Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for citing non-legal documents and reasoning errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Member Court of Appeal. The appellant argued the lower court contained contradictory statements regarding construction delays and distorted the content of an expert report. The court rejected these claims because the alleged contradictions were found in the reasoning section rather than the operative part of the decision, and the expert report is not considered a document subject to distortion under the relevant law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it relies on contradictions in the reasoning section rather than the operative part, and expert reports are not documents subject to distortion under Article 559(20).
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1485 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1485/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Σ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ε. Π.. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Λ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαραγκό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-8-2011 και 3-10-2011 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137ΤΜ/2013 μη οριστική και 129ΤΜ/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 39/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη κατ` ουσία η έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος και έγινε δεκτή εν μέρει η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 129/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 15-8-2011 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας και απερρίφθη η από 3-10-2011 αντίθετη αγωγή της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ' ουσία. Μετά, δε, την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, κατά το εκκληθέν της μέρος, το Εφετείο, δικάζοντας επί της αγωγής της αναιρεσείουσας, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Κανόνα ουσιαστικού δικαίου αποτελεί και το άρθρο 70 του KΠολΔ που ορίζει ότι "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή".
Από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη αυτή προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωριστεί κατόπιν αγωγής η ύπαρξη ή η ανυπαρξία έννομης σχέσεως, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον(ΑΠ977/2012, ΑΠ1442/2010). Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559ΚΠοΛΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ259/2019, ΑΠ 319/2017).
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις κατατεθείσες πριν τη συζήτηση προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 259/2019). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.( ΑΠ 38/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 319/2017), Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο (δεύτερο σκέλος), έκτο (δεύτερο σκέλος) λόγους της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ειδικότερα ισχυρίζεται αντιστοίχως ότι: Α) η αναιρεσιβαλλομένη πάσχει από έλλειψη νόμιμης βάσης, καθόσον με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι: " 1) η συμφωνηθείσα μεταξύ τους ημερομηνία παράδοσης του έργου (31-5-2010) παρήλθε άπρακτη, χωρίς υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, γιατί αυτό οφειλόταν στην καθυστέρηση ολοκλήρωσης των εργασιών άλλων συνεργείων, που εργάζονταν στην οικοδομή (πατώματα, επιχρίσματα), η πρόοδος των εργασιών των οποίων αποτελούσε αναγκαίο προαπαιτούμενο της επιμέτρησης και τοποθέτησης κουφωμάτων κ.λπ., και συνακόλουθα καθυστερούσε και η εκτέλεση του έργου του ενάγοντος...", χωρίς να εκθέτει:
α) ποία συνεργεία τεχνικών βρίσκονταν στην οικοδομά πριν από την 31-5-2010, πότε είχαν αρχίσει αυτά και πότε έπρεπε να παραδώσουν το έργο τους; β) Ποίες εργασίες εκτελούνταν πριν από την 31-5-2010, οι οποίες δεν επέτρεπαν στον αναιρεσίβλητο να τοποθετήσει τα δικά του είδη στην οικοδομή και πότε ολοκληρώθηκαν αυτές, στις 31-5- 2010 ή μετά την παρέλευση αυτής της ημερομηνίας;
γ) Γιατί και πως ακριβώς ο αναιρεσίβλητος εμποδίσθηκε να εκτελέσει το έργο του στην οικοδομή μου μέχρι τις 31-5-2010 και γιατί δεν μπορούσε στην συνέχεια να το ολοκληρώσει μέχρι τις 31- 8-2010; δ) Γιατί και πως ο αναιρεσίβλητος εμποδίσθηκε να προβεί τουλάχιστον στις κατάλληλες επιμετρήσεις άλλως να μετρήσει τις διαστάσεις που έπρεπε να έχουν τα κουφώματα και οι θύρες που πρόκειτο να τοποθετήσει στην οικοδομή μου.
ε) Πώς προέκυψε ακριβώς η καθυστέρηση του έργου του αναιρεσίβλητου εξ υπαιτιότητας των λοιπών τεχνικών συνεργείων; στ) Γιατί ο αναιρεσίβλητος διαπιστώνοντας έγκαιρα ότι αδυνατεί, εξ υπαιτιότητας τρίτων, να είναι συνεπής στην εκτέλεση του έργου του μέχρι τις 31-5-2010, δεν αντέδρασε και δεν με ενημέρωσε με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο;
ζ) Πώς συνδυάζονται και πως συσχετίζονται οι εργασίες των λοιπών τεχνικών με το έργο του αναιρεσίβλητου και γιατί η μη ολοκλήρωση των άλλων εργασιών εμπόδιζε τον αναιρεσίβλητο να ολοκληρώσει το δικό του έργο; 2) η αναιρεσιβαλλόμενη, αναφερόμενη στο από 10-8- 2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, υπογραφέν μεταξύ εμού και του αναιρεσίβλητου, επικαλείται αποσπασματικά την φράση, που περικλείεται τον όρο 4 αυτού "Για οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ τους ορίζουν ως διαιτητές τους μηχανικούς Α.
Ψ. και Π. Δ., οι οποίοι άλλωστε θα ελέγξουν όλο το έργο, μετά την παράδοσή του από τον πρώτο συμβαλλόμενο και θα επιβεβαιώσουν εάν τηρήθηκαν οι όροι της μεταξύ τους έγγραφης συμφωνίας, οι προσφορές του πρώτου συμβαλλόμενου και όλες οι απαιτούμενες τεχνικές προδιαγραφές". Από το περιεχόμενο εν γένει της αναιρεσιβαλλόμενης προκύπτουν με σαφήνεια τα ακόλουθα:
α) Μέχρι τις 10-8-2010 ουδείς είχε δει στα μάτια του το όποιο έργο του αναιρεσίβλητου. β) Η ποσοτική και όχι ποιοτική παράδοση του έργου αυτού στην οικοδομή -έστω και μερικώς- έγινε την 1-12-2010. Ωστόσο η αναιρεσιβαλλόμενη κατωτέρω δέχεται τα ακόλουθα: α) Ότι πριν την σύναψη του από 10-8-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού ελέγχθηκε η πρόοδος των εργασιών του αναιρεσίβλητου, όταν αφ' ενός μεν κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από πουθενά, όταν αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί από κανέναν τρίτο, όταν αυτό δεν έχει υποστηριχθεί ούτε καν από τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο, όταν αυτό δεν μπορούσε να συμβεί λόγω μη ύπαρξης έργου από πλευράς αναιρεσίβλητου και όταν αφ' ετέρου η σκέψη και η φιλοσοφία του από 10-8-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού αναφέρονταν για έλεγχο του έργου μετά την παράδοσή του, άλλως μετά την 1-12-2010.
β) Ότι ο αναιρεσίβλητος με "πίεζε" για να τον εξοφλήσω, κάτι που προκύπτει από την παράδοση σε αυτόν των δύο (2) συναλλαγματικών, όταν αφ' ενός μεν κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από πουθενά, όταν αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί από κανέναν τρίτο, όταν αυτό δεν έχει υποστηριχθεί ούτε καν από τον ίδιο τον αναιρεσίβητο και όταν αφ' ετέρου η παράδοση των συναλλαγματικών δεν αποτελούσε απόρροια πίεσης του αναιρεσίβλητου προς εμένα κατά την στιγμή που, ως έχει δεχθεί η αναιρεσιβαλλόμενη σε άλλα σημεία της, αυτός (αναιρεσίβλητος) δεν είναι εξοικειωμένος με το δίκαιο των συναλλαγματικών και κατά βάση δεν ήθελε να παραλάβει αυτές αλλά πιέσθηκε προς τούτο από τον σύζυγό μου Ε.
Π..
Συνεπώς η αναιρεσιβαλλόμενη με το συλλογιστικό αυτό άλμα αναφορικά με την σχέση των αποδεικτικών λόγων προς το συμπέρασμα του αποδεικτικού συλλογισμού, καθιστά πλήρως αντιφατική την περιγραφή των εξής: α) Πότε συμφωνήθηκε να γίνει ο τεχνικός έλεγχος του έργου του αναιρεσίβλητου, πριν από την σύναψη του από 10-8-2018 ιδιωτικού συμφωνητικού ή μετά την παράδοση του έργου αυτού σε μένα;
β) Πότε τελικά επιθεωρήθηκε και ελέγχθηκε το έργο του αναιρεσίβλητου, πριν από την 10-8-2010 ή μετά την 1-12-2010; γ) Έγινε ή όχι τελικά ποτέ τεχνικός έλεγχος του έργου του αναιρεσίβλητου; δ) Με ποια τελικά αιτιολογία η αναιρεσιβαλλόμενη δικαιολογεί την παράδοση του έργου από πλευράς αναιρεσίβλητου την 1-12-2010; ε) Γιατί παραδόθηκαν οι συναλλαγματικές από εμένα προς τον αναιρεσίβλητο, εγώ τον "πίεζα" να τις παραλάβει ή αυτός "πίεζε" εμένα για την εξόφλησή του;
Κατόπιν αυτού ο αποδεικτικός συλλογισμός παρουσιάζει εμφανή και ουσιώδη ελαττώματα με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της υπαγωγής. Αλλά και στην αντίθετη περίπτωση, που ήθελε κριθεί ότι το πόρισμα είναι σαφές αλλά πάσχει μόνο ο αποδεικτικός συλλογισμός, τότε δεν πρόκειται περί έλλειψης νόμιμης βάσης αλλά περί παράβασης των κανόνων της λογικής κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, πράγμα το οποίο δεν καθιστά αδύνατη την υπαγωγή, αλλά έμμεσα εσφαλμένο το σαφές αποδεικτικό πόρισμα. 3) η αναιρεσιβαλλόμενη σε κάποιο σημείο της δέχεται ως "πλήρη απόδειξη" το γεγονός ότι το έργο του αναιρεσίβλητου ουσιαστικά καθυστέρησε "λόγω οικονομικών δυσχερειών της "εναγόμενης" άλλως δεν είχαν ολοκληρωθεί τα επιχρίσματα, τα πατώματα και οι μαρμάρινες ποδιές από άλλα συνεργεία, γιατί εγώ "δήθεν" δεν είχα χρήματα για να τους εξοφλήσω και αυτοί αντίστοιχα δεν μπορούσαν να προχωρήσουν το έργο τους.
Μάλιστα, η αναιρεσιβαλλόμενη για να θεμελιώσει την κρίση της, αφ' ενός μεν αναφέρει ανακριβώς ότι εγώ είχα αναθέσει την τοποθέτηση των πατωμάτων και των μαρμάρινων ποδιών στον Ν. Δ. τον Οκτώβριο του 2010, ενώ στο Δικαστήριο προσκομίσθηκαν δελτία αποστολής και τιμολόγια του ως άνω τεχνίτη κατά το δίμηνο Μαΐου-Ιουνίου 2010, αφ' ετέρου δε επικαλείται την υπ' αριθμ. 70ΤΜ/8-4-2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, αφορούσα την διαμάχη μου με την εταιρεία "... ...
ΟΕ", η οποία όμως εκδόθηκε ερήμην εμού και ήδη έχει προσβληθεί ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, το οποίο την εξέτασε στις 9-11-2018. Ωστόσο η αναιρεσιβαλλόμενη έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στα εξής: α) Με ποία ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έκρινε ότι εγώ είχα οικονομικές δυσχέρειες-πλήρως αποδεδειγμένα-να εξοφλήσω τον Ν.
Δ., όταν κάτι τέτοιο δεν έχει προκύψει από καμία διαδικασία, όταν αυτός δεν έχει καταθέσει σε βάρος μου κάποια αγωγή, όταν δεν υπάρχει καμία σε βάρος μου μαρτυρική κατάθεση αυτού για μη εξόφλησή του και όταν αυτό ουδέποτε έχει λεχθεί σε κάποια δίκη μου, είτε με τον αναιρεσίβλητο είτε με την εταιρεία "... ...
ΟΕ". β) Με ποία ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έκρινε ότι εγώ είχα οικονομικές δυσχέρειες -πλήρως αποδεδειγμένα- να εξοφλήσω την εταιρεία "... ... ΟΕ", όταν: β1. Εγώ έχω καταβάλλει στην εταιρεία "... ... ΟΕ" το ποσό των 8.500,00€, κατά συνομολόγηση της ίδιας της αντιδίκου. β2. Η αγωγή αυτή εξετάσθηκε, κατόπιν ασκηθείσης έφεσής μου, σε β' βαθμό ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου στις 9-11 - 2018 και αναμένεται η έκδοση απόφασης.
β3. Η αρμόδια Τοπική Επιτροπή Υποκαταστήματος ΙΚΑ Ερμούπολης Σύρου έκρινε οριστικά, τελεσίδικα και αμετάκλητα ότι η εταιρεία "... ... ΟΕ" ολοκλήρωσε το έργο των επιχρισμάτων, που είχε αναλάβει να εκτελέσει στην οικοδομή μου, στις 30-6-2010 και δεν απασχολήθηκε καθόλου πέραν αυτής της ημερομηνίας και ομοίως κανένας τεχνίτης της δεν εργάσθηκε στην οικοδομή μου το δίμηνο Σεπτέμβριου-Οκτωβρίου 2010.
γ) Με ποία ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η αναιρεσιβαλλόμενη χαρακτήρισε νομικά, ως πλήρως αποδεδειγμένα, τα περιστατικά της συνεργασίας μου με τον Ν. Δ., με τον οποίον λύσαμε αυτήν απολύτως ομαλά και πολιτισμένα, καθώς και της διαμάχης μου με την εταιρεία "... ... ΟΕ", η οποία είναι σε νομική εκκρεμότητα και εξέλιξη.
δ) Με ποια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η αναιρεσιβαλλόμενη χαρακτήρισε τα ως άνω γεγονότα και περιστατικά, ως πλήρεις αποδείξεις, υπέρ των ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου και έκανε δεκτά όλα αυτά, έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθώς έκρινε από άσχετα γεγονότα και περιστατικά την ουσία της διαφοράς μου με τον αναιρεσίβλητο, όταν δεν υφίσταται καμία απολύτως σύνδεση και κανένας συσχετισμός του έργου της εταιρείας "... ...
ΟΕ" με το έργο του αναιρεσίβλητου, δεδομένου ότι μεταξύ των δυο τεχνικών συνεργείων (δηλ. σοβατζής για επιχρίσματα και μαραγκός για κουφώματα) υποχρεωτικά παρεμβάλλεται τεχνικά το έργο του Ν. Δ., που είναι μαρμαράς- μαρμαροτεχνίτης, επιφορτισμένος με την τοποθέτηση των μαρμάρων και των μαρμαροποδιών.
Συνεπώς η αναιρεσιβαλλόμενη πλήρως αντιφατικά από την μια σε άλλο σημείο του σκεπτικού της δέχεται την καθυστέρηση του έργου των άλλων συνεργείων, ως εύλογη και δικαιολογημένη εκ της φύσεως της δουλειάς, κάτι που ωστόσο προκάλεσε την μετέπειτα καθυστέρηση του έργου του αναιρεσίβλητου πέραν της 31-5-2010 και από την άλλη σε άλλο σημείο της δέχεται ότι η καθυστέρηση του έργου των άλλων συνεργείων, που δυσκόλεψε τον αναιρεσίβλητο να είναι συνεπής, οφειλόταν αποκλειστικά και μόνο στις οικονομικές μου δυσχέρειες, χωρίς όμως να εξειδικεύει από πού προέκυψε αυτό το συμπέρασμα, πως φθάσαμε σε αυτό, πότε έπρεπε να τελειώσουν οι άλλοι τεχνίτες και πόσο αυτοί είχαν καθυστερήσει το δικό τους έργο, πόσα χρήματα οφείλονταν στα άλλα τεχνικά συνεργεία, πότε οι τεχνίτες αυτών έπρεπε να πληρωθούν και για πόσο χρονικό διάστημα ήμουν υπερήμερη και γενικά λεπτομέρειες, από τις οποίες θα δικαιολογείτο πλήρως η δικανική της κρίση και θα θεωρείτο έτσι αυτή πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη.
Β) η αναιρεσιβαλλομένη κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αναφέρει τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ... η μόνη μη εκτελεσθείσα εργασία και μετά την 1-12-2010, ήταν η τοποθέτηση των τραβών (κατά την από 27-2-2010 προσφορά, τοποθέτηση τράβας σε έξι ταβάνια συνολικής αξίας 2.300 ευρώ πλέον ΦΠΑ), που είχε καθυστερήσει ...
και στη συνέχεια η εργασία αυτή δεν εκτελέστηκε από τον ενάγοντα εργολάβο, ..." (σελίδες 59-60 της αναιρεσιβαλλόμενης), πλην όμως στην 65η σελίδα αναφέρει επί λέξει: "Επομένως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων εργολάβος εκτέλεσε και παρέδωσε ... στις 1-12-2010, στην εναγόμενη το παραπάνω συμφωνηθέν έργο...", αφήνοντας να εννοηθούν τα ακόλουθα:
α) Ότι τελικά ο αναιρεσίβλητος παρέδωσε όλο το έργο του (αφού εξαφανίσθηκαν οι τράβες). β) Ότι τελικά η συνολική αμοιβή του ήταν 28.014,00€, χωρίς να αφαιρεθεί το ποσό των 2.300,00€ πλέον ΦΠΑ, που αφορούσε τις τράβες. Έτσι η αναιρεσιβαλλόμενη από την μια δέχθηκε ότι οι τράβες δεν τοποθετήθηκαν στην οικοδομή μου και από την άλλη δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος παρέδωσε όλο το έργο του, υπολογίζοντας στο ποσό των 28.014,00€ και το ποσό των 2.300,00€ πλέον ΦΠΑ, που αφορούσε τις τράβες, που ουδέποτε κατασκευάσθηκαν από αυτόν ".
Με το περιεχόμενο αυτό οι λόγοι αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι σε αυτούς, 1) δεν μνημονεύονται οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που κατά την αναιρεσείουσα παραβιάστηκαν, ώστε να ελεγχθεί η παράβαση ευθέως ή εκ πλαγίου αυτών, 2) δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτών, 3) δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία αποδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου ως βάσιμης), υπό τα οποία συντελέσθηκε η παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, 4) ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Οι αιτιάσεις δε της αναιρεσείουσας υπό την επίφαση της συνδρομής των προυποθέσεων θεμελίωσης τους στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, οι προβαλλόμενοι λόγοι ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου εκτέλεσης του αναληφθέντος έργου και της εντεύθεν αξίωσής του καταβολής υπολοίπου της αμοιβής του.
Είναι δε συγκεκριμένες οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι το Εφετείο, δεν αιτιολογεί το λόγο για τον οποίο δέχεται ότι αποδείχθηκαν όσα αντίθετα πραγματικά περιστατικά περιλαμβάνονται στις παραδοχές του και δεν ισχύουν αυτά τα οποία η αναιρεσσείουσα θεωρεί ως αποδειχθέντα και αληθή πραγματικά περιστατικά, με βάση μάλιστα, μόνο τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα.
Οι αιτιάσεις όμως αυτές, οι οποίες διατυπώνονται με βάση εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι αποδεικνύοντα από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα και είναι αληθινά, δεν μπορούν να ιδρύσουν την αποδιδόμενη με τους ως άνω λόγους πλημμέλεια. Επομένως, οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι, σε κάθε περίπτωση, ως απαράδεκτοι ( άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Τέλος δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία, η μη λήψη υπόψη των οποίων ή του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθού 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 237/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 2019/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι: "δεν έλαβε υπόψη καθόλου την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν. Δ., την οποία κατέθεσα τόσο στο Πρωτόδικο όσο και στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και η οποία είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα, όπως είναι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν. Δ., που συντάχθηκε μετά από αίτηση της αναιρεσείουσας, δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, όπως ανωτέρω εκτέθηκε και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ.
γ` του KΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποιές είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018).
Με το δεύτερο σκέλος του αυτού πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι " δεν έλαβε υπόψη το ανωτέρω αναφερόμενο αποδεικτικό μέσο (έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν. Δ.), καίτοι το είχα επικαλεσθεί και είχα προσκομίσει στη δικογραφία σε αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (στη 48η και 63η σελίδες αυτής) προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι` αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 KΠολΔ), κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ.
ΑΠ 738/2015), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 265/2017, ΑΠ 2034/2009).. Εξάλλου από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αρ.4, 466 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:
α) η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποίου ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου, γ) ποια η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο αποδεικτικό μέσο, διαφορετική από την οριζόμενη με το νόμο και δ) το σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΑΠ 262/2020, ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 1535/2011, ΑΠ 1036/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ισχυριζομένη ειδικότερα: 1) με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ότι, χωρίς καμιά αιτιολογία, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου Ι.
Μ. έναντι της εμπεριστατωμένης έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Ν. Δ., 2) με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι, ενώ δέχθηκε ίση αποδεικτική δύναμη στις δύο αντίθετες και συγκρουόμενες μαρτυρικές καταθέσεις των Ι. Μ. και Σ. Λ., στη συνέχεια προέκρινε, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, την βασιμότητα της κατάθεσης του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου και 3) με το πρώτο σκέλος του εβδόμου λόγου αναιρέσεως ότι προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από αυτήν που ο νόμος ορίζει στην με αριθμό 227ΤΜ/31-12-2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου καθώς και στις κατατεθείσες σε βάρος της μηνύσεις, μια από τον αναιρεσίβλητο την 14-4-2011 και μια από το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "... ...
Ο.Ε", αποκρύπτοντας ότι αθωώθηκε για τα αδικήματα της απάτης και της πλαστογραφίας, ενώ η ως άνω απόφαση, που αφορά διαμάχη της με τον Ι. Β., δεν έχει καμία σχέση με τη διαφορά της με τον αναιρεσίβλητο, προκειμένου να αποδείξει την υπαιτιότητά της για την μη έγκαιρη παράδοση του έργου από τον αναιρεσίβλητο.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, εφόσον τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα συνεκτιμήθηκαν με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και δεν προσδιορίζεται πώς προσδόθηκε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, σε τί συνίσταται η παραβίαση νόμου σε σχέση με τη δύναμη των αποδεικτικών αυτών μέσων, ποία η από το Εφετείο, αποδοθείσα, με την απόφασή του, σ' αυτά αποδεικτική δύναμη και ποιο ήταν ειδικότερα το σχετικό σφάλμα της αποφάσεως, είναι προεχόντως αόριστοι.
Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως νομικά αβάσιμοι καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους της γενομένης αξιολόγησης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Ωσαύτως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου (ΑΠ 14/2021, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 644/2015). Ήδη, με το δεύτερο σκέλος του εβδόμου λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 KΠολΔ, γιατί το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 227ΤΜ/31-12-2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, κατά την έρευνα του κρίσιμου ζητήματος της καταβολής υπολοίπου αμοιβής του αναιρεσιβλήτου από την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου παραχθέντος από την ανωτέρω απόφαση.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ. 1 KΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιόν από τους, περιοριστικά, στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.
Για να είναι δε, ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ.17 KΠολΔ λόγος αναιρέσεως εξαιτίας της υπάρξεως στην ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικών διατάξεων, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η ίδια η απόφαση, αυτή περιέχει αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται, με ακρίβεια, η αντίφαση των διατάξεων αυτών, αντίφαση η οποία πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δη στο ίδιο διαδικαστικό έγγραφο της αποφάσεως αυτής, και όχι στο αιτιολογικό της (ΑΠ 892/2019, ΑΠ 77/2009, ΑΠ 553/2008, ΑΠ 2059/2007, ΑΠ 759/2005, ΑΠ 169/2001, ΑΠ 1376/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος των πέμπτου και έκτου λόγων αναιρέσεως προσβάλλεται η προσβαλλομένη απόφαση γιατί περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο αιτιολογικό της σχετικά με το ζήτημα της καθυστέρησης του έργου, που το αποδίδει στις οικονομικές δυσχέρειες της αναιρεσείουσας, ενώ αντιφατικά δέχεται ότι αυτό οφειλόταν στην καθυστέρηση των άλλων συνεργείων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο του, η επικαλούμενη αντίφαση, εκτός του ότι δεν αφορά διατάξεις, εστιάζεται στο σκεπτικό και όχι στο διατακτικό της προσβαλλομένης.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.20 KΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων δημιουργεί τον επώνυμο λόγο αναίρεσης, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 ως 465 KΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα. Αντίθετα, δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την παραπάνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων, και οι εισηγητικές εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά της συνεδρίασης που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 796/2006). Επομένως ο όγδοος λόγος της αναίρεσης, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 20 του άρθρ.559 KΠολΔ ,για παραμόρφωση του περιεχομένου της έκθεσης αυτοψίας που διενεργήθηκε στην οικοδομή της αναιρεσείουσας την 21-10-2013, ως προς τον πραγματικό χρόνο διενέργειας αυτής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθία, μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου βαρύνει την αναιρεσείουσα ( άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2018 αίτηση της Κ. Σ. του Σ., για αναίρεση της με αριθμό 39/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (και τούτου αποχωρήσαντος ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ