Supreme Court quashes appeal court ruling on unjust enrichment claim against municipality for illegal employment. The court found the appeal court erred in dismissing the claim based on the invalidity of the employment contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the appeal court's decision dismissing the plaintiffs' claim for unjust enrichment against the City of Piraeus. The plaintiffs argued that the lower court incorrectly rejected their claim for unpaid wages and benefits because the employment contract was void due to violation of public law prohibitions. The court held that the invalidity of the contract merely establishes the lack of a legal basis for the employment, not a bar to claiming restitution of benefits received.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 904 of the Civil Code; The invalidity of an employment contract due to violation of mandatory provisions does not preclude a claim for unjust enrichment, as the recipient must return the benefit derived from the work performed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 786 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 786/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1........., 2........., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κλάππα.
Του αναιρεσίβλητου: Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΕΙΡΑΙΑ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Δρυλεράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/10/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3020/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 386/2002 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 7/4/2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 18/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου εν μέρει, δευτέρου, τρίτου και τετάρτου των λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003). Γι' αυτό η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα της απόφασης που αφορά προσβαλλόμενο με την έφεση κεφάλαιο και μπορεί να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Εξάλλου, από τα άρθρα 511, 520, 522 και 536 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης μεταβιβάζεται η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξουσία, δηλαδή την εξουσία να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τα θέματα που εξετάζει αυτεπαγγέλτως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως είναι η νομική βασιμότητα και το ορισμένο της αγωγής την οποία επομένως μπορεί να απορρίψει ως μη νόμιμη η αόριστη, χωρίς ειδικό παράπονο, αρκεί να ζητούσε την απόρριψη της αγωγής ο εκκαλών και να μην γίνεται επιβλαβέστερη η θέση του χωρίς την άσκηση έφεσης ή αντέφεσης εκ μέρους του εφεσίβλητου.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αοριστία της αγωγής ερευνάται από το δικαστήριο της ουσίας αυτεπαγγέλτως γιατί ανάγεται στην προδικασία και συνεπώς δεν απαιτείται για την έρευνα αυτής ισχυρισμός του εναγομένου και αίτημα αυτού για απόρριψη της αγωγής λόγω αοριστίας.
Εντεύθεν η προβολή από τον εναγόμενο της αοριστίας της αγωγής με λόγο έφεσης για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν καθιστά τον σχετικό ισχυρισμό απαράδεκτο, ώστε εκ της παραδοχής του να δημιουργείται λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., αφού αυτός μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως και άρα κατά την παρ. 3 του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ., συντρέχουν για το παραδεκτό της προβολής του στο εφετείο οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την 3020/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, έγινε εν μέρει δεκτή η από 17.10.2000 αγωγή των αναιρεσειουσών κατά του αναιρεσιβλήτου κατά την κυρία εκ της συμβάσεως εργασίας και κατά την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, βάσεις της και υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος Δήμος να καταβάλει στην πρώτη των αναιρεσειουσών 4.155.539 δρχ.
και στη δεύτερη αυτών 4.608.479 δρχ., με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της άνω απόφασης ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 12.7.2001 έφεση του με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της και την απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειουσών για τους λόγους ότι: 1) "η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την από 17.10.2000 αγωγή των αντιδίκων θεωρώντας έγκυρες τις συμβάσεις εργασίας που αφορούν τα χρονικά διαστήματα εργασίας της πρώτης, α) από 8.12.95 έως 13.12.95, β) από 22.1.96 έως 9.2.96 και γ) από 1.1.97 έως 13.6.97 και της δεύτερης, α) από 2.8.96 έως 21.8.96 και β) από 1.1.97 έως 13.6.97 και επεδίκασε στη .... 4.155.539 δρχ.
και στην ... 4.608.479 δρχ., νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Αν όμως εκτιμούσε σωστά το αποδεικτικό υλικό θα έπρεπε να απορρίψει καθ' ολοκληρία την αγωγή των αντιδίκων διότι οι προσλήψεις τους για τα συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα δεν ήσαν έγκυρες αφού δεν έγιναν όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 2, 3, 4 του Ν. 2508/97, δηλαδή έγκριση του υπουργού Εσωτερικών και αντίστοιχη εγκριτική πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, αλλά μόνο με απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου. 2) "η εκκαλούμενη απόφαση ενώ έκρινε νόμιμη την αγωγή των αντιδίκων κατά την κύρια βάση της, δηλαδή κατά το τμήμα της που στηρίζεται στις προαναφερθείσες έγκυρες, κατά την κρίση του δικαστηρίου συμβάσεις, εν τούτοις όλως αντιφατικά στο 5° φύλλο αναγράφει ότι πρέπει να τους επιδικασθούν οι αιτούμενες αξιώσεις τους κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού".
Οι παραπάνω λόγοι, εκ των οποίων ο δεύτερος στηρίζεται προδήλως στο ανακριβές γεγονός ότι η μερική παραδοχή της αγωγής ως προς αμφότερες τις βάσεις της, αναφέρεται στο ίδιο διάστημα παροχή της εργασίας των αναιρεσειουσών, δεν περιέχουν αιτίαση κατά της πρωτόδικης απόφασης ως προς το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η επικουρική βάση της αγωγής των αναιρεσειουσών.
Συνεπώς ως προς το κεφάλαιο αυτό η υπόθεση δεν μεταβιβάσθηκε με την έφεση του αναιρεσιβλήτου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε την αγωγή αόριστη κατά την κύρια βάση της και μη νόμιμη κατά την επικουρική βάση αυτής. Διαλαμβάνοντας δε στη συνέχεια ότι "το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε διαφορετικά ...
εσφαλμένα ερμήνευσε και κακώς εφάρμοσε το νόμο. Γι' αυτό και κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της εφέσεως του εναγομένου Δήμου που πλήττει την εκκαλούμενη για την πλημμέλεια αυτή, πρέπει να εξαφανισθεί αυτή", δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειουσών.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο κατά το μέρος που απέρριψε ως αόριστη την κύρια βάση της αγωγής δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., διότι ανεξάρτητα ότι οι λόγοι έφεσης του αναιρεσιβλήτου δεν περιέχουν αιτίαση για αοριστία της εν λόγω βάσης της αγωγής, εφόσον η υπόθεση κατά το σχετικό κεφάλαιο μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο έφεσης, είχε αυτό την εξουσία, δεδομένου και του αιτήματος του εκκαλούντος Δήμου για απόρριψη της αγωγής, για αυτεπάγγελτο έλεγχο της αοριστίας αυτής.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης στο μέτρο που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το άνω μέρος της είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Συναφώς και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. με το να δεχθεί ότι παραδεκτά προτάθηκε για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό της δίκης ως λόγος έφεσης ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου περί αοριστίας της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το μέρος όμως που το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής ως προς την οποία, κατά το μέρος που έγινε δεκτή πρωτοδίκως, η υπόθεση κατά τ'ανωτέρω δεν μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.
και είναι βάσιμοι οι πρώτος κατά το σχετικό μέρος του και δεύτερος λόγοι αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117-118 του ίδιου Κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Επομένως επί αγωγής με αίτημα την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών από σύμβαση εργασίας (αρθρ. 648 επ. ΑΚ) επιδομάτων εορτών και αποδοχών αδείας, αρκεί για το ορισμένο αυτής κατά την άνω διάταξη, να εκτίθενται στο δικόγραφο της η καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας, το είδος και ο χρόνος της παρασχεθείσας βάσει αυτής εργασίας και ο συμφωνημένος ή νόμιμος γι' αυτή μισθός.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες εκθέτουν στην ένδικη αγωγή τους εκτός άλλων τα εξής: Ότι προσλήφθηκαν στον Πειραιά από το εναγόμενο, ύστερα από έγγραφη πρόταση αυτού την οποία αποδέχθηκαν, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για να εργασθούν ως εργάτριες στον τομέα των έργων αυτεπιστασίας καθαριότητας του εναγομένου και συγκεκριμένα για τον καθαρισμό οικοπέδων, κοινοχρήστων χώρων, την αποκομιδή ογκωδών αντικειμένων και την απομάκρυνση ειδικής φύσεως απορριμμάτων ...
για το διάστημα από 7/12 έως 13/12/1995 η πρώτη και από 2/8 έως 21/8/1996 η δεύτερη ... ότι οι αρχικές ορισμένου χρόνου συμβάσεις εργασίας τους ανανεώθηκαν και ανανεώνονταν ... συνεχίζοντας την εργασία τους ... ότι στο εναγόμενο παρείχαν την εργασία τους ... υπακούοντας στους κανονισμούς, οδηγίες, εγκυκλίους του Δημάρχου και των προϊσταμένων τους.
Ότι η εργασιακή τους σχέση συνεχίστηκε αδιάκοπα μέχρι την 13.6.1997 οπότε το εναγόμενο διέκοψε τυπικά τις συμβάσεις τους. Ότι αυτές προσέρχονταν κανονικά στην εργασία τους και εξακολουθούσαν να παρέχουν κανονικά σ' αυτό τις υπηρεσίες τους και εκείνο πράγματι τις αποδέχετο. Ότι με Προσωρινή Διαταγή του Δικαστή του Πρωτοδικείου Πειραιά το εναγόμενο διατάχθηκε να αποδέχεται την εργασία τους καταβάλλοντος τις νόμιμες αποδοχές και ότι η Προσωρινή Διαταγή διατηρήθηκε μέχρι την 26.5.1998.
Ότι κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης στο εναγόμενο ως έγκυρης τοιαύτης και συγκεκριμένα μέχρι την 26.5.98, κάθε μία από αυτές έπρεπε να λάβει ως δεδουλευμένες αποδοχές, δώρα εορτών, αποζημιώσεις άδειας και επιδόματα άδειας, με βάση τις ανά μήνα ημέρες εργασίας και τις ανάλογες αυτών μικτές μηνιαίες αποδοχές που λεπτομερώς παρατίθενται στην αγωγή, 6.835.387 δρχ.
η πρώτη και 5.391.296 δρχ. η δεύτερη, τα οποία ζήτησαν να τους καταβάλει το εναγόμενο κατ' αρθρ. 648 επ. ΑΚ και τις λοιπές διατάξεις του νόμου, άλλως για την περίπτωση που οι συμβάσεις εργασίας τους ήθελαν θεωρηθεί άκυρες να τους καταβάλει τα ίδια ποσά που συνίστανται κατά μήνα στο γινόμενο των αντίστοιχων ημερών εργασίας επί τις ελάχιστες νόμιμες ημερήσιες αποδοχές τους, κατ' άρθρο 904 ΑΚ.
Υπό το άνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του την απέρριψε κατά την κύρια βάση της ως αόριστη, επειδή όπως διέλαβε "δεν αναφέρονται σ' αυτήν ο χρόνος απασχολήσεως κάθε μίας από τις ενάγουσες και το έργο το οποίο είχε προσληφθεί να εκτελέσει συγκεκριμένα, αφού τον ίδιο χρόνο φέρονται δύο και τρεις ανανεώσεις της συμβάσεως χωρίς να αναφέρεται το έργο, καθώς και τα αντιστοίχως καταβληθέντα σε κάθε μία για τις αιτίες αυτές ποσά και γενικώς τι ποσό διεκδικεί και για το διάστημα αυτό, ώστε να δυνηθεί το δικαστήριο να προβεί στην εκδίκαση μέρος αυτού της αγωγής", υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ.
και είναι βάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης για παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου.
Ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, κατά τον οποίο, όποιος έγινε πλουσιώτερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή μη ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ στα οποία περιλαμβάνονται και οι ΟΤΑ. Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων κατ΄αυτών από άκυρη σύμβαση εργασίας, διότι δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση ούτε με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 και 6 του Συντάγματος που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου υπ'αυτά σε μη νομοθετημένη θέση, ούτε από τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν.2190/1994 και 13 του 2130/1993 που απαγορεύουν, εκτός άλλων στους Δήμους ή Κοινότητες να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, ή για την εκτέλεση έργων με αυτεπιστασία των ίδιων, πέραν ορισμένου χρονικού διαστήματος, ανά έτος, με κύρωση την μη καταβολή στους παρανόμως απασχολουμένους αποδοχών ή τον καταλογισμό των καταβληθεισών στα αρμόδια προς εκκαθάριση τους όργανα και την δίωξη των υπευθύνων οργάνων τους για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 253 Π.Κ.
Η παρά τις άνω απαγορεύσεις απασχόληση του μισθωτού, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα αυτής συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιώτερο, όχι δε και λόγο αποκλεισμού της αναζήτησης της ωφέλειας απ΄αυτόν που εργάσθηκε (Ολ.ΑΠ 218/1977), ΑΠ 1127/2005, σχετ.
Ολ.ΑΠ 4/2004). Στη προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο της έφεσης του προέβαλαν ότι η πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα, με πλημμελείς και λανθασμένες αιτιολογίες έκρινε ότι δεν μπορούν να αξιώσουν τις οφειλόμενες αποδοχές τους, επιδόματα εορτών και αδείας με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, με αποτέλεσμα να απορρίψει τις αξιώσεις τους για την μεν πρώτη, για τη περίοδο 14-12-95/ 21-1-96 και 10-2-96/31-12-96 και για τη δεύτερη από 22-8-96 έως 31-12-96 με τη σκέψη ότι όταν η σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αντιβαίνει σε απαγορευτικούς κανόνες και είναι αξιόποινη δεν παράγει αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Το Εφετείο κρίνοντας στο σύνολό της ως μη νόμιμη την αγωγή των αναιρεσειουσών κατά την επικουρική βάση της, απέρριψε καθ΄ολοκληρίαν την έφεση αυτών ως αβάσιμη. 'Ετσι όμως παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις και είναι βάσιμος ο έβδομος, λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται δι'αυτού στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ.
Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση (580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 386/2002 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 17 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ