Legislator Case Law & Legislation
609/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on interest calculation error, ruling statute of limitations bars late claims.

Case Number 609/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company and an individual against a final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellants argued that the Court of Appeal incorrectly applied civil code provisions regarding interest, claiming it should have awarded default interest rather than delay interest for a partially recognized claim. The court rejected this argument, stating that the lower court correctly applied the law and that the appellants' claim for delay interest was time-barred due to the expiration of the limitation period.

Legislator headnote

AI generated

Articles 345 and 346 of the Civil Code; The court held that the distinction between default interest and delay interest depends on the nature of the claim, and a claim for delay interest is subject to the statute of limitations which may bar it if not filed within the prescribed period.

Keywords

AI generated
Civil Code provisions Interest calculation Statute of limitations Appeal dismissal Default judgment Delay interest Civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 614 number 6 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 33 of Law 4446/2016
Articles 552, 553 paragraph 1b, 556, 558 and 577 of the Code of Civil Procedure
Article 10 of Law 70/1911
Articles 297 to 300, 330 paragraph B, 914 and 932 of the Civil Code
Article 1 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 345 and 346 of the Civil Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1207/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 609 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 609/2020 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΔ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης …….

εταιρείας με την επωνυμία "Α…………", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ν. Δ. του Γ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Π., κατοίκου ….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουκούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-3-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 670/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1858/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-5-2018 αίτησή τους.Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζαμπέτα Στράτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ1.

Η κρινόμενη από 25-5-2018 (με αριθμό καταθέσεως 483/ 13-6-2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1858/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, στις οποίες υπάγονται και οι διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητα (άρθρο 614 αριθμός 6 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της οριζόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.

Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του νόμου 4446/2016.Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1β, 556, 558 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.2.

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του νόμου ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδάφιο Β', 914 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημιάς.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, έλλειψη νομίμου βάσεως κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1858/2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση, ως προς τις συνθήκες της ένδικης συγκρούσεως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 21η Νοεμβρίου του έτους 2014 και περί ώρα 13.50 μ.μ. ο ενάγων Δ. Μ. του Π., οδηγούσε με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, την υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ……….

δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του, επί της οδού ……….. στην πόλη των …….. με κατεύθυνση προς …………….. και ακολούθως προς την οδό ……………. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγούσε το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας …………… ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο (μάρκας Jeep Cherokee) ιδιοκτησίας του, το οποίο κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένο για τον κίνδυνο πρόκλησης ζημιών και σωματικών βλαβών έναντι τρίτων στη δεύτερη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "…………..

Α.Α.Ε", επί της οδού …….., η οποία διασταυρώνεται κάθετα με την οδό ………., προτιθέμενος να συνεχίσει την προς τα εμπρός κίνησή του διασχίζοντας κάθετα το οδόστρωμα της οδού ……….., για να κατευθυνθεί προς το κέντρο της πόλης των ………. Ειδικότερα η οδός ………. είναι δρόμος μονής κατεύθυνσης, όπως είναι και η οδός ………., προ δε της διασταύρωσης της τελευταίας με την οδό ………..

υπάρχει πινακίδα ρυθμιστική της κυκλοφορίας (Ρ-2) "STOP", η οποία τοποθετημένη πριν από κόμβο σημαίνει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παράγραφος 3 του νόμου 2696/1999 (ΚΟΚ), υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδό του στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό προς την οποία πλησιάζει, το δε δεξιό τμήμα της, πριν την άνω διασταύρωση, ήταν κατειλημμένο από κανονικά σταθμευμένα στη σειρά οχήματα...

Στον ανωτέρω σημειούμενο τόπο και χρόνο ήταν ημέρα, υπήρχε επαρκής φυσικός φωτισμός, η ορατότητα ήταν καλή και δεν περιοριζόταν από σταθερά αντικείμενα, αμφότερες οι οδοί είναι ευθείες και οριζόντιες, επικρατούσαν αίθριες καιρικές συνθήκες, οι δε ως άνω οδοί (άσφαλτος) ήταν ξηρές, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν σε αμφότερες αραιή, όπως και των πεζών, το ανώτατο δε όριο ταχύτητας ρυθμίζεται σε 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, λόγω κατοικημένης περιοχής κατ' άρθρο 20 παράγραφος 1 του νόμου 2696/1999 (ΚΟΚ).

Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφτασε στη διασταύρωση των ως άνω οδών, δεν διέκοψε, όπως όφειλε, την κίνηση του αυτοκινήτου του πριν από την είσοδό του στον κόμβο και δεν παραχώρησε, όπως όφειλε, προτεραιότητα στα οχήματα που εκινούντο επί της οδού ………. στην οποία πλησίαζε και είχαν προτεραιότητα έναντι του δικού του, αλλά παραβιάζοντας την υπάρχουσα στην πορεία του πινακίδα με την ένδειξη "STOP" εισήλθε, ανέλεγκτα στη διασταύρωση, χωρίς να ανακόψει την ταχύτητά του, η οποία δεν προσδιορίστηκε ειδικότερα, δεν προέκυψε πάντως ότι ήταν μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα και χωρίς να ακινητοποιήσει το όχημά του και συνακόλουθα παρενεβλήθη στην πορεία της κανονικά κινούμενης δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων, την οποία δεν είχε αντιληφθεί.

Ο αιφνιδιασμός που δέχτηκε ο ενάγων εξαιτίας της απότομης και ξαφνικής ενέργειας του εναγομένου οδηγού, του απέκλεισε και τη δυνατότητα οποιασδήποτε αποτελεσματικής αποφευκτικής κίνησης (ελιγμού ή πέδησης), ευλόγως δε δεν ανέμενε την ανωτέρω ενέργεια του οδηγού του ΙΧΕ επιβατικού αυτοκινήτου. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής του εναγομένου οδηγού ήταν να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του κυρίως στην αριστερή πλευρά του σώματος του ενάγοντος, διότι το όχημα του εναγομένου ήταν υψηλότερο σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα του ενάγοντος, αλλά και στην αριστερή πλευρά αυτής.

Ακολούθως από την ώθηση που δέχτηκε η δίκυκλη μοτοσυκλέτα, τόσο αυτή όσο και ο επιβαίνων σ' αυτή ενάγων ανατράπηκαν δεξιά στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα η μοτοσυκλέτα να καταπλακώσει το δεξιό κάτω άκρο του ενάγοντος. Με τα δεδομένα αυτά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγόμενου οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματός του δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και την οποία θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες και την κοινή λογική και πείρα.

Η υπαιτιότητά του (αμέλεια) συνίσταται στο ότι αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν παραχώρησε προτεραιότητα, όπως όφειλε ενόψει της ρυθμιστικής της κυκλοφορίας πινακίδας Ρ-2 (SΤΟΡ) που υπήρχε στην πορεία του, στη μοτοσικλέτα του ενάγοντος που εκινείτο στην οδό προς την οποία πλησίαζε (………..), πριν από την είσοδό του στον ανώτερο οδικό κόμβο, αλλά εισήλθε στον κόμβο χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο επ' αυτού ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί το κανονικά κινούμενο όχημα που οδηγούσε ο ενάγων και να επιπέσει επ' αυτού, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παράγραφος 1 εδάφιο β', 19 παράγραφος 1 και 26 παράγραφος 4 σε συνδυασμό προς 4 παράγραφος 3 νόμου 2696/1999...

Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων οδηγούσε χωρίς να φέρει κράνος, με το ένα χέρι, καθόσον με το άλλο κρατούσε ένα μπουκάλι νερό, ενώ στο τιμόνι έφερε μία σακούλα με ψώνια, καθιστώντας επισφαλή την ισορροπία για την ασφαλή οδήγηση του δικύκλου, που είχε ως αποτέλεσμα ο ενάγων να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο έδαφος δεξιά του αυτοκινήτου, χωρίς τα εν λόγω οχήματα να έρθουν σε επαφή, δεν αποδεικνύεται βάσιμος.

Ειδικότερα από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων από τους εναγόμενους φωτογραφιών του τόπου του ατυχήματος, τις οποίες έλαβε ο πρώτος εναγόμενος, φαίνεται να υπάρχει περασμένη στο αριστερό τιμόνι της μοτοσικλέτας μία πλαστική σακούλα με λίγα ψώνια, επίσης μία πλαστική σακούλα από αυτές που συνήθως χορηγούν οι καφετέριες, εντός της οποίας υπήρχε καφές και ένα μικρό μπουκάλι με εμφιαλωμένο νερό, ενώ στο πίσω μέρος της μοτοσικλέτας φαίνεται να υπάρχει ένας μαύρος χαρτοφύλακας.

Πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του χωρίς να φέρει κράνος και με το ένα χέρι και ότι τη σακούλα με τον καφέ και το μπουκάλι με το νερό την κρατούσε στο άλλο χέρι. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι η ύπαρξη των ανωτέρω αντικειμένων επί της μοτοσυκλέτας, κατέστησαν επισφαλή την απαιτούμενη ισορροπία του ενάγοντος για την ασφαλή οδήγηση της μοτοσυκλέτας του.

Τούτο ενισχύεται και από την άνω έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας ……… και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα, από το οποίο προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι υπάρχει μικρή χαραγή της δίκυκλης μοτοσυκλέτας επί του οδοστρώματος, λόγω ανατροπής - σύρσεως αυτής που έχουν ως αρχή το μέσο της διασταύρωσης στο σημείο πτώσης του δικύκλου και δεν υπάρχουν χαραγές στην πορεία του δικύκλου που να καταδεικνύουν πτώση και σύρσιμο της μηχανής πριν το ατύχημα.

Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από την 25/2/2015 έκθεση εξέτασης του εναγομένου οδηγού ως κατηγορουμένου, στην οποία περιέχεται ο ως άνω ισχυρισμός, αφού η κατάθεσή του αυτή δεν προσεπιβεβαιώθηκε με πειστικότητα από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Να σημειωθεί ότι τα εμπλεκόμενα οχήματα δεν έφεραν βλάβες στα σημεία που συγκρούστηκαν, καθόσον εκινούντο με μικρή ταχύτητα και η σύγκρουση δεν ήταν σφοδρή, ενώ το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στην αριστερή πλευρά της μοτοσυκλέτας του ενάγοντος και κυρίως στην αριστερή πλευρά του σώματος αυτού.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων οδηγούσε την άνω δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του, χωρίς να έχει την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια ικανότητας οδήγησης. Πλην όμως η έλλειψη της απαιτούμενης άδειας ικανότητας οδήγησης, δεν συνετέλεσε με οποιοδήποτε τρόπο στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος. Μόνο το γεγονός ότι δεν ήταν εφοδιασμένος με άδεια ικανότητας οδήγησης δεν τον καθιστά υπαίτιο ή συνυπαίτιο της σύγκρουσης, καθώς η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ (όπως εν προκειμένω των διατάξεων των άρθρων 16 παράγραφος 1 και 96 ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αλλά αποτελεί στοιχείο, η στάθμιση του οποίου κρίνεται κατ' ουσία σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 36/2015 ΤΝΠ Νόμος κ.λπ.).

Έτσι, στην κρινόμενη περίπτωση, καμία αιτιώδης συνάφεια δεν υπάρχει μεταξύ της ανωτέρω παράβασης του ενάγοντος, καθώς η επίδικη σύγκρουση δεν θα είχε αποφευχθεί ούτε αν ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος είχε την απαιτούμενη εμπειρία για οδήγηση του οχήματος αυτού, για το οποίο απαιτείται άδεια οδηγήσεως διαφορετική από αυτήν που κατείχε ο ενάγων, καθώς το ατύχημα οφειλόταν σε παράβαση του ΚΟΚ από τον πρώτο εναγόμενο και κανένα αποφευκτικό ελιγμό εξαιτίας της μικρής απόστασης των οχημάτων και της αιφνιδιαστικής κίνησης του οδηγού του αυτοκινήτου δεν θα μπορούσε να επιχειρήσει οποιοσδήποτε οδηγός οχήματος είτε είχε την προβλεπόμενη από το νόμο για την κατηγορία του οχήματος άδεια οδήγησης, είτε είχε άδεια οδήγησης για κατώτερη κατηγορία οχήματος.

Αντίθετα τον ενάγοντα δεν βαρύνει καμία αμέλεια σχετικά με την πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος, διότι αυτός κινούνταν κανονικά στην πορεία του επί της οδού ……….., με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε την επιτρεπόμενη των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, όπως όφειλε ως συνετός οδηγός, ενώ η αιφνιδιαστική ενέργεια του οδηγού του ως άνω ζημιογόνου οχήματος του στέρησε τη δυνατότητα οποιασδήποτε αποτελεσματικής ενέργειας (ελιγμού ή πέδησης) για την αποφυγή του ατυχήματος.Συνεπώς, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος, τόσον ο ισχυρισμός των εναγομένων ήδη εκκαλούντων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος, όσο και η ένσταση περί συνυπαιτιότητας αυτού (άρθρο 300 ΑΚ), που οι εναγόμενοι προέβαλαν πρωτοδίκως.

Κατ' ακολουθία, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του τροχαίου ατυχήματος και των συνεπειών αυτού τον εναγόμενο οδηγό του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΑΧΥ 9281 ΙΧΕ αυτοκινήτου, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει τα διατυπωμένα σχετικώς με την υπαιτιότητα παράπονα που προβάλλονται με τον μοναδικό λόγο της έφεσης των εναγομένων να απορριφθούν ως αβάσιμα".

Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου ως προς το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου (ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος) και την έλλειψη οιασδήποτε συνυπαιτιότητας του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) στην επέλευση της επίδικης συγκρούσεως.

Συγκεκριμένα, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση οδών, καιρικές συνθήκες, συμπεριφορά οδηγών), οι οποίοι ήταν επαρκείς για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, χωρίς να απαιτούνται επιπλέον αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου στην επέλευσή του, καθώς και στην έλλειψη οιασδήποτε συνυπαιτιότητας του ενάγοντος.

Ειδικότερα, με πλήρη αιτιολογία προσδιορίζεται 1) η ταχύτητα αμφοτέρων των συγκρουσθέντων οχημάτων κατά την είσοδό τους στην επίμαχη διασταύρωση (η οποία ήταν κατώτερη της επιτρεπόμενης των 50 χιλιομέτρων την ώρα στο επίδικο σημείο), 2) ο τρόπος της συγκρούσεως των οχημάτων και τα συγκρουσθέντα μέρη αυτών, και 3) τα αντικείμενα τα οποία υπήρχαν μεν στην οδηγούμενη από τον ενάγοντα μοτοσυκλέτα (ήτοι πλαστική σακούλα με λίγα ψώνια και έτερη όμοια εντός της οποίας υπήρχε ένα μικρό μπουκάλι με νερό και καφές), αλλά δεν τα κρατούσε με το ένα χέρι του, ενώ δεν υπάρχουν αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον τρόπο σύγκρουσης των οχημάτων και τα σημεία σύγκρουσης αυτών, δεδομένου ότι α) με σαφήνεια η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο όχημα επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα αυτού στην αριστερή πλευρά του σώματος του ενάγοντος -οδηγού της μοτοσυκλέτας- και στην αριστερή πλευρά αυτής, και β) η παραδοχή ότι ο πρώτος εναγόμενος εισήλθε ανεξέλεγκτα στη διασταύρωση, χωρίς να ανακόψει την ταχύτητά του και παρενεβλήθη στην πορεία της κανονικά κινούμενης δίκυκλης μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε ο ενάγων, δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι ο πρώτος εναγόμενος έπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του κυρίως στην αριστερή πλευρά του σώματος του ενάγοντος, αλλά και στην αριστερή πλευρά της μοτοσυκλέτας, καθόσον η έννοια της παρεμβολής του οχήματος του πρώτου εναγομένου στην πορεία της μοτοσυκλέτας του ενάγοντος είναι ότι παρεμπόδισε την πορεία της κανονικά κινούμενης στη διασταύρωση μοτοσυκλέτας.

Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ως προς τα με αριθμούς 1-4 σκέλη αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.3. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο β' του ΚΠολΔ η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σε αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 65/2017, 92/2013, 322/2012, 1241/2010).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τί ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 65/2017, 951/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδάφιο β' του ΚΠολΔ της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατέγνωσε αποκλειστική υπαιτιότητα για το επίδικο ατύχημα στο δεύτερο αναιρεσείοντα (πρώτο εναγόμενο) και θεώρησε τον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) ανυπαίτιο του εν λόγω ατυχήματος, παραλείποντας να εφαρμόσει, κατά την συγκρότηση του αποδεικτικού του πορίσματος τα διδάγματα της κοινής πείρας α) ότι "στο ανθρώπινο σώμα και μάλιστα σε αναβάτη δικύκλου οπωσδήποτε θα δημιουργηθεί έστω και ελάχιστη βλάβη σε περίπτωση πρόσκρουσης επ' αυτού ΙΧΕ, ακόμη και αν, όπως δέχτηκε η προσβαλλόμενη, η ταχύτητά του είναι μικρή και η σύγκρουση όχι σφοδρή", β) ότι "τα δίκυκλα μοτοποδήλατα λόγω της κατασκευής τους και της εύθραυστης ισορροπίας τους δεν ενδείκνυνται για τη μεταφορά αντικειμένων, παρά μόνο σε συγκεκριμένο σημείο κατά μήκος του κέντρου βάρους τους, είτε σε καλάθι στο μέσον του τιμονιού είτε σε ειδικό χώρο αποθήκευσης πίσω ή κάτω από το κάθισμα του οδηγού και ότι σε περίπτωση που η μεταφορά αντικειμένων γίνεται εκτός των ενδεδειγμένων σημείων μεταφοράς δημιουργείται ανισοκατανομή βάρους και επηρεάζουν την ισορροπία της κίνησης του δικύκλου και την ευστάθεια του" και γ) ότι "η έλλειψη του διπλώματος ικανότητος από τον αναιρεσίβλητο για την οδήγηση της συγκεκριμένης μοτοσυκλέτας έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια ελέγχου του δικύκλου από αυτόν, την ανατροπή και την πτώση του".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, αλλά αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.4.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1085/1999 Ελ.Δνη 40,1518, ΑΠ 273/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1700/2009 ΝοΒ 2010,724).

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007 ΝοΒ 2008,971). Με τον τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινού του γεγονότος ότι ο αναιρεσίβλητος εξαιτίας του τραυματισμού και της οργανικής του ταλαιπωρίας είχε ανάγκη βελτιωμένης διατροφής επί τρίμηνο μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο και του επιδίκασε το ποσό των 5 ευρώ ημερησίως και συνολικά 450 ευρώ για 90 ημέρες, χωρίς απόδειξη, δηλαδή χωρίς να προσκομισθεί κανένα αποδεικτικό μέσο.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της παραπάνω αγωγικής αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος απόδειξης Δ. Μ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχεται στα προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως τούτου και όλων των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.

Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο προαναφερόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η αποδιδόμενη με τον ίδιο λόγο, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, καθόσον οι αναφερόμενες αιτιάσεις δεν συγκροτούν καμία περίπτωση από τις περιλαμβανόμενες στον ως άνω λόγο αναίρεσης.

Τέλος, ο ίδιος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο του ποσού των 450 ευρώ για την υπ' αυτού λήψη βελτιωμένης διατροφής επί τρεις μήνες μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, λόγω του τραυματισμού του και της οργανικής του ταλαιπωρίας (άρθρο 559 αριθμός 1β' ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν καθώς και ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση.5.

Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι άλλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παράγραφος 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου( άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παράγραφος 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/ 2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, εξαιτίας της προσβολής της υγείας του, τα παρακάτω περιστατικά: "Ο ενάγων εξαιτίας του τραυματισμού του υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της στεναχώριας που δοκίμασε και της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε (συντριπτικό κάταγμα κνήμης - περόνης (ΔΕ), με παρουσία σοβαρής κάκωσης των μαλακών μορίων του κάτω τριτημορίου της δεξιάς κνήμης και την δημιουργία φυσαλίδων στο δέρμα, χειρουργείο οστεοσύνθεσης με γενική αναισθησία, νοσηλεία επί δεκαοκτώ ημέρες σε δημόσιο νοσοκομείο, ακινησία και αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης επί έξι τουλάχιστον μήνες, αλλαγές του τραύματος κάθε τρίτη ημέρα, ανάροπη θέση άκρου μετά την έξοδο από το νοσοκομείο, νοσηλεία μίας ημέρας (23-6-2015) στο άνω νοσοκομείο στο χειρουργικό τμήμα - βραχεία νοσηλεία, λόγω μηχανικής επιπλοκής συσκευής εσωτερικής οστεοσύνθεσης των οστών των άκρων).

Επομένως, δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, την οποία το δικαστήριο καθορίζει στο εύλογο κατά την κρίση του ποσό των 40.000 ευρώ, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη του: α) τον βαθμό του πταίσματος του αδικοπραγήσαντος οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, β) την έλλειψη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στο ατύχημα και στον τραυματισμό του, γ) την ηλικία του κατά τον χρόνο του τραυματισμού του (50 ετών), δ) τις συνέπειες που είχε ο τραυματισμός αυτός στην υγεία του, αφού ο ενάγων εμφανίζει ανισοσκελία 15 χιλ, η οποία είναι μόνιμη, αδυναμία μυών ποδοκνημικής (ΔΕ) σε σχέση με το υγιές, μείωση της κινητοποίησης της ΔΕ ποδοκνημικής σε σχέση με το υγιές (ΑΡ) κάτω άκρο, διαταραχή της βάδισης με επιβάρυνση των μεταταρσίων, ενώ απαιτείται η εφαρμογή ορθωτικών πελμάτων και είναι λίαν πιθανόν να απαιτηθούν μελλοντικές επεμβάσεις βελτίωσης της λειτουργικότητας του (ΔΕ) κάτω άκρου και ε) την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ που εφάρμοσε, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδικευμένη αιτιολόγηση της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 914/2011) και επομένως ο πρώτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ως προς τα με αριθμούς 5-6 σκέλη αυτού, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ωσαύτως, με τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου στο ποσό των 40.000 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό δεν είναι υπέρμετρα μεγάλο και κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση δεν υπερβαίνει (και μάλιστα καταφανώς) το συνήθως επιδικαζόμενο σε παρόμοιες περιπτώσεις, γι' αυτό και ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.6.

Κατά το προηγούμενο του ν. 4055/2012 νομικό καθεστώς, είχε πάγια νομολογηθεί, αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ (τόκοι υπερημερίας και επιδικίας), ότι: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345 346 ΑΚ, 215 παράγραφος 1 εδάφιο α', 221 και 295 παράγραφος 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το καταψηφιστικό αίτημα αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης περιοριστεί σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται μεν δικονομικοί τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ, δηλαδή από την επίδοσή της καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 989/ 2007), αφού η αγωγή αυτή θεωρείται από τότε ότι δεν ασκήθηκε κατά το καταψηφιστικό αίτημά της, δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, που καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο κατά τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο καταψηφιστικής αγωγής για χρηματική απαίτηση δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του (Ολ.ΑΠ 23 - 24/2004, Ολ.ΑΠ 13/1994, ΑΠ 423/2012, ΑΠ 1520/ 2010).

Ήδη, το άρθρο 346 ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, κι αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 νόμου 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 2.4.2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).

Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.

Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.

Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.

Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, για αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.

ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοσή της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ' εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.

Με βάση αυτά, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ' εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 1207/2017).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την επίκληση ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία τους, καθώς και α) με εσφαλμένη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ και β) με εσφαλμένη μη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι αναγνώρισε ότι οι αναιρεσείοντες οφείλουν να καταβάλουν (εις ολόκληρο καθένας) στον αναιρεσίβλητο τα αναγραφόμενα στο διατακτικό της απόφασης χρηματικά ποσά με τον τόκο επιδικίας, κατ' άρθρο 346 ΑΚ, και όχι με τον τόκο υπερημερίας, κατ' άρθρο 345 του ίδιου Κώδικα, επειδή το σχετικό αίτημα της εναντίον τους ένδικης από 11/3/2015 αγωγής του αναιρεσιβλήτου περιορίστηκε, κατά ένα μέρος (για το ποσό των 51.070 ευρώ), παραδεκτά, κατά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και, ως εκ τούτου, εφόσον πρόκειται πλέον για αναγνωριστική απόφαση για το συγκεκριμένο ποσό που τελικά επιδικάστηκε (35.343,98 ευρώ), δεν οφείλονται (αυξημένοι) τόκοι επιδικίας αλλά μόνο τόκοι υπερημερίας και, πάντως, δεν οφείλονται τέτοιοι τόκοι επιδικίας σε περίπτωση, όπως είναι η παρούσα, μερικής τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον το Εφετείο, σε κάθε περίπτωση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να επιδικάσει τόκους επιδικίας, κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την εν λόγω αντικατάστασή του, που ορθά εφάρμοσε, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, δεχόμενο ότι ο σχετικός λόγος της αντέφεσης των αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, με την αιτιολογία ότι "...ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό δεν συνιστά λόγο για την κατ' εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας" χωρίς να περιέχεται παραδοχή για το ότι υπάρχει εύλογη αντιδικία που να δικαιολογεί, κατά τη δυνητική ευχέρεια του δικαστηρίου, την εφαρμογή του άρθρου 346 εδάφ.

δ' και ε' του ΑΚ, ενώ δεν παραβίασε, ευθέως, τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, γιατί δεν ήταν εφαρμοστέα. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος αλλού λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παράγραφος 3 εδάφιο δ' ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25/5/2018 (αρ. καταθ. 483/2018) αίτηση για αναίρεση της 1858/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2020.ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2020.