Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague burden of proof argument lacking specific factual error details.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling the additional grounds inadmissible. The appellant argued the lower court misapplied burden of proof rules, but the court found this claim too vague to proceed. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495 and 569 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground alleging erroneous application of burden of proof rules is inadmissible if it fails to specify the particular factual claim and the specific error made by the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 898 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 898/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. χήρας Α. Χ., το γένος Γ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γερασιμούλα Σιμωνετάτου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. συζύγου Ν. Τ., το γένος Ι. Χ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αθανασόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/10/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6810/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5707/2012 μη οριστική και 7001/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/4/2015 αίτησή της και τους από 18/5/2016 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 22/1/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 14/4/2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 7001/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών καθώς και την από 20/10/2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των πρόσθετων λόγων αυτής.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους από 18.5.2016 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 7001/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε και κατ’ ουσία την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 6810/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσία η από 19.10.2009 αγωγή της αναιρεσείουσας κατ’ αυτής. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να αφορούν τα ίδια κεφάλαια της απόφασης που προσβλήθηκε, καθώς και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαίως συνέχονται με αυτά, ασκούνται δε μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, με σύνταξη κάτω από αυτό εκθέσεως, ενώ αντίγραφό του επιδίδεται, πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 111 παρ 1 και 2, 568 παρ. 2, 3, 4 και 570 παρ.3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης ολοκληρώνεται με την κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.
Για το παραδεκτό όμως της ασκήσεώς τους απαιτείται και επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω, πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης προθεσμία. Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης, η οποία αποτελεί το όριο για την κατάθεση και κοινοποίηση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης νοείται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 569, 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔ, εκείνη η οποία ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ’ αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης.
Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, αλλά και της κοινοποιήσεώς τους πριν από την 30ήμερη αυτή προθεσμία, σε όλους τους διαδίκους, επάγεται το απαράδεκτο αυτών, λόγω έλλειψης προδικασίας, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους. Προς τούτο το δικαστήριο ερευνά και αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της άσκησης των προσθέτων λόγων (ΑΠ 39/2016, ΑΠ 862/2015, ΑΠ 649/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η Μ. χήρα Α. Χ. άσκησε κατά της 7001/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών την από 14.4.2015 αίτηση αναίρεσης, το δικόγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 16.4.2015 και αρχική δικάσιμος αυτής ορίστηκε από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος η 1.2.2016. Κατά την ως άνω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την 7.11.2016.
Ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης στην τελευταία μετ’ αναβολή δικάσιμο η αναιρεσείουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτό πράξη κατάθεσης του Γραμματέα του Αρείου Πάγου Π. Ι., το από 18.5.2016 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
Η κατάθεση του δικογράφου έγινε στις 18.5.2016, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο από την αρχικά ορισθείσα για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο.
Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης έχουν ασκηθεί εκπρόθεσμα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενου του παραδεκτού της ασκήσεως αυτών, κρίνονται απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, είτε επειδή στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπάρκεια αιτιολογίας) είτε όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ούτε γιατί το δικαστήριο έδωσε μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα ή σε ορισμένο έγγραφο. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 493/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που ειδικά αναφέρει αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη τέλεσε με τον Α. Χ., αδελφό της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, νόμιμο πολιτικό γάμο στο Ρίμινι Ιταλίας την 19.06.1982.
Από το γάμο τους αυτό δεν απέκτησαν τέκνα. Ο ως άνω γάμος λύθηκε με το θάνατο του ανωτέρω συζύγου της ενάγουσας την 21.01.2009. Ο αποβιώσας Α. Χ. δεν κατέλειπε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την εναγομένη αδελφή του, πλησιέστερη συγγενή αυτού και από την ενάγουσα σύζυγό του. Κατά την τέλεση του γάμου τους (19.06.1982) η μεν ενάγουσα δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο, ενώ ο σύζυγός της Α.
Χ. είχε στην αποκλειστική κυριότητά του μια ισόγεια οικία εμβαδού 74 τ.μ. σε οικόπεδο 438 τ.μ. που βρίσκεται στον οικισμό "..." του ... που περιήλθε σ’ αυτόν από δωρεά του πατέρα του Ι. Χ. του Α. δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1979 δωρητηρίου συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Σάμου Α. Γ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, αξίας κατά το χρόνο τέλεσης του ως άνω γάμου τους 3.000.000 δραχμών.
Στις 27.04.1981 απεβίωσε στη Σάμο ο Ι. Χ. του Α., πατέρας του συζύγου της ενάγουσας Α. Χ., ο οποίος δυνάμει της από 20.09.1979 ιδιόγραφης διαθήκης του, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στις 16.09.1981 από το Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου με το υπ’ ...01 πρακτικό του, εγκατέστησε μεταξύ άλλων κληρονόμων τη σύζυγό του Β. χήρα Ι. Χ. και το γιο του Α. - Μ.
Χ. (αποβιώσαντα σύζυγο της ενάγουσας), στους οποίους κατέλειπε στη μεν σύζυγο του την ισόβιο επικαρπία, στο δε γιο του την ψιλή κυριότητα, στα παρακάτω περιγραφόμενα ακίνητα: 1) Το υπ’ αριθμ…. διαμέρισμα υπογείου πολυκατοικίας, επιφάνειας 62,50 τ.μ, που βρίσκεται στην ... και επί της οδού .... 2) Ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 11.900 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...
στο Δήμο ..., εκτός σχεδίου πόλεως. 3) Το υπ’ αριθμ. … οικόπεδο του υπ’ ... Ο.Τ., που βρίσκεται εντός των ορίων της ... πολεοδομικής ενότητας το" Δήμου Γλυφάδας Αττικής και επί της οδού ..., εκτάσεως 464, 13 τ.μ.. Και 4) ένα αστικό ακίνητο, δηλαδή ένα ερειπωμένο κλίβανο με το οικόπεδο του, επιφάνειας 45 τ,μ., που βρίσκεται στην Κοινότητα ....
Κατά τη διάρκεια του γάμου τους (ενάγουσας και θανόντος συζύγου της Α. Χ.) και συγκεκριμένα στις 30.08.1982 οι ως άνω κληρονόμοι του Ι. Χ., Β. χήρα Ι. Χ. και Α. Χ., αποδέχθηκαν την ανωτέρω επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά ακινήτων δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...30.08.1982 πράξεως αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Σάμου Ι.
Κ. του Ν., που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Στη συνέχεια δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../30.08.1982 συμβολαίου του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου Σάμου Ι. Κ. του Ν., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, η ως άνω κληρονόμος του Ι. Χ., Β. χήρα Ι. Χ., παραιτήθηκε από το δικαίωμα της ισοβίου επικαρπίας της επί όλων των ανωτέρω κληρονομιαίων ακινήτων του συζύγου της υπέρ του ψιλού κυρίου και τέκνου της Α.
Μ. Χ. Έτσι ο θανών σύζυγος της ενάγουσας Α. Χ. κατέστη κατά πλήρη κυριότητα κύριος των ανωτέρω κληρονομιαίων ακινήτων λόγω συνένωσης της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα και με παραίτηση της επικαρπώτριας μητέρας του Β. χήρας Ι. Χ. από το δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας επ’ αυτών και μάλιστα από της 30.08.1982 που συντελέσθηκε η αποδοχή κληρονομιάς τους, η παραίτηση από την ισόβια επικαρπία και τη μεταγραφή των πράξεων αυτών και αναδρομικά από το χρόνο θανάτου (27.04.1981) του κληρονομουμένου συζύγου και πατέρα τους Ι.
Χ..
Συνεπώς, τα εν λόγω κληρονομιαία ακίνητα, ενόψει της ρητής νομοθετικής επιταγής του άρθρου 1400 παρ. 3 του Α.Κ. που τα εξαιρεί από την περιουσιακή επαύξηση, δεν θα υπολογισθούν στο ενεργητικό ούτε της αρχικής ούτε της τελικής περιουσίας, κατά τα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια του γάμου της ενάγουσας και του θανόντος συζύγου της Α.
Χ. ο τελευταίος προέβη σε διάθεση (εκποίηση) των παρακάτω από των ανωτέρω αναφερομένων λόγω δωρεάς και κληρονομιάς ανηκόντων σ’ αυτόν ακινήτων από τα οποία εισέπραξε τα αντίστοιχα αναφερόμενα ποσά και συγκεκριμένα: 1) Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../29.09.1999 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σάμου Ν. Σ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, πώλησε το ως άνω ακίνητο που απόκτησε από δωρεά από τον πατέρα του, δηλαδή μια ισόγεια οικία εμβαδού 74 τ.μ.
σε οικόπεδο 438 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό "..." του Δήμου ..., αντί τιμήματος 14.500.000 δρχ. (ή 42.553 ευρώ), 2) Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1998 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Πειραιά Ε. Φ. - Χ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, πώλησε το ως άνω υπ’ ... κληρονομιαίο ακίνητο (οικόπεδο) του υπ’ ... Ο.Τ., που βρίσκεται εντός των ορίων της ...
πολεοδομικής ενότητας του Δήμου Γλυφάδας Αττικής και επί της οδού ..., εκτάσεως 464,13 τ.μ., αντί τιμήματος 68.400.000 δρχ. (ή 200.733,67 ευρώ). Και 3) το έτος 1988 πώλησε το ως άνω υπό στοιχείο (4) κληρονομιαίο ακίνητο, δηλαδή ένα ερειπωμένο κλίβανο με το οικόπεδό του, επιφάνειας 45 τ.μ., που βρίσκεται στην Κοινότητα ..., αντί τιμήματος 150.000 δρχ. (ή 440,21 ευρώ) και συνολικά (εισέπραξε) το ποσό των 83.050.000 δραχμών (68.400.000 δρχ. + 14.500.000 δρχ. + 150.000 δρχ.) ή 243.727 ευρώ (200.733 € + 42.553 € + 440,21 €).
Επίσης, κατά τη διάρκεια του γάμου της ενάγουσας και του θανόντος συζύγου της Α. Χ. ο τελευταίος προέβη στην αγορά: Α) Κατά πλήρη κυριότητα: 1) Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../09.04.2001 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σάμου Ν. Σ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 4.149,62 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ..., εκτός σχεδίου πόλεως, αντί τιμήματος 3.000.000 δρχ. (ή 8.804 ευρώ).
Επί του ακινήτου αυτού είναι κτισμένες τρεις (3) ισόγειες οικίες με υπόγειο. Κάθε ισόγειο έχει επιφάνεια 66,24 τ.μ. και κάθε υπόγειο 50 τ.μ. 2) Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../14.01.2002 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σάμου Θ. Δ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 4.218,30 τ.μ., που προήλθε από τη συνένωση δύο όμορων εδαφικών τμημάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ...
εκτός σχεδίου πόλεως, αντί τιμήματος 1.499.300 δρχ. (ή 4.400 ευρώ). Επί του ακινήτου αυτού είναι κτισμένες τέσσερις (4) κατοικίες με ισόγειο και υπόγειο. Κάθε υπόγειο έχει 49,68 τ.μ. και κάθε υπόγειο 37,50 τ.μ. Β) Κατά συγκυριότητα αυτού (συζύγου της) και της ενάγουσας, κατά ποσοστό 50 % εξ αδιαιρέτου ο καθένας: 1) Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../18.01.1989 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Σάμου Κ.
Β., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 6.565,89 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ..., αντί συνολικού τιμήματος 3.250.000 δρχ. (ή 8.804 ευρώ) (εκτίμηση εφορίας 13.131.780 δρχ. ή 38.537,87 ευρώ). Επί του ακινήτου αυτού έχουν κτισθεί δύο (2) κατοικίες, επιφάνειας καθεμιάς του υπογείου 100 τ.μ., του ισογείου 130 τ.μ.
και του πρώτου ορόφου 121,18 τ.μ 2) Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../29.06.2001 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σάμου Θ. Δ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 7.674 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ... αντί συνολικού τιμήματος 8.000.000 δρχ. (ή 23.477,62 ευρώ). 3) Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../22.01.2002 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σάμου Ν.
Σ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 6.456 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ..., αντί συνολικού τιμήματος 890.952,20 δρχ. (ή 2.614,68 ευρώ). 4) Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../31.10.1996 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σάμου Ι. Κ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ενός οικοπέδου, εκτάσεως 48,30 τ.μ. με την επ’ αυτού οικοδομή, που βρίσκεται στη συνοικία "..." στην.
πόλη Σάμο του Δήμου Σαμίων, αντί συνολικού τιμήματος 6.000.000 δρχ. (ή 17.608,20 ευρώ). Και 5) δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../18.02.1999 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Ρ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, του υπ’ ... διαμερίσματος του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 81 τ.μ., της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην ...
και επί της οδού ... αντί συνολικού τιμήματος 11.547.360 δρχ. (ή 33.888,10 ευρώ). Περαιτέρω, όπως ειπώθηκε παραπάνω, ο θανών σύζυγος της ενάγουσας Α. Χ., κατά τη διάρκεια του γάμου τους αγόρασε κατά πλήρη κυριότητα τα ως άνω υπό στοιχεία ... ακίνητα και ανήγειρε τις επ’ αυτών οικοδομές, καταβάλλοντος ο ίδιος εξ ολοκλήρου το αντίτιμο της αγοράς και της ανέγερσης την οικοδομών.
Προς τούτο κατέβαλε μέρος των χρημάτων από το συνολικό ποσό των 83.050.000 δρχ. (ή 243.727 ευρώ) που εισέπραξε από την κατά τα ανωτέρω διάθεση (εκποίηση) των υπό στοιχεία (2) και (3) κληρονομιαίων ακινήτων, καθώς και του υπό στοιχεία (1) ακινήτου που αφορούσε δωρεά εν ζωή, πριν το γάμο του. Δεν αποδείχθηκε, εάν το καταβληθέν από αυτόν τίμημα προέρχεται μόνον από τη διάθεση (εκποίηση) των εξαιρουμένων (κληρονομιαίων) αποκτημάτων, οπότε τα εν λόγω ακίνητα εξαιρούνται από την τελική περιουσία του θανόντος συζύγου της ενάγουσας, ή εάν το καταβληθέν από αυτόν τίμημα προέρχεται και από τη διάθεση (εκποίηση) και του ακινήτου που αυτός έλαβε δωρεά εν ζωή, πριν από το γάμο του, οπότε τα εν λόγω ακίνητα θα πρέπει και πάλι να μην υπολογισθούν στην τελική περιουσία του θανόντος συζύγου της ενάγουσας, αφού η τελευταία εκ των πραγμάτων ήταν αδύνατον να είχε οποιαδήποτε συμβολή στο ακίνητο δωρεάς εν ζωή του συζύγου της, πριν το γάμο τους, καθώς και κατά τη διάθεση (εκποίηση) αυτού κατά τη διάρκεια του γάμου τους, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το πνεύμα του νόμου, στην αύξηση περιλαμβάνονται τα πάντα, με εξαίρεση:
α) Ο,τι προήλθε από την αποκλειστική δραστηριότητα του ενός συζύγου ή τρίτων και β) ό,τι προήλθε από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες, κατά τα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα. Καθόσον αφορά τα ανωτέρω υπό στοιχεία ... ακίνητα που αποκτήθηκαν κατά συγκυριότητα του θανόντος συζύγου της και της ενάγουσας, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, επισημαίνεται ότι ο καθένας τους κατέβαλε ο ίδιος με δικά του χρήματα για την απόκτηση αυτών το ποσό που αναλογούσε στο ποσοστό 50% της συγκυριότητας του και συγκεκριμένα, ο μεν θανών σύζυγος της από χρήματα που εισέπραττε, από την επαγγελματική του δραστηριότητα με την παραγωγή βιολογικού λιπάσματος από γαιοσκώληκες Καλιφόρνιας, από την απασχόληση του με χρηματιστηριακές συναλλαγές (αγοραπωλησίες μετοχών) και τις επιδοτήσεις ελαιολάδου, η δε ενάγουσα από χρήματα που εισέπραττε από μισθούς της από την επαγγελματική της δραστηριότητα ως Ιατρός ...
και από δάνειο ποσού 10.000.000 δρχ. (ή 29.347,029 εορώ) που έλαβε το έτος 1996 από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η τελική ως άνω ακίνητη περιουσία συγκυριότητας τους και η αξία της κατά το χρόνο θανάτου του συζύγου της και της άσκησης της κρινόμενης αγωγής ανέρχεται: 1) για το με στοιχείο ...
ακίνητο στο ποσό των 180.000 ευρώ και το ποσοστό θανόντος 50% σε 90.000 ευρώ, 2) για το με στοιχείο (... ακίνητο στο ποσό των 400.000 ευρώ και το ποσοστό θανόντος 50% σε 200.000 ευρώ, 3) για το με στοιχείο ... ακίνητο στο ποσό των 350.000 ευρώ και το ποσοστό θανόντος 50% σε 175.000 ευρώ, 4) για το με στοιχείο ... ακίνητο στο ποσό των 60.000 ευρώ και το ποσοστό θανόντος 50% σε 30.000 ευρώ και 5) για το με στοιχείο ...
ακίνητο στο ποσό των 190.000 ευρώ και το ποσοστό θανόντος 50% σε 95.000 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό του θανόντος συζύγου σε ποσοστό 50% ανέρχεται στο ποσό των 590.000 ευρώ (ίσο με το ποσοστό συγκυριότητας της ενάγουσας 50% επί των ακινήτων αυτών), επί του οποίου ποσού η ενάγουσα, ζητούσε με την αγωγή της, μεταξύ των άλλων, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το 1/3 της τεκμαιρόμενης συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του θανόντος συζύγου της επί των ακινήτων αυτών.
Όπως, όμως γίνεται δεκτό, είναι δυνατό να υπάρχει αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα και στην περίπτωση που οι περιουσιακές αυξήσεις των δύο συζύγων είναι ίσες. Αυτό μπορεί να συμβεί στην πράξη, όταν, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, οι σύζυγοι στη διάρκεια του γάμου τους αποκτούν περιουσιακά στοιχεία κατά ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με την προϋπόθεση όμως ότι ναι μεν οι δυο περιουσιακές επαυξήσεις είναι ίσες, όχι όμως και το ποσοστό συμβολής του κάθε συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι κανένας των συζύγων δεν είχε καμία συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του άλλου επί του ανωτέρω ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητάς τους στα παραπάνω υπό στοιχεία ...
ακίνητα.
Συνεπώς, η αύξηση που δεν οφείλεται στη συμβολή δεν υπολογίζεται στην αξίωση. Τέλος, κατά το χρόνο του θανάτου του ο ανωτέρω θανών - σύζυγος της ενάγουσας Α. Χ. κατέλιπε 72,21 ευρώ σε καταθετικό λογαριασμό στην Τράπεζα Πειραιώς και ήταν δικαιούχος 117.949,49 μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων αξίας 16.404,47 ευρώ και δικαιούχος προθεσμιακής κατάθεσης στην Τράπεζα Πειραιώς σε ευρώ με λήξη 26.01.2009 ποσού 1.123,64 και σε δολλάρια με λήξη 02.02.2009 ποσού 208.064,68 και σε ισοτιμία 160.916,38 ευρώ.
Επίσης, αυτός ήταν κάτοχος μετοχών συνολικής αξίας 1563,37 ευρώ. Αποδείχθηκε όμως ότι και η περιουσία αυτή προέρχονταν αποκλειστικά από δικά του χρήματα, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, όπως τούτο προκύπτει και από το γεγονός ότι οι σχετικές επενδυτικές πράξεις είχαν γίνει από τον ίδιο το θανόντα σύζυγό της Α.
Χ. αποκλειστικά στο όνομά του και συνεπώς ουδεμία συμμετοχή της ενάγουσας υπήρξε και στην ανωτέρω επαύξηση της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της και ως εκ τούτου δεν καταλογίζεται στο ενεργητικό της τελικής περιουσίας του. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι καθόλη τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους, φρόντιζε και περιποιούνταν το θανόντα σύζυγό της ασχολούμενη και με τις οικιακές εργασίες (πλύσιμο, μαγείρεμα, καθαρισμό) και ότι συνέβαλε και με τον τρόπο αυτό στην επαύξηση της περιουσίας του, πλην, όμως δεν αποδείχθηκε, ότι οι υπηρεσίες αυτές στη συζυγική οικία υπερέβαιναν το μέτρο που επιβάλλεται από τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ για την εκπλήρωση της υποχρέωσης συμβολής των συζύγων στις οικογενειακές τους ανάγκες".
Με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, διέλαβε δε στην πληττόμενη απόφαση για το αποδεικτικό του πόρισμα, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την επαύξηση της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της αναιρεσείουσας κατά τη διάρκεια του γάμου τους και τη συμβολή ή μη της ίδιας στην απόκτηση της περιουσίας αυτής.
Οι ειδικότερες αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στο αναιρετήριο και αναφέρονται στις εσφαλμένες κατά την αναιρεσείουσα παραδοχές του δικαστηρίου αναφορικά με το τίμημα που πραγματικά εισέπραξε ο αποβιώσας σύζυγός της από την εκποίηση ακινήτων του που είχε αποκτήσει πριν την τέλεση του γάμου τους από δωρεά και κληρονομιά, την πραγματική αξία των ακινήτων αυτών, την πραγματική διάθεση του τιμήματος αυτών για την αγορά των άλλων ακινήτων της απόλυτης κυριότητας του αποβιώσαντος τα οποία υπήρχαν και κατά τη λύση, με το θάνατο αυτού, του γάμου τους, τα εισοδήματα του αποβιώσαντος συζύγου της από άλλες πηγές, την κρίση για τη μη συμβολή αυτής στην επαύξηση της περιουσίας εκείνου, καθώς και ότι η συμβολή αυτής στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών δεν υπερέβαινε το μέτρο της υποχρέωσής της και τα εισοδήματα της ίδιας, αφορούν την αξιολόγηση των αποδείξεων και την εκτίμηση αυτών και συνεπώς δεν μπορούν να ιδρύσουν τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής, είναι αβάσιμος. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικαιώματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των συναφών αιτημάτων πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 493/2015).
Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο (ΑΠ 195/2017), ούτε αποτελούν πράγματα τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 95/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν, ήτοι προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση, πλην όμως, δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός που αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια αυτής της διάταξης και δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, ούτε και η νόμιμη πρόταση τέτοιου ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας.
Τον ως άνω αναιρετικό λόγο δεν μπορεί να ιδρύσει η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη της τον ισχυρισμό αυτής ότι είχε λάβει δάνειο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, καθόσον αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, αλλά επιχείρημα της αναιρεσείουσας, ούτε η μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων.
Πέραν δε αυτών, η εν λόγω αιτίαση στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο εκτίμησε για τον υπολογισμό των εισοδημάτων της αναιρεσείουσας και το γεγονός ότι αυτή είχε λάβει το έτος 1996 δάνειο ποσού δέκα εκατομμυρίων δραχμών από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος προεχόντως λόγω της αοριστίας του.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ’ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΑΠ 1202/2008). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 13-14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 493/2015).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ. γ’ ΚΠολΔ, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλιώς θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1651/2012, ΑΠ 886/2008).
Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι ότι πρέπει, όπως όλα τα αποδεικτικά μέσα, να προσκομίστηκαν με επίκληση κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να προσδιορίζονται τα στοιχεία αυτών με σαφήνεια, ήτοι με τον αριθμό τους, το όνομα του εξετασθέντος μάρτυρα, το όργανο ενώπιον του οποίου έγιναν και επίσης να έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, πριν από δύο τουλάχιστον ημέρες από τη λήψη τους, ο οποίος υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλητεύσεως, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γιατί η έλλειψή της συνεπάγεται το ανυπόστατο της ένορκης βεβαίωσης ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1731/2010, 1417/2009, ΑΠ 964/2007).
Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους (ΑΠ 376/2004) για τις ένορκες δε βεβαιώσεις να προσδιορίζονται τα στοιχεία αυτών (αριθμός, όνομα εξετασθέντων μαρτύρων, το όργανο στο οποίο δόθηκαν), καθώς και ότι κλητεύθηκε ο αντίδικος νόμιμα και εμπρόθεσμα ή ότι αυτός παραστάθηκε κατά την εξέταση (ΑΠ 970/2010, ΑΠ 1386/2010).
Εξάλλου, δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων, που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθούν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων εκτίμηση του δικαστηρίου, ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη επί της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 311/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος της, αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη: α) τα επίσημα φορολογικά στοιχεία, που είχε προσκομίσει με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου (δηλώσεις φορολογίας, εκκαθαριστικά σημειώματα) από τα οποία αποδεικνύονταν τα υπέρτερα εισοδήματα αυτής και τα μηδενικά εισοδήματα του αποβιώσαντος συζύγου της, β) τις υπ’ αριθ. .../2010 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της, την υπ’ αριθ. ...2010 ένορκη βεβαίωση της Α.
Ζ. και την υπ’ αριθ. ...2010 ένορκη βεβαίωση του Γ. Χ., που λήφθηκαν μετά από κλήτευση της αναιρεσίβλητης, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. .../2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Π., τις οποίες είχε προσκομίσει με επίκληση στο Εφετείο και από τις οποίες η παροχή υπηρεσιών της στο συζυγικό οίκο πέραν της νόμιμης υποχρέωσής της, καθώς και η συμμετοχή της στην επαύξηση της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της, γ) δηλώσεις τρίτων προσώπων, τις οποίες προσκόμισε με επίκληση με τις έγγραφες προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, από τις οποίες προκύπτει, επίσης, η συμμετοχή της στην επαύξηση της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της και δ) τα έγγραφα στοιχεία (συμβόλαια, έκθεση ελέγχου, πρακτικό εκτίμησης) που προσκόμισε προς απόδειξη ότι το τίμημα που έλαβε ο αποβιώσας σύζυγός της από την εκποίηση του αγροτεμαχίου που είχε στη Γλυφάδα δεν μπορούσε να είναι υψηλό λόγω της νομικής του κατάστασης.
Ο ανωτέρω λόγος, , ως προς τη μη λήψη υπόψη των ενόρκων βεβαιώσεων που αναφέρονται, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ρητά εκτίθεται ότι λήφθηκαν υπόψη οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις. Ως προς τη μη λήψη των δηλώσεων τρίτων προσώπων, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο αποκρούοντας τις δηλώσεις αυτές ως μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και δη ως μαρτυρίες τρίτων, δεχόμενο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμησή του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αυτές έγιναν με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στην ένδικη δίκη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει αυτές υπόψη του.
Τέλος, ως προς τα αφορώντα τα εισοδήματά της έγγραφα και τα έγγραφα περί της αξίας του αποποιηθέντος αγροτεμαχίου του συζύγου της, από τη βεβαίωση της αναιρεσιβαλλομένης ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, σε συνδυασμό με όλο το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης, καθίσταται αναμφίβολο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα επίμαχα έγγραφα, ώστε ο λόγος αυτός κατά το οικείο μέρος του είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 25/2016).
Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 165/2016, ΑΠ 502/2016, ΑΠ 451/2014).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο μνημονεύει σ? αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις ένορκες βεβαιώσεις των αναφερόμενων μαρτύρων, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το αντίστοιχο μέρος του λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 αυτού (ν. 1329/1983), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 ν. 1649/1986, εφαρμόζονται και για γάμους που τελέσθηκαν ή για περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 1329/1983, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του ενός των συζύγων για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου είναι:
α) η αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου ή η διάσταση των συζύγων για χρόνο μεγαλύτερο της τριετίας, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο, η οποία (συμβολή) θα πρέπει να προσδιορίζεται ως προς το είδος και την αξία της.
Αντικείμενο δηλαδή της παραπάνω αξίωσης, η οποία συνιστά κατ’ αρχήν χρηματική ενοχή (ΟλΑΠ 28/1996, ΑΠ 661/2005), είναι η απόδοση της περιουσιακής αύξησης που προέκυψε κατά τη διάρκεια του γάμου για τον ένα σύζυγο (υπόχρεο) με τη συμβολή του άλλου (δικαιούχου), νοείται δε ως αύξηση όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν και συνιστούν τα αποκτήματα με την ευρεία έννοια του όρου, επομένως ως απόκτημα θεωρείται και η αποφυγή μείωσης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου με τη συμβολή και πάλι του δικαιούχου.
Για τη διαπίστωση συνεπώς αυξητικής διαφοράς στην περιουσιακή κατάσταση του ενός των συζύγων, συγκρίνεται η περιουσία του κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) με αυτή που υπάρχει κατά τον κρίσιμο χρόνο για τη γέννηση αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Εφόσον λοιπόν από τη σύγκριση των δυο περιουσιών, με αναγωγή της αξίας τους σε τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής, προκύπτει ότι η τελική περιουσία του εναγόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση συζύγου υπερβαίνει την αρχική περιουσία του, υπάρχει υποχρέωσή του για απόδοση στον άλλο σύζυγο όσων απέκτησε με τη συμβολή του.
Μάλιστα η ύπαρξη συμβολής τεκμαίρεται από το νόμο στο ένα τρίτο (1/3) της περιουσιακής αύξησης και στο ποσοστό αυτό μπορεί να περιορισθεί ο δικαιούχος σύζυγος, απαλλασσόμενος έτσι από το βάρος απόδειξης της όποιας συμβολής του στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, ενώ και ο υπόχρεος μπορεί από την πλευρά του να ανατρέψει το νόμιμο αυτό μαχητό τεκμήριο, επικαλούμενος και αποδεικνύοντας μικρότερη συμβολή ή και την έλλειψη οποιασδήποτε συμβολής του άλλου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του.
Σε κάθε περίπτωση στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται, κατά την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 1400 ΑΚ, ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από τις αιτίες αυτές, αφού είναι δεδομένη η ανυπαρξία συμβολής του άλλου συζύγου στην απόκτηση των περιουσιακών αυτών στοιχείων.
Έτσι ο νόμος απαλλάσσει τον εναγόμενο από το βάρος της απόδειξης ότι ως προς τα περιουσιακά αυτά στοιχεία λείπει η συμβολή του ενάγοντος, αφού ήδη ex lege αυτά δεν υπολογίζονται ως αποκτήματα και εξ αρχής δεν περιλαμβάνονται στο πραγματικό του άρθρου 1400 παρ. 1 ΑΚ (ΑΠ 808/2015, ΑΠ 817/2013, ΑΠ 932/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το αντίστοιχο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ και έκρινε ότι τα ακίνητα της αρχικής περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της, τα οποία αυτός είχε λάβει πριν από την τέλεση του γάμου τους λόγω δωρεάς εν ζωή, δεν πρέπει να υπολογιστούν στην τελική περιουσία αυτού, καθώς επ’ αυτών δεν μπορεί να υπήρξε συμβολή της, μολονότι η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου προκύπτει από τη σύγκριση της περιουσίας αυτού κατά την τέλεση του γάμου και κατά τη λύση αυτού, αποτιμώμενη στο χρόνο γέννησης της αξίωσης και συνεπώς για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας έπρεπε να συνυπολογιστούν και τα δύο πρώτα των ακινήτων της αρχικής περιουσίας που εξακολουθούσαν να υπάρχουν κατά τη λύση του γάμου.
Όμως, ανεξάρτητα από το ότι η ύπαρξη αρχικής περιουσίας αποτελεί βάση ενστάσεως που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τούτο διότι κατά τη ρητή διατύπωση του άρθρου 1400 εδ. γ’ ΑΚ, εξαιρούνται και δεν υπολογίζονται στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, ό,τι αυτός απέκτησε από δωρεά ή κληρονομιά, ο δε μη υπολογισμός των περιουσιακών στοιχείων που περιήλθαν σ’ αυτόν από δωρεά ή κληρονομιά, εξαιρούνται του συνυπολογισμού και από την αρχική και από την τελική περιουσία, ώστε έτσι δεν αλλοιώνεται η πραγματική αύξηση της περιουσίας αυτού.
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ότι, λόγω της διάταξης του άρθρου 1400 περ. γ’ ΑΚ, τα ακίνητα που είχαν περιέλθει στον αποβιώσαντα σύζυγο της αναιρεσείουσας από δωρεά δεν συνυπολογίζονται ούτε στην αρχική, αλλά ούτε και στην τελική, περιουσία αυτού, για την εξεύρεση της αύξησης της περιουσίας κατά τη διάρκεια του γάμου και τον υπολογισμό των αποκτημάτων, δεν παραβίασε τον κανόνα της διάταξης αυτής, δεν ερμήνευσε ούτε εσφαλμένα την ουσιαστικού δικαίου ως άνω διάταξη και ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για την υποστήριξη της αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεώς του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύσει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Εξάλλου, η εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο δημιουργίας στο δικαστήριο αμφιβολίας, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο στο άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 493/2015, ΑΠ 702/2014).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1348/2015, ΑΠ 286/2013). Δεν αρκεί για το ορισμένο του λόγου αυτού η αναφορά μόνο του περιεχομένου της νομικής διάταξης που προβλέπει το σχετικό λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το οικείο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθεται αφενός μεν ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους αποδείξεως, αφετέρου το σφάλμα του Εφετείου ως προς το βάρος απόδειξης.
Κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 14.4.2015 αίτηση, καθώς και οι από 18.5.2016 πρόσθετοι λόγοι, για αναίρεση της 7001/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 394/2015 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία εμφανίστηκε στη συζήτηση, πλην δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.4.2015 αίτηση της Μ. χήρας Α. Χ., καθώς και τους από 18.5.2016 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της 7001/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ