Legislator Case Law & Legislation
250/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding failure to examine subsidiary claims after primary claim was accepted.

Case Number 250/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of subsidiary legal grounds. The appellant argued the Court of First Instance should have examined these alternative claims after accepting the primary tort claim, but the Court held that once a primary claim is accepted, subsidiary claims are automatically excluded from review. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118 and 119 of the Code of Civil Procedure; If the primary basis of a claim is accepted, the court cannot examine subsidiary bases as the acceptance of the primary basis renders the claim moot regarding the subsidiary bases.

Keywords

AI generated
subsidiary claim exclusion primary claim acceptance appeal admissibility tort law procedure unjust enrichment claim legal costs award civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 118 of the Code of Civil Procedure
Article 119 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 219 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 250 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 250/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", (... ΕΠΕ) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... της ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Φαίδωνα Κεδίκογλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: D. Z. D., (Ν. Ν. του Ζ.), κατοίκου ...., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ζαφείρα Μπαϊκούση-Κάτσιου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 24619/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που κήρυξε αυτό αναρμόδιο καθ' ύλη και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 34570/2007 μη οριστική και η 14341/2012 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 586/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή διατάχθηκε επανάληψη της συζήτησης και εκδόθηκε η 917/2017 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-7-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ. ΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ. ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009), αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης (ΑΠ 862/2011 ΑΠ 558/2008). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1. Η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ)......". Ο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται στην περίπτωση αυτή αν το δικαστήριο παρά την μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 480/2010).

Εν προκειμένω η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 28.11.2002 αγωγή της κατά του ήδη αναιρεσίβλητου εκθέτει ότι: εδρεύει στο ... ... και διατηρεί υποκατάστημα στη …. και εμπορική δραστηριότητα στα …, ότι στα πλαίσια της εμπορικής της δραστηριότητας στις μεταφορές εμπορευμάτων υπό διαμετακόμιση μέσω του λιμένα …, προσέλαβε την 1.1.1997 τον εναγόμενο και έκτοτε τον απασχόλησε ως διευθυντή και υπεύθυνο, αυτός δε στα πλαίσια των καθηκόντων του προέβαινε, μεταξύ άλλων, σε αναλήψεις και καταθέσεις χρημάτων από τους τραπεζικούς λογαριασμούς, που η ενάγουσα τηρούσε στην Ελλάδα, για να πληρώνει τα έξοδα και τις δαπάνες.

Ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος από 27.1.1997 έως 22.1.1999, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, υπεξαίρεσε σε βάρος το συνολικό ποσό των 66.634.160 δραχμών και ειδικότερα, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημεροχρονολογίες, προέβαινε στην ανάληψη, με βάση έγγραφη εξουσιοδότηση του εκπροσώπου της ενάγουσας, από την τράπεζα Κύπρου και από τον τηρούμενο σ' αυτή με αριθμό 40279 λογαριασμό καταθέσεών της τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, τα οποία όμως μετά την ανάληψή τους δεν χρησιμοποιούσε για πληρωμές εξόδων της ενάγουσας, αλλά τα κατακρατούσε για τον εαυτό του ιδιοποιούμενος αυτά και δίδοντας εντολή στην ταμία του υποκαταστήματος να τα καταχωρεί σε ανεπίσημες καταστάσεις ημερολογίου - ταμείου ως πληρωμές TIR χωρίς όμως τα αντίστοιχα δικαιολογητικά, προξενώντας της ισόποση περιουσιακή ζημία.

Ότι ακόμη αυτός, από 26/3/1997 έως 12/6/1999, υπό την παραπάνω ιδιότητα του, συνέτασσε ή συνεργούσε στη σύνταξη των αναφερόμενων στην αγωγή πλαστών παραστατικών, συνολικού ποσού 64.710.011 δραχμών, που απεικόνιζαν δήθεν πραγματοποιηθείσες αγορές αγαθών από την ενάγουσα, τα οποία στη συνέχεια προσκόμιζε και καταχωρούνταν στις ως άνω καταστάσεις, τα δε ποσά, τα οποία αναγράφονταν στα πλαστά έγγραφα, κατακρατούσε για ίδιο λογαριασμό και όφελος προξενώντας στην ενάγουσα ισόποση περιουσιακή βλάβη, ζημιώνοντάς την έτσι εξαιτίας της παραπάνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του κατά το συνολικό ποσό των 131.334.171 (= 66.634.160 + 64.710.011) δραχμών, ήτοι 385.456,11 ευρώ.

Με βάση το παραπάνω ιστορικό ζήτησε η ενάγουσα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το παραπάνω ποσό, ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη από την αδικοπραξία αυτή, καθώς και το ποσό των 100.036 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης.

Επί της αγωγής αυτής η οποία συζητήθηκε ερήμην του εναγομένου εξεδόθη η υπ' αριθ. 14341/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως εκ μέρους του εναγομένου εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 917/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αφού απερρίφθη ως αόριστο το αίτημα της αγωγής για καταβολή στην ενάγουσα του ποσού των 64.710.011 δραχμών που αφορά υπεξαιρεθέν από τον εναγόμενο ποσό, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ακολούθως η αγωγή κατά τα λοιπά αιτήματά της απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, ως προς το ανωτέρω αίτημα της αγωγής η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα:

"Πλην όμως, η ίδια αγωγή, όσον αφορά την καταψήφιση αποζημίωσης ποσού 64.710.011 δραχμών, που αφορά το υπεξαιρεθέν ποσό, το οποίο κατά τα ιστορούμενα αναγραφόταν σε πλαστά έγγραφα, δεν περιείχε τα απαραίτητα κατά τον νόμο για τη θεμελίωσή της στοιχεία, αφού δεν εκτίθεται σε αυτήν, θεμελιούμενη μόνο στην επικαλούμενη γενόμενη από τον εναγόμενο παράνομη ιδιοποίηση του τιμήματος των τιμολογίων, κατά ποίο τρόπο έγινε η παράνομη ιδιοποίηση του τιμήματος αυτού από τον ανωτέρω εναγόμενο και δοθέντος ότι αυτή προϋπέθετε την κατά κάποιο τρόπο περιέλευση του ποσού αυτού στην κατοχή του ιδίου, δεν εκτίθεται σ' αυτήν με ποιόν τρόπο το ποσό που αντιστοιχούσε στο παραπάνω τίμημα περιερχόταν στην κατοχή του εναγομένου και αυτός το ιδιοποιούταν. Επομένως, ως προς το παραπάνω αίτημά της η αγωγή είναι, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου, απορριπτέα ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, αφού, με βάση τα ιστορούμενα, δεν μπορούν να ταχθούν οι δέουσες αποδείξεις και ο εναγόμενος να αμυνθεί, ώστε το αποτέλεσμα του δικαστικού αγώνα να παρίσταται εύλογο και δίκαιο ως προς τα διάδικα μέρη....".

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη την εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 αναιρετική πλημμέλεια για το λόγο ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα ότι απέρριψε το ως άνω αίτημα της αγωγής ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας. Το Εφετείο όμως με τις προεκτεθείσες παραδοχές του ουδόλως υπέπεσε στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, δεν εκτίθενται σ' αυτήν ο τρόπος με τον οποίο περιήρχοντο στην κατοχή του εναγομένου, ήδη αναιρεσίβλητου, τα χρηματικά ποσά που αναγράφοντο στα ιστορούμενα στην αγωγή πλαστά έγγραφα, καθώς και ο τρόπος της παράνομης ιδιοποίησης αυτών, με συνέπεια η αγωγή κατά το ανωτέρω αίτημά της να μη περιέχει τα απαραίτητα κατά το νόμο για τη θεμελίωση της στοιχεία. Κατόπιν αυτών, ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, και τα ακόλουθα ουσιώδη: "Η ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "... ΕΠΕ" (...), η οποία εδρεύει στο ... ..., διατηρεί υποκατάστημα στη ….και ασκεί εμπορική δραστηριότητα στα … , πρωτεύουσα του κρατιδίου της πρώην ... (νυν πρώην ...). Ιδρύθηκε στη ... ... στις 8-8-1996 και στις 15-11-1996 έλαβε άδεια από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας, με απόφαση του τελευταίου που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (Τεύχος Αναπτυξιακών Πράξεων και Συμβάσεων της 22-11-1996, Αρ Φύλλου, 226), να εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα κατά τις διατάξεις του ΑΝ 89/67, για τον συντονισμό, την εποπτεία, έλεγχο και την προώθηση εκτός Ελλάδος , δραστηριοτήτων της χωρίς να έχει το δικαίωμα να πραγματοποιεί εμπορική δραστηριότητα στον Ελληνικό χώρο. Αντικείμενο δραστηριοτήτων της αποτελούσε η ευθύνη της οργάνωσης και εκτέλεσης μεταφορών εμπορευμάτων υπό διαμετακόμιση μέσω του λιμένα ….. προς την πρώην .... Ο εναγόμενος από το έτος 1970 εργαζόταν στην εταιρεία "...", που αποτελούσε κρατική ... εταιρεία με δραστηριότητα στην " ... ", στον λιμένα …, για την εξαγωγική διαμετακόμιση εμπορευμάτων από την τότε ... προς διάφορα κράτη του κόσμου διαμέσου του λιμένα … και αντίστροφα για την εισαγωγική......

Ο εναγόμενος λοιπόν εργάστηκε ως υπάλληλος της παραπάνω εταιρείας, "...", στη …., από το έτος 1993 και στη συνέχεια, μετά τον χρόνο της διακοπής της λειτουργίας εταιρείας αυτής, λόγω του οικονομικού αποκλεισμού, εργάστηκε στην εταιρεία "... ΑΕ", τοποθετηθείς σ' αυτήν με απόφαση της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας, την οποία αποδέχθηκε τόσο αυτός όσο και η ως άνω ελληνική εταιρεία. Στην ουσία, δηλαδή, επρόκειτο για παραχώρησή του στην τελευταία καταρτιζόμενης σιωπηρά σύμβασης δανεισμού της εργασίας του (για τη φύση της σύμβασης αυτής βλ. Δ. Ζ., Εργατικό Δίκαιο, εκδ. 2015, σελ. 484 επόμ.). Το έτος 1996 η ως άνω εταιρεία με την επωνυμία "...", θέλησε να δραστηριοποιηθεί εκ νέου στην Ελλάδα , όχι η ίδια, αλλά δημιουργώντας νέα επιχείρηση με έδρα την αλλοδαπή, προκειμένου ίσως να αποφύγει κάποια μελλοντική απαγόρευση εκ μέρους του Ελληνικού Κράτους , και με αντικείμενο την ευθύνη οργάνωσης και εκτέλεσης μεταφορών εμπορευμάτων υπό διαμετακόμιση μέσω του λιμένα …., προς την πρώην .... Πρόκειται για την ενάγουσα, η οποία δημιουργήθηκε σύμφωνα με τη νομοθεσία του γερμανικού κράτους ως εταιρεία ...), που αντίστοιχη συναντάται στην Ελλάδα με την ονομασία Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης και επομένως απέκτησε και είχε αυτοτελή νομική προσωπικότητα ως αλλοδαπό δημόσιο νομικό πρόσωπο αναγνωρισμένο κατά το δίκαιο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης......

.......Με απόφαση της αρχικής εργοδότριας εταιρείας του, "...", ο εναγόμενος τοποθετήθηκε να εργαστεί στην ενάγουσα, τοποθέτηση την οποία αποδέχθηκε τόσο η τελευταία όσο και ο εναγόμενος αυτός, καταρτισθείσης επίσης σύμβασης δανεισμού της εργασίας του στην ενάγουσα, η οποία ασκούσε το διευθυντικό δικαίωμα στον τελευταίο, μη θιγόμενης όμως της σύμβασης εργασίας του με την αρχική εργοδότριά του.

Ο εναγόμενος αυτός απασχολήθηκε στο γραφείο της ενάγουσας στη …. ασκώντας τα υπεύθυνα καθήκοντα του διευθυντού και μεταξύ αυτών ήταν και το ότι ο ίδιος προέβαινε, έχοντας τη σχετική προς τούτο εξουσιοδότηση, σε αναλήψεις και καταθέσεις χρημάτων από τους τραπεζικούς λογαριασμούς που η ενάγουσα τηρούσε στην Ελλάδα για να πληρώνει τα έξοδα και τις υποχρεώσεις της .

Πράγματι ο τελευταίος προέβαινε σε αναλήψεις χρημάτων από τους λογαριασμούς αυτής, μεταξύ των οποίων και τον υπ' αριθμό 40279 τραπεζικό λογαριασμό στο υποκατάστημα της ... , τα δε χρήματα που αναλάμβανε τα χρησιμοποιούσε αποκλειστικά για την πληρωμή υποχρεώσεων της ενάγουσας προς τρίτους και όχι για να τα ιδιοποιηθεί παράνομα για ίδιον όφελος, όπως η ενάγουσα ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή της.

Ειδικότερα, ο ως άνω εναγόμενος, κατά το διάστημα από 27/1/1997 έως 22/1/1999, μετέβαινε στο υποκατάστημα της ... και πραγματοποιούσε αναλήψεις χρηματικών ποσών από τον υπ' αριθμό 40279 τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας σε σχετικά δε δελτία ανάληψης που λάμβανε και περιείχαν την υπογραφή του σημείωνε το όνομα του πλοίου που αφικνείτο στο λιμάνι έμφορτο φορτηγών οχημάτων με προορισμό την ...

και την ένδειξη TIR ("Transports Internationaux Routiers" - Διεθνείς Οδικές Μεταφορές). Τούτο έπραττε γιατί το ποσό κάθε ανάληψης, που αναγραφόταν στα παραπάνω σχετικά, σχετιζόταν με τα έξοδα που δημιουργούνταν, ώστε να διευκολυνθεί η διαδικασία της υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τελωνειακής εγγύησης των μεταφερόμενων - διαμετακομιζόμενων υπό αναστολή δασμών εμπορευμάτων κατά τη διάρκεια της διαμετακόμισης (από τον λιμένα της ….προς τα σύνορα και αντίστροφα) , η οποία πραγματοποιούταν με εγγυητικές επιστολές τραπέζης που ήταν αποδεκτές ως ισοδύναμες με τη διαδικασία διαμετακόμισης με τα διεθνή εγγυητικά έγγραφα TIR με βάση την τελωνειακή σύμβαση περί διεθνών μεταφορών εμπορευμάτων υπό την κάλυψη δελτίων TIR (σύμβαση TIR, 1975).

Η αξία των επιστολών αυτών χρεωνόταν μεν σε σχετικό τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας , πλην όμως, για τη διευκόλυνση της όλης διαδικασίας και την περαίωση της γραφειοκρατικής διαδικασίας στο τελωνείο, κατέβαλε η ενάγουσα ως έξοδα, το σταθερό ποσό των 4.300 δρχ ανά φορτηγό, σε άτομο που αναλάμβανε με αμοιβή την παραπάνω διαδικασία το οποίο συνόδευε και τα φορτηγά (προετοιμασία εγγράφων, επιμέλεια για ανάθεση σφράγισης βαγονιών ή και οχημάτων σε αρμόδιους υπαλλήλους εκτός ωραρίου του τελωνείου κλπ) .

Αφού, λοιπόν, ο ενάγων πλήρωνε αυτός ή και η ταμίας τα παραπάνω έξοδα στους δικαιούχους, παρέδιδε στην ταμία τα ως άνω σχετικά δικαιολογητικά των εξόδων γραμμάτια αναλήψεων και εκείνη τα καταχωρούσε στις ανεπίσημες καταστάσεις ημερολογίου ταμείου, που τηρούσε ανεπίσημα, κατά ανοχή της ενάγουσας και για λόγους αποφυγής φορολογικής επιβάρυνσης της τελευταίας, τόσο ως έξοδο όσο και ως έσοδο που περιήλθε στην περιουσία της, δεδομένου ότι στον λογαριασμό αυτό κατατίθετο το αντίτιμο των κομίστρων, της αμοιβής και των εξόδων μεταφοράς που πραγματοποιούσε η ενάγουσα.

Σημειώνεται ότι κυριότερος πελάτης της ενάγουσας ήταν η ελέγχουσα αυτήν εταιρεία "...", στην οποία η ενάγουσα - όπως και στους άλλους πελάτες της - απέστελλε για κάθε εκφόρτωση πλοίου συνολικό τιμολόγιο για την μεταφορά όλων των οχημάτων, στο οποίο υπολόγιζε την αμοιβή της (τιμή ανά τόνο) , τα λιμενικά έξοδα , διάφορα έξοδα της μεταφοράς, τελωνειακά και άλλα έξοδα μεταξύ των οποίων και τα λεγόμενα παραπάνω έξοδα TIR.

Μαζί με το τιμολόγιο της απέστελλε μάλιστα και τα ως άνω παραστατικά αναλήψεων, τα οποία η τελευταία ενέκρινε και το σχετικό τίμημα κατέθετε στους λογαριασμούς της ενάγουσας μεταξύ των οποίων και αυτόν με αριθμό …79 της ..., που ήταν λογαριασμός σε νόμισμα δραχμής. Εντωμεταξύ στις 31/12/1998 διακόπηκε η σύμβαση δανεισμού του εναγομένου στην ενάγουσα και ο τελευταίος, αφού παρέμεινε για ένα μικρό χρονικό διάστημα για να ενημερώσει τον νεοδιορισθέντα διευθυντή για τον τρόπο λειτουργίας, επέστρεψε, περί τα τέλη Ιανουαρίου του έτους 1999, στην αρχική εργοδότριά του στα ..., όπου εργάστηκε έως τη συνταξιοδότησή του το έτος 2000.

Σημειώνεται ότι ο νέος διευθυντής ακολούθησε τον ίδιο παραπάνω τρόπο λειτουργίας που ακολουθούσε και ο εναγόμενος. Συνακόλουθα, με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε η τέλεση εκ μέρους του εναγομένου της άδικης πράξης της υπεξαίρεσης. Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο απρ την κατάθεση του μάρτυρα Κ.

Σ. που εργαζόταν στην ως άνω εταιρεία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και είχε άμεση γνώση για τον τρόπο λειτουργίας της. Η κρίση αυτή δεν ανατρέπεται από την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Π. (νέος διευθυντής στην ενάγουσα) και την κατάθεση στην ποινική προδικασία της μάρτυρος Μ. Τ. (ταμίας). Οι καταθέσεις των εν λόγω μαρτύρων δεν πείθουν, διότι περιέχουν αντιφάσεις και λογικά κενά.

Ειδικότερα, ο ως άνω μάρτυρας καταθέτοντας στην ποινική προδικασία κατέθεσε δύο φορές ότι ο εναγόμενος υπέγραφε τα τιμολόγια αγοράς υλικών συσκευασίας, ενώ στη διαδικασία στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι τα τιμολόγια ήταν ανυπόγραφα. Βέβαια η κατάθεση ως προς το σημείο αυτό δεν αφορά ευθέως το θέμα απόδειξης, αφού ως προς τα τιμολόγια η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη, πλην όμως, η κατάθεση ως προς το σημείο αυτό συνδέεται με τη γνώση και την ειλικρίνεια να περιγράψει τη διαδικασία στην επιχείρηση της ενάγουσας .

Όσον αφορά την κατάθεση της άλλης μάρτυρος, αυτή δεν πείθει το Δικαστήριο, διότι παρουσιάζει το εξής λογικό κενό, ήτοι δεν επεξηγεί η εν λόγω μάρτυρας , πως, αφού ο εναγόμενος της προσκόμιζε για να καταχωρήσει στις ανεπίσημες καταστάσεις τα ως άνω παραστατικά αναλήψεων, που είχαν μάλιστα και την ένδειξη TIR, ήτοι σύστημα εγγύησης που δεν ακολουθούσε η ενάγουσα, αυτή δεχόταν να τα παραλαμβάνει και να τα καταχωρεί στις καταστάσεις χωρίς αντίστοιχα των δαπανών παραστατικά, τη στιγμή μάλιστα που τα έξοδα συσκευασίας τα καταχωρούσε με την προσκόμιση των σχετικών παραστατικών τιμολογίων.

Και τούτο μπορεί να δικαιολογηθεί με τη μόνη λογική εξήγηση ότι και η ίδια (όπως και η ενάγουσα) αντιλαμβανόταν την ένδειξη TIR εν ευρεία έννοια , δηλαδή όπως και την εννοούσε και ο εναγόμενος και αναφέρθηκε παραπάνω, ήτοι me εγγυητικές επιστολές που ήταν ισοδύναμες τηνν διαδικασία με έγγραφα TIR . Η κρίση του Δικαστηρίου αυτή ενισχύεται και από τα παρακάνω γεγονότα και δη:

α) από το γεγονός ότι μεταξύ των δελτίων αναλήψεων που προσκομίζει με επίκληση η ενάγουσα είναι και έξι δελτία της 11/5/98, 11/5/98, 4/5/98, 4/5/98, 27/5/98, 5/5/98 ποσού 178.600 δρχ, 346.000 δρχ , 1.280.000 δρχ , 1.980000 δρχ, 302.000 δρχ και 950.000 δρχ και συνολικά 5.036.600 δρχ, από τα οποία προκύπτει ότι η σχετική ανάληψη των αναφερόμενων σ' αυτά ποσών συνοδεύτηκε με τη σημείωση επ' αυτών της ένδειξης TIR, οι δε αναλήψεις αυτές δεν γίνονται από τον λογαριασμό της ενάγουσας, αλλά από τον λογαριασμό του εναγομένου.

Τούτο δεν μπορεί να εξηγηθεί με βάση την εκδοχή της ενάγουσας για τέλεση της πράξης υπεξαίρεσης εκ μέρους του εναγομένου, αφού η τελευταία προϋποθέτει αυτήν μόνο σε βάρος της περιουσίας της και όχι και της περιουσίας του εναγομένου, διότι εάν ο τελευταίος υπεξαιρούσε την περιουσία της δεν είχε λόγο "να το κάνει" και στη δική του περιουσία αναγράφοντας μάλιστα στα σχετικά γραμμάτια ανάληψης και την ένδειξη TIR.

Αυτό μπορεί να εξηγηθεί λογικά μόνο με βάση τους ισχυρισμούς του εναγομένου ότι οι αναλήψεις γίνονταν μόνο για την παραπάνω αιτία (κάλυψη των προαναφερόμενων εξόδων που σχετίζονταν με τη διαδικασία εγγύησης των μεταφερόμενων εμπορευμάτων) καθώς και ότι πολλές φορές αναλάμβανε χρήματα και από το δικό του λογαριασμό για εξυπηρέτηση της ενάγουσας όταν ο λογαριασμός της δεν επαρκούσε (βλ.

ισχυρισμούς του στις προτάσεις στο Πολυμελές Πρωτοδικείο), β) από το γεγονός ότι η ενάγουσα στην αγωγή της επικαλέστηκε 95 περιπτώσεις ανάληψης χρημάτων από τον λογαριασμό της συνολικής αξίας 66.634.160 δρχ, πλην όμως με τις προτάσεις επικαλέστηκε και προσκόμισε 117 αναλήψεις με την ένδειξη TIR συνολικής αξίας 75.324.000 δρχ , (με τη σημείωση ότι τριάντα από τις αναφερόμενες στην αγωγή αναλήψεις δεν συμπεριλαμβάνονται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα στοιχεία, οπότε προφανώς τα γραμμάτια ανάληψης με την ένδειξη TIR είναι πολύ περισσότερα) , οι οποίες φαίνονται στον παρακάτω πίνακα (με αστερίσκο - * - σημειώνονται οι αναλήψεις της αγωγής που ταυτίζονται με τις προσκομιζόμενες με επίκληση)......

Η σύνταξη της αγωγής της ενάγουσας έγινε μετά από επιστάμενο έλεγχο, όπως τούτο κατέθεσε ο μάρτυρας της, η δε ζημία της φέρεται, τόσο κατά την αγωγή όσο και κατά την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα, ως όλον και όχι ως μέρος του όλου, οπότε δεν δικαιολογείται η κυκλοφορία και άλλων αποδεικτικών αναλήψεων με την ένδειξη TIR, εκτός και εάν αληθεύει μόνο ο ισχυρισμός του ενάγοντος.

Πράγματι τούτο κατά την κρίση του Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι οι ως άνω αναλήψεις γίνονταν κατά σύστημα στην επιχείρηση της ενάγουσας και αποτελούσαν μέρος της λειτουργίας της, κάλυπταν δε πραγματικές δαπάνες, μη εμφανιζόμενες στα επίσημα βιβλία της και αληθεύει ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο λόγος άσκησης της ένδικης αγωγής είναι η εκκρεμής αντιδικία του με την εταιρεία "...", η οποία ελέγχει την ενάγουσα, με στόχο την υποχώρησή και την παραίτησή του από την διεκδίκηση των αιτημάτων του, γ) από το γεγονός ότι η τελευταία εταιρεία δραστηριοποιείται στο αντικείμενο της διαμετακόμισης πολλά έτη έχοντας αποκομίσει μεγάλη εμπειρία και δεν ήταν δυνατόν να παραπλανιόταν από τα παραστατικά που της έστελνε ο εναγόμενος και να κατέβαλε αδιαμαρτύρητα τις σχετικές υπερβολικές δαπάνες και έξοδα.

Πολύ περισσότερο που κάθε έτος κλιμάκιο υπαλλήλων της αποτελούμενο συνήθως από τον Μ. Τ. και κα Τ. επισκεπτόταν το γραφείο της ενάγουσας και πραγματοποιούσε επισταμένους ελέγχους και δ) από το γεγονός ότι ο τρόπος υπολογισμού της αξίας κάθε ανάληψης με την ένδειξη TIR και δη σταθερά σε όλες τις περιπτώσεις ανάλογα με τον αριθμό των φορτηγών κάθε πλοίου πολλαπλασιαζόμενου με τον αριθμό 4.300, παραπέμπει προδήλως στη λογική υπολογισμού εξόδων και δαπανών και μηδόλως στη λογική υπεξαίρεσης και υπεξαιρέτη.

Με βάση όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αντίθετη κρίση δεν μπορεί να δημιουργηθεί από το γεγονός της καταδίκης του εναγομένου με βάση τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες αποφάσεις (πρωτόδικη και κατ' έφεση) του Πρωτοδικείου και Εφετείου Σκοπίων, οι οποίες δεν αναφέρονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά αλλά σε άλλες περιστάσεις και δη αναφορικά με τις σχέσεις του εναγομένου με την αρχική εργοδότρια εταιρεία του.

Συνακόλουθα με βάση τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε η τέλεση αδικοπραξίας εκ μέρους του εναγομένου και η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη........".

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ανωτέρω όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος αναλάμβανε χρήματα από την τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας για την εξόφληση υποχρεώσεων προς τρίτους, τα οποία χρήματα δεν ιδιοποιήθηκε παράνομα αλλά τα χρησιμοποίησε ακριβώς για τους σκοπούς για τους οποίους τα αναλάμβανε ήτοι προς εξόφληση υποχρεώσεων της ενάγουσας προς τρίτους. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττονται απαραδέκτως οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 του Κ.ΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει η παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά γενικό κανόνα τα αποδεικτικά μέσα (αρθρ. 335 Κ.Πολ.Δ), είναι κατά το νόμο ισοδύναμα και απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα καθενός, αφού αυτά εκτιμηθούν "ελεύθερα" από αυτό κατ' άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος δε αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.ΠολΔ ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 479/2010, ΑΠ 1417/2009).

Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο εκ του αριθμού 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης όταν κατά το νόμο τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατ' άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 109/2008) και το δικαστήριο απλώς αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1311/2010, ΑΠ 1403/2009), ίση αποδεικτική δύναμη έχουν και τα δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 703/2007) και δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος όταν απλώς στην απόφαση δεν γίνεται διαστολή ποσά αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση (δια τεκμηρίων αρθ. 339 Κ.Πολ.Δ) απόδειξη (ΑΠ 479/2010, ΑΠ 544/2009, ΑΠ 1432/2008), όπως λ.χ.

τα δικαστικά τεκμήρια, στα οποία περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις μαρτύρων σε άλλη πολιτική δίκη (ΑΠ 479/2010). Τέλος, δεν ιδρύεται ο εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας εκφέρει κρίση για αξιοπιστία ή αναξιοπιστία μαρτύρων, των οποίων τις καταθέσεις έλαβε υπόψη (ΑΠ 1587/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ.11 αναιρετική πλημμέλεια αιτιώμενη, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξετίμησε τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στα υπ' αριθ. 24619/2006 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την ταυτάριθμη απόφασή του κηρύχθηκε αναρμόδιο και παρέπεμψε την ένδικη αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως μαρτυρικές καταθέσεις αλλά ως δικαστικά τεκμήρια.

Με το ως άνω περιεχόμενο η εν λόγω αιτίαση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη διότι, ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, τις περιεχόμενες στα ανωτέρω πρακτικά ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, το περιεχόμενο των οποίων αξιολόγησε και εκτίμησε αναλόγως όπως τούτο άλλωστε αναφέρει ρητά η αναιρεσείουσα με τον σχετικό λόγο αναίρεσης, το γεγονός ότι εξετίμησε το περιεχόμενο αυτών ως δικαστικά τεκμήρια ουδεμία ασκεί έννομη επιρροή για τον σχηματισμό της τελικής δικανικής κρίσης του, ενόψει της ίσης αποδεικτικής δύναμης αυτών έναντι των μαρτυρικών καταθέσεων, κατά τα προεκτεθέντα.

Εξ ετέρου, είναι αβάσιμος ο λόγος του αναιρετηρίου κατά το σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος συγκεκριμένα έγγραφα λόγω μη νόμιμης επίκλησης και προσκομιδής αυτών με την προσθήκη αντίκρουση των προτάσεων του στις 25.11.2015, αφού ουδόλως προκύπτει αυτό, ενόψει μάλιστα του ότι η ήδη αναιρεσείουσα κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου τις από 22.1.2017 προτάσεις της και την από 2.2.2017 προσθήκη αυτών, στην οποία προφανώς αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επίσης, από την διαλαμβανόμενη βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης και τις εκτεθείσες παραδοχές δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Οι διάφορες βάσεις της αγωγής κύρια ή επικουρικές και τα προς θεμελίωση αυτών και των διαφόρων αιτημάτων περιστατικά αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του ως άνω όρου (ΑΠ 148/2009, ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 759/2006), σύμφωνα όμως με την διάταξη του άρθρου 219 Κ.Πολ.Δ., αν γίνει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής, το δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να εξετάσει την επικουρική βάση, διότι η παραδοχή της κύριας βάσης επιφέρει, την κατάργηση της δίκης ως προς την επικουρική βάση και δεν απαιτείται η έκδοση απόφαση γι' αυτή.

Αν πρόκειται για απόφαση του Εφετείου ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον αν ο ισχυρισμός που αποτελεί "πράγμα", έχει προταθεί παραδεκτώς ενώπιον του και δη με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα ή με τις προτάσεις από τον εφεσίβλητο (ΑΠ 786/2007). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενη το Εφετείο μετά την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης κατ' ουσίαν κατά την κύρια βάση της από την αδικοπραξία, δεν ασχολήθηκε με τις επικουρικές βάσεις της αγωγής ήτοι αυτές, κατά τις διατάξεις περί έμμισθης εντολής (η πρώτη επικουρική) και εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού (η δεύτερη επικουρική).

Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος, διότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν προτάθηκε ενώπιον του Εφετείου από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με λόγο έφεσης, ως προς τον οποίο είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν ως προς την κύρια βάση της (αδικοπραξία) η αγωγή από το Πρωτόδικο δικαστήριο, αλλά ούτε και από τη εφεσίβλητη - ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, με τις οποίες ζητούσε την απόρριψη της έφεσης και την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης.

Κατόπιν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην δικαστική δαπάνη, του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.7.2017 αίτηση για αναίρεση της 917/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ