που ουδόλως έπραξε, αφού "ουδεμία ενέργειά του απεδείχθη που να οδηγεί στην δόλια περιέλευσή του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών", εντούτοις με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος ο σχετικός περί δόλου ισχυρισμός, Β) δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως προταθέντες και ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμούς του, κατά τους οποίους:
α) από της λήψεως των δανείων και για αρκετά χρόνια, σε κάθε δε περίπτωση μέχρι την υποβολή της αιτήσεως για υπαγωγή στο ν. 3869/2010 δεν υπήρχαν ληξιπρόθεσμες οφειλές του, γεγονός που αποδεικνύει από μόνο του την δυνατότητα που υπήρχε εκ μέρους του για την πληρωμή των ανα-ληφθεισών υποχρεώσεών του, β) κατά την λήψη των δανείων σχεδίαζε ότι μέχρι να συνταξιοδοτηθεί θα μπορούσε να αποπληρώνει άνετα την δόση, λόγω του υψηλού μισθού του και ότι μετά την συνταξιοδότησή του θα κατέβαλε το "εφάπαξ" που θα ελάμβανε για την εξυπηρέτηση του ληφθέντος δανείου και γ) δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του μάρτυρός του, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος κατέθεσε ότι η σύζυγός του (αναιρεσείοντος) εργαζόταν στην Κύπρο, αποκερδαίνοντας το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως και ότι τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεώς του (αναιρεσείοντος), μετά την κατάθεση της αιτήσεώς του για υπαγωγή στις ευεργετικές διατάξεις του προαναφερθέντος νόμου, αυξήθηκαν.
Ο λόγος αυτός, ως προς το υπό στοιχ. Α' σκέλος του (εκ του αριθμού 5 εδαφ. α' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ.) είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, επειδή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψεως, στην προκειμένη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 5 εδαφ.
α' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., δεδομένου ότι στην εν λόγω δικαιοδοσία ισχύει το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο, ακόμη και στο δευτεροβάθμιο, ελευθερία να ενεργεί αυτεπαγγέλτως και να συλλέγει το αποδεικτικό υλικό για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, έστω και αν δεν έχουν προταθεί, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως του ότι, όπως έχει ήδη εκτεθεί κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου, για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους του, δεν απαιτείται η προσθήκη και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη.
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά τα υπό στοιχ. Βα και Ββ σκέλη του, κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, καθ' όσον οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του προεκτεθέντος άρθρου 560 αριθμ. 5 εδαφ. β' του Κ.Πολ.Δικ. αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσεως της προβληθείσας ενστάσεως περί δόλιας περιελεύσεως του αναιρεσείοντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, καθώς και επιχειρήματα ή συμπεράσματα, συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία προβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα προς απόκρουση της ως άνω ενστάσεως.
Ανεξαρτήτως όμως των εκτεθέντων, σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη τα πιο πάνω περιστατικά συγκροτούν αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο έλαβε ασφαλώς υπόψη αυτούς και τους απέρριψε ως αβάσιμους, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων και, επομένως, ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα προεκτεθέντα σκέλη του, είναι αβάσιμος.
Τέλος, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, κατά το υπό στοιχ. Βγ σκέλος του, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, εφόσον, κατά τα προεκτιθέμενα, η μαρτυρική κατάθεση αποτελεί αποδεικτικό μέσο και όχι "πράγμα", με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 5 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατά το προεκτεθέν σκέλος του, ακόμη και αν εκτιμηθεί ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., γιατί το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη την παραπάνω μαρτυρική κατάθεση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι αποδιδόμενες με αυτόν αιτιάσεις κατά αποφάσεως πρωτοδικείου, που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου, δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως από τους προβλεπομένους στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δικ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.
β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.7.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2018 αίτηση για αναίρεση της 189/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ