Legislator Case Law & Legislation
558/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against second instance judgment for vague set-off defense and insufficient reasoning.

Case Number 558/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial. The court found the lower court's set-off defense was legally flawed because it failed to specify exact amounts paid for legal expenses, violating procedural clarity requirements. Additionally, the appellate court was criticized for providing insufficient reasoning regarding the appellant's specific legal fees and actions between 1996 and 1997. Consequently, the judgment was annulled and the case sent back to a newly constituted panel of judges for re-examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; A set-off defense must be specific regarding amounts paid, and a judgment lacking clear reasoning on disputed fees constitutes a ground for appeal under Article 559(14).

Keywords

AI generated
set-off defense legal fees insufficient reasoning procedural defect remand for retrial Code of Civil Procedure annulment of judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 262(1) of the Code of Civil Procedure
Article 416 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 558 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 558/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ......., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χαρακτινιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4213/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-5-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 28-12-2007 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το πρώτο σκέλος του και του έκτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η ένσταση , όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Ειδικά η κατά το άρθρο 416 ΑΚ ένσταση της καταβολής (εξόφλησης) ποσών που γίνεται για την απόσβεση αξιώσεων, οι οποίες αντιστοιχούν σε αποδοχές, για να είναι σαφής και ορισμένη, πρέπει να διαλαμβάνει αναλυτικά τα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε και την αιτία της καταβολής τους.

Διαφορετικά η ένσταση αυτή, έστω και αν αναφέρεται το συνολικώς καταβληθέν ποσό, είναι αόριστη. Τέλος, ο κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή αν έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει της από ... συμβάσεως έμμισθης εντολής, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων, ο οποίος είναι δικηγόρος διεκπεραίωσε έως και την 8-12-1997, όταν ο εναγόμενος ανακάλεσε την εντολή, τις αναφερόμενες στην αγωγή ποινικές και αστικές υποθέσεις που αφορούσαν την εκκρεμούσα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αγωγή του Γ1 κατ' αυτού... .

Ότι για όλες τις μέχρι την 6-2-1996 παρασχεθείσες υπηρεσίες του ο ενάγων έλαβε τα ποσά των δρχ. 1.444.000 δρχ. για τις αστικές υποθέσεις και 1.369.200 για τις ποινικές τοιαύτες. Για δε τις δικηγορικές υπηρεσίες του, που προσέφερε στον εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα από 6-2-1996 έως 8-12-1997 ο εναγόμενος του κατέβαλε τα ποσά που εκείνος είχε ζητήσει και δη των δρχ. 100.000, 200.000, 200.000 και 300.000 δρχ.

την 14-11-1996, 23-12-1996. 18-5-1997 και 22-9-1997 αντιστοίχως... . Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ότι εναγόμενος οφείλει το ως ανωτέρω φερόμενο ως ανεξόφλητο χρηματικό ποσό, κατά παραδοχή ως βάσιμης της πρωτοδίκως προβληθείσας και ήδη επαναφερόμενης ενστάσεως εξοφλήσεως". Μετά ταύτα έκρινε, ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της ενστάσεως εξοφλήσεως κα ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή κατά παραδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, κατέληξε σε ορθό διατακτικό, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία την οποία αντικατέστησε με την παραπάνω και ακολούθως απέρριψε την έφεση.

Όμως όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου, τις οποίες παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, η ένσταση εξοφλήσεως που κατά τα αναφερόμενα σ' αυτές, είχε προταθεί πρωτοδίκως και παραδεκτά προς απόκρουση της εφέσεως επαναφέρθηκε στο Εφετείο, ήταν παντελώς αόριστη, αφού ο αναιρεσίβλητος με τις εν λόγω προτάσεις του, υπό τον τίτλο "ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΞΟΦΛΗΣΕΩΣ", ουδόλως διέλαβε τα επιμέρους ποσά που κατέβαλε έναντι των αγωγικών απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου, ούτε καν το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε, ισχυρίστηκε μόνον, ότι στον ενάγοντα δεν οφείλει κανένα χρηματικό ποσό για τη διεξαγωγή της ανοιγείσας δίκης μεταξύ αυτού και Γ1, ότι κατέβαλε σ' αυτόν χρήματα, για έξοδα και αμοιβή των δικαστικών ενεργειών του, κάθε φορά που έκανε κάποιο δικαστική ή εξώδικη ενέργεια, τα οποία (χρήματα) ο ίδιος καθόριζε κάθε φορά, ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 1994 έως 1997 για το χειρισμό της υποθέσεως του κατέβαλε τμηματικά διάφορα χρηματικά ποσά, όσα και όποτε αυτός του ζητούσε.

Και ότι, όταν ζήτησε από αυτόν να του επιστρέψει τον φάκελο, δεν όφειλε κανένα απολύτως ποσό σ' αυτόν, άλλως αυτός θα είχε ασκήσει το δικαίωμα επισχέσεως, αντίθετα έχει εισπράξει επιπλέον το ποσό των 330.000 δρχ. Επομένως το Εφετείο, το οποίο κατά τα προαναφερόμενα δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την "ένσταση" αυτή, δεν κήρυξε ακυρότητα παρά το νόμο και ως εκ τούτου, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα παραπάνω υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αληθώς όμως από τον αριθμ. 14 του ίδιου άρθρου είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Εξάλλου, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, το Εφετείο υπέπεσε και στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αφού περιέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, όσον αφορά την έκταση των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, και συγκεκριμένα δεν αναφέρεται σ' αυτήν, σε ποιες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες προέβη ο αναιρεσείων κατά το χρονικό διάστημα από 6-2-1996 έως 8-12-1997, καθώς και ποίο το ύψος της αμοιβής του για την κάθε μία από αυτές, οι οποίες κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 1.940.000 δρχ.

Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει κατά παραδοχή των προαναφερομένων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4213/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ