Legislator Case Law & Legislation
619/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for lack of legal grounds and procedural defects.

Case Number 619/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Court of Appeal in Thrace. The appellant argued the lower court erred in rejecting the claim for ownership and compensation, but the court found the appeal arguments legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected and the appeal bond was forfeited to the state treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 559, 564, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment must be based on specific legal grounds and procedural defects, and is dismissed if the appellant fails to substantiate these grounds or if the lower court's decision was legally sound.

Keywords

AI generated
appeal against final judgment Code of Civil Procedure lack of legal grounds forfeiture of appeal bond procedural defects ownership claim rejection state treasury collection

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 619 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 619/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ζαμπέτα Στράτα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Δ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σταύρο Κατσούλη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Μ. του Κ., 2Κ. Μ. του Α., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 163/2018 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την 5-7-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Σύμφωνα με το άρθρο 576 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, φέρεται προς συζήτηση με επίσπευση του αναιρεσείοντος η από 5/7/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 163/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση του δικαστηρίου τούτου η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του οικείου πινακίου και δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με αριθμούς ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ροδόπης Α. Τ.

Συνεπώς το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της αναίρεσης παρά την απουσία τους.

2. Η κρινόμενη από 5/7/2018 (με αριθμό κατάθεσης 49/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 163/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοσή της, που προβλέπεται από το άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τον αναιρεσείοντα το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 35 παράγραφος 2 του νόμου 4446/2016.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ.1β, 556, 558 και 577 του ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

3. Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης ότι, δηλαδή, ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Ποιά πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 18/2005). Εξάλλου, "πράγματα" κατά την έννοια της ίδιας πιο πάνω διάταξης, είναι και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Ολ.ΑΠ 25/2003). Περαιτέρω, για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου της έλλειψης νόμιμης βάσης, που προβλέπεται από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να συντρέχουν, μεταξύ άλλων, και οι ακόλουθες προϋποθέσεις :

α) Το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλαδή, το δικαστήριο να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα (Ολ.ΑΠ 3/1997) και, συνεπώς, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται επί απόρριψης της αγωγής λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης με βάση τα ιστορούμενα στο δικόγραφο αυτής (ΑΠ287/2008), και β) οι ελλείψεις, ανεπάρκειες και αντιφάσεις των αιτιολογιών πρέπει να αναφέρονται σε "ζητήματα", που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο όρος δε "ζητήματα" είναι ταυτόσημος του όρου "πράγματα", που ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 λόγο αναίρεσης, δηλαδή, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, ήτοι όσοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά (ΑΠ1703/2009, 599/2005), Τέλος, σε περίπτωση κατά την οποία οι λόγοι αναίρεσης είναι αντιφατικοί, ο δεύτερος από αυτούς απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ ο προτασσόμενος αυτού λόγος ερευνάται (ΑΠ 579/2007).

Συνεπώς, αμφότεροι οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος αυτών, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους, υπό την επίκληση του αριθμού 8 εδάφιο β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε στους δύο πρώτους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τους οποίους αυτός παραδεκτά προέβαλε ενώπιόν του τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του περί ελλείψεως α) παθητικής νομιμοποίησης αυτού στην ένδικη διεκδικητική αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, και β) ενεργητικής νομιμοποίησης του δευτέρου αναιρεσιβλήτου στην σωρευόμενη κατ' αυτού (αναιρεσείοντος) αγωγή αποζημιώσεως, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι.

Περαιτέρω, οι ίδιοι, κατά το δεύτερο σκέλος αυτών, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατυπώνεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, λόγω παντελούς έλλειψης αιτιολογιών, ως προς τους προαναφερθέντες λόγους εφέσεως, τους οποίους απέρριψε, είναι, ωσαύτως απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, το μεν διότι οι ως άνω λόγοι εφέσεως δεν αφορούν "ζητήματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς αλλά άρνηση των σωρευμένων ενδίκων αγωγών, το δε διότι το Εφετείο απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του τους ως άνω λόγους εφέσεως με βάση τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα γι' αυτούς.

Σε κάθε περίπτωση οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, γιατί είναι αντιφατικοί έναντι των προαναφερθέντων από τον αριθμό 8 εδάφιο β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, αφού δεν είναι δυνατό το δικαστήριο της ουσίας να μην έλαβε υπόψη τους προαναφερόμενους λόγους εφέσεως και συγχρόνως να τους απέρριψε χωρίς αιτιολογίες.

4.Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 περίπτωση α' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ1085 /1999).

Με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινής της αξίας των επίδικων κινητών πραγμάτων κατά το χρόνο της αγοράς τους και κατ' αυτόν της ασκήσεως της ένδικης αγωγής (την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων στον πρώτο ενάγοντα, σε περίπτωση αδυναμίας απόδοσης αυτών), χωρίς απόδειξη, την ίδια δε αναιρετική πλημμέλεια αποδίδει ο αναιρεσείων και με τον τέταρτο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού λόγο αναίρεσης ως προς τα συγκροτούντα την ιστορική βάση της σωρευμένης αγωγής αποζημίωσης του δεύτερου αναιρεσιβλήτου περιστατικά της ιδιότητας των χωραφιών ως ξερικών ή ποτιστικών και της υποτιθέμενης απόδοσης αυτών σε περίπτωση που αυτά ποτίζονταν.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω αγωγικών ισχυρισμών κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι και τα δικαστικά τεκμήρια που συνάγονται από αυτά.

Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει οι προαναφερόμενοι από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

5. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο β' του ΚΠολΔ η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 65/2017,92/2013). Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τί ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 65/2017, 951/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο "παρέλειψε εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να προσδιορίσει την εμπορική αξία των επίδικων μηχανημάτων, η οποία σε κάθε περίπτωση έχει μειωθεί μετά από 16 έτη χρήσης στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ....δεν είναι δυνατό τα μεταχειρισμένα επί 16 χρόνια κινητά πράγματα των εναγόντων να μην έχουν μεγάλη πτώση της εμπορικής τους αξίας.... κατά προφανή υπέρβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας έκρινε την αξία των επίδικων μηχανημάτων". Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, το μεν λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, το δε διότι με αυτόν ρητά προσάπτεται η αιτίαση της παράβασης των πιο πάνω διδαγμάτων κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

6.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παράγραφος 1, 577 παράγραφος 3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ) πρέπει, εκτός των άλλων, να καθορίζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου και να εκτίθενται οι παραδοχές αυτού, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και ενόψει των οποίων εξέφρασε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αυτών, δηλαδή ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση.

Συνεπώς, ο τέταρτος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 περί ελλείψεως νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, που συνίσταται στο ότι αυτή δέχτηκε κατ' ουσία την ένδικη αγωγή του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και "δεν αιτιολόγησε επαρκώς τον χαρακτηρισμό των επίδικων χωραφιών ως ξερικών ή ποτιστικών, καθώς και την υποτιθέμενη απόδοσή τους", πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν διαλαμβάνει κανένα από τα ως άνω αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, που απαιτούνται για να είναι ορισμένος.

7. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Αντιθέτως, η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.

Περαιτέρω, από το άρθρο 1094 ΑΚ, που ορίζει ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, προκύπτει ότι η νομή ή η κατοχή του επίδικου από τον εναγόμενο κατά το χρόνο της επιδόσεως της διεκδικητικής αγωγής αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της τελευταίας.

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 984 παράγραφος 1, 987 και 989 ΑΚ προκύπτει ότι η προσβολή της νομής, δηλαδή, της φυσικής εξουσίας προσώπου πάνω σε πράγμα, η οποία ασκείται με διάνοια κυρίου, αν είναι παράνομη και γίνεται χωρίς τη βούληση του νομέα, παρέχει σ' αυτόν την προβλεπόμενη από τα άρθρα 987 και 989 δικαστική προστασία με την έγερση αγωγής που τείνει σε αποκατάσταση της πριν από την προσβολή καταστάσεως και σε περίπτωση παραγραφής της με την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τοιαύτη, καθώς και με αγωγή από το άρθρο 914 ΑΚ όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 997 ΑΚ, σε περίπτωση παράνομης διατάραξης της νομής πράγματος ή δικαιώματος ή αποβολής από αυτήν έχει κατά τρίτων τις αγωγές της νομής και εκείνος που απέκτησε την κατοχή του πράγματος ή του δικαιώματος από το νομέα ως μισθωτής ή θεματοφύλακας ή με άλλη παρόμοια σχέση. Όπως προκύπτει από την τελευταία διάταξη για την κατ' αυτήν προστασία του κατόχου έναντι τρίτων απαιτείται να έχει αποκτήσει αυτός την κατοχή του πράγματος ή του δικαιώματος από το νομέα, ήτοι διά παραδόσεως με τη βούληση του νομέα, δυνάμει ορισμένης μεταξύ των έγκυρης και ισχυρής ενοχικής σχέσης, όπως είναι, και η σύμβαση χρησιδανείου, δυνάμει της οποίας ο ένας από τους συμβαλλόμενους (χρήστης) παραχωρεί στον άλλον τη χρήση πράγματος χωρίς αντάλλαγμα και αυτός (χρησάμενος) έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα μετά τη λήξη της σύμβασης (άρθρο 810 ΑΚ).

Συνεπώς, ο χρησάμενος, κατά τη διάρκεια της ισχύος της συμβάσεως χρησιδανείου, έχει την αναγνωριζόμενη από το νόμο κατοχή επί του πράγματος, στην άσκηση της οποίας προστατεύεται από προσβολές τρίτων, πλην άλλων, και με αγωγή από το άρθρο 914 ΑΚ όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 21/5/2013 αγωγής, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι ο πρώτος από αυτούς είναι κύριος των περιγραφόμενων δύο αγροτικών μηχανημάτων, των οποίων την κυριότητα απέκτησε το έτος 2000 δυνάμει συμβάσεως πωλήσεως με τον κύριο αυτών, ο οποίος και του παρέδωσε την νομή τους, ότι ο εναγόμενος αφαίρεσε αυθαίρετα τα εν λόγω μηχανήματα από την αποθήκη του τον Φεβρουάριο του έτους 2011 και ότι για την πράξη του αυτή καταδικάστηκε με την 229/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κομοτηνής, στο ακροατήριο του οποίου δήλωσε στις 12/2/2013 ότι τα επίδικα μηχανήματα "βρίσκονται στην αυλή του σπιτιού του" και ότι συνεπώς, εμμέσως πλην σαφώς, τα κατείχε και κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής (Μάιος 2013), για αυτό ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του στα επίδικα μηχανήματα και την απόδοσή τους σ' αυτόν.

Περαιτέρω, στην ίδια αγωγή εκτίθεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος, στον οποίο είχε παραχωρηθεί από τον πρώτο εναγόμενο, με σύμβαση χρησιδανείου αορίστου χρόνου, η χρήση των επίδικων μηχανημάτων για την καλλιέργεια χωραφιών, στερήθηκε της χρήσης αυτών (μηχανημάτων) εξαιτίας της ως άνω υπαίτιας και παράνομης πράξης του εναγομένου, με αποτέλεσμα να υποστεί αποθετική ζημιά ύψους 18.252,50 ευρώ κατά τα έτη 2012 και 2013, όπως λεπτομερώς περιγράφεται σ' αυτήν (αγωγή), για αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ως άνω ποσό προς αποκατάσταση της ζημιάς του.

Με το παραπάνω περιεχόμενο η ένδικη διεκδικητική αγωγή είναι πλήρως ορισμένη περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση της στοιχεία, μεταξύ των οποίων και αυτό της κατοχής των επίδικων κινητών πραγμάτων από τον εναγόμενο κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Ορισμένη, ωσαύτως, είναι και η σωρευόμενη αγωγή αποζημίωσης του δεύτερου ενάγοντος, περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα για την ενεργητική νομιμοποίηση αυτού στοιχεία προς άσκηση της εν λόγω αγωγής ως κατόχου των ενδίκων κινητών πραγμάτων.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε ως ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή απορρίπτοντας τον σχετικό περί αοριστίας αυτής λόγο εφέσεως του εναγομένου - αναιρεσείοντος, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα οι προεκτεθείσες διατάξεις απαιτούν για τη θεμελίωση της, ούτε παρά το νόμο δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, γι' αυτό και ο πέμπτος από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας του καταθέσαντος αυτό αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παράγραφος 3 ΚΠολΔ), ενώ δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα λόγω της απουσίας των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5/7/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 163/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, και

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Π.Π.