Supreme Court allows appeal against second instance judgment for procedural error but dismisses appeal against first instance judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the first instance judgment but allowed the appeal against the second instance judgment due to a procedural error. The appellant argued that the second instance court incorrectly declared the first instance judgment inadmissible under Article 216 of the Code of Civil Procedure. The court found that the second instance court erred in law by treating the first instance judgment as inadmissible when it should have been considered final and binding, thus allowing the appeal against that specific decision while rejecting the appeal against the first instance ruling.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 524, 272, 216 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a second instance judgment that declared a first instance judgment inadmissible is admissible if the second instance court erred in law by treating the first instance judgment as final and binding, whereas the first instance judgment itself remains subject to appeal only if the second instance judgment is set aside.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 819 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 819/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α1", που εδρεύει στον ..., λειτουργεί νόμιμα υποκατάστημα στα ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Κατσερέλη. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α2" και τον διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στη βιομηχανική περιοχή … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιάρκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5446/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2401/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-9-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 2-12-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή της αίτησης αναίρεσης της 2401/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη της ίδιας αίτησης για αναίρεση της 5446/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί της από 17-9-2015 αίτησης για αναίρεση, α)της 2401/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και β)της 5446/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 524 παρ.3 και 272 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι η απόρριψη της έφεσης, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους, διότι παρ'όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι.
Επομένως αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνο η, μη υποκειμένη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας, απόφαση του Εφετείου στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Με τον τρόπο αυτό, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, θεωρούμενα ως επικυρωθέντα από το εφετείο, μπορούν να προσβληθούν με την αίτηση αναίρεσης, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ'όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.ΑΠ16/1990).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1β και 554 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού (Ολ.ΑΠ17/2013).
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 2401/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ'ουσίαν, λόγω της ερημοδικίας της την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 5446/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι παραδεκτή, εφόσον, όπως προκύπτει από την επ'αυτής βεβαίωση της δικαστικής επιμελήτριας Σ.
Γ. (σε συνδυασμό με την επίσης επ'αυτής παραγγελία προς επίδοσή της του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης) και το από 14-12-2016 πιστοποιητικό του γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, η προσβαλλόμενη ερήμην απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 31 Ιουλίου 2015 και κατ'αυτής δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας.
Συνεπώς, κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, η εν λόγω απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη. Κατά το μέρος όμως που η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της ενσωματωθείσας στην προαναφερόμενη απόφαση του εφετείου, 5446/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής (ΑΠ 1742/2014). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να παρέχουν την δυνατότητα στο δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και στον εναγόμενο να μπορεί να αμυνθεί.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή του πωλητή κατά του αγοραστή, με την οποία διώκεται η καταβολή του συμφωνηθέντος για την πώληση τιμήματος, αρκεί και πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, το αντικείμενο της πώλησης (πράγμα ή δικαίωμα), το τίμημα και η σχετική με αυτά, συμφωνία των μερών (ΑΠ220/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 5446/2014, ενσωματωθείσα στην προσβαλλόμενη, απόφασή του, απέρριψε την από 1-10-2008 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ως αόριστη, με τις ακόλουθες κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, παραδοχές: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) με την κρινόμενη αγωγή της ισχυρίζεται ότι έχει ως αντικείμενο στην επεξεργασία και εμπορία μαρμάρων και ότι στα πλαίσια συνεργασίας της με την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) πώλησε σ'αυτήν και της παρέδωσε κατά το χρονικό διάστημα από 8-2-2008 έως 28-5-2008, μάρμαρα συνολικής αξίας 42.743,18 ευρώ, με την έκδοση για τις διαδοχικές αυτές πωλήσεις ...των αναφερομένων στην αγωγή τιμολογίων και αντίστοιχων δελτίων αποστολής, με την προφορική συμφωνία να εξοφλείται το τίμημα κάθε τιμολογίου εντός ενενήντα ημερών από την έκδοσή του. 'Οτι η εναγομένη αν και παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα πωληθέντα εμπορεύματα (μάρμαρα), δεν κατέβαλε το αντίστοιχο τίμημα κάθε τιμολογίου, έναντι δε της συνολικής οφειλής της, ύψους 42.743,18 ευρώ, εξέδωσε και παρέδωσε στην ενάγουσα τρεις επιταγές ποσού 5.000 ευρώ η κάθε μία.
Ότι η εναγομένη αν και οχλήθηκε προς καταβολή του υπολοίπου τιμήματος, ύψους 27.743,18 ευρώ, δεν έχει καταβάλει το ποσό αυτό. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 27.743,18 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της έγγραφης όχλησης της στις 27-6-2008, άλλως την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση...
Η αγωγή ωστόσο δεν είναι ορισμένη, καθόσον η ενάγουσα με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής αναφερόμενη στο ποσό των εκδοθέντων τιμολογίων, ύψους 42.743,18Ε, ζητά ν'αφαιρεθεί από τη συνολική αξία των τελευταίων το ποσό των 15.000Ε, για το οποίο η εναγομένη εξέδωσε 3 επιταγές των 5.000Ε εκάστη προς εξόφληση των τιμολογίων, δηλώνοντας ότι το υπόλοιπο της αξίας των τιμολογίων ανέρχεται κατά συνέπεια στο ποσό των 27.743,18 ευρώ, χωρίς περαιτέρω να εξειδικεύει σε ποιο από τα ειδικότερα κονδύλια των τιμολογίων αφορά η ανωτέρω αφαίρεση.
Περαιτέρω από την ανωτέρω διατύπωση του αγωγικού αιτήματος δε μπορεί να συναχθεί ότι η ενάγουσα ζητεί κατά ποσοστό την αναλογική μείωση όλων των κονδυλίων των επίδικων τιμολογίων. Πλην όμως με τον τρόπο αυτό η αγωγή καθίσταται αόριστη, καθόσον προκαλείται αοριστία ως προς τα ανεξόφλητα τιμολόγια, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση.
Κατ'ακολουθία εμποδίζεται και η εκτέλεση του διατακτικού της εκδοθησομένης απόφασης, αναφορικά με τα επίδικα τιμολόγια, ανάλογα με το ποιό από αυτά έχει ήδη εξοφληθεί και κατά ποιό ποσό, ώστε το εναπομείναν υπόλοιπο από κάθε τιμολόγιο να μπορεί να επιφέρει επιμέρους ουσιαστικές συνέπειες σε ό,τι αφορά την τοκοφορία της εκάστοτε απαίτησης.....".
Η αγωγή, όμως ενόψει του παραπάνω περιεχομένου της και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, είναι αρκούντως ορισμένη, αφού περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται από τον νόμο, για την στήριξη του αιτήματος της καταβολής του ανεξόφλητου τιμήματος των πωληθέντων από την αναιρεσείουσα προϊόντων προς την αναιρεσίβλητη, χωρίς να απαιτείται η αναφορά των συγκεκριμένων τιμολογίων από τα οποία πρέπει να γίνει η αφαίρεση του ποσού των 15.000 ευρώ, που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή είχε ήδη καταβληθεί στην αναιρεσείουσα.
Επισημαίνεται ότι η έλλειψη σχετικής εξειδίκευσης, δεν εμποδίζει την εκτέλεση του διατακτικού ως προς την τοκοφορία της επίδικης απαίτησης, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, καίτοι εκτίθεται στην επίμαχη αγωγή ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει να εξοφλείται το τίμημα κάθε τιμολογίου εντός ενενήντα ημερών από την έκδοσή του, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ζητεί τελικώς επιδίκαση τόκων επί του συνολικού ανεξόφλητου τιμήματος από 27-6-2008, επικαλούμενη έγγραφη όχληση, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Συνεπώς, η ενσωματωθείσα στην προσβαλλόμενη, απόφαση, του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτο, κατά παράβαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, οι δύο αναιρετικοί λόγοι που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, κατ'ενιαία ορθή εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.14 (και όχι 1 και 19), είναι βάσιμοι.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (αρθρ.580 παρ.3ΚΠολΔ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου σ'αυτήν (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (αρθρ.176,183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Επισημαίνεται ότι δεν θα υπολογιστούν έξοδα για το απορριπτικό σκέλος της ένδικης αίτησης, αφού η αναιρεσίβλητη δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερη δαπάνη για την αντιμετώπισή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Σεπτεμβρίου 2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "Α1", για αναίρεση της 5446/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Αναιρεί την 2401/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ