Greek Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds failing to specify legal errors under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a lower court's property ruling. The State argued the lower court erred in determining land ownership and agricultural use, but the appeal document failed to clearly identify specific legal errors under the Civil Procedure Code. The court ruled that such vague grounds render the appeal inadmissible because the appellate court cannot review undefined legal mistakes without precise citations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(1), 577(2), 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal error and violated provision; vague grounds render the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 766 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 766/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ρ.-Χ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: Κ35/2012 του ιδίου Δικαστηρίου και 30/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω).
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 4-4-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 2-11-2016 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (αρθρ.577 παρ.1, 2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, (ΟλΑΠ 32/1996) ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, γιατί, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος, δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα (ΑΠ 1340/2015).
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ. 28/1998, ΑΠ Ολομ. 32/1996).
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεση του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ’ επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την κρινόμενη από 4/4/2016 αίτηση ζητεί την αναίρεση της 30/2013 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου (μεταβατική έδρα Κω), "διότι υπέπεσε σε νομικές πλημμέλειες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ". Ωστόσο, στη συνέχεια, αναφορικά με τις επικαλούμενες πλημμέλειες, αφού αναλύει στο αναιρετήριο τις διατάξεις του ουσιαστικού (Οθωμανικού, Ιταλικού και Ελληνικού) δικαίου που διέπουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς και τα εμπράγματα δικαιώματα, τόσο των ιδιωτών όσο και του Δημοσίου, επί των ακινήτων που βρίσκονται στα Δωδεκάνησα πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα και του Εισαγωγικού Νόμου αυτού (30.12.1947), καθώς και την ισχύ του α.ν. 1539/1938 (10.1.1949), ακολούθως υποστηρίζει ότι η αναιρεσίβλητη και οι δικαιοπάροχοί της ουδέποτε απέκτησαν κυριότητα στην επίδικη έκταση ( εμβαδού 4033,60 τ.
μ. που βρίσκεται στη νήσο Αστυπάλαια), αλλά ότι αυτή ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσείοντος για τους εκτιθέμενους στην αίτηση του λόγους. Ειδικότερα αναφέρει ότι "κακώς το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο καλλιεργούνταν από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης, επειδή σύμφωνα με την επικαλούμενη εισήγηση της δασολόγου Χ.
Δ. που απευθυνόταν στην Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, στην οποία προσέφυγε τρίτη ιδιώτης, η επίδικη έκταση είναι δασική και δεν παρουσιάζει τεκμήρια παλαιότερης καλλιέργειας, τα ίδια δε αποτελέσματα προέκυψαν και από τη φωτοερμηνεία ορθοφωτοχαρτών των ετών 1960 και 1998, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι η πιο πάνω έκταση καλλιεργούνταν από τους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης πριν από το έτος 1932".
Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη εξαιτίας της αοριστίας της, δεδομένου ότι, εκτός του ότι δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση τις διατάξεις αυτές, αναιρετικές πλημμέλειες, δεν μνημονεύονται επίσης:
α) σε ποιο ακριβώς σφάλμα υπέπεσε το Εφετείο, αναφορικά με τις επικαλούμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, σε περίπτωση που ήθελε εκτιμηθεί ότι προσάπτεται στην απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ β) το σύνολο των κρίσιμων παραδοχών (παρά μόνο αποσπασματικά) της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε, σε περίπτωση που ήθελε εκτιμηθεί ότι, με βάση τα εκτιθέμενα στην αίτηση περιστατικά, προσάπτεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, να μπορεί να ελεγχθεί αν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες που οδήγησαν σε τυχόν εσφαλμένο διατακτικό κατά το νομικό και πραγματικό μέρος των εφαρμοστέων ουσιαστικών διατάξεων γ) ποιοι είναι οι ισχυρισμοί που προτάθηκαν από τους διαδίκους και οι ποιες οι παραδοχές της απόφασης ως προς αυτούς, ώστε να ελεγχθεί αν υπάρχει ανεπάρκεια ή αντίφαση των σχετικών αιτιολογιών και πως αυτοί (οι ισχυρισμοί) συνδέονται με το διατακτικό.
Σε κάθε όμως περίπτωση η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη, διότι τα παράπονα που διατυπώνονται στο δικόγραφο της πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων. Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, (άρθρα 176, 183 και 191παρ.2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4/4/2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Ρ. - Χ. Ρ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 30/2013 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω).
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ