Legislator Case Law & Legislation
725/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on sale contract dispute, ruling appeal inadmissible due to misapplication of procedural law.

Case Number 725/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of a claim for unpaid goods. The appellant argued the lower court erred in finding the claim definite, citing specific procedural articles, while the respondent maintained the claim was properly defined. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant misidentified the relevant legal articles and failed to prove the claim lacked essential elements.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when the appellant incorrectly cites procedural articles regarding the definiteness of a claim, as the court must apply the correct legal provisions to determine the scope of the appeal.

Keywords

AI generated
appeal admissibility definite claim procedural law sale contract unpaid balance misapplication of law court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 513 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 725 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 725/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Ο.Ε.", που εδρεύει στη Νάξο Κυκλάδων και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Καλαβρό και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Α. Κ. ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ - ΞΕΝΟΔ/ΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Νάξο Κυκλάδων και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Θεοχάρη που ανακάλεσε την από 16/12/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/9/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 06.09.2019 και με αριθμ. κατάθεσης 31/13.09.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 70/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, και έκανε δεκτή την ασκηθείσα από την ενάγουσα αναιρεσίβλητη έφεση κατά της 18/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η από 10.12.2016 (με αριθμό κατάθεσης 483/19.12.2016) αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας περί καταβολής του οφειλομένου υπολοίπου τιμήματος από διαδοχικές συμβάσεις πώλησης εμπορευμάτων επί πιστώσει, που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, συνολικού ποσού 23.767,26 ευρώ, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ προκύπτει ότι κύρια στοιχεία της αγωγής του πωλητή, που επιδιώκει να λάβει από τον αγοραστή το τίμημα των πωληθέντων πραγμάτων είναι: η σύμβαση και ο χρόνος κατάρτισής της, για την πώληση συγκεκριμένων πραγμάτων- η εξειδίκευση των πωληθέντων και παραδοθέντων κατά είδος, ποσότητα, τιμή μονάδας-, καθώς και η συνολική τιμή των πωληθέντων και παραδοθέντων πραγμάτων.

Μόνο τα στοιχεία αυτά αρκεί να προσδιορίζονται και, εφόσον δεν περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής, πάσχει αυτή (αγωγή) αοριστίας, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, και απορρίπτεται (ΑΠ 818/2017, ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 16/2009). Εξάλλου, με τη σύμβαση πωλήσεως γεννιούνται άμεσα και εκ παραλλήλου εκατέρωθεν αξιώσεις των συμβαλλομένων.

Η αξίωση για καταβολή του τιμήματος του πωληθέντος πράγματος γεννιέται σύμφωνα με το νόμο άμεσα, συγχρόνως με την παράδοση των πραγμάτων. Διότι υποχρεώσεις και δικαιώματα των συμβαλλομένων τρέχουν παράλληλα. Έτσι το τίμημα είναι απαιτητό με την πώληση και παράδοση των πραγμάτων, εκτός των περιπτώσεων που πιστώθηκε κι ορίστηκε προθεσμία για την καταβολή του.

Οπότε καθίσταται αυτοδίκαια ληξιπρόθεσμο με την πάροδο της προθεσμίας (ΑΠ 1562/2008, ΑΠ 305/2004). Ακόμη, δε, κι αν δεν ορίστηκε χρόνος καταβολής του τιμήματος, οπότε και δεν υπάρχει σύμπτωση βουλήσεων επί αυτού (ΑΠ 585/1980), ο πωλητής δικαιούται να απαιτήσει την αντιπαροχή ορίζοντας το χρόνο πληρωμής του τιμήματος, που πρέπει απλά να γίνει κατά δικαία κρίση και κατά τις αρχές της καλής πίστης κατά τα άρθρα 200, 288, 371 ΑΚ.

Τέτοια περίπτωση αποτελεί και εκείνη, όπου το τίμημα πιστώνεται και δεν ορίστηκε συγκεκριμένος χρόνος καταβολής του, αλλά ο προσδιορισμός του θα γίνεται από τον πωλητή, όταν εκπληρώσει τη δική του παροχή. Επίσης, σε περίπτωση που η αγωγή θεμελιώνεται στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, των οποίων ζητείται το οφειλόμενο τίμημα, αυτή δεν πάσχει αοριστίας, όταν ο ενάγων ζητεί το συνολικό υπόλοιπο τιμήματος το οποίο παραμένει οφειλόμενο, μετά από καταβολές που πραγματοποίησε ο εναγόμενος έναντι της οφειλής του, εφόσον προσδιορίζει, ή έστω μπορεί να προσδιοριστεί, κατ' εκτίμηση από το δικόγραφο της αγωγής, ποιο ακριβώς ποσό παραμένει οφειλόμενο από κάθε τιμολόγιο.

Άλλα στοιχεία για το ορισμένο της σχετικής αγωγής δεν απαιτούνται, αφού επικαλούμενες τυχόν μερικές καταβολές του τιμήματος από τον εναγόμενο αγοραστή, που δεν έχει συνυπολογίσει ο ενάγων, μετά προβολή νομίμου σχετικού ισχυρισμού του αντιδίκου του, και αμφισβητούνται, αποτελούν αντικείμενο απόδειξης που θα (ή δεν θα) προκύψουν από την εκτίμηση των προσαγόμενων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 594/1999).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 12/2000). Επομένως ο εν λόγω από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 818/2017, ΑΠ 104/2014, ΑΠ 443/2011, ΑΠ 1816/2008, ΑΠ 1792/2007, ΑΠ 381/2006).

Επίσης, η ίδια διάταξη έχει εφαρμογή, όταν η απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, έκρινε επαρκή η ανεπαρκή τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, προκειμένου να εξειδικευθεί ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου (ΑΠ 1006/2007, ΑΠ 669/2007), υπό την προϋπόθεση, πάντως, πως ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 211/2001, ΑΠ 111/1999).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της, σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 463/2004, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 821/2002, ΑΠ 1523/2001).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2004), και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, εφ` όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Η αντίφαση, είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 700/1986).

Αν εντοπίζεται μεταξύ συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης, οι οποίες διατυπώνονται επάλληλα ή επικουρικά και στηρίζουν η κάθε μία, αυτοτελώς, το διατακτικό της, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 308/1999). Άρα, χωρεί η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 26/2004, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 463/2004, ΑΠ 15/2006).

Ακόμη δε, υφίσταται ο λόγος αναίρεσης από την πιο πάνω διάταξη, όταν η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας εντοπίζεται στο νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών του δικαστή της ουσίας (ΟλΑΠ 12/1995 βλ. και ΟλΑΠ 24/1992,ΑΠ 1/1992, ΑΠ 865/2003, ΑΠ 1420/2003, ΑΠ 462/2004), αλλά και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα (ΑΠ 1399/2011).

Τέλος, η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναγράφονται με πληρότητα στο δικόγραφο όλα τα περιστατικά που αποτελούν προϋπόθεση της εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιούται το αίτημα της αγωγής, ελέγχεται από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 ίδιου άρθρου (ΑΠ 220/2016, ΑΠ 1676/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά επισκοπούμενα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) από 10.12.2016 δικόγραφο της αγωγής της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε την καταβολή του οφειλομένου υπολοίπου τιμήματος από διαδοχικές συμβάσεις πώλησης εμπορευμάτων επί πιστώσει, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας, συνολικού ποσού 23.767,26 ευρώ, και όσα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, η ένδικη αγωγή ήταν αρκούντως ορισμένη, αφού περιείχε όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για τη θεμελίωση της ιστορικής της βάσης, ήτοι τις διαδοχικές συμβάσεις πώλησης που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων και τους χρόνους κατάρτισής τους, τα πωληθέντα πράγματα, το τίμημα κάθε επιμέρους πράγματος και το συνολικά οφειλόμενο τίμημα, καθώς και τη συμφωνία περί πιστώσεως του τιμήματος για κάθε τιμολόγιο της αναιρεσίβλητης και ότι για κάθε καταβολή θα εξοφλούταν το παλαιότερο οφειλόμενο επί πιστώσει τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, παραθέτει δε αναλυτικά τα ενενήντα τέσσερα (94) τιμολόγια-δελτία αποστολής, με την αναγραφή επ' αυτών της ακριβούς περιγραφής των πωληθέντων εμπορευμάτων, κατ' είδος, ποσότητα, τιμή μονάδας και αξία, και με την αναφορά ότι στο αριστερό μέρος του κάθε τιμολογίου-δελτίου αποστολής αναγράφεται το προηγούμενο υπόλοιπο της πίστωσης και ακολούθως το νέο υπόλοιπο αυτής, της διαφοράς αντιστοιχούσας σε καταβολές, που είχε πραγματοποιήσει η αναιρεσείουσα, ενώ, κατά την ακολουθία των εν λόγω διαδοχικών τιμολογίων, συνολικής αξίας 202.854,61 ευρώ, πραγματοποιήθηκαν καταβολές, συνολικού ποσού 179.087,35 ευρώ, παρέμενε δε, τελικά, ανεξόφλητο υπόλοιπο οφειλομένου τιμήματος, ποσού 23.767,26 ευρώ, κρίνοντας, επίσης, ότι η όποια διαφορά ποσού παρουσιάζεται μεταξύ του αρχικού και τελικού τιμολογίου σε σχέση με το αιτούμενο ποσό δεν έχει σημασία για το ορισμένο της αγωγής, αφού, κατά τη συμφωνία των μερών, στο μεταξύ των τιμολογίων χρονικό διάστημα, γίνονταν καταβολές επιμέρους ποσών.

Επομένως το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία εζητείτο η καταβολή του οφειλομένου υπολοίπου του συμφωνηθέντος τιμήματος των πιο πάνω πωληθέντων εμπορευμάτων, κατά το προεκτεθέν περιεχόμενό της, ήταν ορισμένη, κάνοντας δεκτό σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης, που παρεπονείτο για την περί του αντιθέτου κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, όπως υποστηρίζει με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη, κατ' ορθήν εκτίμηση, παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, και όχι εκ του αριθμού 19, αφού κατά τις προεκτεθείσες στην αρχή νομικές σκέψεις, η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, ελέγχεται από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 ίδιου άρθρου.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση, τα λοιπά στοιχεία, που αναφέρει η αναιρεσείουσα και αξιώνει να περιέχει το δικόγραφο της ένδικης αγωγής πώλησης, πλέον των όσων αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, και όσα αναφέρονται στις παραδοχές του Εφετείου, δεν αποτελούν στοιχεία, που έπρεπε να περιλαμβάνονται στην αγωγή και ειδικότερα η αναφορά των προηγούμενων του πρώτου από τα αναφερόμενα επίδικου τιμολογίου, που ανάγονται σε προγενέστερο χρόνο έκδοσης και για ποια από αυτά (προγενέστερα τιμολόγια δελτίο αποστολής) είχαν γίνει καταβολές, καθώς και ποιο είναι το ύψος του ποσού που είχε καταβληθεί, αφού τα στοιχεία αυτά δεν είναι από εκείνα που αποτελούν περιεχόμενο της αγωγής, αλλά στοιχεία προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, ενόψει της αμφισβήτησης του περιεχομένου της από την αναιρεσείουσα, που μπορούσαν, ενδεχομένως, να στηρίξουν και ένσταση της αναιρεσείουσας περί πλήρους ή μερικής εξόφλησης του εμφανιζομένου στο πρώτο από τα επίδικα ως άνω τιμολόγια υπολοίπου οφειλομένου τιμήματος των 73.572,34 ευρώ, ισχυρισμό, ωστόσο, που, όπως προκύπτει από τις παραδεκτά επισκοπούμενες, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προτάσεις της, ουδέποτε προέβαλε στα δικαστήρια της ουσίας.

Επομένως, τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον μοναδικό ως άνω λόγο αναίρεσης είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 06.09.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 70/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ