Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to state facts and missed statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an agricultural cooperative against a final judgment from the Athens Court of Appeal. The court found the appeal inadmissible because the underlying claim was not clearly stated in the initial complaint and the statute of limitations had expired. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied the law and rejected the appellant's arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216(1), 518(1), 559(1) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the complaint lacks clear factual exposition or if the statute of limitations has expired.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 577 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 577/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετατράπηκε η δευτεροβάθμια αγροτική συνεταιριστική οργάνωση με την επωνυμία "..." μετά από συγχώνευση αυτής με δεκαέξι (16) πρωτοβάθμιους αγροτικούς συνεταιρισμούς μέλη της. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσίχλη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: υπό ειδική εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Παναγιωτόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5119/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6300/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-4-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιο Ζευγώλης ανέγνωσε την από 18-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται για κάθε δικόγραφο (αρθ. 117,118 ΚΠολΔ.), πρέπει να περιέχει επί πλέον: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αρκεί για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, στα οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων περί μετάθεσης της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος (ΑΠ 16/2009 ΕλλΔνη 2009. 521). Έτσι, η αγωγή του πωλητή κατά του αγοραστής με την οποία επιδιώκεται η καταβολή του τιμήματος πωληθέντων εμπορευμάτων, για να είναι ορισμένη πρέπει να περιέχει:
α) την κατάρτιση της οικείας σύμβασης β) τα πωληθέντα και παραδοθέντα πράγματα και γ) την τιμή των πωληθέντων πραγμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 30-4-2008 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, η τελευταία εκθέτει συνοπτικά, ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και της ήδη αναιρεσείουσας (εναγομένης) κατά το χρονικό διάστημα από 25-5-1988 έως 17-3-1998, πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή, κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος εμπορεύματα (λιπάσματα), όπως αυτά εμφαίνονται στα ενσωματούμενα σ’ αυτήν τιμολόγια πωλήσεως επί πιστώσει και την τηρούμενη από την ενάγουσα καρτέλα πωλήσεως και καταβολής μέρους του τιμήματος των πωληθέντων και παραδοθέντων στην εναγομένη λιπασμάτων, από τις πωληθείσες δε κατά την άνω περίοδο λιπασμάτων, αν και παρήλθε προ πολλού ο χρόνος της πίστωσης που ήταν 90 ημέρες από την παράδωση, εξακολουθεί να της οφείλει υπόλοιπο του τιμήματος 616.925,17 ευρώ (ή 210.317.253 δραχμών), το οποίο, μετά τη νόμιμη μετατροπή του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζητεί να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει νομιμοτόκως.
Με βάση το περιεχόμενο και αίτημα της ένδικης αγωγής, αυτή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητά της για την θεμελίωση της νομικής βασιμότητά αυτής στη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ, αξίωσε όσα στοιχεία απαιτούνται από τη διάταξη αυτή και τα οποία αναφέρονται ανωτέρω και όχι λιγότερα ή διάφορα απ’ αυτά, ενώ προσδιορίζονται με σαφήνεια η κατάρτιση των διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως εντός του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος, τα πωληθέντα και παραδοθέντα εμπορεύματα (λιπάσματα) κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος για κάθε συγκεκριμένη πώληση και ο χρόνος πίστωσης για την καταβολή του τιμήματος εκάστης πώλησης, καθώς και το συνολικό τίμημα των ποσοτήτων αυτών, τα οποία εμφαίνονται στα ενσωματούμενα στην αγωγή σχετικά τιμολόγια και την τηρούμενη από την ενάγουσα καρτέλα πωλήσεως αυτών, από τα οποία επίσης προκύπτει και ο χρόνος παράδοσης και παραλαβής από την εναγομένη των εν λόγω εμπορευμάτων, το καταβληθέν μέρος του τιμήματος για κάθε επί μέρους πώληση και το εναπομένον ανεξόφλητο υπόλοιπο.
Τέλος, δεν αποτελούν στοιχεία της ένδικης αγωγής, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων πρωτοδίκως και με την έφεσή του ενώπιον του Εφετείου, επικαλούμενος την αοριστία αυτής, η αναφορά στην τελευταία του τρόπου, του χρόνου και του τόπου κατάρτισης εκάστης των επίδικων συμβάσεων πωλήσεως, η παράδοση στην εναγομένη των πωληθεισών ποσοτήτων λιπασμάτων με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα, η περιέλευση της εναγομένης σε υπερημερία ως προς την καταβολή του τιμήματος, προκειμένου να εξακριβωθεί αν στο τελευταίο περιέχονται και τόκοι υπερημερίας και ο ακριβής χρόνος παράδοσης των εμπορευμάτων για την διαπίστωση του οφειλόμενου τιμήματος και την εξακρίβωση αν αυτό έχει υποκύψει σε παραγραφή, αλλά αρκούσε ότι παρήλθε ο χρόνος της πίστωσης των 90 ημερών από την παράδοση η οποία καθορίζεται, όλα δε τα υπόλοιπα αποτελούν ενστάσεις, τις οποίες μπορεί να προβάλλει και να αποδείξει η εναγομένη, προκειμένου να απαλλαγεί από την επιδιωκόμενη με την αγωγή καταβολή του οφειλομένου υπολοίπου του τιμήματος των διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8, και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσα δε αντίθετα επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (κατά το Α’ και Β’ μέρος του), με τα οποία προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις από τις παραπάνω διατάξεις, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος της αναίρεσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ. 1 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των εμπόρων για εμπορεύματα που χορήγησαν και επομένως και οι αξιώσεις αυτών για καταβολή του τιμήματος από τα πωληθέντα εμπορεύματα. Κατά δε τα άρθρα 251 και 253 ΑΚ, η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και κατέστη δυνατή η επιδίωξή τους.
Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 261 εδ. α’ και 263 του ΑΚ, η έγερση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή, κάθε δε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες (από της γενομένης παραιτήσεως ή από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης αγωγής), η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπή με την προηγούμενη αγωγή (ΑΠ 695/2014).
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, τόσο με τις από 7-4-2009 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και με την τον τέταρτο λόγο της έφεσής του, πρότεινε την ένσταση παραγραφής της επιδιωκόμενης με την ένδικη αγωγή αξίωσης της αναιρεσίβλητης, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι όλες οι αξιώσεις της ενάγουσας που πηγάζουν από τις επίδικες διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως έχουν παραγραφεί σύμφωνα με το άρθρο 250 ΑΚ, επειδή από τη λήξη του έτους εντός του οποίου έλαβε χώρα και συνάμα κατέστη δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτών συμπεριλαμβανομένης και της τελευταίας συναλλαγής στις 17-3-1998, μέχρι την επίδοση σ’ αυτήν της ένδικης από 30-4-2008 αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών.
Στην ένσταση αυτή η ενάγουσα με την προσθήκη των προτάσεών της πρότεινε την αντένσταση, ότι οι ένδικες αξιώσεις της δεν υπέκυψαν στην άνω πενταετή παραγραφή, καθόσον είχε ασκήσει κατά του εναγομένου, την προηγούμενη, από 29-12-2003 αγωγή της, η οποία στηριζόταν στην ίδια ιστορική αιτία με την ένδικη, η προηγούμενη δε αυτή αγωγή της κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο στις 30-12-2003, απορρίφθηκε όμως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, με την 3771/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατέστη τελεσίδικη στις 27-3-2008, οπότε εντός εξαμήνου από την τελεσιδικία της άσκησε κατά του εναγομένου την από 30-4-2008 ένδικη αγωγή, με αποτέλεσμα να έχει διακοπεί η παραγραφή των επιδιωκόμενων αξιώσεών της.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 5119/2009 απόφασή του, κρίνοντας επί της άνω ένστασης και αντένστασης, δέχθηκε ότι η ένσταση της εναγομένης στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 250, 251 και 253 είναι νόμιμη και πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη αναφορικά με τις πωλήσεις που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μέχρι την 31-12-1997 δεδομένου ότι την 31-12-2002 συμπληρώθηκε ο χρόνος της παραγραφής και της χρονικά τελευταίας από τις αναφερόμενες στη αγωγή αξιώσεις δίχως να μεσολαβήσει κανένα διακοπτικό γεγονός, όπως αβάσιμα η εναγομένη ισχυρίζεται.
Περαιτέρω όμως, κατά μερική παραδοχή της κατ’ άρθρο 263 ΑΚ αντένστασης της ενάγουσας, που παραδεκτά προτάθηκε, κατά τα ανωτέρω, απέρριψε κατ’ ουσίαν την άνω ένσταση της εναγομένης, αναφορικά με τις πωλήσεις που έλαβαν χώρα εντός του έτους 2008 και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μεταγενέστερα και των δύο που έλαβαν χώρα εντός του 1977 (31-10-1997 και 24-10-1997) αλλά κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά την πάροδο 90 ημερών από την έκδοση των αντίστοιχων τιμολογίων, ήτοι το επόμενο έτος (1988), δεδομένου ότι η παραγραφή των αντίστοιχων αξιώσεων (που άρχισε την 1-1-1999) διακόπηκε με την επίδοση στις 30-10-2003 της ομοίου περιεχομένου αγωγής της ενάγουσας, η οποία απορρίφθηκε ως προς την επίδικη ιστορική βάση της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της με την υπ’ αριθ. 3771/10-6-2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εφόσον η ένδικη αγωγή, με την οποία ζητείται από την εναγομένη μέρος του ποσού που ζητήθηκε με την προηγηθείσα αγωγή (εξαιρουμένου δηλαδή του ποσού των ανεξόφλητων συναλλαγματικών που αποδέχθηκε η εναγομένη ποσού 104.450.000 δραχμών), ασκήθηκε στις 15-5-2008, ήτοι μέσα στην προθεσμία των έξι μηνών από τότε που η εν λόγω απορριπτική απόφαση τελεσιδίκησε (27-3-2008), κατ’ άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Εν τέλει δε κατά παραδοχή της αγωγής, ως προς τις διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίσθηκαν από τις 24-10-1997 έως και την 17-3-1998, που αφορούσαν τίμημα πωλήσεως 8.003.526 δραχμών ή 23.487,97 ευρώ, το οποίο δέχθηκε ότι δεν εξοφλήθηκε από την εναγομένη, αναγνώρισε ότι η τελευταία υποχρεούται να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα το ποσόν αυτό.
Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας επί του λόγου της εφέσεως, κατά τον οποίο απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής της εναγομένης και ως προς τις άνω αξιώσεις της ενάγουσας για τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 24-10-1997 έως και την 17-3-1998 και ως προς το ότι το τίμημα των πωλήσεων αυτών δεν έχει εξοφληθεί από την εναγομένη, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής: << Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης που οι διάδικοι κατάρτισαν στο διάστημα από 24-10-1997 η εναγομένη παρέλαβε εμπορεύματα (ποσότητες λιπασμάτων) που της πούλησε η ενάγουσα συνολικής αξίας 8.003.526 δραχμών ή 23.489,97 ευρώ.
Για τις πωλήσεις αυτές εκδόθηκαν τα υπ’ αριθ. .../24-10-1997, .../31-10-1997, ...30-01-1998, ...30-01-1998, ...20-02-1998, .../26-02-1998, .../16-03-1998 και ...17-03-1998 τιμολόγια της ενάγουσας, αξίας 1.505.520, 793.800, 832.950, 899.586, 810.000, 1.539.000, 1610.280 και 12.390 δραχμών αντιστοίχως (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 8%, εκτός του τελευταίου 18%). Συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι το τίμημα της πρώτης, δεύτερης και τρίτης πώλησης θα πιστώνονταν για 90, 90, και 60 ημέρες αντίστοιχα μετά την έκδοση του κάθε τιμολογίου, όμως η εναγομένη μέχρι σήμερα δεν έχει καταβάλει τίποτα προς εξόφληση του επίδικου χρέους της.....
Τα ως άνω τιμολόγια περιλαμβάνουν την συνολική αξία των πωληθέντων εμπορευμάτων ανάλογα με την παραδοθείσα ποσότητα αυτών, η οποία συνιστά την κεφαλαιακή απαίτηση της ενάγουσας σε βάρος της εναγομένης και δεν περιλαμβάνει απαίτηση τόκων, όπως αυτή αβάσιμα ισχυρίζεται. Ούτε αποδεικνύεται ότι η ως άνω απαίτηση είχε εξοφληθεί από την εναγομένη, διότι οι επικαλούμενες απ’ αυτήν ειδικότερες κατά ποσό καταβολές κατά το χρονικό διάστημα από 31-12-1997 έως 17-3-1998, συνολικού ποσού 31.078,83 ευρώ αφορούσαν προηγούμενες οφειλές (τίμημα πωλήσεως και συμφωνηθέντες τόκους υπερημερίας) της ίδιας εναγομένης κατά της ενάγουσας στο πλαίσιο των προαναφερθεισών διαδοχικών πωλήσεων διαχρονικώς κατ’ εφαρμογή του άρθρου 423 ΑΚ.
Τέλος, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί πενταετούς παραγραφής των ως άνω επίδικων πωλήσεων κατ’ άρθρα 250, 251 και 253 ΑΚ αν και νόμιμος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Διότι κατά το νόμιμο ως και ουσία βάσιμο ισχυρισμό της ενάγουσας που χαρακτηρίζεται ως αντένσταση κατ’ άρθρο 263 ΑΚ, που προβλήθηκε με την από 13-04-2009 προσθήκη στις προτάσεις της εμπρόθεσμα σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ. 3 ΚΠολΔ, προς αντίκρουση του ανωτέρω ισχυρισμού της εναγομένης, αποδεικνύεται ότι η παραγραφή των επίδικων αξιώσεων, που άρχισε από την 1-1-1999 για τις πωλήσεις που έγιναν εντός του έτους 1998 και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μεταγενέστερα, αλλά και για δύο που έγιναν εντός του 1997 (24-10-1997 και 31-10-1997) και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά την πάροδο 90 ημερών από την έκδοση των αντίστοιχων τιμολογίων, δηλ.
εντός του έτους 1998, θεωρείται ότι έχει διακοπεί με επίδοση στις 30-12-2003 της με αριθ. .../29-1-2003 ομοίου περιεχομένου αγωγής της ενάγουσας, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας με την υπ’ αριθ. 3771/10-6-2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η δε ένδικη αγωγή, με την οποία ζητείται μέρος του ποσού που ζητήθηκε από την εναγομένη από την προηγηθείσα αγωγή (εξαιρουμένων δηλ.
του ποσού των ανεξόφλητων συναλλαγματικών που αποδέχθηκε η εναγομένη ύψους 104.450.000 δραχμών) ασκήθηκε στις 15-05-2008, δηλαδή μέσα στην προθεσμία των έξι μηνών από τότε που η εν λόγω απορριπτική απόφαση κατέστη τελεσίδικη κατ’ άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ (δηλ. στις 27-3-2008), ενόψει του ότι η επίδοση της υπ’ αριθ. 3771/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε στις 25-2-1998 ( βλ.
υπ’ αριθ. ...25-2-2008 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Κ.), παρήλθε δε άπρακτη η προθεσμία άσκησης έφεσης εναντίον της, δεκτής γενομένης εν μέρει ως ουσία βάσιμης της κατ’ άρθρο 263 ΑΚ αντένστασης.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε ως προς την ορθή του νόμου εφαρμογή και την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τους λόγους της ένδικης έφεσης από την εκκαλούσα είναι συνεπώς αβάσιμα και απορριπτέα>>. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένσταση της εναγομένης περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών της ενάγουσας που αφορούσαν τίμημα πωλήσεως ποσού 23.487,97 ευρώ για τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την άνω περίοδο, μετά την παραδοχή της νομίμως προταθείσας αντένστασης της ενάγουσας για διακοπή της παραγραφής κατ’ άρθρων 263 ΑΚ ως προς τις αξιώσεις της αυτές, τις οποίες η εναγομένη δεν είχε εξοφλήσει και να δεχθεί περαιτέρω ότι πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσόν, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 250, 251, 253, 261, 263, 513 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, κατά το παραπάνω ποσόν. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και κατά το οικείο μέρος του ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 06-04-2015 αίτηση της αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6300/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06-04-2015 αίτηση της αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6300/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ