Supreme Court dismisses appeal for inadmissible Article 6 ECHR violation claim in construction contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's final judgment. The appellant argued that the lower court violated Article 6 of the ECHR by incorrectly applying substantive law regarding contractor liability for delays. The court rejected this claim as inadmissible because the alleged violation stemmed from an erroneous application of substantive law, which must be reviewed through proper domestic legal channels rather than direct ECHR complaints.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a direct violation of the ECHR due to erroneous application of substantive law is inadmissible as such errors are subject to review via established domestic remedies.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 825 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 825/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Παπαδόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. χήρας Γ. Κ., το γένος Σ. Λ., 2) Ι. Κ. του Γ., κατοίκων ... 3) Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Μελίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/10/2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 140/ΤΜ-ΑΚ/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1200/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/8/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1200/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 25-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης 120/ΕΦ/2017 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 140/ΤΜ-ΑΚ/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, η οποία είχε απορρίψει την από 31-10-2013 και με αριθμό κατάθεσης 282/ΤΜ-ΑΚ/1-11-2013 ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν την ακύρωση της από 17-10-2013 επιταγής προς εκτέλεση, συνολικού ποσού 11.560 ευρώ, για κεφάλαιο συμφωνημένης ποινικής ρήτρας αναποδείκτου ζημίας, που κατέπεσε, πλέον εξόδων, κάτωθι του επιδοθέντος αντιγράφου, του πρώτου εκτελεστού απογράφου με αριθμό …2013, του με αριθμό .../24-6-2011 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Βέροιας Ό. Γ.. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ καθιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 686 του ΑΚ "Αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου.
Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της". Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των υποχρεώσεων του εργολάβου, είναι η έγκαιρη και προσήκουσα εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου, έτσι ώστε αν αυτός επιβραδύνει την εκτέλεσή του, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά ανέφικτη την έγκαιρη περάτωσή του, μπορεί ο εργοδότης με δήλωσή του, κατά τη διάταξη του άρθρου 390 του ΑΚ, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ανεξαρτήτως πταίσματος του εργολάβου, χωρίς να περιμένει το χρόνο παράδοσης του έργου, σε περίπτωση δε υπερημερίας του εργολάβου διατηρούνται ακέραια τα σχετικά δικαιώματα του εργοδότη.
Δηλαδή για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 686 εδ.α ΑΚ δικαιώματος υπαναχώρησης του εργοδότη από την εργολαβική σύμβαση απαιτείται α) αντισυμβατική καθυστέρηση έναρξης της εκτέλεσης του έργου ή αντισυμβατική επιβράδυνση εκτέλεσης του έργου, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη και β) αδυναμία έγκαιρης αποπεράτωσης του έργου, εξαιτίας της καθυστέρησης έναρξης ή της επιβράδυνσης της εκτέλεσης.
Με την υπαναχώρηση, η οποία μπορεί να είναι ολική ή μερική, δηλαδή μόνο κατά το ανεκτέλεστο μέρος του έργου, η σύμβαση καταργείται αναδρομικά ολικά ή αναλόγως εν μέρει και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζονται στο άρθρο 389 παρ.2 ΑΚ, δηλαδή αποσβένυνται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τις παροχές που έλαβαν.
Αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση μερικής υπαναχώρησης από τη σύμβαση, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργολάβο αντίστοιχη αμοιβή με το μέρος του έργου που αυτός εκτέλεσε και παρέδωσε (ΑΠ 1347/2019, ΑΠ 697/2019). Εξάλλου, τα συμβολαιογραφικά έγγραφα αποτελούν εκτελεστούς τίτλους (άρθρο 904 παρ.2 περ.δ' Κ.Πολ.Δ), ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 915 εδ.ά και 916 του ίδιου Κώδικα, αναγκαστική εκτέλεση που αφορά απαίτηση υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία δεν μπορεί να γίνει πριν πληρωθεί η αίρεση ή περάσει η προθεσμία (βέβαιη απαίτηση) και, επίσης, αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να γίνει, αν από τον εκτελεστό τίτλο δεν προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής (εκκαθαρισμένη απαίτηση).
Όταν από τον τίτλο προκύπτει ότι η απαίτηση τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, δεν είναι "βεβαία" πριν την πλήρωση της αίρεσης ή την πάροδο της προθεσμίας, αφού μέχρι την συντέλεση των γεγονότων αυτών δεν υφίσταται υποχρέωση του οφειλέτη και αντίστοιχο δικαίωμα του δανειστή, προς ικανοποίηση του οποίου αποσκοπεί η αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 1099/2010).
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα περιστατικά: "Από τα νομοτύπως προσκομιζόμενα, με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη, όλα, ανεξαιρέτως, χωρίς, όμως, η ρητή αναφορά των εν λόγω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με τα λοιπά, επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται, ειδική για το καθένα, μνεία, που είναι, όμως, ισοδύναμα και όπως προεκτέθηκε, όλα, ανεξαιρέτως, συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσης, σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Οι καθ'ων η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητες είναι συγκύριες, η μεν πρώτη κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, καθεμία δε από τις λοιπές κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, ενός οικοπέδου, εμβαδού 601,30 τ.μ., που βρίσκεται στη συνοικία ... στο Ο.Τ. ... και επί της οδού ... Προκειμένου να αξιοποιήσουν το εν λόγω οικόπεδό τους, ανέθεσαν στην ανακόπτουσα την ανέγερση επ' αυτού, με το σύστημα της αντιπαροχής, ενός συγκροτήματος αποτελουμένου από δύο πολυόροφες οικοδομές, υπό στοιχ.
Α και Β, εκ των οποίων η πρώτη θα περιερχόταν στις καθ'ων, ενώ η δεύτερη στην ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα, ως εργολαβικό αντάλλαγμα,σύμφωνα με τους όρους του μεταξύ τους συναφθέντος, υπ' αριθμ. .../24-6-2011 προσυμφώνου, της συμβολαιογράφου Βεροίας Ό. Γ.. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του εν λόγω προσυμφώνου, η εργολάβος - ανακόπτουσα όφειλε να αποπερατώσει και να παραδώσει στις καθ' ων το κτίριο Α, μέσα σε προθεσμία 18 μηνών, με χρόνο έναρξης τον Ιανουάριο του έτους 2011, ήτοι, μέχρι και τις 30-6-2012.
Διαφορετικά, για κάθε μήνα καθυστέρησης η ανακόπτουσα είχε την υποχρέωση να καταβάλει στις καθ' ων το ποσό των 600,00 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2012 έως 12ο/2012, ενώ για το επόμενο και μέχρι τις 30-6-2013 χρονικό διάστημα, το ποσό των 1.200,00 ευρώ μηνιαίως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 11 του ίδιου προσυμφώνου, οι καθ' ων ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν, είτε στην ανακόπτουσα είτε σε κάθε τρίτο, υποδειχθησόμενο από την ίδια αγοραστή, ιδανικά μερίδια του οικοπέδου που αναλογούν στο εργολαβικό αντάλλαγμα, σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών και ειδικότερα, ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου, με την έκδοση της οικοδομικής άδειας, ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου, με την αποπεράτωση του φέροντος οργανισμού (σκελετού από μπετόν αρμέ) του κτιρίου Α, ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου, με την κατασκευή της τοιχοποιΐας του κτιρίου Α, ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου με την αποπεράτωση κατασκευής των δαπέδων του κτιρίου Α και το υπόλοιπο ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου, με την αποπεράτωση των κτιρίων Α και Β και των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων αυτών, την παράδοση της αντιπαροχής στους οικοπεδούχους και την προσκόμιση βεβαίωσης από το Ι.Κ.Α., από την οποία να προκύπτει η εξόφληση των εισφορών προς αυτό και τους λοιπούς ασφαλιστικούς οργανισμούς.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 του προσυμφώνου, για την πώληση κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας, από εκείνες που συμφωνήθηκαν ως εργολαβικό αντάλλαγμα, η εργολάβος αποφασίζει χωρίς ανάμειξη των οικοπεδούχων, η ίδια δε συμφωνεί και εισπράττει το τίμημα από τους αγοραστές. Έτσι, σε κάθε τμηματική μεταβίβαση, η εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση να προσεπικαλεί τους οικοπεδούχους για τη μεταβίβαση σε τρίτους των διηρημένων χώρων που έλαβε ως εργολαβικό αντάλλαγμα, σε περίπτωση δε μη εμφάνισης αυτών, της δόθηκε ανέκκλητη εντολή να ενεργεί για λογαριασμό τους, με την προϋπόθεση ότι τα ποσοστά που μεταβιβάζονται δεν υπερβαίνουν τα συμφωνηθέντα, προσκομιζομένης προς τούτο βεβαίωσης του επιβλέποντος μηχανικού, σχετικά με το στάδιο των οικοδομικών εργασιών και το ποσοστό εξ αδιαιρέτου που έχει μεταβιβαστεί μέχρι τότε.
Οι καθ' ων, το Σεπτέμβριο του έτους 2010, παρέδωσαν το επίδικο οικόπεδο στην ανακόπτουσα εργολάβο, η οποία άρχισε την εκτέλεση του αναληφθέντος έργου, πλην όμως, αυτή δεν αποπεράτωσε και ούτε, ως εκ τούτου, παρέδωσε στις καθ' ων το κτίριο Α, μέσα στη συμφωνηθείσα προθεσμία. Για το λόγο αυτό, οι καθ' ων, με εξώδικη δήλωση - καταγγελία τους, που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 18-10-2013, κήρυξαν την τελευταία έκπτωτη, ενώ την ίδια ημέρα, επέδωσαν στην ανακόπτουσα αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού του ως άνω προσυμφώνου, με την κάτω από αυτό ημερομηνία 17-10-2013 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία η τελευταία επιτάσσεται να καταβάλει σ' αυτές: 1) 10.800,00 ευρώ για κεφάλαιο της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας - αναπόδεικτης ζημίας, νομιμοτόκως από την επομένη που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο, μέχρι την εξόφληση, 2) 129,65 ευρώ για έκδοση απογράφου, 3) 129,65 ευρώ για έκδοση αντιγράφου, 4) 64,00 ευρώ για έξοδα πορείας δικαστικού επιμελητή και 5) 436,70 ευρώ για σύνταξη επιταγής και συνολικά, 11.560,00 ευρώ.
Στην προαναφερόμενη εξώδικη καταγγελία επισυνάφθηκε και η από 1-10-2013 έκθεση αυτοψίας του πολιτικού μηχανικού Ν. Χ., σύμφωνα με την οποία, δεν αποπερατώθηκε το κτίριο Α, καθώς κατασκευάστηκε μόνον ο οργανισμός, στο τμήμα που περιλαμβάνει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιέρχονται στις καθ' ων, ενώ διαπιστώθηκαν και διαφοροποιήσεις στο ύψος των ορόφων και του υπογείου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 915 και 916 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι εκτελεστός τίτλος, πλην άλλων, είναι και το συμβολαιογραφικό έγγραφο, αρκεί η απαίτηση να είναι "βέβαιη" και "εκκαθαρισμένη". Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση, όταν από το συμβολαιογραφικό έγγραφο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής.
Στην αντίθετη περίπτωση, η με έγγραφο διαπιστουμένη αξίωση του επισπεύδοντος δεν είναι επιδεκτική εκτελέσεως. Αναγκαία, συνεπώς, προϋπόθεση της εγκυρότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι ο πλήρης προσδιορισμός, στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο, της έκτασης, του είδους και του περιεχομένου της αξίωσης που ενσωματώνει.
Κατά δε την απολύτως κρατούσα άποψη, αναγκαστική εκτέλεση με τίτλο, από τον οποίο δεν προκύπτει απαίτηση εκκαθαρισμένη, είναι άκυρη, χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύεται βλάβη... Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 404, 405 παρ.1, 407, 340, 342 και 330 ΑΚ, συνάγεται ότι η αγωγή για την καταβολή ποινικής ρήτρας, η οποία έχει συμφωνηθεί για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης ή μη προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής, απορρίπτεται, αν ο εναγόμενος ισχυριστεί και αποδείξει, ότι η μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, αφού στην περίπτωση αυτή, δεν περιέρχεται σε υπερημερία, η οποία (υπερημερία) αποτελεί προϋπόθεση της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας.
Γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη ο οφειλέτης, είναι κάθε εύλογη αιτία, λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, εφόσον, όμως, δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλειά του, όταν, δηλαδή, την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος, ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια εκπλήρωσης ...
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση ανακοπής, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη επιταγή είναι άκυρη, διότι η απαίτηση που ενσωματώνει ο εκτελεστός τίτλος δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, δεδομένου ότι τελούσε υπό αίρεση, η οποια δεν είχε πληρωθεί κατά το χρόνο επίδοσης της επιταγής και ειδικότερα, διότι οι καθ' ων δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους να προβούν στην σύναψη και εγγραφή στα φύλλα του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου, του συμβολαίου σύστασης και διανομής οριζόντιας ιδιοκτησίας, καθώς και μεταβίβασης των συμφωνηθέντων με το ένδικο προσύμφωνο ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου οικοπέδου, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 17 του εν λόγω προσυμφώνου.
Επιπροσθέτως, ότι η παράλειψη των προαναφερομένων ενεργειών εκ μέρους των καθ' ων, συνιστά γεγονός για το οποίο η ίδια δεν έχει ευθύνη. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στηριζόμενος στις διατάξεις που διαλαμβάνονται σ' αυτή, καθώς και σ' εκείνες των άρθρων 201, 203 επ.
ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι οι καθ' ων προέβησαν στην κατάρτιση του υπ' αριθμ. .../25-8-2011 συμβολαίου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και διανομής προ πάσης ανεγέρσεως, που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Βέροιας Ό. Γ. και αφορούσε και στα δύο κτίρια (Α και Β).
Πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι η εγγραφή αυτού στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Βεροίας, καθυστέρησε και συγκεκριμένα, έλαβε χώρα στις 9-9-2014, πλην όμως, η ως άνω παράλειψη δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα των καθ' ων, αφού αυτές δεν είχαν αναλάβει σχετική υποχρέωση με το ως άνω προσύμφωνο, αλλά, βαρύνονταν, απλώς, με τα έξοδα σύνταξης του εν λόγω συμβολαίου (βλ.
Άρθρο 17 του προσυμφώνου), η δε σχετική εγγραφή μπορούσε να γίνει οποτεδήποτε, με επιμέλεια της ανακόπτουσας, αφού δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε κάποιο νομικό κώλυμα, που την εμπόδιζε, όπως αορίστως υποστηρίζει η τελευταία. Εξάλλου, η μεταβίβαση των ποσοστών οικοπέδου από τις καθ' ων σε τρίτους, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 11 του προσυμφώνου, μπορούσε να γίνει όχι μόνο προς την ανακόπτουσα, αλλά και προς κάθε τρίτο, υποδειχθησόμενο αγοραστή, εξαρτώμενη από την πρόοδο των εργασιών, αλλά και από την προσκομιδή βεβαίωσης του Ι.Κ.Α, περί εξόφλησης των σχετικών εισφορών.
Επομένως, η ως άνω μεταβίβαση δεν συνιστούσε αίρεση για τη συνέχιση των εργασιών από την ανακόπτουσα, διότι μπορούσε να γίνει και προς οποιονδήποτε αγοραστή οριζόντιας ιδιοκτησίας, αντιθέτως δε, τελούσε σε εξάρτηση από την πρόοδο των εργασιών, τις οποίες, όμως, η ανακόπτουσα δεν εκτέλεσε προσηκόντως και εμπροθέσμως, κατά τα προεκτεθέντα και ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Εξάλλου, για τους ίδιους ως άνω λόγους, ουσιαστικά αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος της ανακοπής, με τον οποίο η ανακόπτουσα, επικαλούμενη ότι η καθυστέρηση παράδοσης του έργου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της, υποστηρίζει ότι η προθεσμία παράδοσης είχε ανασταλεί, για όσο χρόνο διαρκούσε η υπερημερία των καθ' ων.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρ. 534 Κ.Πολ.Δ), κατέληξε στην ίδια κρίση, απορρίπτοντας τους ως άνω λόγους της ανακοπής, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, οι σχετικοί δε λόγοι έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα - ανακόπτουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι, ως ουσιαστικά αβάσιμοι".
Οι παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), ότι δηλαδή, σύμφωνα με το επίδικο προσύμφωνο, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα εργολάβος είχε αναλάβει την συμβατική υποχρέωση να αποπερατώσει και να παραδώσει στις καθ' ων η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητες οικοπεδούχους το κτίριο Α μέχρι την 30-6-2012, διαφορετικά όφειλε να καταβάλει την συμφωνημένη ποινική ρήτρα για κάθε μήνα καθυστέρησης.
Επίσης ότι οι καθ' ων είχαν αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στην ανακόπτουσα, είτε σε τρίτο που αυτή θα υποδείκνυε, τα ιδανικά μερίδια του οικοπέδου, που αναλογούσαν στο εργολαβικό της αντάλλαγμα, σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών, μεταβίβαση στην οποία και η ίδια δικαιούταν να προβεί, μετά πρόσκληση των οικοπεδούχων και προσκόμιση βεβαίωσης του επιβλέποντος μηχανικού,σχετικά με το στάδιο των οικοδομικών εργασιών, έτσι ώστε η ως άνω μεταβίβαση δεν συνιστούσε αίρεση για τη συνέχιση των εργασιών από την ανακόπτουσα.
Ακόμα, ότι η ανακόπτουσα δεν αποπεράτωσε και δεν παρέδωσε στους καθ' ων το κτίριο Α μέσα στην παραπάνω συμφωνημένη προθεσμία και για το λόγο αυτό με εξώδικη δήλωση - καταγγελία τους, που της επιδόθηκε στις 18-10-2013, την κήρυξαν έκπτωτη από το έργο και αξίωσαν την ποινική ρήτρα η οποία είχε καταπέσει, καθώς και ότι η απαίτησή τους είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, καθόσον οι καθ' ων - οικοπεδούχοι έχουν εκπληρώσει τη συμβατική υποχρέωσή τους να προβούν στην κατάρτιση του συμβολαίου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, χωρίς να έχουν αναλάβει και την υποχρέωση εγγραφής του στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Βέροιας, που έλαβε χώρα καθυστερημένα, στις 9-9-2014 και η οποία μπορούσε να γίνει οποτεδήποτε, με την επιμέλεια της ανακόπτουσας, πληρούν, οι παραδοχές αυτές, τις προϋποθέσεις των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 686 εδ.α', 404, 405 παρ.1, 407, 340, 342 ΑΚ και 915, 916 Κ.Πολ.Δ, σχετικά με το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης, οι οποίες δύο τελευταίες διατάξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης έχουν χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 2/1995, ΑΠ 1051/2009), σημειουμένου και του ότι σύμφωνα με το άρθρο 1194 εδ. τελευταίο του ΑΚ, τη μεταγραφή (μεταγραπτέας πράξης) μπορεί να ζητήσει οποιοσδήποτε δικαιολογεί έννομο συμφέρον. Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της αίτησης, ως προς τα σκέλη τους με τα οποία η αιτούσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, για υπαγωγικό σφάλμα των πραγματικών της παραδοχών, διατεινόμενη, με τον πρώτο λόγο, ότι η απαίτηση των αναιρεσιβλήτων δεν ήταν βεβαία και εκκαθαρισμένη, για να χωρήσει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και με τον δεύτερο λόγο ότι δεν συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για να ασκήσουν οι αναιρεσίβλητες δικαίωμα νόμιμης υπαναχώρησης κατά τη διάταξη του άρθρου 686 εδ.α' ΑΚ, είναι αβάσιμοι.
Οι ίδιοι δε λόγοι, ως προς το έτερο, επικουρικό, σκέλος τους, με το οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την απόφαση του Εφετείου για σφάλμα από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πο.Δ, ισχυριζόμενη, με τον πρώτο λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία και με τον δεύτερο λόγο ότι αυτή διαλαμβάνει ανεπαρκείς, καθ' ορθήν εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης, αιτιολογίες, τυγχάνουν προεχόντως αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, διότι η αναιρεσείουσα, ενώ διαλαμβάνει στο αναιρετήριο όλες τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αναφέρει ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να περιέχει η απόφαση, δηλαδή ποιο αναγκαίο στοιχείο λείπει για την επάρκεια της αιτιολογίας της, καθώς ποιές είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει (Ολ.
ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1227/2018, ΑΠ 69/2016). Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης η αναιρεσείουσα μέμφεται την απόφαση του Εφετείου για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, άλλως από τον αριθμό 8 και άλλως από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση, α) προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή, κατ' ορθήν εκτίμηση, της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 686 ΑΚ (και όχι εσφαλμένη ερμηνεία του που αναγράφει στο αναιρετήριο, αφού δεν επικαλείται ότι το Δικαστήριο απέδωσε στην παραπάνω διάταξη νόημα διαφορετικό από αυτό που έχει στην πραγματικότητα), καθόσον δέχθηκε έγκυρη υπαναχώρηση των αναιρεσιβλήτων - οικοπεδούχων από τη σύμβαση που είχε περιληφθεί τον τύπο του προσυμφώνου - εργολαβικού συμβολαίου, ενώ οι αναιρεσίβλητες είχαν παραβιάσει ουσιώδεις όρους αυτού, σχετικά με την μεταβίβαση των ποσοστών του εργολαβικού ανταλλάγματος 10% επί του οικοπέδου, με την έκδοση της οικοδομικής άδειας και 30% μετά την αποπεράτωση του σκελετού του κτιρίου Α, καθώς και την υποχρέωσή τους να καταρτίσουν και κτηματογραφήσουν την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας.
β) Ότι δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα στοιχεία που προτάθηκαν και συγκεκριμένα δεν απάντησε στους προβληθέντες ισχυρισμούς, που περιέχονταν στην από 30-4-2013 εξώδικη όχληση - προειδοποίησή της προς τους οικοπεδούχους, την οποία επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της ανακοπής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και με την οποία δήλωση ζητούσε από τις καθ' ων και ήδη αναιρεσίβλητες να εκπληρώσουν τη συμβατική τους υποχρέωση σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και εγγραφής αυτής στο κτηματολόγιο, καθώς και ότι σε βάρος του ακινήτου υπήρχε διεκδικητική αγωγή του Α.
Κ., για διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, που είχε λήξει το έτος 2008 με την έκδοση της με αριθμό 70/τμ/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Ότι με βάση τα παραπάνω περιστατικά η καθυστέρηση ολοκλήρωσης των εργασιών οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των καθ' ων, γεγονός που σύμφωνα με το άρθρο 7 του επιδίκου προσυμφώνου είχε ως έννομη συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας ολοκλήρωσης της οικοδομής.
γ) Ότι, τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατική αιτιολογία. Ο τρίτος αυτός λόγος της αίτησης ως προς το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι οι παραδοχές του Εφετείου πληρούν το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 686 εδ.α ΑΚ, σχετικά με την υπερημερία του εργολάβου και το δικαίωμα της νόμιμης υπαναχώρησης που άσκησαν οι εργοδότριες - οικοπεδούχοι, την οποία διάταξη ορθά εφάρμοσε το Εφετείο, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα για τους, συναφείς, πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης.
Περαιτέρω, ως προς το δεύτερο σκέλος του, επικουρικά από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ο λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και δεν αναφέρεται ειδικά ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.
ΑΠ 15/2000, ΑΠ 932/2014, ΑΠ 760/2004).Τέλος, ως προς το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ο λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, ένεκα αοριστίας, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα για τα ανάλογα σκέλη των δύο πρώτων λόγων της. IV. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 5/2011, Ολ. ΑΠ 7/2002). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα βάλει κατά της προσβαλλομένης απόφασης για αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, άλλως από τον αριθμό 8, άλλως από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, αιτιώμενη, κυρίως, ευθεία παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία της, κατά την απόρριψη ως μη νόμιμης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, την οποία είχε υποβάλλει με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της ανακοπής της.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 31-10-2013 ανακοπής (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), προκύπτει ότι η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα είχε προτείνει, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 Κ.Πολ.Δ), ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των καθών. Στα περιστατικά που θεμελίωσε αυτήν εκθέτει οτι η αξίωσή τους είναι καταχρηστική, διότι επιδιώκουν να αντλήσουν μόνο οικονομικά οφέλη από το με αριθμό .../2011 προσύμφωνο , χωρίς να έχουν εκπληρώσει τις δικές τους υποχρεώσεις ως προς την σύσταση και κτηματολόγηση συμβολαίου οριζόντιας ιδιοκτησίας και ως προς την μεταβίβαση των συμφωνημένων ποσοστών του εργολαβικού ανταλλάγματος επί του οικοπέδου, γεγονότα τα οποία, από υπαιτιότητά τους, απετέλεσαν την αιτία αναστολής και διακοπής των οικοδομικών εργασιών, αδιαφορώντας ότι για την προώθησή τους η ανακόπτουσα είχε ήδη υποβληθεί σε δαπάνες ύψους 250.000 περίπου ευρώ.
Ότι, έτσι, η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της με την επίδικη επιταγή, αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, ως υπερβαίνουσα τα όριά του. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, με την αιτιολογία ότι "ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του επικαλουμένου κονδυλίου των 250.000 ευρώ, είναι απορριπτέος, ως μη νόμιμος, διότι τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά και αν ακόμη υποτεθεί ότι είναι αληθινά, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της καθ' ης, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, όπως αυτή αναπτύχθηκε ανωτέρω".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνει την ένστασή της η ανακόπτουσα και αληθή υποτιθέμενα δεν πληρούν το πραγματικό της διάταξης αυτής, για προφανή υπέρβαση των ορίων και σκοπών της, καθόσον δεν γίνεται αναφορά σε αδράνεια των καθ' ων, ούτε σε δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα της ανακόπτουσας και δη από το έργο που είχε εκτελέσει μέχρι την υπαναχώρηση των καθ' ων, αλλά, αντίθετα, περιεχόμενο της ένστασης είναι η άρνηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων άσκησης του δικαιώματός της για υπαναχώρηση και αξίωση ποινικής ρήτρας που κατέπεσε.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι, ως προς το κύριος σκέλος του, αβάσιμος. Ως προς το δεύτερο, επικουρικό, σκέλος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, τυγχάνει απαράδεκτος ένεκα αοριστίας, διότι το αναιρετήριο δεν διαλαμβάνει ποιά κρίσιμα πράγματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο και έκρινε ως μη νόμιμη την ένσταση.
Τέλος, ως προς το τρίτο, επικουρικό, σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, για ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού η ένσταση κατάχρησης απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και δεν εισήλθε η προσβαλλόμενη απόφαση σε ουσιαστικές παραδοχές, ώστε να εκτιμηθούν αποδείξεις και να διατυπωθεί αποδεικτικό πόρισμα σε ελάσσονα πρόταση (ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 1911/2007).
V. Κατά το άρθρο 6 παρ.1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως....".
Με το ανωτέρω άρθρο καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποιά δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί της προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία, για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 1169/2013). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αίτησης, ως προς το κύριο σκέλος της, ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν και αποδείχθηκαν στη δίκη ενώπιον του Εφετείου δικαιολογούσαν αποδεικτικό πόρισμα ότι οι αναιρεσίβλητες δεν είχαν νόμιμο δικαίωμα να την κηρύξουν έκπτωτη από το έργο, διότι η καθυστέρηση των εργασιών οφειλόταν σε υπαιτιότητά τους και η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε τα αντίθετα, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 342, 374, 686 ΑΚ και τα άρθρα 1, 7 και 19 της εργολαβικής σύμβασης και, έτσι, εξέδωσε άδικη απόφαση κατ' ευθεία παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφού η αναιρεσείουσα προσδιορίζει στο αναιρετήριο τους λόγους παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ σε εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή σε πλημμέλειες που ελέγχονται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα.
Τέλος, ο ίδιος λόγος, ως προς το δεύτερο, επικουρικό σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενη ότι αυτή "δεν περιέχει καμία ειδικώς νόμιμη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία", ορθά εκτιμούμενος ότι αιτιάται ανεπάρκεια αιτιολογιών, αφού στο αναιρετήριο διαλαμβάνονται οι αιτιολογίες της, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ποιες είναι οι ελλείπουσες αιτιολογίες, όπως προαναφέρθηκε παραπάνω και για τους συναφείς δύο πρώτους λόγους αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-8-2018 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Τ.Ε" για αναίρεση της με αριθμό 1200/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ