Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds regarding admissibility of notarized statements as evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that notarized statements given by witnesses outside the current trial were inadmissible because the witnesses were not board members at the time of the statements. The court rejected this, holding that such statements were merely documents attached to the case file rather than independent evidentiary means, and thus the lower court's assessment did not constitute an appealable error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 579 of the Code of Civil Procedure; The use of notarized statements attached to a case file as documents does not render them inadmissible evidence if the court did not intentionally rely on them as independent proof means.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1607 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1607/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "…" και τον διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 23-12-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "…" και τον διακριτικό τίτλο "… ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κωνσταντινίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1814/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5441/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-2-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή του πωλητή κατά του αγοραστή, με την οποία διώκεται η καταβολή του συμφωνηθέντος για την πώληση τιμήματος, αρκεί και πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, το αντικείμενο της πώλησης (πράγμα ή δικαίωμα), το τίμημα και η σχετική με αυτά συμφωνία των μερών (ΑΠ 819/2017, ΑΠ 577/2016, ΑΠ 220/2016).
Στην περίπτωση σύναψης διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, των οποίων ζητείται το οφειλόμενο τίμημα, αυτή δεν πάσχει αοριστίας, όταν ο ενάγων ζητεί το συνολικό υπόλοιπο τιμήματος το οποίο παραμένει οφειλόμενο, μετά από καταβολές έναντι της οφειλής του, εφόσον προσδιορίζει, ή έστω μπορεί να προσδιοριστεί, κατ' εκτίμηση από το δικόγραφο της αγωγής, ποιο ακριβώς ποσό παραμένει οφειλόμενο.
Άλλα στοιχεία για το ορισμένο της σχετικής αγωγής δεν απαιτούνται, αφού επικαλούμενες τυχόν μερικές καταβολές του τιμήματος που δεν έχει συνυπολογίσει ο ενάγων, μετά προβολή νόμιμου σχετικού ισχυρισμού του αντιδίκου του, και αμφισβητούνται, αποτελούν αντικείμενο απόδειξης που θα (ή δεν θα) προκύψουν από την εκτίμηση των προσαγόμενων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 725/2021, ΑΠ 473/2016, ΑΠ 577/2016).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 29/2021, ΑΠ 89/2021, ΑΠ 695/2021).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το Δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ή την ένσταση λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή ή την ένσταση, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το Δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 29/2021, ΑΠ 89/2021, ΑΠ 1312/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη αγωγή της, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, ισχυρίστηκε ότι στο πλαίσιο της από 28-1- 2013 σύμβασης μη αποκλειστικής διανομής, που κατάρτισε με την εναγόμενη - αναιρεσείουσα, συνήψε με αυτήν διαδοχικές συμβάσεις πώλησης με συνολικό χρεωστικό των μεταξύ τους δοσοληψιών για το έτος 2016 ποσού 4.500.384,90 ευρώ, και ότι μετά από καταβολές συνολικού ποσού 781.761,18 ευρώ και το συνυπολογισμό πιστωτικών τιμολογίων συνολικού ποσού 2.392.251,84 ευρώ, απέμεινε υπόλοιπο τιμήματος, που αντιστοιχεί στις αναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, με τις οποίες πώλησε και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα, κατά το χρονικό διάστημα από 9-6-2016 έως 5-9-2016, τα αναφερόμενα κατ' είδος, ποσότητα, τιμή μονάδας, παροχή έκπτωσης 10,5% πριν ΦΠΑ και τελική αξία, προϊόντα παγωτού, για τα οποία εξέδωσε τα ενσωματούμενα στο δικόγραφο της αγωγής τιμολόγια, με αναγραφόμενο σε καθένα τιμολόγιο χρόνο πληρωμής 30 ημέρες από την έκδοσή του, συνολικής αξίας, με το ΦΠΑ, 1.326.371,88 ευρώ.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, η αναιρεσίβλητη ζήτησε, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της επιδίκασης τόκων και έτρεψε εν μέρει σε αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα της οφείλει το ποσό του 1.226.371,88 ευρώ και να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει το ποσό των 100.000,00 ευρώ, ως συνολικό υπόλοιπο τιμήματος, και όλα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση της ιστορικής της βάσης στοιχεία, και ειδικότερα προσδιορίζονται με σαφήνεια η κατάρτιση των διαδοχικών συμβάσεων πώλησης εντός του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος, τα πωληθέντα και παραδοθέντα προϊόντα (παγωτού) κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος για κάθε συγκεκριμένη πώληση, με αφαίρεση παροχής έκπτωσης 10,5% πριν το ΦΠΑ, και ο χρόνος πίστωσης για την καταβολή του τιμήματος εκάστης πώλησης, καθώς και το συνολικό τίμημα των ποσοτήτων αυτών, όπως εμφαίνονται στα ενσωματούμενα στην αγωγή σχετικά τιμολόγια, και οι συμφωνίες που διέπουν τις ένδικες συμβάσεις πώλησης.
Δεν αποτελούν στοιχεία της ένδικης αγωγής καταβολής τιμήματος, όσα αβασίμως ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την προβληθείσα, με τις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις της, ένσταση αοριστίας, την οποία, λόγω απόρριψής της με την εκκαλούμενη απόφαση, επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου, επικαλούμενη, ειδικότερα, ότι η ενάγουσα δεν εξειδικεύει αναλυτικά το σύνολο των απαιτήσεων από τη λειτουργία της σύμβασης το έτος 2016, αφού απλώς αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής ότι εκδόθηκαν σε βάρος της εναγόμενης παραστατικά και έγιναν εγγραφές συνολικού ύψους 4.500.384,90 ευρώ και ότι το υπόλοιπο δήθεν ανέρχεται σε 1.326.371,88 ευρώ, μετά την αφαίρεση καταβολών 781.761,18 ευρώ και πιστωτικών τιμολογίων συνολικού ύψους 2.392.251,84 ευρώ, χωρίς να αναφέρει στην αγωγή α) αν το αναφερόμενο σ' αυτή ποσό των 4.500.284,90 ευρώ αφορά συνολικό τίμημα πώλησης ή αφορά χρεώσεις από άλλη αιτία και ποια, β) όλα τα τιμολόγια πώλησης που εκδόθηκαν μέσα στο έτος 2016, γ) ποιο ποσό ειδικότερα από το ποσό των (πιστωτικών τιμολογίων) 2.392.251,84 ευρώ, αφορά παροχές στο εμπόριο και αμοιβές και ποιες ήταν συνολικά οι οφειλόμενες παροχές και αμοιβές το έτος 2016 και επί ποίου τζίρου υπολογίστηκαν, δ) ποιες είναι οι καταβολές και ε) ποια τιμολόγια πώλησης του 2016 εξοφλήθηκαν με τις γενόμενες καταβολές ποσού 781.761,18 ευρώ, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή αφορά υπόλοιπο τιμήματος διαδοχικών συμβάσεων πώλησης για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από 9-6-2016 έως 5-9-2016 και όλα τα επικαλούμενα ως άνω στοιχεία, όπως οι τυχόν μερικές καταβολές του τιμήματος ή διάφορη εκκαθάριση, που φέρεται να μην έχει συνυπολογίσει η ενάγουσα, αποτελούν, μετά την προβολή νόμιμου σχετικού ισχυρισμού της εναγόμενης, αντικείμενο απόδειξης που θα (ή δεν θα) προκύψουν από την εκτίμηση των προσαγόμενων αποδεικτικών μέσων, προκειμένου η αναιρεσείουσα να απαλλαγεί ή μη από την επιδιωκόμενη με την αγωγή καταβολή του οφειλόμενου τιμήματος των διαδοχικών συμβάσεων πώλησης που έλαβαν το ένδικο χρονικό διάστημα.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος ή διάφορα από αυτά ούτε και παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου λόγω αοριστίας και, συνεπώς, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τους αρ. 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 50/2020).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1028/2021, ΑΠ 911/2021, ΑΠ 632/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα εταιρία (αναιρεσίβλητη) είναι θυγατρική εταιρία του Ομίλου εταιριών "…", η οποία δραστηριοποιείται στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων στην εισαγωγή και διάθεση στην ελληνική αγορά παγωτών και παγωμένων γλυκισμάτων με το σήμα "….", ενώ από το έτος 2011 εμπορεύεται και διανέμει και τα παγωτά με το σήμα "…".
Ειδικότερα διαθέτει στην ελληνική αγορά ένα οργανωμένο δίκτυο διανομής προϊόντων παγωτού, στα πλαίσια του οποίου συνεργάζεται με διάφορους αποκλειστικούς ή μη διανομείς ανά γεωγραφική περιοχή, ώστε να εξασφαλίζει τη διακίνηση των παγωτών σε σημεία πώλησης. Την 28.1.2013 η ενάγουσα συνήψε με την εναγομένη (αναιρεσείουσα), (η οποία έχει ως αντικείμενο μεταξύ άλλων και το εμπόριο παγωτών), ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου ανάθεσε στην τελευταία τη μη αποκλειστική διανομή των προϊόντων της με το σήμα …" και "…" στην περιοχή του νομού Αττικής.
Στα πλαίσια της ως άνω εμπορικής συνεργασίας, η εναγόμενη είχε αναλάβει την μεταπώληση των άνω προϊόντων της εναγομένης σε καταστήματα ορισμένων αλυσίδων Super Markets (μεγάλοι πελάτες) (που αναφέρονται στο Παράρτημα Α), τηρώντας ορισμένες προδιαγραφές και οδηγίες συντήρησης, μεταφοράς και προώθησης αυτών, και εισέπραττε γι' αυτό την αμοιβή που αναφέρεται στο Παράρτημα I, και αφορά έκπτωση 10,50% επί της αξίας προ ΦΠΑ των αγορών που πραγματοποιούσε το Super Market, μέσω τιμολογίων εκδόσεως της εναγομένης - ήδη εκκαλούσας, όπως θα αναλυθεί κατωτέρω), είχε δε χορηγήσει στην ενάγουσα-προμηθεύτρια πάγιες εντολές - έγγραφες εξουσιοδοτήσεις για την είσπραξη των υπολοίπων των Super Markets απευθείας από αυτά, οπότε εν συνεχεία πιστωνόταν στην οφειλή της εναγομένης.
Η ανωτέρω συμφωνία είχε διάρκεια ετήσια και μετά από διαδοχικές ανανεώσεις με συμφωνία των διαδίκων παρατάθηκε έως την 31.12.2016 με τους ίδιους όρους, όπως ίσχυε προ της τελευταίας τροποποίησης. Ειδικότερα τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν συμφωνήσει: "Η …(ενάγουσα) κατά ή μετά την παράδοση των προϊόντων στον αντιπρόσωπο (εναγόμενη) θα εκδίδει και παραδίδει σε αυτόν αντίστοιχο τιμολόγιο πώλησης επί πιστώσει, το οποίο ο αντιπρόσωπος οφείλει να αποπληρώνει σύμφωνα με την πιστοδοτική πολιτική που έχει συμφωνηθεί από τα μέρη και αναφέρεται αναλυτικά στο Παράρτημα II, το οποίο υπογεγραμμένο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής της σύμβασης, ήτοι εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου.
Σε περίπτωση μη έγκαιρης πληρωμής των τιμολογίων κατά τα ανωτέρω, ο αντιπρόσωπος θα οφείλει στην … και τον εκάστοτε νόμιμο τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία που το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο. Ο αντιπρόσωπος δηλώνει ότι σε περίπτωση που δεν αποκρούσει ολικά ή μερικά εγγράφως το τιμολόγιο που εκδίδει η … στο όνομά του εντός δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία έκδοσής του, τεκμαίρεται αμάχητα ότι αναγνωρίζει και αποδέχεται ανεπιφύλακτα την οφειλή του για ολόκληρο το αναγραφόμενο στο τιμολόγιο ποσό", (όρος 3.4 Παράρτημα II).
Όσον αφορά στην αμοιβή αλλά και στις παροχές προς την αγορά και τον τρόπο απόδοσής τους, στο Παράρτημα I της ίδιας σύμβασης (στο οποίο παραπέμπει και ο όρος 4.1) προβλέπεται ειδικά ότι η αμοιβή "θα καταβάλλεται στον αντιπρόσωπο από την Εταιρία με έκπτωση επί των τιμολογίων αγορών προϊόντων ή πιστωτικά τιμολόγια εκπτώσεως ή με συνδυασμό και των δύο τρόπων", ενώ για το λειτουργικό κόστος και τις παροχές προς το εμπόριο ορίζεται ότι γίνεται με τον ίδιο τρόπο.
Σύμφωνα με τον όρο 4.2 της σύμβασης, η αρχική τιμή πωλήσεως των προϊόντων από την …. στον Αντιπρόσωπο (όπου αρχική τιμή είναι η αναγραφόμενη τιμή του επίσημου τιμοκαταλόγου της …. για τα προϊόντα αυτά), περιλαμβάνει την αμοιβή του αντιπροσώπου (που συνίσταται σε έκπτωση επί της αρχικής τιμής), τις παροχές στο εμπόριο (που επίσης) αποτελούν έκπτωση επί της αρχικής τιμής) και τις οποιεσδήποτε άλλες εκπτώσεις.
Το ίδιο ισχύει και για τα προϊόντα…. . Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η ενάγουσα περιόρισε την τοκοφορία της απαιτήσεώς της, από την επίδοση της αγωγής, παραιτούμενη από το αίτημα καταβολής τόκων από την 31η ημέρα από την έκδοση του κάθε τιμολογίου. Περαιτέρω με βάση τα συμφωνηθέντα, η αμοιβή της ενάγουσας, ήταν 10,50% έκπτωση επί της (αρχικής τιμής πώλησης) αξίας του τιμολογίου προ ΦΠΑ, για τα Super Markets, όπου δραστηριοποιούταν κυρίως και ενδιαφέρει εδώ, καθώς τα επίδικα τιμολόγια πώλησης αφορούν την αγορά αυτή και όχι την "παραδοσιακή αγορά".
Η εναγομένη αγόραζε τα παγωτά με τίμημα μειωμένο κατά τη συμφωνηθείσα αμοιβή της, η οποία ανερχόταν σε 10,50% επί της αρχικής τιμής- αξίας αυτών προ ΦΠΑ και η ενάγουσα εξέδιδε προς την εναγόμενη τιμολόγιο πώλησης. Στη συνέχεια η εναγόμενη μεταπωλούσε τα προϊόντα αυτά στα Super Markets, στην τιμή που τα είχε αγοράσει με επιπλέον την ανωτέρω προσαύξηση του παραπάνω ποσοστού της αμοιβής της, εκδίδοντας στο όνομά της σχετικά τιμολόγια πώλησης.
Επιπλέον η ενάγουσα παρείχε στις υπεραγορές (Super Markets) και τους μαζικούς πελάτες, όπου δραστηριοποιούνταν, διάφορες παροχές (προμήθεια παγωτού δωρεάν, καταβολή εφάπαξ χρηματικών ποσών κλπ.), που συνδέονταν με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων αγορών, οι οποίες συνομολογούνταν κάθε έτος. Το κόστος της εν λόγω προωθητικής ενέργειας καλύπτονταν αποκλειστικά από την ενάγουσα- προμηθεύτρια εταιρία.
Στο τέλος του έτους, με το κλείσιμο του λογαριασμού, γινόταν εκκαθάριση και αφαιρούνταν τα ποσά των παροχών, από τα ποσά των τιμολογίων πώλησης επί πιστώσει και οφειλόμενο ήταν το εναπομένον υπόλοιπο. Σε περίπτωση που δεν επιτυγχάνονταν οι στόχοι που ορίστηκαν, ή δεν αποδίδονταν από τον διανομέα στα τελικά σημεία πώλησης και δεν προσκομίζονταν τα σχετικά παραστατικά, μεταφέρονταν εντός του επόμενου έτους και χρεώνονταν στην εναγομένη, ενόψει της προκαταβολής αυτών.
Η εναγομένη, όφειλε να αποδείξει την παροχή αυτών με την προσκομιδή στην προμηθεύτρια σχετικών παραστατικών, ήτοι εκπτωτικών σημειωμάτων ή πιστωτικών τιμολογίων, προκειμένου να μην εμφαίνεται χρεωμένη και να εκδοθούν πιστωτικά υπέρ αυτής τιμολόγια. Στα πλαίσια της ανωτέρω συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα - προμηθεύτρια προς παρακολούθηση των δοσοληψιών της με την εναγομένη - διανομέα, στο τέλος κάθε έτους τηρούσε ένα έγγραφο το οποίο τιτλοφορείτο "κλείσιμο λογαριασμού σαιζόν", το ονομαζόμενο "κλεισόχαρτο", κατά την ημέρα σύνταξης του οποίου, αποτυπώνονταν οι οφειλές εκάστου έτους (από Μάρτιο έως Οκτώβριο), καταγράφονταν οι αγορές του διανομέα, προκειμένου να επιτευχθούν τελικώς τα ανταλλάγματα, η αμοιβή και το λειτουργικό κόστος, οι παροχές που χορηγούνταν εκ μέρους της προμηθεύτριας και το απόθεμα (stock) που διατηρούσε ο διανομέας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων εξαιτίας της μη άμεσης τακτοποίησης των δοσοληψιών τους, λειτουργούσε απλός δοσοληπτικός λογαριασμός, (πιστωτής ήταν πάντα η ενάγουσα, ενώ η εναγομένη ήταν οφειλέτης), και οι επιμέρους απαιτήσεις που εισέρχονταν σε αυτό το λογαριασμό διατηρούσαν την αυτοτέλειά τους.
Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν έχει αφαιρεθεί από το ποσό κάθε επίδικου τιμολογίου πώλησης, η άνω αμοιβή και οι παροχές για την προώθηση των προϊόντων της ενάγουσας, δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Από την επισκόπηση των ενδίκων τιμολογίων πώλησης, που ενσωματώνονται αυτούσια στην αγωγή, προκύπτει ότι έχει ήδη, συνυπολογισθεί και αφαιρεθεί η έκπτωση του 10,50% επί της αξίας αυτών προ ΦΠΑ (24%), όπως πρόβλεπε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι για την εξόφληση των τιμολογίων, ακολουθείτο η λογιστική αρχή FIFO (First In First Out), δηλαδή της εξόφλησης με κάθε καταβολή ή έκδοση πιστωτικού τιμολογίου των παλαιοτέρων χρονολογικά εκδοθέντων τιμολογίων (εντός του ίδιου έτους). Εν συνεχεία η ενάγουσα με την από 5.9.2016 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην εναγομένη την 5.9.2016, κατήγγειλε τη σύμβαση εμπορικής τους συνεργασίας για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους.
Μετά την καταγγελία, η εναγομένη με την από 5.9.2016 επιστολή της προς τις τρίτες επιχειρήσεις (Super Markts), ανακάλεσε τις εξουσιοδοτήσεις που είχε δώσει στην ενάγουσα για είσπραξη από τα Super Markets, των οφειλομένων ποσών από πώληση την παγωτών …., και κάλεσε τα Super Markets να καταβάλουν εφεξής τα οφειλόμενα ποσά στην ίδια την εναγόμενη.
Για το διάστημα από 1.1.2016 έως 31.12.2016, από το σύνολο των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν κατά τα συμφωνηθέντα, μεταξύ των διαδίκων, εκδόθηκαν σε χρέωση της εναγόμενης παραστατικά και έγιναν εγγραφές συνολικού ποσού 4.500.384,90 ευρώ. Έναντι αυτών των χρεώσεων, η εναγομένη είχε καταβάλει με εμβάσματα ή μετρητά συνολικά το ποσό των 781.761,18 ευρώ.
Μέρος του καταβληθέντος ως άνω ποσού είναι και το ποσό 221.827,28 ευρώ, που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε η εναγόμενη. Επίσης με βάση τα συμφωνηθέντα, σε πίστωση της εναγομένης και εκκαθάριση του λογαριασμού της, εκδόθηκαν πιστωτικά τιμολόγια συνολικού ύψους 2.392.251,84 ευρώ, που αφορούσαν αμοιβές και παροχές του 2016 (μέρος του ποσού αυτού είναι ποσό 481.509,33 ευρώ) που εισέπραξε η ενάγουσα από τη … με έγγραφη εξουσιοδότηση της εναγόμενης).
Έτσι από το σύνολο των χρεώσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται η αξία των παροχών στο εμπόριο (που προκαταβάλλονταν) και το πιστωθέν τίμημα από τις διαδοχικές συμβάσεις πώλησης που διενεργήθηκαν εντός του έτους 2016, συνολικού ύψους 4.500.384,90 ευρώ, αφαιρέθηκαν τα ως άνω ποσά ήτοι 781.761,18 + 2.392.251,84 ευρώ, τα οποία καταλογίστηκαν στις παλαιότερες οφειλές της εναγομένης, από αγορές του 2016, και παρέμειναν ανεξόφλητα τα τιμολόγια πώλησης, που εκδόθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 9.6.2016 έως 5.9.2016.
Βάσει των άνω αποδειχθέντων, απορριπτέος κρίνεται ο τρίτος λόγος της έφεσης, που βάλλει κατά της εκκαλουμένης απόφασης, α) με το πρώτο σκέλος του, ότι κατά τους όρους της σύμβασης, η επίδικη απαίτηση της ενάγουσας δεν είναι ληξιπρόθεσμη, προσδιορισμένη και δικαστικά επιδιώξιμη από τα μεμονωμένα τιμολόγια, επειδή δεν υπήρξε από κοινού εκκαθάριση όλων των μεταξύ τους δοσοληψιών στο τέλος του έτους 2016, αφού δεν υπήρχε τέτοιος όρος για το απαιτητό των τιμολογίων και β) με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου ότι ασκείται καταχρηστικά η ένδικη αξίωση της ενάγουσας, διότι σε όλη τη διάρκεια της μεταξύ τους σύμβασης, εγένετο από κοινού εκκαθάριση όλων των δοσοληψιών στο τέλος του έτους, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά συνέχονται με το υποστατό της αξίωσης της ενάγουσας και δεν πληρούν το εννοιολογικό του άρθρου 281 ΑΚ.
Κατά το χρονικό διάστημα από 9.6.2016 έως και 5.9.2016, η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη παγωτά, με τα ακόλουθα τιμολόγια: Ακολουθεί περιγραφή των τιμολογίων, κατά αριθμό παραστατικού, …. , ημερομηνία 9/6/2016, ποσό σε Ε 2.770,58, ημερομηνία οφειλής 5/9/2016, ... Η εναγόμενη παρότι της παραδόθηκαν τα αντίστοιχα προϊόντα, μέχρι το χρόνο λύσης της σύμβασης δεν είχε αποπληρώσει το συνολικό τίμημα των άνω τιμολογίων, που ανέρχεται στο ποσό των 1.326.371,88 ευρώ, πλην του με αρ.
…. τιμολογίου πώλησης, με ημερομηνία έκδοσης την 9.6.2016, ποσού 3.263,46 ευρώ, το οποίο είχε μερικώς εξοφληθεί και απέμενε οφειλόμενο υπόλοιπο 2.770,58 ευρώ. Μετά την καταγγελία της σύμβασης η εναγομένη ανακάλεσε μονομερώς τις εξουσιοδοτήσεις είσπραξης που αφορούσαν υπόλοιπα των Super Markets, που είχαν καταστεί απαιτητά και ληξιπρόθεσμα, με αποτέλεσμα να εισπράττει η ίδια (η εναγόμενη) πλέον από τα Super Markets.
Στη συνέχεια η εναγόμενη με την από 10.3.2017 εξώδικη δήλωση - πρόσκλησή της προς την ενάγουσα, που επιδόθηκε την 13.3.2017, κάλεσε αυτή να εισπράξει υπόλοιπα των Super Markets (…) συνολικού ύψους 1.104.544,60 ευρώ. Η ενάγουσα με την από 31.3.2017 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία που επιδόθηκε αυθημερόν στην εναγόμενη, ζήτησε να της χορηγήσει ρητές και σαφείς εξουσιοδοτήσεις στις οποίες θα προσδιορίζει τα τιμολόγια τα οποία θα εξοφλούνται με τα εισπραττόμενα ποσά και αφορούν το υπόλοιπο κάθε αλυσίδας, ενώ δήλωσε ότι το υπόλοιπο των 481.509,55 ευρώ που αφορούσε τη ….
ήδη το είχε εισπράξει πριν την καταγγελία και το είχε πιστώσει στον λογαριασμό της εναγόμενης. Η εκκαλούσα - εναγομένη με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο έφεσης, προβάλλει παραδεκτά κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, [όπως ισχύει μετά το ν. 4335/2015 (άρθρο τρίτο του άρθρου 1) και σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου ενάτου εφαρμόζεται για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα], ένσταση μερικής εξόφλησης, επικαλούμενη ότι μετά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, ενημερώθηκε με το από 24.10.2018 ηλεκτρονικό μήνυμα, ότι η ενάγουσα εισέπραξε έναντι της ένδικης απαίτησης, με εξουσιοδοτήσεις που της είχε χορηγήσει, το συνολικό ποσό των 591.338 (512.169,30 + 79.168,90) ευρώ, από τις επιχειρήσεις….., και συγκεκριμένα την 27.6.2017 εισέπραξε το ποσό των 512.169,30 ευρώ, από την πρώτη ως άνω επιχείρηση και την 4.8.2017 το ποσό των 79.168,90 ευρώ από την ως άνω δεύτερη επιχείρηση.
Η ενάγουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ομολογεί ότι μετά την λήξη της προθεσμίας για την κατάθεση της προσθήκης αντίκρουσης των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, (27.6.2017) εισέπραξε με εξουσιοδοτήσεις που της είχε χορηγήσει η εναγομένη, έναντι της απαίτησής της, από την ….
και τον …, μεγαλύτερο ποσό ήτοι συνολικά το ποσό των 623.035,05 ευρώ και απομένει υπόλοιπο ανείσπρακτο 703.336,83 ευρώ. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η ως άνω ένσταση μερικής απόσβεσης της ένδικης απαίτησης, ως οψιγενής ισχυρισμός που αποδεικνύεται παραχρήμα και δη με δικαστική ομολογία ..., δεκτού γενομένου του σχετικού δεύτερου προσθέτου λόγου της εφέσεως, για το ποσό των 623.035,05 ευρώ, όπως διευρύνεται από την ενάγουσα-εφεσίβλητη.
Κατόπιν τούτου, απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι α) ο τέταρτος λόγος έφεσης (που είναι συναφής με τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης), με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται κατά της εκκαλουμένης διότι εσφαλμένα απερρίφθη η ένσταση εξόφλησης που προέβαλε επικουρικά, πρωτοδίκως, και την οποία παραδεκτά επαναφέρει, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα εισέπραξε ποσό 1.104.544,60 ευρώ, με τις από 4.4.2017 έγγραφες εξουσιοδοτήσεις είσπραξης ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων της που της χορήγησε από τρίτες επιχειρήσεις (αλυσίδες super markets….), ενώ το υπόλοιπο ποσό των 221.827,28 (1.326.371,88-1.104,544,60) ευρώ, το έχει ήδη καταβάλει εντός του 2016, σύμφωνα με όσα επικαλείται η ίδια η ενάγουσα στην αγωγή της και συμπεριλαμβάνεται (το υπόλοιπο αυτό) στις καταβολές που έγιναν εκ μέρους της, ποσού 781.761,18 ευρώ, β) ο συναφής πρώτος πρόσθετος λόγος έφεσης, με τον οποίο παραπονείται η εκκαλούσα για την απόρριψη της ενστάσεως εξοφλήσεως που προέβαλε πρωτοδίκως, επικαλούμενη ότι η απαίτηση της ενάγουσας από τις πωλήσεις παγωτών, που έγιναν το 2016 ανέρχεται, σε 1.988.076,29 ευρώ, έχει δε εξοφληθεί με καταβολές συνολικού ποσού 781.761,18 ευρώ και με εκδοθέντα εντός του έτους 2016 πιστωτικά τιμολόγια συνολικού ποσού 2.392.251,84 ευρώ, βάσει του συμβατικού όρου (άρθρο 4 της από 28.1.2013 σύμβασης διανομής).
Περαιτέρω, η εκκαλούσα με τις από 10.4.2019 προτάσεις της ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, προτείνει επικουρικά την ένσταση συμψηφισμού, ανταπαιτήσεώς της, ποσού 780.122,15 ευρώ, η οποία, όπως επικαλείται γεννήθηκε μετά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης (21.5.2018) και αποδεικνύεται εγγράφως, διαλαμβάνεται δε στην από 9.4.2019 (με αρ.
καταθ. 33364/1087/10.4.2019) αγωγή της, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στρέφεται κατά της ενάγουσας - ήδη εφεσίβλητης, στην οποία επιδόθηκε με την αρ. … έκθεση κατάθεσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, διορισμένου στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Ν. (το πλήρες κείμενο της οποίας ενσωματώνει στις προτάσεις της).
Ότι η ανταπαίτηση αυτή αφορά παροχές, (εκπτώσεις για την προώθηση των πωλήσεων) που έδωσε με εντολές της τελευταίας ("…"), στους κατ' ίδιαν πελάτες εντός του έτους 2016 και οφείλει να της καταβάλει το άνω ποσό (780.122,15 ευρώ), η ενάγουσα ήδη εφεσίβλητη εταιρία "…." μέχρι το τέλος του έτους 2016. Επικουρικότερα η εκκαλούσα - εναγομένη προτείνει με τις από 10.4.2019 προτάσεις της, ένσταση επίσχεσης (άρθρο 374 ΑΚ), επικαλούμενη ότι η ενάγουσα- εφεσίβλητη της οφείλει το ποσό των 780.122,15 ευρώ, από οφειλόμενες παροχές του έτους 2016, όπως ειδικότερα εκθέτει στην από 9.4.2019 αγωγή της, και ζητεί να καταδικαστεί - υποχρεωθεί να της καταβάλει το εναπομείναν οφειλόμενο ποσό, με τον όρο ταυτόχρονης καταβολής της ανωτέρω αντιπαροχής της νομιμότοκα από 1.1.2017 άλλως από την επίδοση της από 9.4.2019 αγωγής.
Οι άνω ενστάσεις, προβάλλονται απαραδέκτως, το πρώτον με τις προτάσεις ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, καθώς η εναγομένη, ως εκκαλούσα, μπορεί να προτείνει ενστάσεις που απορρίφθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση και νέες ενστάσεις, αλλά μόνον στις περιπτώσεις που ορίζει το άρθρο 527 ΚΠολΔ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι το υπόλοιπο της απαίτησης της αναιρεσίβλητης για το τίμημα των ένδικων τιμολογίων, ανέρχεται στο οφειλόμενο ποσό των 703.336,83 ευρώ, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και είχε υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 100.000,00 ευρώ και επίσης είχε αναγνωρισθεί ότι οφείλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 1.226.371,88 ευρώ, νομιμοτόκως, και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή, και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 100.000,00 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, το ποσό των 603.336,83 ευρώ, όλα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 513, 361 και 416 Α.Κ., αφού τα ως άνω, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, δεδομένου ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης:
α) η απαίτηση της αναιρεσίβλητης για την καταβολή του τιμήματος των συναπτόμενων διαδοχικών συμβάσεων πώλησης προϊόντων παγωτού διατηρούσε την αυτοτέλειά της, β) το σύνολο των σε βάρος της αναιρεσείουσας χρεώσεων για το έτος 2016, στις οποίες περιλαμβάνονται η αξία των παροχών στο εμπόριο (που προκαταβάλλονταν) και το πιστωθέν τίμημα από τις διαδοχικές συμβάσεις πώλησης που διενεργήθηκαν εντός του έτους 2016, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 4.500.384,90 ευρώ, γ) Από το ποσό αυτό αφαιρέθηκαν οι καταβολές της αναιρεσείουσας με εμβάσματα ή μετρητά συνολικού ποσού 781.761,18 ευρώ και τα εκδοθέντα, σε πίστωση της αναιρεσείουσας και εκκαθάριση του λογαριασμού της, πιστωτικά τιμολόγια συνολικού ύψους 2.392.251,84 ευρώ, που αφορούσαν αμοιβές και παροχές του 2016, και έτσι απέμεινε υπόλοιπο του τιμήματος ύψους 1.326.371,88 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τίμημα των διαδοχικών συμβάσεων πώλησης προϊόντων παγωτού, για τις οποίες η αναιρεσίβλητη εξέδωσε, κατά το χρονικό διάστημα από 9-6-2016 έως 5-9-2016, τα αναφερόμενα παραπάνω τιμολόγια κατ' είδος και αξία για κάθε συγκεκριμένη πώληση, και δ) μετά την άσκηση της αγωγής πραγματοποιήθηκαν απευθείας εισπράξεις εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ποσού των 623.035,05 ευρώ και ως εκ τούτου το υπόλοιπο του τμήματος των ένδικων συμβάσεων, ανήλθε στο ποσό των 703.336,83 ευρώ, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης ως προς το ανεξόφλητο υπόλοιπο του τιμήματος των ένδικων συμβάσεων.
Παράλληλα, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον εξέθεσε με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 513, 361 και 416 ΑΚ, που ορθώς εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας, με πληρότητα, το πλαίσιο που διήπε τις ένδικες διαδοχικές πωλήσεις, την αφαίρεση της αμοιβής της αναιρεσείουσας, συνιστάμενη σε έκπτωση του 10,50 % της αρχικής προ ΦΠΑ αξίας, και των παροχών της αναιρεσίβλητης προς τους πελάτες μέσω της αναιρεσείουσας, το εναπομένον υπόλοιπο τιμήματος κατά την άσκηση της αγωγής, και το εναπόμενον, μετά τις μεταγενέστερες αυτής καταβολές, ανεξόφλητο υπόλοιπο ύψους 703.336,83 ευρώ, χωρίς να απαιτείται η αναφορά ετέρων πραγματικών περιστατικών.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, ως προς τις λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις περί ανεπαρκούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας και, ειδικότερα, ότι α) ότι το ύψος του τζίρου πωλήσεων το έτος 2016 ήταν μόνο 1.988.076,29 ευρώ, ενόψει του ότι η αναιρεσίβλητη στις από 3-4-2017 προτάσεις της επί της από 5-12-2016 αγωγής της αναιρεσείουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 97/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξωδίκως [και όχι ρητά όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αφού δεν έγινε ενώπιον του δικάζοντος την ένδικη υπόθεση δικαστηρίου (ΑΠ 535/2022)] ομολογεί ότι το 2016 ο τζίρος ήταν μόνο 1.988.076,29 ευρώ, και ότι αφού δεν υπάρχει αντίθετη παραδοχή το συνολικό τίμημα των εκδοθέντων τιμολογίων πώλησης μέσα στο έτος 2016 ανέρχεται στο προαναφερθέν ποσό, το οποίο με μικρή επουσιώδη απόκλιση ταυτίζεται με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας στις πρωτόδικες προτάσεις της, ότι ο τζίρος πωλήσεων από 1-1-2016 έως 31-12-2016 ανερχόταν σε 1.997.344,42 ευρώ και με βάση την ανωτέρω ομολογία της αναιρεσίβλητης στην κρινόμενη αγωγή ότι έλαβαν χώρα μέσα στο 2016 καταβολές 781.761,18 ευρώ και εκδόθηκαν πιστωτικά 2.392.251,84 ευρώ, η ένδικη απαίτηση της αναιρεσείουσας, ύψους 1.988.076,29 ευρώ έχει πλήρως εξοφληθεί, β) ότι το υπερβάλλον του ποσού 1.988.076,29 ευρώ μέχρι το επικαλούμενο ποσό των 4.500.384,90 ευρώ θα προέρχεται ενδεχομένως από άλλη αιτία, γ) ότι δεν εξειδικεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση το συνολικό πιστωθέν τίμημα των διαδοχικών συμβάσεων πώλησης ούτε απέδειξε η αναιρεσίβλητη ποιες απαιτήσεις και ποια τιμολόγια μέσα στο έτος 2016 εξοφλήθηκαν με τα εκδοθέντα πιστωτικά τιμολόγια και τις καταβολές, και ότι τυχόν οφειλή τιμήματος θα μπορούσε να προσδιοριστεί από την παράθεση όλων των τιμολογίων του έτους, ότι δεν εξειδικεύεται η αιτία των συνολικών σε βάρος της αναιρεσείουσας χρεώσεων, ονομαστικά κατά τιμολόγιο, ύψους 4.500.384,90 ευρώ, ούτε ο τρόπος με τον οποίο αφαιρέθηκε από κάθε τιμολόγιο η παροχή του 10,50%, δ) ότι ουδεμία αιτιολογία υφίσταται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αξία των παγωτών μέσα στο έτος 2016 δεν ανερχόταν σε 1.988.076,29 ευρώ, ε) ότι το αν υπάρχει οφειλή της αναιρεσείουσας θα προέκυπτε, αν από το σύνολο των αγορών μέσα στο έτος 2016, αφαιρεθούν οι πρόσθετες αμοιβές και οι δοθείσες παροχές, στ) ότι η ασκηθείσα ένσταση εξόφλησης, που επαναφέρθηκε στο Εφετείο, αποδεικνυόταν από εξώδικες ομολογίες της αναιρεσίβλητης, ως ενάγουσας - εφεσίβλητης, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι μεν προβαλλόμενες ελλείψεις αφορούν την πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς συντιθέμενου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος, οι δε λοιπές αιτιάσεις δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλά αποτελούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, προς ενίσχυση των αντίθετων προς το αποδεικτικό πόρισμα απόψεων αυτής, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1097/2021, ΑΠ 732/2021).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, και αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το επικουρικό σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 11 γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι υπάρχει αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη το έγγραφο της από 9-4-2019 και με αριθμ. έκθ. κατ. 33364/1087/2019 αγωγής που άσκησε η αναιρεσείουσα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά της αναιρεσίβλητης, και απ' όσα εξέθετε η αναιρεσείουσα σ' αυτήν την αγωγή προέκυπτε ότι η συνολική αξία των προϊόντων παγωτού που αγόρασε, μέσα στο έτος ανερχόταν στο ποσό των 2.806.754,52 ευρώ, ότι εκδόθηκαν από την αναιρεσείουσα πιστωτικά τιμολόγια συνολικής αξίας 620.589,24 ευρώ, ότι οι παροχές που δόθηκαν με εντολές της εναγόμενης στους κατ' ιδίαν πελάτες ανέρχονταν στο ποσό των 780.122,15 ευρώ, και με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης για αφαίρεση καταβολών ποσού 1.404.796,23 ευρώ (781.761,18 + 623.035,05) και πιστωτικών τιμολογίων ποσού 2.392.251,84 ευρώ, ήτοι συνολικά 3.797.048,07 ευρώ εξοφλήθηκε το προαναφερθέν υπόλοιπο των 2.186.165,28 ευρώ.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκκαλούσα προσκόμισε και επικαλέστηκε την παραπάνω αγωγή της για να αποδείξει την προταθείσα (με τις προτάσεις της) στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ένσταση συμψηφισμού ανταπαίτησής της ύψους 780.122,15 ευρώ, από παροχές (εκπτώσεις για την προώθηση πωλήσεων) που, κατόπιν εντολών της αναιρεσίβλητης, έδωσε στους κατ' ιδίαν πελάτες μέσα στο έτος 2016, και, επικουρικά, την ένσταση επίσχεσης μέχρι να της καταβάλει η αναιρεσίβλητη το προαναφερθέν ποσό των 780.122,15 ευρώ, προερχόμενο από την ανωτέρω αιτία, ενστάσεις που απορρίφθηκαν, όμως, από το Εφετείο ως απαράδεκτες, επειδή δεν ήχθησαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με έφεση ή πρόσθετους λόγους στην τακτική διαδικασία, κατά την οποία δικάζεται η διαφορά.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, ενώ από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση και του επικαλούμενου ως αγνοηθέντος από την αναιρεσείουσα εγγράφου.
Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, αλλά κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να ζητήσει: 1) τα παρεπόμενα του κυρίου αντικειμένου της αγωγής και 2) αντί γι" αυτό που ζητήθηκε αρχικά άλλο αντικείμενο ή το διαφέρον εξαιτίας μεταβολής που επήλθε.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, κατά τον οριζόμενο από την διάταξη αυτή τρόπο και χρόνο, ο ενάγων μπορεί να ζητήσει τη διάγνωση μιας έννομης σχέσης ή συνέπειας, η οποία σε σχέση με το κύριο αντικείμενο της δίκης έχει παρεπόμενο χαρακτήρα (π.χ. τόκους, ωφελήματα του πράγματος, τέλη χαρτοσήμου, συστατικά εδάφους κλπ.).
Όμως, θα πρέπει η παρεπόμενη έννομη σχέση να συναρτάται με το κύριο αντικείμενο της δίκης ως αναγκαίο έννομο αποτέλεσμα από τον νόμο ή από τη σύμβαση (ΑΠ 205/2020). Ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, με την έννοια ότι και ο ανωτέρω περιορισμός έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται η αγωγή, κατά το μέρος αυτό, ως μη ασκηθείσα και να αίρονται αναδρομικώς οι συνέπειες της άσκησής της (ΑΠ 1241/2021, ΑΠ 793/2019, ΑΠ 165/2018, ΑΠ 1252/2015).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 1241/2021, ΑΠ 321/2020, ΑΠ 986/2008), ενώ δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια του από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου οι προβληθέντες μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι, αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 1028/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσίβλητη με την ένδικη αγωγή, αφού εξέθεσε τα προαναφερθέντα, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό 1.326.371,88 ευρώ, ως τίμημα που αντιστοιχεί στα πωληθέντα και παραδοθέντα εμπορεύματα που περιγράφονται στα ενσωματούμενα τιμολόγια, εντόκως από την αναφερόμενη στα τιμολόγια δήλη ημέρα πληρωμής, άλλως από την 5-9-2016, ως χρόνο όχλησης της αναιρεσείουσας, άλλως από την άσκηση της αγωγής, ενώ στο αιτητικό της αγωγής περιλήφθηκε ο όρος "εντόκως κατά τις ανωτέρω διακρίσεις", οι οποίες εξειδικεύονταν πλήρως στο ιστορικό της αγωγής.
Ακολούθως, η αναιρεσίβλητη, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αναπτύχθηκε στις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις της, περιόρισε, πλην άλλων, το παρεπόμενο αίτημα τοκοδοσίας από την επίδοση της αγωγής. Η αναιρεσείουσα, με τις νόμιμα κατατεθείσες, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προτάσεις της, πρότεινε την ένσταση αοριστίας του αιτήματος "εντόκως κατά τις ως άνω διακρίσεις" και με σχετικό λόγο έφεσης κατά της εκκαλούμενης, με την οποία κρίθηκε παραδεκτός ο ανωτέρω περιορισμός τοκοδοσίας, επανέφερε την παραπάνω ένσταση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε, σιγή, τον παραπάνω λόγο έφεσης.
Ωστόσο, το ανωτέρω αγωγικό αίτημα τοκοδοσίας, όπως αυτό υποβλήθηκε και στη συνέχεια παραδεκτά περιορίστηκε, ήταν ορισμένο, χωρίς να λάβει χώρα προσθήκη νέων περιστατικών, με τα οποία να τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε ή προστέθηκε ιστορική βάση της αγωγής, και το Εφετείο έλαβε, ασφαλώς, υπόψη τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας αλλά τον απέρριψε "εκ των πραγμάτων" ως αβάσιμο, κρίνοντας ορισμένο και νόμιμο το προαναφερόμενο αίτημα, ενώ δεν παρέλειψε παρά το νόμο να απορρίψει ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας το αίτημα τοκοδοσίας.
Επομένως, ο τρίτος, από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, αντίστοιχα, της μη λήψης υπόψη πραγμάτων, γιατί δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε στο σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, και της παρά νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις-που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237; 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις- που δεν προσκομίστηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί η επίκληση άϋτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 1401/2019).
Η λήψη ή μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, και δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο στήριξε τη δικανική του πεποίθηση κυρίως στα άλλα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο για το οποίο δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 954/2021, ΑΠ 879/2018).
Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Έτσι απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων (ΑΠ 1079/2020, ΑΠ 2001/2017, ΑΠ 2106/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη για την απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής α) τη με αριθμ.
….ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Α. Τ., ενώπιον του συμβ/φου Αθηνών Α. Δ., και β) τις ληφθείσες επ' ευκαιρία άλλης δίκης με αριθμ. …. ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α. Τ., Ν. Σσ και Ν. Κ., αντίστοιχα, ενώπιον του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Α. Δ., ως δικαστικά τεκμήρια, δεδομένου ότι θεωρούνται ότι δεν προσκομίστηκαν, αφού στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εξειδικεύεται το ονοματεπώνυμο του συμβολαιογράφου ή Ειρηνοδίκη ενώπιον του οποίου έλαβαν χώρα, και, επιπλέον, όσον αφορά τις ως άνω ληφθείσες ως δικαστικά τεκμήρια, διότι δεν αναφέρεται στο πλαίσιο ποιας δίκης ελήφθησαν, γεγονός που είχε ουσιώδη επίδραση στην εν μέρει κατ' ουσίαν παραδοχή της αγωγής.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 15-4-2019 προτάσεων της αναιρεσίβλητης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει ότι στις σελίδες 15, 16 και 44 αναφέρεται ο συμβολαιογράφος Α. Δ., ενώπιον του οποίου δόθηκαν τόσο η με στοιχείο (α) ένορκη βεβαίωση, ως επώνυμο αποδεικτικό μέσο της ένδικης υπόθεσης, όσο και οι λοιπές, με στοιχείο (β) ένορκες βεβαιώσεις, έχουσες το χαρακτήρα απλού εγγράφου και, επίσης, αναφέρεται ότι οι τελευταίες δόθηκαν στο πλαίσιο της δίκης που ανοίχθηκε με την από 5-12-2016 αγωγή της αναιρεσείουσας, ανεξαρτήτως του ότι δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της δίκης στην οποία δόθηκαν (βλ.
ΑΠ 993/2006). Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, όσον αφορά τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, σχετικά με τις ένορκες βεβαιώσεις υπό σχετ. 320, 321, 327 των προτάσεων της αναιρεσίβλητης, ότι δεν αναφέρονται ο αριθμός και το έτος, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει η ταυτότητα των εγγράφων αυτών, είναι απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο πρέπει να προσδιορίζονται κατά τρόπο συγκεκριμένο τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη χωρίς να έχει γίνει νόμιμη επίκληση και δεν αρκεί η παραπομπή σε διαδικαστικό έγγραφο της υπόθεσης, όπως οι προτάσεις στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 354/2021, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 360/2008).
Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση των ανωτέρω προτάσεων προκύπτει ότι έγινε από την αναιρεσίβλητη επίκληση των σχετ. 320 και 327, που αφορούν τις παραπάνω με αριθμ. …ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Α. Τ. και Ν. Σ., αντίστοιχα, οι οποίες ελήφθησαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια και τις οποίες, μαζί με άλλες, η αναιρεσίβλητη είχε επικαλεσθεί και προηγουμένως ως σχετ. 26-29Ε, και συνεπώς ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο ανωτέρω λόγος, ως προς την ένορκη βεβαίωση με σχετ. 321, που αφορά τη με αριθμ …ένορκη βεβαίωση του Σ. Π., ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθώς το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, βεβαίωσε ρητά ότι δεν έλαβε υπόψη αυτήν για το αποδεικτικό του πόρισμα.· Κατά τη διάταξη από τον αριθμό 11α του ίδιου ως άνω άρθρου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, εφόσον το δικαστήριο, κατά την έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει (ΑΠ 885/2021, ΑΠ 88/2021).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται μεν σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ολΑΠ 2/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο237 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, μέσα σε εκατό (100) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται σ' αυτές.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 422 παρ. 1 και 424 ΚΠολΔ, τα οποία προστέθηκαν με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 ν. 4335/2015 και ισχύουν, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, από 1.1.2016, "ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα" (422 παρ. 1) και "ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" (424).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι ο διάδικος, που επικαλείται ως αποδεικτικό μέσο ένορκη βεβαίωση, οφείλει να προσκομίσει αυτήν, όπως και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, με τις προτάσεις που κατατίθενται σύμφωνα με το άρθρο 237 ΚΠολΔ, χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση να έχει ληφθεί η επικαλούμενη ένορκη βεβαίωση πριν την ημέρα κατάθεσης των προτάσεων.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον έλαβε υπόψη τη με αριθμ. … ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Α. Τ. ενώπιον του συμβ/φου Αθηνών Α. Δ., η οποία είναι ανυπόστατη, γιατί συντάχθηκε την ημέρα της κατάθεσης των προτάσεων (12- 6-2017) και όχι σε χρόνο προγενέστερο, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανίκανου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διάδικου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού.
Τούτο συνάγεται, κυρίως, από το ως άνω άρθρο 415 ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους. Η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατόν να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διάδικου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη (Ολ.ΑΠ 1328/1977, ΑΠ 76/2021, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 1274/2019). Κατά συνέπεια, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 717/2020, ΑΠ 1192/2018, ΑΠ 1325/2017, ΑΠ 397/2016, ΑΠ 1080/2015).
Τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του λόγου, ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ό,τι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά. Άρα ένορκη βεβαίωση ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ιδίου του διαδίκου ή του νόμιμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο.
Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά το χρόνο της ένορκης βεβαίωσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαίωσης (ή κατάθεσης) ως ανυπόστατης. Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον ανωτέρω από τον αριθ. 11 περ.
α' του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα αν προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 894/2021, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 2076/2017). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ο εξετασθείς μάρτυρας είχε ή όχι κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του διαδίκου νομικού προσώπου ή μέλους της διοίκησης αυτού, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 § ΚΠολΔ.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του ν. 2190/20, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 3604/2007, ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας και ορίζεται, με το άρθρο 18 παρ. 1, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως.
Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ.α του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 ν.δ. 4237/1962, το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επίτευξη του σκοπού της, ενώ κατά την παρ. 3 εδ.
α του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 ν. 3604/2007, επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 Α.Κ, προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτή αλλά όργανο της.
Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσωπήσεως της ανώνυμης εταιρείας και διαχειρίσεως της περιουσίας της επιτρέπεται κατά τις πιο πάνω διατάξεις να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου, είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας που εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό.
Για το λόγο αυτό ο δεσμός του με την εταιρεία είναι ίδιος με το δεσμό του διοικητικού συμβουλίου με αυτήν και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου (ΑΠ 69/2021, ΑΠ 1085/2019, ΑΠ 541/2018, ΑΠ 472/2016, ΑΠ 1827/2012). Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του Δ.Σ. διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ.
και 713 επ. Α.Κ., καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν τη βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά ενεργούν, ως αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο (ΑΠ 1171/2019, ΑΠ 1085/2019, ΑΠ 148/2013). Σύμφωνα με τα παραπάνω, τα υποκατάστατα όργανα, ανεξαρτήτως αν προέρχονται από το διοικητικό συμβούλιο ή όχι εξομοιώνονται από κάθε άποψη αρμοδιοτήτων, εξουσιών και ευθύνης και, συνεπώς, δεν μπορεί να είναι μάρτυρας ή να βεβαιώνει ενόρκως ο τρίτος, υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, αφού ενεργεί και εκπροσωπεί την εταιρεία ως όργανο αυτής, ασχέτως αν ενεργεί ατομικά ή από κοινού με άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη τη με αριθμ. … ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Α. Τ., ενώπιον του συμβ/φου Αθηνών Α.
Α. Δ., η οποία αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, αφού ο ανωτέρω μάρτυρας, κατά το χρόνο της ένορκης βεβαίωση ήταν υποκατάστατος με εκχωρηθείσα - μεταβιβασθείσα εκπροσωπευτική και διαχειριστική αρμοδιότητα, συνυπογράφοντας με ένα από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, και είχε τις αρμοδιότητες εκπροσώπησης, από το άρθρο 11 του καταστατικού της, μέχρι το ποσό του 1.000.000,00 ευρώ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, καθόσον έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο μάρτυρας Α. Τ. ήταν μέλος της διοίκησης της ενάγουσας κατά το χρόνο της ένορκης βεβαίωσης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και λαμβάνοντας υπόψη για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και την ως άνω ένορκη βεβαίωση ουδόλως έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο από το νόμο και δη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, αφού δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία σχημάτισε από τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία, ότι ο ανωτέρω μάρτυρας δεν ήταν μέλος της διοίκησης της ενάγουσας κατά το χρόνο της ένορκης βεβαίωσης.
Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο από τον αρ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα τις με αριθμ. .. ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Α. Δ. των μαρτύρων Α. Τ. και Ν. Σ., αντίστοιχα, οι οποίες δόθηκαν επ' ευκαιρία άλλης δίκης, για το λόγο ότι τον κρίσιμο χρόνο της 17-3-2017 είχαν την ιδιότητα του υποκατάστατου του διοικητικού συμβουλίου, συμπράττοντας με μέλος του δ.σ. αυτής, μέχρι το ποσό των 10.000.000,00 ευρώ και 1.000.000,00 ευρώ, αντίστοιχα, και αποτελούσαν για το λόγο αυτό ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις συντάχθηκαν επ' ευκαιρία άλλης δίκης, και συνεπώς, δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων έγινε με την προσκόμιση και επίκληση ως εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται (ΑΠ 276/2021, ΑΠ 461/2021, ΑΠ 438/2018), ενώ δεν ελήφθησαν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν στην ένδικη δίκη, εφόσον το δικαστήριο δεν βεβαιώνει με την απόφαση του το αντίθετο (ΑΠ 1016/2020, ΑΠ 1684/2018, ΑΠ 898/2017).
Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του αιτήματος της, λόγω της ήττας της, (άρθρ. 183, 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-2-2020 αίτηση της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "…." για αναίρεση της 5441/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης στην αναιρεσείουσα, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ