Legislator Case Law & Legislation
870/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on proportionality grounds regarding car accident compensation amounts.

Case Number 870/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' appeal against the First Instance Court's decision on car accident damages. The appellants argued that the awarded sums violated the principle of proportionality under the Constitution and Civil Code. The Court held that the amounts were reasonable and within the court's discretionary limits based on common practice.

Legislator headnote

AI generated

Articles 25(1) of the Constitution and 932 of the Civil Code; The principle of proportionality does not invalidate compensation amounts that align with judicial practice and do not exceed reasonable limits.

Keywords

AI generated
principle of proportionality car accident compensation judicial discretion civil liability appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 25(1) of the Constitution
Article 932 of the Civil Code
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 6/2011
Supreme Court 6/2009
Supreme Court 2009.1.162
Supreme Court 55/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 870 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 870/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Λ. του Β., κατοίκου ..., 2) Γ. Χ. (G. H.), χας Σ. Χ. (S. H.), το γένος Σ. Σ., κατοίκου ..., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Σ. Χ. (S. H.) του Α., 3) Ε. N. (E. N.), το γένος Σ. Χ., κατοίκου ..., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Σ. Χ. (S. H.) του Α. και 4) Μ. Χ. (M. H.) του Σ., κατοίκου ..., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Σ. Χ. (S. H.) του Α., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νέστορα Αποστολακίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Καραβαργιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2012 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 25-4-2012 αγωγή των ήδη 2ης, 3ης και 4ης των ήδη αναιρεσειουσών και του ήδη αποβιώσαντος Σ. Χ. του Α..

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2171/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5015/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26-11-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 26-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, υπ' αριθμ. 5015/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αριθμό 5015/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Στην από 24-4-2012 αγωγή η πρώτη αναιρεσείουσα εξέθετε ότι ο Μ. Τ., που δεν είναι διάδικος εν προκειμένω, οδηγώντας το με αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο μάρκας VOLVO που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ευθύνη από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ... ΑΑΕΖ και ήδη ..., νυν αναιρεσίβλητη, προκάλεσε από αποκλειστική υπαιτιότητά του στον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην αγωγή και κάτω από τις λεπτομερώς ιστορούμενες συνθήκες τον θανάσιμο τραυματισμό του Η.

G., Αλβανού υπηκόου, κατά τη σύγκρουση του ως άνω αυτοκινήτου με την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο τελευταίος. Ότι ο θανατωθείς ήταν σύζυγός της και συνδεόταν μαζί του με ακατάλυτους οικογενειακούς και συγγενικούς δεσμούς αγάπης και στοργής και εξαιτίας του θανάτου του δοκιμάσθηκε ψυχικά από την απώλειά του και υπέστη ως μέλος της οικογένειάς του ψυχική οδύνη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε περιορίζοντας το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη νυν αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 150.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Στην από 25-4-2012 αγωγή ο Σ. Χ. στη θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατό του οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγόντων που αναφέρονται στη συνέχεια, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, σύζυγος και τέκνα του ήτοι οι Γ.

Χ., Ε. Ν. και Μ. Χ. και οι ίδιοι ατομικώς ως στενοί συγγενείς του θανόντος στο προαναφερόμενο ατύχημα, εξέθεταν ότι ο Μ. Τ., που δεν είναι διάδικος εν προκειμένω, οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο μάρκας VOLVO που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ευθύνη από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ...

ΑΑΕΖ και ήδη ..., νυν αναιρεσίβλητη, προκάλεσε από αποκλειστική υπαιτιότητά του στον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην αγωγή και κάτω από τις λεπτομερώς ιστορούμενες συνθήκες τον θανάσιμο τραυματισμό του Η. G., Αλβανού υπηκόου κατά τη σύγκρουση του ως άνω αυτοκινήτου με την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο τελευταίος.

Ότι ο θανατωθείς ήταν τέκνο του αρχικώς ενάγοντα Σ. Χ. και της ενάγουσας Γ. Χ. και αδελφός των άλλων εναγόντων Ε. Ν. και Μ. Χ. και συνδεόταν μαζί τους με ακατάλυτους οικογενειακούς και συγγενικούς δεσμούς αγάπης και στοργής και εξαιτίας του θανάτου του δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και υπέστησαν ως μέλη της οικογένειάς του ψυχική οδύνη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν περιορίζοντας το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη νυν αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία οφείλει να τους καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης υπό την ιδιότητά τους ως νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικώς πρώτου ενάγοντος κατ' ισομοιρία το ποσό των 199.966 ευρώ, στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 199.996 ευρώ και σε κάθε μία από τις τρίτη και τέταρτη των εναγουσών το ποσό των 150.000 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 2171/2014 απόφασή του, έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα αφενός του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη φορτηγού αυτοκινήτου, αφετέρου του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας, κατά ποσοστό 70% και 30%, αντίστοιχα, και επιπλέον ότι ο θανών οδηγός της μοτοσικλέτας είναι συνυπαίτιος στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του λόγω μη χρήσης κράνους σε ποσοστό 20%, κατά μερική παραδοχή των σχετικών ισχυρισμών της εναγομένης αμφοτέρων των αγωγών, δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές κατ' ουσία και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει στην ενάγουσα της πρώτης αγωγής Α.

Λ. ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 40.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση και β) αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης 1) στις ήδη ενάγουσες Γ.

Χ., Ε. Ν. και Μ. Χ. ως υπεισελθούσες στη δικονομική θέση του αποβιώσαντος αρχικώς πρώτου ενάγοντος Σ. Χ. του Α., κατ' ισομοιρία σε καθεμία, το ποσό των 55.000 ευρώ, 2) στην δεύτερη ενάγουσα Γ. Χ. το ποσό των 55.000 ευρώ και 3) σε καθεμία από τις τρίτη και τέταρτη ενάγουσες, Ε. Ν. και Μ. Χ., αντίστοιχα, το ποσό των 35.000 ευρώ, όλα τα ποσά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Κατά της εν λόγω απόφασης άσκησαν έφεση τόσο η ενάγουσα Α. Λ., όσο και η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και αντέφεση οι ενάγουσες της δεύτερης αγωγής. Επί των εφέσεων αυτών και της αντέφεσης που συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η με αριθμό 5015/2015 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και την αντέφεση των άλλων εναγομένων, έκανε δε δεκτή κατά ένα μέρος την έφεση της ασφαλιστικής εταιρίας και αναγνώρισε ότι αυτή είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στις ενάγουσες τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία ουσιαστικών κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί, οι φυσικοί κανόνες, οι σταθερές γενικές αρχές και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται επαγωγικώς και αντλούνται -με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και των μεθόδων των φυσικών επιστημών- από την παρατήρηση του καθημερινού συναλλακτικού βίου, τη μελέτη της εμπειρικής πραγματικότητας και τις -έχουσες καταστεί κοινό κτήμα- γενικές, τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και χρησιμεύουν στο δικαστήριο είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, μέσω της εξειδίκευσης των αόριστων νομικών εννοιών, οπότε και η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, είτε για την έμμεση απόδειξη και την εξακρίβωση της βασιμότητας των κρίσιμων και αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), ήτοι για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, οπότε και η τοιαύτη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Οσάκις, δηλαδή, τα διδάγματα της κοινής πείρας άγουν στη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ή, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων (π.χ. της αξιοπιστίας των μαρτύρων), τότε η χρησιμοποίησή τους από το δικαστήριο ή η παράλειψη της προσφυγής σ' αυτά παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη και δεν μπορεί να ιδρύσει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 334/2019, ΑΠ 24/2019, ΑΠ 20/2019, ΑΠ 42/2014, ΑΠ 444/2014). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε εσφαλμένα -δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής (ΑΠ 110/2019)- ή εσφαλμένα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, έστω και αυτεπάγγελτα, προκειμένου να προσδιορίσει, με βάση αυτά, την αληθή έννοια ορισμένου (του ad hoc εφαρμοστέου) κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει ή να υπαγάγει (ή όχι) σ' αυτόν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε διαφοράς (Ολ.ΑΠ 9-13/2005, ΑΠ 110/2019, ΑΠ 45/2019, ΑΠ 690/2018, ΑΠ 147/2018, ΑΠ 1751/2017, ΑΠ 969/2011), όχι, όμως, και όταν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για τη στήριξη της έμμεσης απόδειξης ή για την εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, γιατί στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 176/2011).

Συνελόντι ειπείν, η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 45/2019). Εξάλλου, στο αναιρετήριο πρέπει, συναφώς, να εκτίθενται ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση.

Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 20/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 64/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και κατ' εκτίμηση των όσων αναφέρονται σ' αυτόν, με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ειδικότερα προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι α) εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 12 του Ν. 2696/1999, καθόσον, ο οδηγός της μοτοσικλέτας οδηγούσε συνετά, πολύ προσεκτικά, ιδιαιτέρως αργά (30 χλμ/ώρα), δεν εξέθεσε σε κίνδυνο ουδένα τρίτο πρόσωπο μηδέ τον εαυτό του, ουδέν εμπόδιο δημιούργησε στην κυκλοφορία, όπως -δυστυχώς- ο υπαίτιος οδηγός του φονικού φορτηγού, διατήρησε αποδεδειγμένα μέχρι και την τελευταία στιγμή τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, ακριβώς γιατί είχε λάβει υπ' όψη του τις επικρατούσες συνθήκες, αλλά ουδείς ήταν δυνατόν -καθώς κι εκείνος- να προβλέψει τέτοια εγκληματική αμέλεια όπως του -εν προκειμένω αποκλειστικά υπαίτιου για τον θάνατό του- ασυνείδητου οδηγού Τ.

Μ. ήτοι, οδηγώντας όπως όφειλε στο δεξιό του δρόμου, να προβλέψει ότι θα του ανέκοπτε την πορεία του, σταθμευμένο στη μέση της σκοτεινής περιφερειακής οδού ..., ένα τεράστιο, μαυρισμένο και λασπωμένο και με σβηστά φώτα φορτηγό, χωρίς καμία οιουδήποτε είδους προειδοποίηση, καταλαμβάνοντας τα δύο τρίτα του οδοστρώματος στο ρεύμα κατεύθυνσής του, το οποίο αντιλήφθηκε σε μικρή απόσταση, όπως είναι φυσικό, και προσπάθησε απεγνωσμένα να το αποφύγει αλλά δεν πρόφτασε ατυχώς, για κλάσμα δευτερολέπτου, χάνοντας άδικα, πολύ πρόωρα τη ζωή του.

β) Εξ άλλου όταν βρέθηκε στο σημείο που ήταν συγκεντρωμένοι διαδηλωτές -διαμαρτυρόμενοι για τη χωματερή- οδηγούσε αργά, με τεταμένη την προσοχή του και πέρασε ανάμεσά τους, μεταξύ δε αυτών και του φορτηγού που είχε κλείσει το δρόμο του, και προσέκρουσε σ' αυτό, μεσολαβούσαν λίγες δεκάδες μόνο μέτρα - οπότε και να ήθελε - που δεν ήθελε, γιατί είχε σχεδόν φτάσει στο σπίτι του- δεν πρόφταινε ν' αναπτύξει ταχύτητα, που άλλωστε κανείς δεν το κάνει σε σκοτεινό δρόμο, 02:30' η ώρα.

Εκ των ανωτέρω, συνάγεται αναμφίβολα ότι η περιγραφόμενη συμπεριφορά του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας, είναι απολύτως ανακριβής, αντίθετη από όσα πράγματι συνέβησαν και τον αδικεί κατά τρόπο βάναυσο. γ) Περαιτέρω αναφέρει ότι από την προσεκτική - λεπτομερή μελέτη της ιατροδικαστικής έκθεσης προκύπτει ότι ο ακαριαίος θάνατος του θύματος επήλθε από το δίπλωμα προς τα οπίσω της κεφαλής του και την εξ αυτού διατομή της σπονδυλικής του στήλης, γεγονός αναπόφευκτο, ασχέτως αν φορούσε ή όχι κράνος.

Επομένως κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας με την διατομή της σπονδυλικής στήλης στο ύψος του ... επέρχεται ακαριαίος θάνατος και δεν συνδέεται αιτιωδώς με την χρήση ή μη του κράνους όπως εσφαλμένα δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, γιατί δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο ποιά συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν και κατά ποιό τρόπο έλαβε χώρα η παραβίαση.

Πέραν τούτου, είναι απαράδεκτος και για το λόγο ότι τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας, και ο λόγος αυτός πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και καθόλου δεν αναφέρεται σε ερμηνεία κανόνα δικαίου, με βάση τα επικαλούμενα διδάγματα κοινής πείρας ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών, οι δε σχετικοί ισχυρισμοί αποτελούν επιχειρήματα για τη στήριξη των απόψεων των αναιρεσειουσών.

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αυτή δεν έχει νόμιμη βάση καθότι έχει αιτιολογίες αντιφατικές και ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, και ειδικότερα ως προς το θέμα της συνυπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσικλέτας στην πρόκληση του θανατηφόρου τραυματισμού του τα εξής: "...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών οδηγός της μοτοσικλέτας δεν έφερε (φορούσε) προστατευτικό κράνος μοτοσικλετιστή κατά το χρόνο του ατυχήματος όπως προκύπτει και από την έκθεση αυτοψίας, στην οποία σημειώνεται το γεγονός αυτό, κρίση που επιρρωνύεται και συνεπικουρείται από την βαρύτητα των τραυμάτων-καταγμάτων που υπέστη στο κεφάλι ο θανών, κατά παράβαση της σχετικής υποχρέωσής του που επιβαλλόταν από τα άρθρα 12 παρ. 6 και 101 παρ. 2 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ).

Από τους επιληφθέντες του ατυχήματος αστυνομικούς της τροχαίας ... ευρέθη κράνος σε απόσταση δώδεκα μέτρων από το σημείο του ατυχήματος εντός του προαυλίου χώρου του παρακείμενου συνεργείου φρένων και διαγωνίως προς τα δεξιά ως προς την αρχική κατεύθυνση της μοτοσικλέτας, που είναι προφανώς αυτό που έφερε ο θανών, όμως το γεγονός ότι εκτινάχθηκε και βρέθηκε στο πιο πάνω σημείο καταδεικνύει ότι δεν ήταν κανονικά δεμένο στο κεφάλι του θανόντος, όπως είχε σχετική υποχρέωση, διότι στην αντίθετη περίπτωση θα είχε σφηνώσει μαζί με τον οδηγό στο κάτω οπίσθιο αριστερό μέρος του φορτηγού και δεν θα είχε εκτιναχθεί.

Εξάλλου ουδόλως προέκυψε ότι το κράνος αφαιρέθηκε μετά το ατύχημα και τον τραυματισμό του από παρευρισκόμενο προκειμένου να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες, όπως διατείνεται, επικουρικά, η ενάγουσα σύζυγός του, αφού τούτο δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Η χρήση του προστατευτικού κράνους ήταν δυνατόν να αποτρέψει τις βαρείες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις που υπέστη ο θανών από την πρόσκρουσή του στο φορτηγό.

Εκτιμάται υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες και περιστάσεις ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η παράλειψη του παθόντος ενάγοντος να φέρει - χρησιμοποιήσει προστατευτικό κράνος μοτοσικλετιστή κανονικά προσδεμένο σε σχέση με το επελθόν αποτέλεσμα και ειδικότερα την έκταση των σωματικών βλαβών που ο θανών υπέστη από τον τραυματισμό του στο κεφάλι και τον αυχένα, συνεπεία των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο ακαριαίος θάνατός του, διότι οι λοιπές κακώσεις που υπέστη δεν ήταν και αυτές ικανές να επιφέρουν το θάνατο δηλαδή δεν ήταν και αυτές μόνες θανατηφόρες (βλ.

ιατροδικαστική έκθεση), κατέστησε αυτόν συνυπαίτιο στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του κατά ποσοστό 20%. Τούτο, διότι η χρήση του προστατευτικού κράνους θα μείωνε σημαντικά τη βαρύτητα των σωματικών κακώσεων που υπέστη στο κρανίο και τον αυχένα και θα ήταν ικανή να αποτρέψει το αποτέλεσμα του θανάτου του και εντεύθεν η παράλειψη χρήσεως αυτού θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα του θανόντος.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, που δέχθηκε τα ίδια ως προς την παράλειψη χρήσης προστατευτικού κράνους και προσδιόρισε το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην έκταση του τραυματισμού του κατά το ατύχημα στο κεφάλι και τον αυχένα από τη μη χρήση του προστατευτικού κράνους σε ποσοστό 20%, κατά μερική παραδοχή της από το άρθρο 300 Α.Κ.

υποβληθείσας από την εναγομένη ένστασης περί συνυπαιτιότητας του παθόντος - ενάγοντος στην έκταση του εν λόγω τραυματισμού του, την οποία προέβαλε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρει με τον σχετικό λόγο της έφεσής της, δεν έσφαλε αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω νομικές διατάξεις και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο συναφής δεύτερος λόγος της έφεσης της ενάγουσας της πρώτης αγωγής Α.

Λ. και ο συναφής δεύτερος λόγος της αντέφεσης των εναγουσών της δεύτερης αγωγής, με τους οποίους παραπονούνται για την παραδοχή της ενστάσεως της εναγομένης και ζητούν την απόρριψή της, καθώς και ο συναφής δεύτερος λόγος της έφεσης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με τον οποίο ζητεί την παραδοχή της ενστάσεώς της κατά μεγαλύτερο ποσοστό ευθύνης του θανόντος υποστηρίζοντας ότι αυτή έπρεπε να προσδιορισθεί σε ποσοστό 60%, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι...".

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και μάλιστα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ και του άρθρου 12 παρ. 6 και 101 παρ. 2 του ΚΟΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνυπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας με αριθμ ..., H.

G., οφειλομένης στο γεγονός ότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος το χρόνο που συνέβη το ατύχημα και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς του (παραλείψεως) και της βλάβης που επήλθε (τραυματισμός στο κεφάλι του και στον αυχένα ). Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί αυτός ο λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 26 Α.Κ., "οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η κύρια σχέση η οποία δημιουργείται, με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα από το οποίο επήλθε ο θάνατος αλλοδαπού και η αντίστοιχη αδικοπρακτική ενοχή, διέπονται από το ελληνικό δίκαιο με την έννοια της Lex causee.

Επομένως, κατά το δίκαιο αυτό, κρίνεται, μεταξύ άλλων, ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης, η υπαιτιότητα, το τυχόν οικείο πταίσμα του παθόντος, το ζήτημα της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, αν η ευθύνη είναι αντικειμενική ή υποκειμενική και οι προϋποθέσεις της θεμελίωσης αυτής, η ικανότητα προς καταλογισμό, ο κύκλος των προστατευόμενων έννομων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων, ο υπόχρεος προς αποζημίωση, το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης, καθώς και οι έννομες συνέπειες της αδικοπραξίας, ήτοι η μορφή και η έκταση της αποζημίωσης, αν η αποζημίωση παρέχεται σε κεφάλαιο εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές, αν παρέχεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (άρθρ. 932 ΑΚ) ή αποζημίωση από το άρθρ. 931 ΑΚ, τα θέματα της αναγωγής των πλειόνων συνυποχρέων, καθώς και των οφειλόμενων τόκων από την επίδοση της αγωγής αποζημίωσης.

Στην προαναφερθείσα έννοια του "κύκλου των προστατευομένων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων" περιλαμβάνονται και προσδιορίζονται απευθείας, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 26 Α.Κ, και όλα εκείνα τα πρόσωπα που δικαιούνται και νομιμοποιούνται ενεργητικώς στο να προβάλλουν, κατά περίπτωση, αντίστοιχες αξιώσεις, συνδεόμενες με την ένδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά είτε με ορισμένη ιδιότητα, είτε εξ ιδίου δικαίου.

Επομένως, στην περίπτωση θανάτωσης, σε τροχαίο ατύχημα στην Ελλάδα αλλοδαπού, για να κριθεί η νομιμοποίηση εκείνων που ζητούν με αγωγή την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, με την έννοια "των ανηκόντων στον κύκλο των προσώπων, που είναι φορείς εννόμων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων", τα οποία προσβλήθηκαν από τις επαχθείς συνέπειες της αδικοπρακτικής θανάτωσης, θα εφαρμοσθεί, με βάση τη διάταξη του άρθρου 26 του Α.Κ.

αμέσως το Ελληνικό Δίκαιο, χωρίς την παρεμβολή άλλης έρευνας, στο πλαίσιο εφαρμογής των αρχών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που έχει σχέση με την έννοια του προκρίματος και του προδικαστικού ζητήματος, και ειδικά η διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. με την οποία θα προσδιορισθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εάν ο συγκεκριμένος ενάγων ανήκει στο κύκλο των δικαιουμένων προσώπων, με την προαναφερθείσα έννοια, ανεξαρτήτως του εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση το (μη εφαρμοστέο όμως) ουσιαστικό δίκαιο της ιθαγενείας του θανόντος και εκείνων που ζητούν την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης, προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση, ως προς τα πρόσωπα που ανήκουν στον κύκλο εκείνων που δικαιούνται να επιδιώξουν την αντίστοιχη αξίωση ή δεν προβλέπεται καμία ρύθμιση.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσης του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή του χρόνου.

Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος ως αόριστης νομικής έννοιας περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και για την ανακούφιση του ηθικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά.

Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων περιλαμβάνονται ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί του θανόντος, καθώς και οι αγχιστείς πρώτου βαθμού, ήτοι πεθερός, πεθερά, γαμπρός και νύφη (ΑΠ 602/2015) ενώ, σημειωτέον, η επιδίκαση της, από το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ προβλεπομένης, χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ' εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (Ολ.ΑΠ 21/2000).

Επομένως, ο προσδιορισμός, τελικώς, από το δικαστήριο, των συγκεκριμένων εναγόντων, ως ανηκόντων στον κύκλο των προστατευομένων αγαθών ή υποκειμενικών δικαιωμάτων και η αντίστοιχη νομιμοποίησή τους, θα κριθεί με βάση την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. και ειδικώς με βάση την προαναφερθείσα έννοια της "οικογένειας" όπως προσδιορίζεται αποκλειστικώς από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, κατά την αντίστοιχη ερμηνεία της ίδιας διάταξης που προαναφέρθηκε.

Μόνο δε στην περίπτωση εκείνη που αμφισβητηθεί, στη συνέχεια, μια από τις πιο πάνω συγγενικές ιδιότητες, όσο έχει σχέση με την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της σχέσης εκείνης, από την οποία προέρχεται η ιδιότητα αυτή (π.χ. η ύπαρξη ή όχι γάμου ή συγγενικής σχέσης γονέα και τέκνου), τότε πλέον καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17-24 του ΑΚ (κατά περίπτωση), για να κριθεί, αναλόγως, το εάν ο ενάγων έχει τελικώς την ιδιότητα του συζύγου ή του τέκνου, του πατέρα ή του παππού του θανατωθέντος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε ότι, σε περίπτωση θανάτωσης αλλοδαπού υπηκόου, συνεπεία αδικήματος διαπραχθέντος στην Ελλάδα, για το ζήτημα αν κάποιος ανήκει στην οικογένεια του θύματος και εντεύθεν έχει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, και νομιμοποιείται στη δικαστική επιδίωξή της έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ και επομένως το ζήτημα αυτό κρίνεται κατά το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο.

Ακολούθως, με βάση την παραδοχή του αυτή, εφαρμόζοντας το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, έκρινε νόμιμη την δεύτερη αγωγή των αναιρεσειόντων, Αλβανών υπηκόων, με την οποία αυτοί ζήτησαν να αναγνωρισθεί, ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία είναι υπόχρεη να τους καταβάλει, τα εις αυτή ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του τέκνου της δεύτερης αναιρεσείουσας και αδελφού των λοιπών Αλβανών υπηκόων, ωσαύτως και τούτου Αλβανού υπηκόου, που επήλθε από το αναφερόμενο στην απόφαση τροχαίο ατύχημα και δικάζοντας δε κατ' ουσία την αγωγή, μετά εξαφάνιση, κατά παραδοχή της έφεσης που είχε ασκηθεί από την εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη, κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει αντιθέτως ως προς το ύψος του επιδικασθέντος ποσού χρηματικής ικανοποίησης, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 26 του ΑΚ, διότι, ως προς το προαναφερόμενο ζήτημα του προσδιορισμού των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος, τα οποία έχουν αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, εφαρμοστέο ήταν το ελληνικό δίκαιο και ειδικότερα η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και ο με αυτή προσδιορισμός της έννοιας "της οικογένειας" (Ολ.ΑΠ 10/2011).

Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, εξαιτίας αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή, σε περίπτωση θανάτου, ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος ή του θύματος, αντίστοιχα και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διάδικων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, συνακόλουθα, η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου.

Επίσης, με το άρθρο 25 παρ. 1 (εδάφ. δ') του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του προσώπου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προεκτέθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και, συνεπώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα εν λόγω δικαιώματα του ανθρώπου, κατά τη θεσπιζόμενη από τη διάταξη αυτή προστασία, "ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμόδιων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα μέτρα που μπορούν να ληφθούν, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Με βάση αυτά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η πιο πάνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία, πάντως, αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ο δικαστής οφείλει, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας που, όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει, προφανώς, τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και, συνακόλουθα, η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από όσα προαναφέρθηκαν συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνες δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνους του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, ήτοι να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής για το δίκαιο συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Κατόπιν τούτων, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, αυτά ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015 ΑΠ 469/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, στις αναιρεσείουσες από τον θανάσιμο τραυματισμό του H. G., συζύγου της πρώτης των αναιρεσειουσών, τέκνου της δεύτερης και αδελφού των λοιπών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο θανών, ο οποίος γεννήθηκε στην Αλβανία, αλβανικής υπηκοότητας, και διένυε κατά το χρόνο του ατυχήματος το 34ο έτος της ηλικίας του, κατοικούσε στην ..., μαζί με τη σύζυγό του Α.

Λ. (ηλικίας τότε 37 ετών), με την οποία συμβίωναν αρμονικά από πενταετίας, ήταν υγιής, αρτιμελής και διέθετε άριστη σωματική και ψυχική υγεία, διατηρούσε δε στενούς συγγενικούς δεσμούς αγάπης πλην της συζύγου του και με τους γονείς του και τις αδελφές του. Οι γονείς του και οι αδελφές του, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 68 ετών ο πατέρας του, 63 ετών η μητέρα του, 40 ετών η αδελφή του Ε.

και 38 ετών η αδελφή του Μ., είναι αλβανικής υπηκοότητας και διαμένουν οι μεν γονείς του μόνιμα στην Αλβανία, οι δε αδελφές του μόνιμα στην Ελλάδα με τις οικογένειές τους και συγκεκριμένα η Ε. στο ... και η Μ. στην .... Όλοι οι ενάγοντες συνδέονταν μαζί του με αμοιβαίους και στενούς δεσμούς στοργής και αγάπης, άρρηκτη στενή συγγένεια, ακατάλυτους οικογενειακούς δεσμούς και στενό ψυχικό δεσμό.

Ο βίαιος, απροσδόκητος και αιφνίδιος θάνατός του, ο οποίος επήλθε εξ αιτίας του ενδίκου ατυχήματος, προξένησε στους προαναφερθέντες σύζυγο, γονείς και αδελφές του, βαθύ πένθος, αβάσταχτο πόνο και θλίψη και δημιούργησε έντονα αισθήματα λύπης και απογοητεύσεως, που έχασαν τον σύζυγο, τέκνο και αδελφό τους, αντίστοιχα, τα οποία είναι δύσκολο να εξαλειφθούν στο μέλλον, οι οποίοι στερήθηκαν τη συντροφιά, τις συμβουλές και την αγάπη που τους χάριζε.

Ενόψει τούτων, ο θάνατός του προξένησε σε όλους τους πιο πάνω ενάγοντες και μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά τους, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται, για την αιτία αυτή, εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και για ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση.

Η έκταση αυτής, ενόψει όλων των προαναφερθεισών περιστάσεων και αφού ληφθούν υπόψιν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η βίαιη και αιφνίδια θανάτωση του συγγενούς τους, ο βαθμός υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, αλλά και του συντρέξαντος πταίσματος του ίδιου του θανατωθέντος στην επέλευση του ατυχήματος και του θανατηφόρου τραυματισμού του, η ηλικία αυτού κατά το χρόνο του θανάτου του (34 ετών) και η ηλικία και η ευαισθησία των άνω δικαιούχων, σε συνδυασμό με το βαθμό του συναισθηματικού συνδέσμου καθενός με το θανατωθέντα που ήταν ανάλογος και με τη συγγένειά τους, ο πόνος και η οδύνη που δοκίμασε ο καθένας από αυτούς, η μέχρι το ατύχημα άριστη κατάσταση της υγείας του και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων (οι γονείς του είναι κάτοικοι Αλβανίας άνεργοι, η σύζυγος και οι αδελφές του είναι ιδιωτικοί υπάλληλοι, οικονομικοί μετανάστες από την Αλβανία, χωρίς ωστόσο όλοι οι ενάγοντες να έχουν ιδιαίτερα εισοδήματα ή περιουσία, αφού ούτε σχετική επίκληση γίνεται από τους διαδίκους, σε συνδυασμό και με την εμφανισθείσα κατά τα τελευταία έτη οικονομική ύφεση), ενώ η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είναι μόνον εγγυητική...

πρέπει να καθορισθεί, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τον ορθό λόγο και τους κανόνες της λογικής..., σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ για καθένα από τη σύζυγο του θανόντος, και τους γονείς του, και σε είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ για κάθε αδελφή του.

Στο πιο πάνω ποσό που επιδικάζεται στην ενάγουσα της πρώτης αγωγής, σύζυγο του αποβιώσαντος, στις ενάγουσες της δεύτερης αγωγής ως υπεισελθούσες στη δικονομική θέση του αρχικώς πρώτου ενάγοντος πατρός του θανόντος και στη δεύτερη ενάγουσα της δεύτερης αγωγής μητέρα του θανόντος, δεν περιλαμβάνονται τα ποσά των 50, 44 και 44 ευρώ, αντίστοιχα, για τα οποία καθένας εξ αυτών επιφυλάχθηκε να ασκήσει την αξίωσή του ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων.

Τα ανωτέρω ποσά είναι εύλογα (άρθρο 932 του Α.Κ.), δηλαδή ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υποθέσεως, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.

για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως (βλ. Ολ.ΑΠ 6/2011 ΝοΒ 2011.1.819, Ελλ.Δνη 2011.695, Ολ.ΑΠ 6/2009 Δ.Ε.Ν. 2009.344, ΝοΒ 2009.568, Ελλ.Δνη 2009,91, Ε.Συγκ.Δ. 2009.96, Αρμ. 2009. 1.162, Ε.Λαμ. 55/2013 δημ.Νόμος)...". Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση για τη σύζυγο, τον πατέρα, τη μητέρα και τις αδελφές του θανόντος στα ποσά που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε εν προκειμένω η προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 932 παρ. 3 του ΑΚ.

Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012), και γ) Να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-11-2018 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών υπ' αριθμ. 5015/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες για την άσκηση της αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ