Legislator Case Law & Legislation
862/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership dispute, ruling Article 70 of Civil Procedure Code is substantive law.

Case Number 862/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Larissa's judgment regarding a property ownership dispute. The appellant argued the lower court erred by failing to declare the respondent's counterclaim inadmissible due to lack of legal interest, claiming the property was hereditary after her mother's death. The court rejected this, holding that Article 70 of the Civil Procedure Code establishes substantive law rather than procedural rules, thereby validating the lower court's recognition of the respondent's ownership rights.

Legislator headnote

AI generated

Articles 70, 552 no. 14 of the Civil Procedure Code: The provision establishing legal interest for recognition actions is substantive law, not procedural, allowing claims to be adjudicated on the merits even if formal inadmissibility is contested.

Keywords

AI generated
property ownership legal interest substantive law procedural law recognition action inadmissibility hereditary property

Cited Legislation

AI generated
Articles 1033, 369 and 1192 of the Civil Code
Article 70 of the Civil Procedure Code
Article 552 no. 14 of the Civil Procedure Code
Law 8 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Law 9 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Law 2 para. 20 of the Code of Civil Procedure
Law 6 of the Code of Civil Procedure
Law 76 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Law 7 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Law 20 para. 12 of the Code of Civil Procedure
Law 27 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 862 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 862/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δ. Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φ.ς Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλκιβιάδη Οικονόμου.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Φ., το γένος Η. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φιλιππόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την από 18-7-2002 ανταγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2003 μη οριστική, 117/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 164/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-6-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δ.ς Μαζαράκης ανέγνωσε την από 4-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής με διάνοια κυρίου, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σ' αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), και για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας.

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ προκύπτει, ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, που πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρα 1192 περίπτ.

α', και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο νομέας, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει, κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα.

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος, με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1047 Α.Κ. προκύπτει ότι η χρησικτησία του νομέα κατά του κυρίου αναστέλλεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους αναστέλλεται και η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής του κυρίου κατά του νομέα και συνεπώς και στην περίπτωση αυτή ισχύουν οι λόγοι της απόλυτης αναστολής που απαριθμούνται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 256 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων μεταξύ των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου έστω κι αν αυτός ύστερα ακυρωθεί.

Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει, ότι όσο διαρκεί ο γάμος δεν είναι επιτρεπτή η χρησικτησία μεταξύ των συζύγων, η αναστολή δε αυτής διαρκεί όσο διαρκεί ο γάμος. Αντίθετα, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου ήταν δυνατή η χρησικτησία μεταξύ των συζύγων, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, δηλαδή τριακονταετής νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, η οποία γινόταν δεκτή με ευρύτερη έννοια, σήμαινε δηλαδή την πεποίθηση του νομέως, ότι, ιδιοποιούμενος το πράγμα, βρίσκεται εντός του νόμου και ότι πολιτεύεται νομιμοφρόνως.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή και την ανταγωγή, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στη μητέρα των διαδίκων Φ. σύζυγο Η. Τ., το γένος Α. Μ., εν όψη της τελέσεως του γάμου της με τον Η. Τ. το έτος 1925 της παραχωρήθηκε άτυπα από τον πατέρα της ένας αγρός εμβαδού 5.000 τ.μ.

περίπου, κείμενος στο χωρίο ... του Δήμου ... του Νομού ..., που συνορεύει Ανατολικά με κοινοτική οδό, Βόρεια με αγρό Δ. Κ., Δυτικά με αγρό Χ. Κ. και Νοτιά με αγροτικό δρόμο. Το γεγονός ότι ο προπεριγραφόμενος αγρός μεταβιβάσθηκε στην Φ. Τ. και ότι μέχρι της μεταβιβάσεως αυτής ανήκε στην οικογένειά της καταθέτουν αμφότεροι οι ενώπιον του ακροατηρίου του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εξετασθέντες μάρτυρες, οι οποίοι αναφέρουν ότι ο αγρός αυτός ήταν γνωστός ως "...".

Μετά την παράδοση της νομής του ακινήτου αυτού στην Φ. Τ. από τους μέχρι τότε νομείς αυτού, η τελευταία είχε το ακίνητο αυτό στη φυσική της εξουσία με διάνοια κυρίου και με την βοήθεια του συζύγου της καλλιεργούσε τον εν λόγω αγρό με σιτηρά, πατάτες και όσπρια αργότερα δε ανήγειραν επ' αυτού αγροικία στην οποία διέμεναν.

Το έτος 1972 ο Η. Τ. σε προχωρημένη ηλικία, επικαλούμενος ότι έχει αποκτήσει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας δικαίωμα κυριότητας επί του άνω αγρού, παρά το ότι διαρκούντος του γάμου τους η σύζυγός του ουδέποτε αποξενώθηκε της νομής αυτού, μεταβίβασε την ψιλή κυριότητά του στον ενάγοντα-αντεναγόμενο γιο του Δ., λόγω δωρεάς αίτια θανάτου, και στη σύζυγό του Φ., πραγματική κυρία του επίδικου, την επικαρπία εφόρου ζωής αυτής, συνετάγη δε προς τούτο το ...

συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου ... Α. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στις 7-10-1977 στα οικεία βιβλία μεταγραφών μετά την πλήρωση της αιρέσεως, ήτοι το θάνατο του δωρητή. Με την ως άνω όμως μεταβίβαση και την μεταγραφή του συμβολαίου αυτού ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν κατέστη κύριος του μεταβιβασθέντος ακινήτου, αφού ο μεταβιβάσας δεν ήταν κύριος αυτού.

Και τούτο, γιατί ο Η. Τ. μέχρι της εισαγωγής του ΑΚ ( 23-2-1946) δεν είχε συμπληρώσει τριάντα χρόνια στην νομή του ακινήτου αυτού, ώστε να αποκτήσει την κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον βέβαια συνέτρεχαν και οι λοιπές προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων και η καλή πίστη, ήτοι ότι ιδιοποιούμενος το ακίνητο της συζύγου του βρίσκεται εντός του νόμου, μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ και, μέχρι τη γενομένη το έτος 1972 μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας, το επίδικο δεν ήταν δεκτικό χρησικτησίας, αφού διαρκούσε ο γάμος του με τη σύζυγό του Φ.

και, έτσι, ίσχυαν οι λόγοι της απόλυτης αναστολής της χρησικτησίας σε βάρος του ακινήτου αυτού της συζύγου.

Συνεπώς, ο Η. Τ. ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του μεταβιβασθέντος ακινήτου, με αποτέλεσμα να μην αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου εδαφικού τμήματος και ο αποκτών ενάγων-αντεναγόμενος και ήδη αναιρεσείων παρά τη γενομένη μεταβίβαση και τη μεταγραφή του σχετικού συμβολαίου. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι το έτος 1979 η Φ.

Τ., νομέας του μείζονος εκτάσεως ακινήτου μεταβίβασε με παράδοση στην ήδη αναιρεσίβλητη κόρη της τη νομή τμήματος του ακινήτου τούτου, κειμένου στη βόρεια πλευρά αυτού, έτσι δε η τελευταία κατέστη με ειδική διαδοχή στη νομή νομέας του άνω εδαφοτεμαχίου, αφού απέκτησε αυτή από την μέχρι τότε νομέα. Το ως άνω εδαφικό τμήμα βρίσκεται στη Βόρεια πλευρά του μείζονος εκτάσεως ακινήτου, έχει εμβαδό 331 τ.μ.

εμφανίζεται στο συνοδεύον την έκθεση πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα μεταξύ των στοιχείων 62, 61, 94, 54, 52, 62 και συνορεύει βόρεια σε πλευρά με στοιχεία 94,54 μήκους 14,81 μ. και σε πλευρά με στοιχεία 54,52 μήκους 10,20 μ. με ιδιοκτησία Δ. Κ., Νότια σε πλευρά με στοιχεία 61,62 μήκους 24,84 μ. με μείζονος εκτάσεως ακίνητο, Ανατολικά σε πλευρά με στοιχεία 62,52 μήκους 11,53 μ.

με το άνω μείζονος εκτάσεως ακίνητο και Δυτικά σε πλευρά με στοιχεία 61,94 μήκους 14,04 μ. με το αυτό μείζονος εκτάσεως ακίνητο. Το προπεριγραφόμενο εδαφικό τμήμα περιέφραξε η αναιρεσίβλητη από τη Βόρεια, την Νότια και την Ανατολική πλευρά μετά από αίτηση δε της τελευταίας, εκδόθηκε στις 26-5-1979 η με αριθμό πρωτ. ...

άδεια κατασκευής απλής μονώροφης οικοδομής από την Κοινότητα ... στο όνομα του γιου του αναιρεσείοντος Η. Τ., ο οποίος πρέπει να σημειωθεί ήταν τότε ηλικίας έξι ετών. Επί του άνω παραχωρηθέντος εδαφικού τμήματος η αναιρεσίβλητη ανήγειρε με δικές της δαπάνες μονώροφη οικία εμβαδού 93 τ.μ., την οποία χρησιμοποιούσε αρχικά ως εξοχική κατοικία, αφού διέμεινε μόνιμα όσο ζούσε ο σύζυγός της στη Λαμία, μετά δε τον επισυμβάντα το έτος 1987 θάνατο του συζύγου της, αυτή εγκαταστάθηκε στην παραπάνω οικία, η οποία αποτελεί έκτοτε και την κύρια κατοικία της.

Τα παραπάνω, ήτοι την ανέγερση της κατοικίας επί του επίδικου εδαφικού τμήματος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, καθώς και την χρησιμοποίηση εκ μέρους της κατοικίας αυτής ως εξοχικής και στην συνέχεια ως μόνιμης, συνομολογεί και ο ενάγων-αντεναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος όμως διατείνεται ότι η αναιρεσίβλητη διέμεινε στην εν λόγω κατοικία, προκειμένου να περιποιείται και να φροντίζει την ηλικιωμένη μητέρα τους, είχε δε αυτή τη χρήση του άνω ακινήτου δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και δυνάμει της οποίας της παραχώρησε τη χρήση αυτής χωρίς αντάλλαγμα εφόρου ζωής της.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η αναιρεσίβλητη κατέχει το επίδικο ακίνητο δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου, σύμβαση άλλωστε που λόγω του χαρακτήρα της δεν δικαιολογεί την κατασκευή από μέρους της μονίμων και δαπανηρών εγκαταστάσεων και μάλιστα μόνιμης κατοικίας εμβαδού 93 τ.μ.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτή έχει στην φυσική της εξουσία το εν λόγω ακίνητο με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ήτοι από το έτος 1979 και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, αποκτήσασα την νομή αυτού με παράδοση από την μέχρι τότε νομέα σε όλο το διάστημα δε αυτό ασκεί τις προσιδιάζουσες στη φύση του εμφανείς υλικές πράξεις νομής.

Ειδικότερα, πλέον των προαναφερομένων υλικών εμφανών πράξεων νομής η αναιρεσείουσα σε όλο το άνω χρονικό διάστημα συντηρούσε την επί του επίδικου εδαφοτεμαχίου οικία, το έτος 1980 μετά από αίτηση της ίδιας, φερομένη στο όνομα του ανεψιού της Ηλία, προς την Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, επεκτάθηκε το δίκτυο για την ηλεκτροδότηση της κατοικίας, το έτος 1989 μετά από αίτηση της ίδιας προς τον ΟΤΕ τοποθετήθηκε στην οικία της τηλεφωνική σύνδεση, η ίδια δε επίσης κατέβαλε στο άνω διάστημα τις δαπάνες για τις παροχές από τους παραπάνω κοινωφελείς Οργανισμούς.

Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές, ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του προπεριγραφομένου εδαφικού τμήματος εμβαδού 331 τ.μ. με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού το είχε στην φυσική της εξουσία με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και όχι εδαφικού τμήματος 571,59 τ.μ., αφού, άλλωστε, και στο συνοδεύον την έκθεση πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα το τμήμα που αυτή κατέχει και νέμεται εμφανίζεται μεταξύ των προαναφερομένων στοιχείων με εμβαδόν 331 τ.μ.

Το δικαίωμα αυτό της αναιρεσίβλητης αμφισβητεί ο ενάγων-αναιρεσείων, ισχυριζόμενος, ότι κατέστη κύριος αυτού με την μεταγραφή του άνω συμβολαίου δωρεάς, πλην όμως, ο τελευταίος δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου εδαφικού τμήματος, αφού ο μεταβιβάσας αυτό πατέρας του κατά τον χρόνο της προς αυτόν μεταβίβασης δεν ήταν κύριος του μεταβιβασθέντος ακινήτου, αντίθετα δε η αναιρεσίβλητη αδελφή του απέκτησε την κυριότητα αυτού με τα άνω προσόντα".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι η αντενάγουσα-εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επίδικου εδαφικού τμήματος με έκτακτη χρησικτησία και ότι ο ενάγων-αντεναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ουδέποτε απέκτησε τη κυριότητα του επιδίκου. Κατόπιν τούτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που έχει κρίνει αντίθετα, απέρριψε την αγωγή, δέχτηκε εν μέρει την ανταγωγή, αναγνώρισε την αναιρεσίβλητη κυρία του περιγραφόμενου ακινήτου και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων δεν έχει δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου αυτού εδαφικού τμήματος.

Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν. 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Β.Ρ. δικαίου, καθώς και των άρθρων 58 Εισαγ.Ν.Α.Κ., 1033, 974, 975, 976, 980, 982, 983, 1041, 1045, 1051, 256 και 1047 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι το έτος 1925 στη μητέρα των διαδίκων Φ., ενόψει της τελέσεως του γάμου της, παραχωρήθηκε άτυπα από τον πατέρα της ένας αγρός 5.000 τ.μ., ότι η τελευταία είχε το ακίνητο αυτό στη φυσική της εξουσία με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως, ότι ο σύζυγός της Η.

Τ. από την τέλεση του γάμου τους το 1925 μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δεν είχε συμπληρώσει τριάντα χρόνια στη νομή του ακινήτου αυτού, μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ και μέχρι τη γενομένη το έτος 1972 μεταβίβαση εκ μέρους του της ψιλής κυριότητας του επιδίκου στον αναιρεσείοντα υιό του, το επίδικο αυτό δεν ήταν δεκτικό χρησικτησίας, αφού διαρκούσε ο γάμος του με τη σύζυγό του Φ., ότι έτσι ο Η.

Τ. ουδέποτε απέκτησε τη κυριότητα του μεταβιβασθέντος από αυτόν ακινήτου, με αποτέλεσμα να μην αποκτήσει τη κυριότητα του επίδικου εδαφικού τμήματος και ο αναιρεσείων παρά τη γενομένη μεταβίβαση και τη μεταγραφή του σχετικού συμβολαίου, ότι το έτος 1979 η άνω Φ. Τ. μεταβίβασε με παράδοση στην αναιρεσίβλητη τη νομή τμήματος του ακινήτου εμβαδού 331 τ.μ.

και ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του εδαφικού αυτού τμήματος με έκτακτη χρησικτησία, αφού το είχε στη φυσική εξουσία της με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Επομένως, οι συναφείς πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, κατά το δεύτερο μέρος του, και όγδοος, κατά το δεύτερο μέρος του, συναφείς λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά τις διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, που ίσχυαν μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, ν. 30 Κ (512) Βασ. 117 (19,2), ν. μον. παρ. 13 Κ (5,13), ν. 13 παρ. 3 Π (23,5) Νεαρ. Λέοντος 20 υπ' 22 και Νεαρ. Ιουστιν. 91 κεφ. Α) και οι οποίες κατά το άρθρο 78 Εισ.Ν.ΑΚ. εφαρμόζονται σε προίκες που είχαν συσταθεί προ της ισχύος του ΑΚ, κύριος προικώου αδιατίμητου ακινήτου κατά τη διάρκεια του γάμου είναι ο προικολήπτης σύζυγος, μετά δε το θάνατο αυτού η κυριότητα περιέρχεται αυτοδικαίως στην επιζώσα σύζυγο, χάριν της οποίας η προίκα είχε συσταθεί.

Αν ο προικοδότης δεν είναι κύριος ή το προικοσυμβόλαιο έχει κάποιο άλλο εσωτερικό ελάττωμα που αποκλείει την κτήση της κυριότητας, ο προικοδότης δεν καθίσταται κύριος. Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ.1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί, ότι "στη μητέρα των διαδίκων Φ., ενόψει της τελέσεως του γάμου της με τον Η. Τ. το έτος 1925 της παραχωρήθηκε άτυπα από τον πατέρα της ένας αγρός εμβαδού 5.000 τ.μ.

περίπου..., ότι μετά την παράδοση της νομής του ακινήτου αυτού στην Φ. από τους μέχρι τότε νομείς αυτού, η τελευταία είχε το ακίνητο αυτό στη φυσική της εξουσία με διάνοια κυρίου και με τη βοήθεια του συζύγου της καλλιεργούσε τον εν λόγω αγρό με σιτιρά, πατάτες και όσπρια, αργότερα δε ανήγειραν επ' αυτού αγροικία στην οποία διέμεναν...και ότι ο Η.

Τ. μέχρι της εισαγωγής του ΑΚ (23-2-1946) δεν είχε συμπληρώσει τριάντα χρόνια στη νομή του ακινήτου αυτού, ώστε να αποκτήσει τη κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας..., μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ και μέχρι τη γενόμενη το έτος 1972 μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας, το επίδικο δεν ήταν δεκτικό χρησικτησίας, αφού διαρκούσε ο γάμος του με τη σύζυγό του Φ.

και έτσι ίσχυαν οι λόγοι της απόλυτης αναστολής της χρησικτησίας σε βάρος του ακινήτου αυτού της συζύγου του", παραβίασε τα διαδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνίστανται στο ότι η παραχώρηση του εν λόγω ακινήτου από τον πατέρα της Φ.ς προς αυτήν ως προίκα έπρεπε να γίνει προς το σύζυγό της, αφού "στο χωριό κουμάντο κάνει ο άνδρας για τα αγροτικά κτήματα".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου που επικαλείται ο αναιρεσείων ή την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους έβδομο, κατά το πρώτο μέρος του, και όγδοο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες ουσιώδεις ισχυρισμούς του, ότι κατέστη κύριος του επιδίκου τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με τρόπο πρωτότυπο, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, καθώς και τον επικουρικώς προβαλλόμενο ουσιώδη ισχυρισμό του, ότι "εάν γινόταν δεκτός ο ισχυρισμός της ανταγωγής, ότι η κυριότητα του εν λόγω οικοπεδαγρού επιφάνειας 5.000 τ.μ.

ανήκε στη Φ. Τ., η οποία το 1979 προέβη σε υλική παράδοση της νομής του επίδικου εδαφικού τμήματος επιφάνειας 331 τ.μ. στην αναιρεσίβλητη, τότε, διά του θανάτου της Φ.ς Τ. το έτος 1997, κληρονόμοι του όλου οικοπεδαγρού, άρα και του επίδικου εδαφικού τμήματος, αφού δεν παρήλθε 20ετία από την υποτιθέμενη παράδοση της νομής του επίδικου τμήματος, ήταν οι διάδικοι αλλά και οι υπόλοιπες πέντε αδελφές τους, κατά το εξ αδιαθέτου ποσοστό του έκαστος".

Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του ίδιου άρθρου αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη δικαστική πράξη, ή μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.ΑΠ 96/1985).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον όγδοο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την ασκηθείσα ανταγωγή της αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτη, διότι η τελευταία δεν έστρεψε την ανταγωγή της και κατά των λοιπών συγκληρονόμων της μητέρας των διαδίκων Φ.ς Τ., που αποβίωσε το έτος 1997, ήτοι των άλλων πέντε αδελφών τους, αφού μετά το θάνατο της τελευταίας το επίδικο ήταν πλέον κληρονομιαίο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η αντενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την ανταγωγή της ζητούσε να αναγνωριστεί κυρία όχι σε κληρονομιαίο ακίνητο, αλλά σε συγκεκριμένο εδαφικό τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, που, κατά την ανταγωγή, ανήκε στη μητέρα της και του οποίου η τελευταία της παρέδωσε τη νομή και αυτή απέκτησε τη κυριότητα, αφού άσκησε επ' αυτού τη φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.

Επειδή, το άρθρο 70 του ΚΠολΔ ορίζει ότι όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσεως, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μπορεί να αναγνωριστεί με αγωγή η ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσεως, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση που ρυθμίζεται από το δίκαιο και αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγμα, δημιουργεί δε δικαίωμα ή μπορεί με τη συνδρομή και άλλων όρων να καταλήξει σε δικαίωμα, για την έννομη προετοιμασία του οποίου παρέχεται με την ως άνω διάταξη η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής.

Συνεπώς, η παραπάνω διάταξη είναι τοιαύτη ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου και η απόφαση που εκδίδεται επί της αναγνωριστικής αγωγής τέμνει τη διαφορά όπως και επί καταψηφιστικής, παράγουσα δεδικασμένο περί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας του δικαιώματος με τις συνέπειές του. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον ένατο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 552 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη κήρυξης απαραδέκτου της ανταγωγής, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης, "ως προς το δεύτερο αίτημά της, δηλαδή της αναγνώρισης ότι αυτός (ενάγων-αντεναγόμενος και ήδη αναιρεσείων) δεν είχε ποτέ κυριότητα του όλου οικοπεδαγρού". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, είναι ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, αλλιώς, ως αβάσιμος, αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναγνώρισε πλεοναστικά, αναγνωρίζοντας την αναιρεσίβλητη κυρία του επιδίκου ακινήτου - εμβαδού 331 τ.μ.-, ότι ο ήδη αναιρεσείων δεν έχει δικαίωμα κυριότητας όχι επί του όλου οικοπεδαγρού, αλλά επί του επίδικου ακινήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-6-2009 αίτηση του Δ. Τ. για αναίρεση της 164/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ