Legislator Case Law & Legislation
1877/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite substantive law violated.

Case Number 1877/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's property ownership judgment. The appellants argued the lower court's reasoning was contradictory and insufficient, but the court found their grounds vague and failed to specify the exact substantive law violated. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the court cannot independently establish legal violations without clear party arguments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging insufficient or contradictory reasoning is inadmissible if the grounds are vague and fail to cite the specific substantive law provision violated, as the appellate court cannot independently establish such violations.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds substantive law violation contradictory reasoning jura novit curia property ownership appellate procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 1 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 569 paragraph 2 section a and b of the Code of Civil Procedure
Article 120 of Law 4842/2021
Article 116 paragraph 2 beta of Law 4842/2021
Article 21 paragraph 2 of Law 4912/2022
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1099/2020
Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of construction contract claim for higher fees.
AP 563/2020
Supreme Court dismisses appeal on property dispute, ruling lower court correctly rejected ownership claim due to lack of proof.
AP 321/2019
Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation valuation, citing lack of procedural defects and arbitrary arguments.
AP 842/2014
Fictitious contract invalidity does not harm a bona fide third party who did not know of the defect.
AP 910/2019
Supreme Court dismisses appeal for inadmissible negative claims not affecting case outcome.
766/2017
Greek Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds failing to specify legal errors under Civil Procedure Code.
AP 1033/2022
Supreme Court dismisses appeal against lower court's assessment of evidence in a property protection lawsuit.
825/2020
Supreme Court dismisses appeal for inadmissible Article 6 ECHR violation claim in construction contract dispute.
AP 31/2019
Supreme Court dismisses appeal for lack of specific legal basis and factual assumptions in the grounds of appeal.
AP 115/2017
Supreme Court partially allows appeal on labor dispute, remands for clarification of employer's liability.
AP 113/2011
Supreme Court dismisses appeal against final first-instance judgment as inadmissible due to procedural hierarchy rules.
OLAP 32/1996
AP 120/2017
Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility of new ground and absence of absent defendant.
261/2016
Supreme Court dismisses appeal against employer's termination citing abuse of right and lack of social criteria.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1877 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1877/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. χήρας Ε. Μ., το γένος Λ. και Ε. Μ., κατοίκου ..., 2) Δ. Μ. του Ε. και της Π., 3) Μ. Μ. του Ε. και της Π., 4) Ε. Μ. του Ε. και της Π., 5) Ε., Μ. του Ε. και της Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Γούμενο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Σ., χήρας Π. Μ., το γένος Ε. και Μ. Γ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικώς συνεναγομένου Π. Μ. του Δ. και της Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Θεοδωράτο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 465/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-2-2020 αίτηση και τους από 17-7-2024 προσθέτους λόγους αυτών. Η συζήτηση της αιτήσεως ματαιώθηκε στη δικάσιμο 4-5-2022, και, κατά τη δικάσιμο 5-4-2023, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 28-2-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 465/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 11-11-2015 έφεση κατά της με αριθμό 70/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας.

Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 07-05-2013 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την παράγραφο 2 εδαφ. α και β του άρθρου 569 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 του άρθρου αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 120 Ν. 4842/2021), καταλαμβάνει δε και τις εκκρεμείς δίκες σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2 β του ίδιου Ν. 4842/2021, όπως τούτο διαμορφώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4912/2022, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, το από 17-07-2024 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης, η κατάθεση του οποίου έγινε στις 23-07-2024, όπως προκύπτει από τις κάτω από αυτό με αριθμό 97/23-07-2024 πράξη κατάθεσης της Γραμματέα του Αρείου Πάγου. Οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες με αριθμό ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας Α.

Κ. Επομένως, οι παραπάνω πρόσθετοι λόγοι είναι παραδεκτοί και πρέπει να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ), λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας (ΑΠ 817/2019, ΑΠ 580/2019), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 304/2020, ΑΠ 805/2020, ΑΠ 236/2020) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 αριθ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008).

Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν ιδρύεται συνεπώς ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων (ΑΠ 1044/2013), όπως λ.χ.

όταν το δικαστήριο ερμηνεύει (ΑΚ 173, 200 ΑΚ) με διαφορετικό τρόπο τη δικαιοπραξία από εκείνον που θεωρεί ορθό ο διάδικος (ΑΠ 1645/2009), ή εκτιμά συμβόλαιο διαφορετικά από διάδικο (ΑΠ 1353/1993). Ενδεχομένως τότε να συντρέχει παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών οπότε μπορεί να στοιχειοθετηθεί η αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο επακριβώς το περιεχόμενο του αποδεικτικού εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και να αναφέρεται ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκρισή τους να μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει αν υπάρχει το διαγνωστικό σφάλμα που του αποδίδεται ή η ελλιπής ανάγνωσή τούτου (και όχι απλώς σφάλμα κατά την αξιολόγησή του).

Τέλος, η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 188/2018 ΑΠ 2032/2009, ΑΠ 1278/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, ψέγονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι ο Δ. Μ., απώτερος κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων, ο οποίος και κατέλιπε την 1411/1981 δημόσια διαθήκη, ήθελε να περιέλθει το επίδικο ακίνητο (βορειοανατολικό τμήμα του μείζονος ακινήτου του διαθέτη στη θέση "..." περιφέρειας Κουβαλάτων Κεφαλληνίας), στο γιό του Π. Μ., δικαιοπάροχο της εναγομένης, "...δεν αναζήτησε την κατ' άρθρο 173 ΑΚ αληθή βούληση του διαθέτη..", όπως αυτή εκφράστηκε στην επίμαχη δημόσια διαθήκη, ".. αλλά την παραμόρφωσε και τη διαστρέβλωσε..". Ο αναιρετικός αυτός λόγος, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο της επίμαχης διαθήκης, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου της.

Εξάλλου, ο παραπάνω λόγος, αν ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση του άρθρου 173 ΑΚ, είναι απορριπτέος διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν δέχθηκε ούτε εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη βούληση του διαθέτη και δεν προσέφυγε στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 του ΑΚ για την ανεύρεση της αληθούς βούλησης του διαθέτη, τον οποίο και δεν παραβίασε με την μη προσφυγή του σε αυτόν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ,, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008).

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1208/2019, 779/2019, 222/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.

Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 500/2019). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.793/2015, ΑΠ 1535/1995, 567/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο και δη α) την υπ' αριθμ. ...

άδεια της Πολεοδομίας της Νομαρχίας Κεφαλονιάς, β) την υπ' αριθμ. ... ένσταση στο Εθνικό Κτηματολόγιο, γ) την υπ' αριθμ. ... απόφαση της Επιτροπής Εθνικού Κτηματολογίου, δ) την εισήγηση της Νομικής Συμβούλου του Εθνικού Κτηματολογίου κ. Τ., ε) την με αριθμό ... δήλωση, και στ) τις προσκομισθείσες με αριθμούς σχετικών 34-39 και 42-51 φωτογραφίες, από τα οποία αποδεικνύεται ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο καταληφθέν με τη διαθήκη στο δικαιοπάροχό τους τμήμα του όλου ακινήτου.

Επίσης με το δεύτερο πρόσθετο λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη το από Απριλίου 2011 - Απριλίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου Χ.

Ψ., που προσκομίσθηκε με αριθμό σχετικού 25 προς απόδειξη των ορίων του ακινήτου τους. Όμως τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, όσον και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα από τους αναιρεσείοντες, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του.

Εξάλλου, από το ότι δε γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στο τοπογραφικό διάγραμμα του Χ. Ψ. δεν σημαίνει ότι το επίμαχο τοπογραφικό διάγραμμα δεν λήφθηκε υπόψη. Η αιτίαση δε ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο επίμαχο τοπογραφικό διάγραμμα τη βαρύτητα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι αυτό έχει και ότι διαφορετική εκτίμησή του θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν ως προς την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, οδηγεί σε έλεγχο της απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ. Επομένως, οι ερευνώμενοι δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχή, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1099/2020, ΑΠ 563/2020, ΑΠ321/2019, ΑΠ 842/2014).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, προκειμένου να ελεχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 910/2019, 766/2017), οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 1033/2022, 825/2020, ΑΠ 31/2019, ΑΠ 115/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο διέλαβε αυθαίρετες, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου, απορρίπτοντας στη συνέχεια την αγωγή τους. Τόσον ο παραπάνω λόγος αναίρεσης όσον και ο πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρονται ούτε στο αναιρετήριο ούτε στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, και, μάλιστα, ενάριθμα, η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου (ΑΠ 113/2011), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση των σχετικών λόγων, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 120/2017, 261/2016).

Σε κάθε δε περίπτωση είναι επίσης απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και διότι οι περιεχόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας, προκειμένου να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), το οποίο είναι σαφές.

Επομένως και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-2-2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 17-07-2024 πρόσθετους λόγους κατά της με αριθμό 465/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ