Supreme Court dismisses appeal for inadmissible negative claims not affecting case outcome.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property dispute with the Greek State. The appellants argued the lower court ignored their claim that the State's ownership was invalid due to Ottoman acquisition in 1912, while the State contended the court considered its contract-based title. The court ruled these were merely negative assertions supporting the State's defense rather than independent facts requiring proof, thus failing to meet the threshold for an appeal on evidence omission.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338-341 and 559(11g) of the Code of Civil Procedure; Negative claims that merely follow the historical basis of a defense do not constitute independent facts requiring proof and cannot serve as grounds for an appeal if they do not independently affect the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 910 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 910/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Ανθή Γκάμαρη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 9η Ιανουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Σ. Ι. του Μ., 2.Δ. Ι. του Μ., 3. Α. Β. του Τ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Μπότσαρη.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30510/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 57/2014 μη οριστική και ...5/2017 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-12-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη του από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 293/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.
Στoυς ενάγοντες Μ. Ι. του Σ. και Α. Β. του T., φέρεται ότι περιήλθε η κυριότητα, κατά ποσοστά 2/3 και 1/3 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, ενός οικοπέδου, επιφανείας 840 τ.μ. κατά τους τίτλους κτήσης και ήδη σήμερα 832 τ.μ., που βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου ..., της περιφέρειας του ομώνυμου Υποθηκοφυλακείου και Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (πρώην περιοχή "...
της περιφέρειας ...), επί της διανοιχθείσας οδού ..., η οποία διερχόμενη δι' αυτού καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του και συνορεύει, κατά τον τίτλο κτήσης του, ανατολικά με ιδιοκτησία Κ. Κ., σε πλευρά 40,50 μ., βόρεια με ιδιοκτησία Α. Τ., σε πλευρά 43,50 τ.μ., δυτικά με ιδιοκτησία Ν. Κ., σε πλευρά 20,00 μ., νότια με ιδιοκτησία Α.
Κ., σε πλευρά 20,00 μ., έχει δε καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... με ΚΑΕΚ ...10/0/0. Ειδικότερα στον πρώτο ενάγοντα το συγκεκριμένο ακίνητο περιήλθε α) κατά ποσοστό 3/12 (ή 6/24) από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος την 23-4-1971 πατέρα του, Σ. Ι. του Μ., την οποία αποδέχθηκε με την υπ'αριθ. ...8/1980 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Β.
Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ...76 και με αύξοντα αριθμό ....54 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...... β) κατά ποσοστό 4/12 (ή 8/24) από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος την 13-11-1979 θείου του, Ι. Ι. του Μ., την οποία αποδέχθηκε με την υπ'αριθ. ...9/1980 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Β.
Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ....76 και με αύξοντα αριθμό ....55 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης και γ) κατά ποσοστό 1/12 (ή 2/24) από εξ αδιαθέτου κληρονομιά της αποβιωσάσης την 23-7-1987 μητέρας του Σ. χήρας Σ. Ι., την οποία αποδέχθηκε με την υπ'αριθ. ...18/2004 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Ε.
Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο .....3 και με αύξοντα αριθμό .....46 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., ενώ στην κληρονομουμένη το ανωτέρω ποσοστό είχε περιέλθει από την προαναφερθείσα κληρονομία του αποβιώσαντος συζύγου της και πατέρα του ενάγοντος, την οποία ο τελευταίος αποδέχθηκε και για λογαριασμό της με την ίδια δήλωση αποδοχής.
Αντιστοίχως δε, στον δεύτερο των εναγόντων το προπεριγραφέν ακίνητο περιήλθε α) κατά ποσοστό 3/24 από εξ αδιαθέτου κληρονομία του αποβιώσαντος την 29-4-1974 πατέρα του, Τ. Β., την οποία αποδέχθηκε με την υπ'αριθ. ...73/1980 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Β. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ....75 και με αύξοντα αριθμό ....3 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .....
β) κατά ποσοστό 1/24 από εξ αδιαθέτου κληρονομία της αποβιωσάσης την 18-7-1987 μητέρας του, Ελένης χήρας Τ. Β., την οποία αποδέχθηκε με την υπ'αριθ. ...85/1988 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Μ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ...5 και με αύξοντα αριθμό ....38 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
και γ) κατά ποσοστό 4/24 με αγορά από τον αδελφό του, Μ. Β., δυνάμει του υπ'αριθ. ...40/16-11-1995 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ....63 και με αύξοντα αριθμό ....8 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., ενώ στον δικαιοπάροχο αδελφό του το ανωτέρω ποσοστό είχε περιέλθει από τις ίδιες κληρονομιές που ο τελευταίος αποδέχθηκε με τις προναφερθείσες δηλώσεις αποδοχής.
Στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, Σ. Ι., Ι. Ι. και Τ. Β., το ως άνω ακίνητο αρχικώς μεταβιβάσθηκε λόγω αγοράς από τον Σ. Α. Π. με το υπ'αριθ. ...46/1942 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ....26 και με αύξοντα αριθμό .....05 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου..... Εν συνεχεία, ωστόσο, μετά την ακύρωση της ανωτέρω κατοχικής αγοραπωλησίας με την υπ'αριθ. 1022/1950 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε στον τόμο ....53 και με αύξοντα αριθμό ....06 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ....., το εν λόγω ακίνητο φέρεται να περιήλθε στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία, δια της συννομής αυτών διανοία συγκυρίων, με την εκμίσθωση του ακινήτου σε τρίτους καλλιεργητές σίτου και την εντεύθεν μέριμνα για την πολεοδομική τακτοποίησή του, για χρονικό διάστημα που υπερέβη την εικοσαετία από την έναρξη εφαρμογής του ΑΚ (23-2-1946) μέχρι και τις προαναφερθείσες ημερομηνίες αποβίωσης τους (23-4-1971, 13-11-1979 και 28-4-1974).
Στον απώτατο δε δικαιοπάροχο των εναγόντων και των αμέσων καιοπαρόχων αυτών το συγκεκριμένο ακίνητο είχε περιέλθει κατά κυριότητα δυνάμει του υπ'αριθ. ....28 βιβλίου μηνός Ιουνίου 1321 (1905) τίτλου ιδιοκτησίας (ταπί) του Τουρκικού Κτηματολογίου ....και την διηνεκή έκτοτε εξουσίαση και καλλιέργεια αυτού χωρίς δικαστική αμφισβήτηση επί δέκα και πλέον έτη μέχρι την 20-5-1917.
Πλην όμως, στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού Συνοικισμού ... του Δήμου ..., όπου βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο, είχε απαλλοτριωθεί έκταση εμβαδού 185.445 τ.μ., με σκοπό τη δημιουργία του Ισραηλιτικού Συνοικισμού με την ονομασία "...", σύμφωνα με το από 2-3-1928 Π.Δ (ΦΕΚ 33/τ.Α'/10-3- 1928) και τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν.1322/1918 (ΦΕΚ 86/τ.Α'/21-4-1918).
Η ως άνω αναγκαστική απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και εις βάρος (με δαπάνες) της Ισραηλιτικής Κοινότητας ....., η οποία και συνήψε συμβόλαια αγοραπωλησίας ξεχωριστά με κάθε δικαιούχο αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης, ενώ υπήρχαν και κτήματα για τα οποία η Ισραηλιτική Κοινότητα δεν κατέβαλε αποζημίωση. Επί της ανωτέρω απαλλοτριωθείσας έκτασης, ίσχυσε το από 22-2-1928 Διάταγμα Ρυμοτομίας (ΦΕΚ 43/Τ.Ά/23-3- 1928) του συνοικισμού της Ισραηλιτικής Κοινότητας ....., στο παράρτημα του οποίου προσαρτήθηκε ρυμοτομικό σχέδιο κλίμακας 1:2000 και στο οποίο αποτυπώνεται το όριο της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.
Ακολούθως, προς συνέχιση του έργου της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, με το Ν.5585/1932 (ΦΕΚ 285/Τ.Α729-8-1932) επιτράπηκε η διάθεση ποσού προς εξαγορά του γηπέδου και των επ' αυτού κτισμάτων του ως άνω Ισραηλιτικού Συνοικισμού "..." με την τιμή στην οποία αγοράσθηκαν από την Ισραηλιτική Κοινότητα και μέχρι του ποσού των 3.500.000 δραχμών, με σκοπό την στεγαστική αποκατάσταση και εγκατάσταση αστών προσφύγων.
Σύμφωνα δε με τον από 16-5-1935 Αναγκαστικό Νόμο (ΦΕΚ 275/T.AV21-6-1935), με τον οποίο ερμηνεύτηκε αυθεντικά και τροποποιήθηκε το άρθρο 3 του Ν.5585/1932, η αληθής έννοια της τελευταίας διάταξης είναι ότι "αντικείμενον της εξαγοράς τούτης εισίν όσα γήπεδα ηγοράσθησαν ή επληρώθησαν υπό της Ισραηλιτικής Κοινότητος .... βάσει επισήμων συμβολαίων και δικαστικών αποφάσεων και τα εν γένει επί του συνοικισμού κτίσματα αγορασθέντα ή ανεγερθέντα ιδίαις δαπάνες της αυτής Κοινότητος, ως και τα δια του προς ίδρυση του συνοικισμού τούτου διατάγματος της απαλλοτριώσεως της 2 Μαρτίου 1938 αποκτηθέντα δικαιώματα της Ισραηλιτικής Κοινότητος .....επί των μη εισέτι πληρωθέντων υπ'αυτής γηπέδων, ων η αναγκαστική απαλλοτρίωσης θεωρείται υφισταμένη έκτοτε υπέρ του Δημοσίου ...".
Μολονότι δε το εναγόμενο δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει τυχόν συμβόλαιο εξαγοράς της ανωτέρω έκτασης, ούτε οιοδήποτε πιστοποιητικό ή βεβαίωση μεταγραφής του σχετικού συμβολαίου και ως εκ τούτου δεν προκύπτει τυχόν μεταβίβαση της εν λόγω έκτασης προς το Ελληνικό Δημόσιο, εν τούτοις το τελευταίο, όπως αποδεικνύεται από την από 15-12-1933 έκθεση της συσταθείσας κατά το άρθρο 3 του Ν. 5585/1932 επιτροπής εκ του Νομικού Συμβούλου της Γενικής Διευθύνσεως Μακεδονίας, του οικείου Δικαστικού Αντιπροσώπου του Δημοσίου και του Οικονομικού Εφόρου ......, ήδη κατά το χρόνο σύνταξης της εν λόγω έκθεσης είχε καταβάλει εξ ολοκλήρου το ως άνω τίμημα εξαγοράς της έκτασης (3.500.000 δραχμές), γεγονός που επιβεβαιώνεται τόσο από το υπ'αριθ.πρωτ. 119820/5820/15-1-1954 έγγραφο του Δ/ντη Εποικισμού της Γενικής Διοίκησης Βορείου Ελλάδος, όσο και από το υπ'αριθ.πρωτ. 1757/29-4-2002 έγγραφο της Ισραηλιτικής Κοινότητας ....., η οποία κατά την περίοδο που επακολούθησε μέχρι και σήμερα ουδέποτε διεκδίκησε τη συγκεκριμένη έκταση.
Έκτοτε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, υποκατασταθέν στα εκ της απαλλοτριώσεως δικαιώματα της Ισραηλιτικής Κοινότητας ....., κατέλαβε σε ποσοστό 90% την ανωτέρω έκταση, ασκώντας επί του συνόλου αυτής, με εμφανείς υλικές πράξεις, εργασίες και ενέργειες, την πραγματική εξουσίασή του, με την ρυμοτόμηση και οικοπεδοποίηση του χώρου, την σύνταξη ρυμοτομικών διαγραμμάτων και κτηματολογικών διαγραμμάτων διανομής, τη διάνοιξη οδών, τη δημιουργία και παραχώρηση οικοπέδοον, την ανέγερση από το έτος 1935 κατοικιών και την εγκατάσταση σ' αυτές δικαιούχων στεγαστικής αποκατάστασης (βλ.
σχετική κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης Δ. Χ., σε συνδυασμό με τις από 9-12-2011 και 31-8-2016 τεχνικές εκθέσεις του αγρονόμου τοπ. μηχανικού Γ. Ζ. και της αρχιτέκτονα μηχανικού Ε. Κ. του Τμήματος Δημόσιας .Περιουσίας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης), δημιουργώντας έτσι τον προσφυγικό Συνοικισμό "...", όπως τα όρια αυτού εμφαίνονται στο από Δεκέμβριο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα με κλίμακα 1:500 του αγρον.
τοπ. μηχανικού Γ. Ζ.. Κατά τον τρόπο αυτό, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο (II) νομική σκέψη, με την κατάληψη και πραγματική περιέλευση στην εξουσία του Δημοσίου της προπεριγραφείσας έκτασης, η οποία, έστω και χωρίς τη δημοσίευση απαλλοτριωτικής απόφασης, θεωρείται ως αναγκαστικώς απαλλοτριωθείσα και την ολοσχερή αποπληρωμή από το Ελληνικό Δημόσιο προς την Ισραηλιτική Κοινότητα ....
του ως άνω καθορισθέντος τιμήματος, που κατά το άρθρο 3 του ΑΝ 261/1936 επέχει θέση εξώδικης καταβολής της αποζημίωσης και επιφέρει συντέλεση της εν λόγω απαλλοτρίωσης, από της ισχύος του Ν. 2044/1952 (15-4-1952) περιήλθε η έκταση αυτή στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς να υφίστανται κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε οι προϋποθέσεις έκτακτης χρησικτησίας εκ μέρους τρίτου.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι εντός του περικλεισμένου ορίου της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ευρύτερης περιοχής υφίστατο ένας αγρός ιδιοκτησίας των κληρονόμων του Α. Ρ. (κτήμα Ρ.), επιφανείας 6,5 παλαιών στρεμμάτων και κατά νεότερη γραφική καταμέτρηση 6.000 τ. μ. περίπου, όπως τούτος αποτυπώνεται με αριθμό 1 στο από 4-5-1932 κτηματολογικό διάγραμμα (κλίμακας 1:1000) του Ζ.
I. Ν., ο οποίος (αγρός), δυνάμει του υπ' αριθ. ...80/2-3-1928 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Α. Σ., εξαγοράσθηκε από την Ισραηλιτική Κοινότητα. ...., αντί ολοσχερώς καταβληθέντος τιμήματος ποσού 60.000 δραχμών, στα πλαίσια της απαλλοτρίωσης για τη δημιουργία κατά τα προεκτιθέμενα του Συνοικισμού .... Εντός δε των ορίων του ανωτέρω κτήματος Ρ., η κυριότητα του οποίου είχε περιέλθει κατά τα προαναφερόμενα από την Ισραηλιτική Κοινότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, εμπίπτει το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ ...10/0/0 και εμβαδό κατά την κτηματογράφηση 832 τ.μ., που βρίσκεται επί των οδών Ιεροσολύμων 13 και ...
στο συνοικισμό "..." του Δήμου ..., καταλαμβάνει δε εν μέρει τα Ο.Τ. 2-090 και 2-091, που αντιστοιχούν στα Ο.Τ. 17 και 16 του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ..., ενώ σύμφωνα με το ισχύον διάταγμα ρυμοτομίας, από το επίδικο οικόπεδο ρυμοτομούνται περί τα 511,87 μ. από την οδό ... και απομένει έκταση 104,37 τ.μ. στο Ο.Τ. 2-090 και έκταση 215,76 τ.μ.
στο Ο.Τ. 2-091 αντίστοιχα, όπως αποτυπώνεται στο από Δεκέμβριο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα με κλίμακα 1:500 του αγρον. τοπ. μηχανικού Γ. Ζ.. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο δυνάμει της υπ'αριθ. 57/2014 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου διορισθείς πραγματογνώμονας, αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός Χ. Κ., με την από 20-11-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 82/12-12-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, επιβεβαιώνει ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου στην απαλλοτριωθείσα έκταση για τη δημιουργία του προσφυγικού συνοικισμού ...
και εμπίπτει στο μεγαλύτερο τμήμα του εντός του κτήματος Ρ.. Καίτοι δε αμφισβητεί την πραγματική θέση του κτήματος Ρ., όπως αυτό αποτυπώνεται στο διάγραμμα του Ζ. Ν. και αντιτείνει ότι το επίδικο τοποθετείται κατά το μεγαλύτερο τμήμα του εντός του με αριθμό κτηματολογίου 1831 αγρού που αποτυπώνεται στο από 31-10-1933 διάγραμμα του τοπογράφου Φ., παρά ταύτα, και ο εν λόγω αγρός εμπίπτει στο κτήμα Ρ. (βλ.
την από 9-12-2011 τεχνική έκθεση με το συνημμένο σ1 αυτήν διάγραμμα του αγρονόμου τοπ. μηχανικού Γ. Ζ. του Τμήματος Δημόσιας Περιουσίας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, σε συνδυασμό με το από 31-10-1933 διάγραμμα που συντάχθηκε από τον τοπογράφο Φ. για λογαριασμό της ... ως διαχειρίστριας της ανταλλάξιμης περιουσίας).
Ως εκ των προαναφερομένων η ως άνω κτηθείσα κυριότητα του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου επί του προπεριγραφένος ακινήτου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", απαγορεύει κάθε περαιτέρω παραγραφή των δικαιωμάτων του επί του ως άνω δημόσιου κτήματος και δη τη χρησικτησία αυτού και ως εκ τούτου δεν υφίσταται κτήση με τον τρόπο αυτό της κυριότητας του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων.
Ελλείψει δε κυριότητος των τελευταίων επί του φερομένου ως στοιχείου της κληρονομίας τους ακινήτου, δεν επήλθε μετάθεση της κυριότητας αυτού προς τους ενάγοντες δια των ανωτέρω συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής των κληρονομιών και αγοράς, καθόσον για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτο" απαιτείται αυτός που μεταβιβάζει να είναι κύριος, και επομένως, εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάσθηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάστηκε από μη κύριο (ΑΠ 1111/2014, ΑΠ 1192/2014)." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή του αρχικού πρώτου ενάγοντος Μ.
Ι. του Σ., στην δικονομική θέση του οποίου μετά το θάνατο του κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας δίκης έχουν υπεισέλθει οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες. τέκνα του, ως εξ αδιαθέτου μοναδικοί αυτού κληρονόμοι, καθώς και του δεύτερου ενάγοντος- αναιρεσείοντος Α. Β., θεμελίου με νη σε παράγωγο τρόπο, κατά παραδοχή ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου- αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που απέκτησε από απαλλοτρίωση και, ακολούθως, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε δεχθεί την αγωγή, αφού εξαφάνισε την τελευταία.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος και με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη της έλλειψης κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο και, ειδικότερα (δεν έλαβε υπόψη, α) την 17643/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά την ειδική διαδικασία των Απαλλοτριώσεων β) την 14041/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά την ειδική διαδικασία αναγνώρισης δικαιούχων αποζημίωσης από ρυμοτομία, συνοδευόμενη από το με αριθ.
πρωτ. .../Φ6743/26-4-2005, έγγραφο της κτηματικής υπηρεσίας Νομού Θεσσαλονίκης απευθυνόμενο στους ενάγοντες γ) την 1019/92/5-3-92 απόφαση του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ (Τμήμα κρίσεως προσφυγών) περί μερικής ακύρωσης της αναφερόμενης σε αυτήν 4600/520/91 απόφασης του Νομάρχη …ς, δ) το με αριθ.πρωτ. 3311/14-7-1998 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, ε) την με αριθ. 4491/1995 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ.
Κ., τοπογράφου Μηχανικού με Αβ της 3ης ΔΕΚΕ Θεσσαλονίκης, που ορίστηκε με την 24127/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και στ) το με αριθμ. 228 ταπί, μηνός Ιουνίου του τουρκικού έτους 1321 (χριστιανικού 1905), όπως το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών εκτίθεται περιληπτικά.
Όπως όμως προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, μέχρι του πέρατος της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για τη συνεκτίμηση τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης (ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, και ο τρίτος κατά το δεύτερος σκέλος), είναι αβάσιμοι.
Οι λόγοι αναίρεσης που είναι αντιφατικοί μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται αφενός ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, επειδή προσέδωσε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων σε κάποιο αποδεικτικό μέσον, μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γιαυτό καθορίζει ο νόμος, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αφετέρου ότι δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του το ίδιο έγγραφο δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 435/2016).
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σωρευτικά, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, η πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν προσέδωσε την αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου στα προαναφερόμενα αμέσως παραπάνω στον ίδιο λόγο και κατά το πρώτο σκέλος υπό στοιχεία β και δ' δύο έγγραφα ,ήτοι το με αριθ. πρωτ. .../Φ6743/26-4-2005, και το με άριθ. πρωτ. 3311/14-7-1998 έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου , είναι απαράδεκτος ως αντιφατικός , σε σχέση με τον ίδιο ως άνω λόγο και κατά το πρώτο σκέλος, αφού δεν νοείται το Εφετείο να μην έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά έγγραφα (πλημμέλεια που αποδίδεται με τον πρώτο λόγο και κατά το πρώτο σκέλος )και παράλληλα να προσέδωσε σ' αυτά μικρότερη αποδεικτική δύναμη (πλημμέλεια που αποδίδεται με το ίδιο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.
ΚΠολΔ, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι περιλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ, στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικά σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου (ΟλΑΠ 2/2008).Και τούτο, επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Τέλος, για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του ως άνω λόγου, απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιχόμενό του, ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας,.
Διαφορετικά ο ερευνόμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης , κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ...80/1928 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμ/φου Α.
Σ., με το να δεχθεί ότι με αυτό εξαγοράστηκε από την Ισραηλιτική Κοινότητα ..... το αναφερόμενο κτήμα Ρ., αντί του ολοσχερώς καταβληθέντος τιμήματος, που εμπίπτει στη μείζονα απαλλοτριωθείσα έκταση και ότι στο παραπάνω κτήμα εμπίπτει και το επίδικο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας εκτέθηκε στην αρχή, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενο έγγραφο , αλλά το συνεκτίμησε με άλλα έγγραφα και άλλα αποδεικτικά μέσα.
Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται στο δικαστήριο ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικα, πρέπει να καθορίζονται , μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, και εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα (με πληρότητα και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά) που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 32/1996).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 766/2017).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, καθώς και με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων α) του από 2-3-1928 Π.Δ/τος, β) των άρθρων 2,3 και 4 του Ν.5585/1932 γ) άρθρου 17 του Συν/τος του 1927 και δ) του άρθρου 2 παρ. 5 του από 29/30-4-1953 Β./τος (δεύτερος λόγος), καθώς και του Νόμου ΤΖ Της 29 Οκτωβρίου /6 Νοεμβρίου 1856 και του άρθρου 1192 ΑΚ περί μεταγραφής (τέταρτος λόγος -δεύτερο σκέλος), διότι κατά τα εκτιθέμενα, ενώ στις αγοραπωλησίες είναι υποχρεωτική η τήρηση του συμβολαιογραφικού εγγράφου και η μεταγραφή, η προσβαλλόμενη δέχεται ότι το εναγόμενο χωρίς να επικαλείται συμβόλαιο εξαγοράς, ούτε μεταγραφή, παρά ταύτα δέχεται ότι είχε καταβάλλει εξολοκλήρου το τίμημα εξαγοράς υποκατασταθέν στα από την απαλλοτρίωση δικαιώματα της Ισραλητικής Κοινότητας και κατέλαβε την έκταση, ενώ, κατά τα επικαλούμενα, " η Ισραηλιτική Κοινότητα δεν κατέβαλε τίμημα για το δικό τους ακίνητο στον απώτατο δικαιοπάροχο τους", ενώ εξάλλου "ούτε το Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε αποζημίωση, ούτε τίμημα εξαγοράς και συνακόλουθα τα δικαιώματα των δικαιοπαρόχων τους διατηρήθηκαν αλώβητα και το Ελληνικό Δημόσιο ουδέν δικαίωμα απέκτησε χωρίς αποζημίωση".
Επίσης, ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε "ότι το ...80/1928 συμβόλαιο παρήγαγε μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, αν και δεν μνημονεύεται μεταγραφή αυτού".
Με τον πέμπτο δε λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της έλλειψης νόμιμης βάσης, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για το ζήτημα της καταβολής αποζημίωσης (τιμήματος εξαγοράς) από την Ισραηλιτική Κοινότητα στον απώτατο δικαιοπάροχο τους δεν διέλαβε αιτιολογία, και παρά ταύτα χωρίς την παραδοχή αυτή δέχθηκε την κυριότητα της πρώτης και συνακόλουθα του Ελληνικού Δημοσίου.
Οι λόγοι αυτοί με την παραπάνω διατύπωση τους είναι προεχόντως απαράδεκτοι ως αόριστοι. Ειδικότερα, οι λόγοι από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν διαλαμβάνεται το σύνολο των κρίσιμων παραδοχών (παρά μόνο αποσπασματικά) της προσβαλλόμενης απόφασης υπό τις οποίες (παραδοχές) συντελέστηκε η παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ενώ ο λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η σχετική ουσιαστική διάταξη (ο κανόνας δικαίου) που παραβιάστηκε.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.5 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη, κατ' εκτίμηση, στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο α) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους (αναιρεσειόντων) περί αβασιμότητας της ένστασης ιδίας κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, που επανέφερε ως β' λόγο έφεσης, ως προς την πρώτη βάση αυτής, με κτήση από το Οθωμανικό Δημόσιο το 1912 με την απελευθέρωση της Μακεδονίας, και β) έλαβε υπόψη ισχυρισμό του Ελληνικού Δημοσίου, που επανέφερε ως δ λόγο έφεσης περί μεταγραφής του ...80/1928 συμβολαίου αγοραπωλησίας, που ουδέποτε είχε προβληθεί.
Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για "πράγματα" με την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά για αρνητικούς ισχυρισμούς που συνέχονται με την ιστορική βάση των ενστάσεων του Ελληνικού Δημοσίου. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός ως προς το α σκέλος είναι αλυσιτελής, αφού το Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, δεν δέχθηκε κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κτηθείσα κατά την επικαλούμενη πρώτη βάση της ένστασής του, αλλά κατά τη δεύτερη βάση , λόγω απαλλοτρίωσης, ενώ εξάλλου ως προς το β' σκέλος του λόγου αυτού δεν γίνεται παραδοχή με την προσβαλλόμενη περί μεταγραφής του παραπάνω συμβολαίου.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ. Ν.ΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ ...423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2017 αίτηση των Σ. Ι. του Μ., Δ. Ι. του Μ. και Α. Β. του Τιμολέοντα, για αναίρεση της ...5/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης..
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ