Legislator Case Law & Legislation
977/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract breach and unjust enrichment claims regarding construction work payments.

Case Number 977/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision in a dispute over construction contract payments and damages. The court found that the lower court correctly evaluated the evidence regarding the payment of 42,700 euros and the claim for lost profits and moral damages. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(8), 559(9), 559(10), 559(11) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appeals based on alleged procedural violations or factual errors are inadmissible if the lower court's findings are supported by the evidence and do not constitute a direct or indirect violation of the law.

Keywords

AI generated
contract breach unjust enrichment construction work lost profits moral damages appeal dismissal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 977 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 977/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Λύτρα.

Του αναιρεσίβλητου: Χ. Θ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ζέρβα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Σεπτεμβρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 242/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 314/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Ιουνίου 2010 αίτηση του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 24 Οκτωβρίου 2011 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 55/14.6.2010 αιτήσεως για αναίρεση της 314/18.5.2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 55/14-6-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 314/18-5-2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, Α. με την 242/22-9-2006 αγωγή με ενάγοντα τον Χ. Θ. και εναγόμενο τον Δ. Τ., εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, απορρέουσες από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση και την υπαίτια από τον τελευταίο μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως του εκτελέσεως του αναληφθέντος από εκείνον έργου και Β.

με την 170/31-5-2007 αγωγή, με ενάγοντα, αντιστρόφως, τον Δ. Τ. και εναγόμενο τον Χ. Θ., εδιώκετο, με την επίκληση του αγωγικού ισχυρισμού της καταγγελίας από εκείνον της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως έργου, να αναγνωρισθεί (α) "ότι νομίμως και βασίμως του καταβλήθηκε από τον εναγόμενο το ποσό των 42700 ευρώ μέσω της ΕΤΕ" για το εκτελεσθέν τμήμα του έργου και (β)ότι ο εναγόμενος έχει υποχρέωση να του καταβάλει (αα) το ποσό των 42259,50 ευρώ, ισόποσο με το εργολαβικό κέρδος το οποίο με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε από την εκτέλεση του έργου και (ββ) και εκείνο των 85.000,00 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητας του με την αποδιδόμενη στον εναγόμενο άδικη και υπαίτια, από πρόθεση, πράξη, με την μορφή της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Επί των εν λόγω και με στοιχ.Α και Β χαρακτηριζομένων αγωγών εκδόθηκε, συνεκδικαζομένων, κατά μερική παραδοχή της με στοιχ.Α αγωγής και κατ' ουσίαν απόρριψη της με στοιχ. Β αγωγής, η 42/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (ί) 93/2-5-2008 και (ii) 85/22-4-2008 εφέσεις των διαδίκων, η 314/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με κατ' ουσίαν απόρριψη της με στοιχ.(i) εφέσεως του με στοιχ.Α ενάγοντος, της με στοιχ. (ii) εφέσεως του με στοιχ.

Β ενάγοντος και αποδοχή της με στοιχ. (ii) εφέσεως του με στοιχ.Α εναγομένου, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως κατά το με στοιχ. Α κεφάλαιο αυτής, εξέταση κατά τούτο κατ' ουσίαν της υποθέσεως και μερική παραδοχή της εν λόγω αγωγής, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της με βάση τα αναφερόμενα στις αιτιολογίες της αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της. "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα οποία νομότυπα μετ' επικλήσεως προσκομίζονται, εκτιμώμενες καθεμία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανάλογα με τον τρόπο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας καθενός από αυτούς (μάρτυρες), την υπ' αριθ. 486/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την υπ' αριθ. 569/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων και απ' όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους, έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων χωρίς όμως, η ρητή αναφορά των εν λόγω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη εν σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα, και ως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινή πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Ο ενάγων της υπό στοιχείο 1 αγωγής Χ. Θ., είναι συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού εμβαδού 2.127,29 τ.μ., κείμενου στη Θέση "Μουτσιάρα" της κτηματικής περιφέρειας του χωρίου Περτουλίου, ΔΔ του Δήμου Αιθήκων Νομού Τρικάλων, που συνορεύει Ανατολικά με ιδιοκτησία Κοινότητας, Δυτικά με ιδιοκτησία Κ.

Μ., Βόρεια με δημοτικό δρόμο και Νότια με ιδιοκτησία Α. Κ.. Το προπεριγραφόμενο ακίνητο περιήλθε στον ενάγοντα με την μεταγραφή του υπ' αριθμόν .../1979 συμβολαίου, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Τρικάλων Κωνσταντίνος Τουρλάκης, ως τότε συμβολαιογράφος Πύρρας. Με την υπ' αριθμό .../2003 πράξη συστάσεως διηρημένων ιδιοκτησιών επί οικοδομών, που συνέταξε ο ίδιος ως άνω συμβολαιογράφος και μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων και ο έτερος συγκύριος του άνω ακινήτου συνέστησαν επ' αυτού κάθετη ιδιοκτησία, κατά την έννοια των διατάξεων του Ν. 3741/1929, ν.δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, και δημιουργήθηκαν έτσι δύο χωριστές διακεκριμένες ιδιοκτησίες υπό τα στοιχεία Ε1 και Ε2.

Στην αποκλειστική κυριότητα του ενάγοντα με τη μεταγραφή της άνω πράξης περιήλθε η υπό στοιχείο Ε1 αυτοτελής και διακεκριμένη ιδιοκτησία εμβαδού 1.056,95 τμ, στην οποία αναλογούν το 496,85/1000 εξ αδιαιρέτου του προπεριγραφομένου ακινήτου, που συνορεύει Ανατολικά με την υπό στοιχείο Ε2 κάθετη ιδιοκτησία του Ά.

Π.-Ε. Μ., Δυτικά με ιδιοκτησία Α. Μ., Βόρεια με δημοτικό δρόμο και Νότια με ιδιοκτησία Σ. Κ.. Το ακίνητο αυτό βρίσκεται εκτός σχεδίου εντός ζώνης, από την βόρεια πλευρά συνορεύει με δημοτική οδό και πέραν της οδού αυτής διέρχεται η ΕΟ Τρικάλων - Άρτας. Ο ενάγων προτιθέμενος να αξιοποιήσει την περιελθούσα σ' αυτόν διακεκριμένη ιδιοκτησία απεφάσισε την ανέγερση οικίας και για το λόγο αυτό ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό Μ.

Μ. την εκπόνηση της σχετικής μελέτης, με βάση την οποία θα εκδιδόταν και η σχετική οικοδομική άδεια από την αρμόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας, ανέθεσε δε επίσης σ' αυτόν την επίβλεψη του μέλλοντος να αναγερθεί κτίσματος. Ο τελευταίος κατέθεσε τη σχετική μελέτη στην Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Τρικάλων συνοδευόμενη από τα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα και στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 32/12-2-2004 οικοδομική άδεια, σύμφωνα με την οποία θα ανεγειρόταν επί του οικοπέδου οικία, με καλυπτόμενη επιφάνεια 99,30 τ.μ., αποτελούμενη από ισόγειο όροφο εμβαδού 99,30 τ.μ και υπόγειο.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι ο Μ. Μ. επρόκειτο να αναλάβει και την κατασκευή της οικίας του ενάγοντος, πλην όμως τελικώς δεν επετεύχθη συμφωνία και για το λόγο αυτό ο τελευταίος ανέθεσε την κατασκευή της στον εναγόμενο αρχιτέκτονα μηχανικό Δ. Τ., ο οποίος ανέλαβε, επίσης την τροποποίηση της άνω άδειας ως προς το ύψος της οικοδομής και συγκεκριμένα του υπογείου αντί αμοιβής 3.300 Ε, η οποία και καταβλήθηκε από τον ενάγοντα στον εναγόμενο Δ.

Τ. την 1-7-2005. Έτσι, στις 12-7-2005 συνήφθη μεταξύ των διαδίκων έγγραφη σύμβαση έργου σε εκτέλεση της οποίας ο ενάγων-εναγόμενος, ήδη εκκαλών εφεσίβλητος Χ. Θ., ανέθεσε στον εναγόμενο-ενάγοντα, ήδη εφεσίβλητο εκκαλούντα Δ. Τ., την κατασκευή οικίας επί της άνω διαιρετής ιδιοκτησίας. Κατά τους όρους της συμβάσεως αυτής ο τελευταίος ανέλαβε να κατασκευάσει σύμφωνα με την άνω υπ' αριθμόν 32/2004 οικοδομική άδεια, όπως θα τροποποιείτο, οικία αποτελούμενη από ισόγειο όροφο εμβαδού 99,30 τ.μ.

και υπόγειο όροφο ίδιου εμβαδού (όροι 1 και 1.1). Η αμοιβή του εργολάβου για το έργο αυτό συμφωνήθηκε στο ποσό των 140.865 Ε θα καταβαλλόταν δε με την πρόοδο των εργασιών και θα καλυπτόταν στο σύνολο της από προϊόν δανείου, το οποίο θα ελάμβανε ο Χ.Θ. από την ΕΤΕ. Το έργο συμφωνήθηκε να παραδοθεί από τον εργολάβο πλήρως αποπερατωμένο τον Σεπτέμβριο του 2006 με δυνατότητα να καθυστερήσει η παράδοση του για ένα ακόμη μήνα, ήτοι μέχρι τον Οκτώβριο του 2006.

Περί τα μέσα Ιουλίου του 2005, και πριν ο εργολάβος μεριμνήσει για την τροποποίηση της άνω οικοδομικής άδειας και την κατάθεση στην αρμόδια πολεοδομική αρχή της σχετικής δήλωσης του εργοδότη περί αναθέσεως σ' αυτόν και της επίβλεψης της υπό ανέγερση οικοδομής, ο εναγόμενος-ενάγων εργολάβος έκανε έναρξη των εργασιών ανέγερσης του έργου και συγκεκριμένα προέβη στην διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, στην κατασκευή θεμελίωσης, στη ρίψη μπετόν καθαριότητος και την κατασκευή των περιμετρικών τοίχων του υπογείου από οπλισμένο σκυρόδεμα.

Ο εργολάβος όμως, κατά παράβαση της άνω οικοδομικής άδειας, προέβη στη θεμελίωση και ανέγερση της οικοδομής όχι στη θέση που προβλεπόταν από την άδεια αυτή αλλά σε εντελώς διάφορη θέση ήτοι βορειότερα και πλησιέστερα προς τη δημοτική οδό που διέρχεται από το βόρειο όριο του οικοπέδου. Στο μεταξύ ο άνω πολιτικός μηχανικός Μ.

Μ. στον οποίο είχε ανατεθεί από το Χ. Θ. η εκπόνηση της μελέτης, με βάση την οποία εκδόθηκε η άνω οικοδομική άδεια και η επίβλεψη της υπό ανέγερση οικίας, πληροφορήθηκε ότι ήδη έγινε έναρξη των εργασιών για την κατασκευή της οικίας αυτής και με την από 25-7-2005 δήλωση του προς την Δ/νση Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Τρικάλων δήλωσε, ότι παραιτείται από επιβλέπων μηχανικός "...

της οικοδομής του κ. Χ. Θ. στο Περτούλι Τρικάλων, αρ. αδείας 32/2004, διότι ο ιδιοκτήτης προέβη σε έναρξη εργασιών χωρίς να ειδοποιηθώ, ώστε να ασκήσω τον απαιτούμενο έλεγχο.", όπως κατά λέξη αναφέρει στη δήλωση του αυτή. Εξαιτίας της υποβολής της άνω δήλωσης παραίτησης, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 2395/26-7-2005 έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας Ν.Α.

Τρικάλων προς το Α.Τ. Πύλης διατάχθηκε η διακοπή των εργασιών, γιατί, ως αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, "... ο πολιτικός μηχανικός Μ. Μ. παραιτήθηκε από την επίβλεψη της οικοδομής". Μετά από αυτά διενεργήθηκε αυτοψία από αρμόδιο υπάλληλο της πολεοδομίας, και διακόπηκαν επ' αόριστον οι οικοδομικές εργασίες η οικοδομή δε κρίθηκε αυθαίρετη και κατεδαφιστέα λόγω της θεμελιώσεως της σε θέση διάφορη από εκείνη που προβλεπόταν στην ως άνω άδεια.

Συγκεκριμένα στο υπ' αριθ. πρωτ. 3869/24-11-2005 έγγραφο της Δ/νσεως Πολεοδομίας ΝΑ Τρικάλων προς τον εργοδότη ενάγοντα της υπό στοιχείο 1 αγωγής, αναφέρεται ότι μετά από αυτοψία του αρμοδίου υπαλλήλου της υπηρεσίας διαπιστώθηκε ότι "... η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο κατασκευής των περιμετρικών τοιχίων του υπογείου, αλλά σε λάθος θέση σε σχέση με την υπ' αριθμ. 32/2004 οικοδομική άδεια και μάλιστα σε απόσταση από τον άξονα του Εθνικού δρόμου μικρότερη από την επιτρεπόμενη.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι όταν ο εναγόμενος πληροφορήθηκε την εντολή διακοπής των εργασιών, απευθύνθηκε στον διευθυντή του αρμόδιου Πολεοδομικού Γραφείου για το πρόβλημα που ανέκυψε. Παρά, όμως, την κατά τα άνω διακοπή των εργασιών ανέγερσης και την γνώση του θέματος τούτου εκ μέρους του εναγομένου εργολάβου στις 1-8-2005, ζητήθηκε με αίτημα του τελευταίου η πιστοποίηση της προόδου των εργασιών κατασκευής του έργου από τον αρμόδιο προς τούτο μηχανικό της δανείστριας Τράπεζας ΕΤΕ.

Έτσι εκταμιεύτηκε η πρώτη δόση του δανείου, το οποίο αυτός θα ελάμβανε για την κατασκευή του έργου, ποσού 42.700 €, τούτο δε καταβλήθηκε απ' ευθείας στον εργολάβο, όπως άλλωστε προκύπτει και από την από 01-08-2005 απόδειξη είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Μετά από αυτά ο ενάγων της υπό στοιχείο 1 αγωγής μαζί με την σύζυγο του μετέβη στα Τρίκαλα στις 5-08-2005 και επισκέφθηκε τον εναγόμενο εργολάβο στο γραφείο του, ο οποίος τον ενημέρωσε για το πρόβλημα που είχε πλέον προκύψει και καθιστούσε αδύνατη την συνέχιση του έργου.

Κατά την επίσκεψη του αυτή ο ενάγων μετέβη και στο Περτούλι, όπου διαπίστωσε ότι ο εργολάβος κατά τη θεμελίωση της οικοδομής εντός του ακινήτου του δεν εφάρμοσε την εγκεκριμένη μελέτη της υπ' αριθ. 32/2004 οικοδομικής άδειας και συγκεκριμένα παραβίασε την απόσταση αυτής από τα όρια του οικοπέδου, δηλαδή ενώ έπρεπε η οικοδομή να απέχει από τα όριο του οικοπέδου με τη δημοτική οδό 12.00 μ, ο εναγόμενος τοποθέτησε την οικοδομή σε απόσταση μόλις 2.00 μέτρων.

Επίσης, διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος δεν είχε προβεί στην τροποποίηση της άνω οικοδομικής άδειας ως προς το ύψος του υπογείου, όπως είχαν συμφωνήσει, ούτε είχε καταθέσει στην αρμόδια Πολεοδομική Αρχή, ότι είναι αυτός πλέον ο επιβλέπων μηχανικός του έργου. Μετά από την ανώμαλη εξέλιξη αυτή της συμβάσεως ο εργολάβος, εναγόμενος της υπό στοιχείο 1 αγωγής και ενάγων της υπό στοιχείο 2, με την από 29-8-2005 εξώδικη δήλωση του, που επέδωσε νομότυπα στον εργοδότη, κατήγγειλε την μεταξύ αυτού και του τελευταίου συναφθείσα σύμβαση έργου, στην δήλωση δε αυτή αναφέρει ότι είναι πλέον αδύνατη η συνέχιση της κατασκευής του έργου αυτού, γιατί η άνω άδεια είναι άκυρη αφού μετά από εξέταση του φακέλου της σχετικής μελέτης, με βάση την οποία εκδόθηκε η άνω οικοδομική άδεια από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, διαπιστώθηκε πως η απόσταση της ελάχιστης κάθετης απόστασης από τον άξονα της ΕΟ Ελάτης-Περτουλίου-Νεραϊδοχωρίου ήταν μικρότερη της προβλεπόμενης από τις σχετικές πολεοδομικές διατάξεις.

Στην συνέχεια ο εργοδότης επέδωσε στον εργολάβο την από 12-9-2005 εξώδικη δήλωση, στην οποία αναφέρει ότι ο τελευταίος προέβη στην έναρξη των εργασιών χωρίς να τον ενημερώσει και χωρίς να προβεί στην τροποποίηση της οικοδομικής άδειας, θεμελίωσε δε την οικοδομή, κατά παράβαση της αναληφθείσης από αυτόν υποχρεώσεως, να προβεί στην ανέγερση της οικοδομής σύμφωνα με την νομίμως εκδοθείσα υπ' αριθμ. 32/2004 οικοδομική άδεια, σε διαφορετικό σημείο του ακινήτου από αυτό που προβλεπόταν από την εν λόγω άδεια και ζήτησε να του επιστρέψει το ποσό της αμοιβής που έλαβε και να προβεί στην καθαίρεση του κτίσματος, το οποίο είχε κριθεί αυθαίρετο και κατεδαφιστέο.

Ο εργολάβος (εναγόμενος της υπό στοιχείο 1 αγωγής) δεν ανταποκρίθηκε και εγκατέλειψε το έργο, το οποίο κατά τους όρους της μεταξύ τους συμβάσεως είχε αναλάβει να εκτελέσει σύμφωνα με την σχετική εδαφοτεχνική μελέτη που είχε εκπονηθεί και σύμφωνα με την μελέτη, με βάση την οποία είχε εκδοθεί η υπ' αριθμόν 32/2004 οικοδομική άδεια.

Η θεμελίωση όμως της οικοδομής από τον εργολάβο, ως προαναφέρεται, έγινε σε θέση διάφορη από αυτή που προέβλεπε η εν λόγω άδεια και σε απόσταση μόλις δύο μέτρων από την δημοτική οδό που διέρχεται από το βόρειο όριο του ακινήτου. Ο εναγόμενος βέβαια ισχυρίζεται, ότι προέβη στη θεμελίωση της οικοδομής σε σημείο διάφορο του προβλεπομένου από την άνω οικοδομική άδεια μετά από σχετική συμφωνία με τον εργοδότη, πλην όμως τέτοιου είδους συμφωνία δεν αποδείχθηκε ούτε αποδείχθηκε, επίσης ότι έπραξε τούτο μετά από εντολή του εργοδότη.

Στην άνω ενέργεια προδήλως προέβη ο εργολάβος, με σκοπό να μειώσει το κόστος κατασκευής της οικοδομής, αφού λόγω του επικλινούς του εδάφους του άνω ακινήτου για τη διαμόρφωση της θέσης, που τελικώς θεμελιώθηκε η οικοδομή, απαιτούντο λιγότερες εργασίες αντιστήριξης και χωματουργικές και τούτο βεβαία συνεπαγόταν χαμηλότερο κόστος.

Ισχυρίζεται περαιτέρω ο εναγόμενος εργολάβος, ότι τα ελαττώματα αυτά του έργου οφείλονταν σε υπαιτιότητα του εργοδότη, ο οποίος από την αρχή γνώριζε πως η ως άνω οικοδομική άδεια εκδόθηκε με βάση ψευδείς επιμετρήσεις, ήτοι κατά παράβαση του άρθρου 2 παρ. 1β του Π.Δ. 209/1998 (ΦΕΚ 169 Α/98), με το οποίο ορίζεται ότι η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων από τους άξονες των οδών στο Δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι 45 μέτρα και πως εν προκειμένω η απόσταση της οικοδομής από τον άξονα της ΕΟ Άρτας-Τρικάλων στην πραγματικότητα ήταν μικρότερη από την εμφανιζόμενη στη σχετική μελέτη, με βάση την οποία εκδόθηκε η άνω οικοδομική άδεια.

Τούτο όμως δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει εξ αρχής ο εργοδότης, ενώ αντίθετα είναι βέβαιο ότι γνώριζε εξ αρχής ο εναγόμενος, ο οποίος λόγω της ιδιότητός του ως αρχιτέκτονος μηχανικού ακόμη και με απλή επιμέτρηση μπορούσε να διαπιστώσει, αν η απόσταση της οικοδομής, όπως εμφανιζόταν στη σχετική μελέτη, ήταν σύμφωνη με τις άνω διατάξεις.

Αντίθετα ο εργοδότης δεν διέθετε τις απαιτούμενες γνώσεις ούτε ήταν δυνατόν, ως χημικός μηχανικός, να γνωρίζει τις κείμενες περί αποστάσεων πολεοδομικές διατάξεις, ούτε διέθετε ανάλογη εμπειρία, άλλωστε ο ενάγων είχε αναθέσει την εκπόνηση της σχετικής μελέτης με βάση την οποία εκδόθηκε η σχετική οικοδομική άδεια στον πολιτικό μηχανικό Μ.

Μ., ο οποίος είχε την σχετική γνώση και εμπειρία. Έτσι αυτός ανέθεσε στην συνέχεια την κατασκευή της άνω οικοδομής στον εναγόμενο, δοθέντος ότι είχε ήδη εκδοθεί η άνω υπ' αριθμόν 32/2005 οικοδομική, άδεια του αρμόδιου πολεοδομικού γραφείου, και φυσικά δεν ήταν δυνατό να γνωρίζει ο εργοδότης ότι ενδεχομένως αυτή έπασχε ακυρότητος, όταν είχε τηρήσει τις απαραίτητες διαδικασίες εκδόσεώς της.

Άλλωστε δεν αποδείχθηκε, ότι ο εργολάβος είχε οποιαδήποτε αντίρρηση στις οδηγίες του εργοδότη να κατασκευάσει την οικοδομή σύμφωνα με την άδεια αυτή, ούτε ότι αυτός επισήμανε στον τελευταίο, πως σε περίπτωση παραβίασης των εν λόγω διατάξεων υφίσταται ο κίνδυνος η υπό ανέγερση οικοδομή να χαρακτηρισθεί αυθαίρετη και κατεδαφιστέα.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος μόλις αντιλήφθηκε πως η εν λόγω οικοδομική άδεια είχε εκδοθεί, ως ισχυρίζεται, κατά παράβαση των άνω πολεοδομικών διατάξεων ενημέρωσε άμεσα, ως όφειλε, τον εργοδότη και επισήμανε τον βέβαιο κίνδυνο εμφανίσεως ελαττωμάτων στο έργο. Αντίθετα, ως προαναφέρεται, ο εργολάβος αντί να απόσχει από κάθε οικοδομική εργασία μετά την διαπίστωση της πλημμέλειας της οικοδομικής αυτής άδειας, προέβη άμεσα στην έναρξη των εργασιών για την εκτέλεση του έργου, χωρίς μάλιστα να προβεί στην τροποποίησή της, όπως είχε συμφωνηθεί, και χωρίς να υποβάλλει στην Πολεοδομική αρχή την σχετική δήλωση, ότι αυτός πλέον είναι ο επιβλέπων μηχανικός του έργου.

Το γεγονός ότι ο εναγόμενος, ως επιβλέπων μηχανικός, δεν επισήμανε άμεσα, ως όφειλε, στον ενάγοντα εργοδότη για τις τυχόν πλημμέλειες της οικοδομικής άδειας ενισχύεται και από την υπ' αριθμό 10/2006 απόφαση του αρμόδιου πειθαρχικού οργάνου του ΤΕΕ, κινηθείσης της πειθαρχικής διαδικασίας μετά από αναφορά του ενάγοντος Χ.

Θ., με την οποία κρίθηκε ένοχος των πειθαρχικών αδικημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 του από 27/11-14.12.1926 π.δ. "περί κωδικοποιήσεως των περί συστάσεως του ΤΕΕ κειμένων διατάξεων, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 783/1970". Στον εναγόμενο επιβλήθηκε από το άνω πειθαρχικό όργανο η ποινή της επίπληξης γιατί, ως αναφέρεται, εκτός των άλλων στην σχετική απόφαση "Επειδή ο εγκαλούμενος κ.

Δ. Τ. δεν τοποθέτησε το κτίσμα στην προβλεπόμενη από την νομοθεσία απόσταση από την εκεί Εθνική οδό, γεγονός που συνιστά σαφή πολεοδομική παράβαση, αλλά ούτε και στην προβλεπόμενη από την οικοδομική άδεια θέση εντός του οικοπέδου, οπότε και πάλι βέβαια δεν θα τηρούνταν η προβλεπόμενη από τη νομοθεσία απόσταση από την εκεί Εθνική οδό, τουλάχιστον όμως αυτός θα είχε εφαρμόσει τη με ευθύνη άλλων εκδοθείσα οικοδομική άδεια.

Επειδή ο εγκαλούμενος κ. Δ. Τ., όφειλε αμέσως μόλις διαπίστωσε τα προβλήματα στο ακίνητο ως επιβλέπων να ενημερώσει τον ιδιοκτήτη για τα προβλήματα και τις συνέπειες αυτών και να απόσχει από κάθε κατασκευαστική ενέργεια, ...". Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι στην συνέχεια η οικοδομή καθαιρέθηκε, ο εναγόμενος δε στις 28-03-2006 κατέθεσε αίτηση στο τμήμα ελέγχου κατασκευών και χορηγήσεως οικοδομικών αδειών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Ν.Α.

Τρικάλων, με την οποία ζήτησε την ανάκληση της υπ' αριθμόν 32/2004 οικοδομικής άδειας. Με το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 1138/03-4-2006 έγγραφο η ανωτέρω υπηρεσία απάντησε, ότι μετά από αυτοψία υπαλλήλου της υπηρεσίας τους, διαπιστώθηκε πως καθαιρέθηκαν τα περιμετρικά τοιχία του υπογείου, που κατασκευάσθηκαν σε διαφορετική θέση σε σχέση με την υπ' αριθμό 32/2004 οικοδομική άδεια, και επειδή η άδεια είναι σε ισχύ και υπάρχει δυνατότητα αναθεώρησης της δεν συντρέχει λόγος ανάκλησης της, καθώς και ότι η επ' αόριστο διακοπή εργασιών συνιστά ανάκληση της οικοδομικής αδείας.

Μετά την κατεδάφιση του άνω αυθαιρέτου κτίσματος εκπονήθηκε νέα μελέτη από την αρχιτέκτονα μηχανικό Γ. Χ. και με βάση αυτή εκδόθηκε η υπ' αριθ. 189/2006 άδεια οικοδομής, με την οποία αναθεωρήθηκε η υπ' αριθ. 32/2004 οικοδομική άδεια ως προς τη θέση του κτίσματος στο άνω ακίνητο του ενάγοντος και το περιτύπωμα αυτού, ήτοι την προβολή του κτίσματος στο έδαφος.

Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται, ότι ο ενάγων κατάρτισε με τον εναγόμενο την ένδικη σύμβαση έργου, περιεχόμενο της οποίας αποτέλεσε η ανέγερση οικίας του σε εφαρμογή της υπ' αριθμό 32/2004 οικοδομικής άδειας, η οποία είχε εκδοθεί από το αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο μετά την εκπόνηση της σχετικής μελέτης, την οποία είχε αναθέσει ο ενάγων αυτός στον έχοντα τις σχετικές γνώσεις πολιτικό μηχανικό Μ.

Μ., είναι δε πρόδηλο ότι ο ίδιος δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει ότι η άδεια αυτή έπασχε ακυρότητας, αφού δεν είχε τις σχετικές προς τούτο γνώσεις, αλλά και την ανάλογη εμπειρία σε αντίθεση με τον εναγόμενο, ο οποίος ευχερώς μπορούσε να αντιληφθεί, λόγω της ειδικότητος του και της εμπειρίας του, τα ελαττώματα αυτής και όχι μόνο δεν έφερε οποιαδήποτε αντίρρηση στην εφαρμογή αυτής, αλλά προέβη άμεσα στην έναρξη των εργασιών για την εκτέλεση του έργου, αλλά και σε περαιτέρω παραβάσεις των πολεοδομικών διατάξεων.

Με βάση τα ανωτέρω ο ισχυρισμός του εναγομένου αυτού, ότι ο ίδιος δεν έχει ευθύνη για τα ελαττώματα του επίδικου έργου, αλλά ότι αυτά οφείλονται σε υπαιτιότητα του ενάγοντα εργοδότη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, αφού τα ελαττώματα αυτά καθιστούσαν άχρηστο το έργο ο ενάγων δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση, λόγω μη εκπληρώσεως της παροχής εκ μέρους του εναγομένου της υπό στοιχείο 1 αγωγής.

Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων της αγωγής αυτής από την μη εκτέλεση της ένδικης συμβάσεως υπέστη ζημία για την ανόρθωση της οποίας ευθύνεται ο εναγόμενος. Ειδικότερα, ο ενάγων της υπό στοιχείο 1 αγωγής κατέβαλε στον εναγόμενο ως αμοιβή το ποσό των 3.300 € για την τροποποίηση της άνω οικοδομικής άδειας, ενέργεια στην οποία όμως ουδέποτε προέβη ο τελευταίος ζημιώνοντας έτσι τον εργοδότη κατά το εν λόγω ποσό, ο δε εργολάβος εισέπραξε απευθείας από την ΕΤΕ το ποσό των 42.700 €, με συνέπεια ο ενάγων να υποστεί ισόποση ζημία.

Επίσης, ο ενάγων ζημιώθηκε κατά το ποσό των 5.759,60 €, αφού υποχρεώθηκε να προβεί στην καθαίρεση του αυθαιρέτου κτίσματος και στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου καταβάλλοντος το ποσό των 4.000 € και 840 € αντίστοιχα ήτοι 4.840 € και μαζί με την αναλογία του ΦΠΑ από 919,96 € (βλ. 81/05-10-2005 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του εργολάβου χωματουργικών και τεχνικών έργων Κ.

Τ. (με στοιχ.Α και Β(α), β(αα) κεφάλαια). Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μετά την ανώμαλη εξέλιξη της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, ο ενάγων Χ. Θ. υπέβαλε στο ΤΕΕ κατά του εναγομένου Χ. Τ. την άνω υπ' αριθ. 288/5-1-2006 αναφορά επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 10/2006 απόφαση του αρμόδιου πειθαρχικού οργάνου που προαναφέρεται, υπέβαλε επίσης σε βάρος του τελευταίου ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Τρικάλων την υπ' αριθ.

ΑΟ6-817/13-3-2006 έγκληση του και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος αυτού για απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα, γιατί παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους της ΕΤΕ πως οι εργασίες της οικοδομής είχαν προχωρήσει και πέτυχε να εκταμιευθεί το ποσό των 42.700 €, ήδη δε με την υπ' αριθ. 486/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας κηρύχθηκε αθώος.

Επίσης, άσκησε κατά του άνω ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων τις υπ' αριθ. 201/2007 και 158/2008 αιτήσεις, με τις οποίες ζητούσε την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης προς εξασφάλιση της χρηματικής του αξιώσεως σε βάρος του εναγομένου μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής. Τα γεγονότα, όμως, που αναφέρονται στα παραπάνω έγγραφα δεν μπορούν να θεωρηθούν ψευδή, γιατί πράγματι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν εξελίχθηκε ομαλά, ο εναγόμενος δε δεν φρόντισε για την τροποποίηση της 32/2004 οικοδομικής άδειας σχετικά με το ύψος του υπογείου, παρά το ότι εισέπραξε την ανάλογη αμοιβή, δεν φρόντισε να καταθέσει έγκαιρα στην αρμόδια πολεοδομική αρχή τη δήλωση ανάληψης της επίβλεψης του έργου, θεμελίωσε την οικοδομή βορειότερα από τη θέση που προέβλεπε η άνω οικοδομική άδεια, γνωρίζοντας μάλιστα ότι η εν λόγω άδεια πάσχει λόγω της κατά τα άνω παραβίασης των περί αποστάσεων διατάξεων, και ενώ στις 26-7-2005 με σήμα της Δ/νσης Πολεοδομίας Τρικάλων διεκόπησαν οι οικοδομικές εργασίες έσπευσε στις 1-8-2005, μετά από αυτοψία, των αρμοδίων υπαλλήλων της ΕΤΕ, να προβεί στην είσπραξη του άνω ποσού του δανείου.

Συνεπώς, ο άνω ενάγων-εναγόμενος Χ. Θ. δεν διέδωσε εν γνώσει του σε βάρος του ενάγοντος-εναγομένου Δ. Τ. ψευδή γεγονότα, αφού και ο τελευταίος εν γνώσει του παρέβη τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις. Περαιτέρω, η διάδοση των άνω γεγονότων εκ μέρους του Χ. Θ. σε τρίτους προσβάλλει πράγματι την τιμή και την υπόληψη του, τόσο ως ατόμου όσο και ως επαγγελματία μηχανικού, πλην όμως αυτός προέβη στις άνω ενέργειες προς προστασία των όσων δικαιωμάτων του απέρρεαν από την εν λόγω σύμβαση, όπως βάσιμα ισχυρίζεται προς απόκρουση της αγωγής του Δ. Τ., και όχι με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου με την διάδοση των άνω γεγονότων. Άλλωστε, και ο ενάγων-εναγόμενος Δ. Τ. στα πλαίσια της προκειμένης διαφοράς προέβη σε ανάλογες ενέργειες και ζήτησε έννομη προστασία, αφού άσκησε κατά του Χ. Θ. την υπό κρίση αγωγή αλλά και τις με αριθ. 305/2007 και 161/2008 αιτήσεις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, αιτούμενος την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του αντιδίκου του προς διασφάλιση των όποιων χρηματικών αξιώσεων του, που απέρρεαν από την σύμβαση αυτή.

Συνεπώς, οι προαναφερόμενες εκδηλώσεις εκ μέρους του εναγομένου-ενάγοντος Χ. Θ. έγιναν για τη διαφύλαξη των όποιων δικαιωμάτων του και χρηματικών του απαιτήσεων κατά του Δ. Τ., μετά την ανώμαλη εξέλιξη της μεταξύ τους συμβάσεως έργου επιβαλλόταν δε για την διαφύλαξη των εν λόγω δικαιωμάτων του και στα πλαίσια της επιδιωκόμενης έννομης προστασίας του.

Συνεπώς, δεν προκύπτει, από τον τρόπο της εκδήλωσης τους, σκοπός του Χ. Θ. δυσφήμισης ή εξύβρισης του εργολάβου, δηλαδή σκοπός κατευθυνόμενος ειδικά στην προβολή της τιμής και της υπόληψης του τελευταίου, με αποτέλεσμα να αίρεται ο άδικος χαρακτήρας τους. Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος Χ. Θ. διέδωσε ενώπιον τρίτων, πως ο Δ. Τ. προτίθεται να προβεί σε απαλλοτρίωση των περιουσιακών του στοιχείων με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση των χρηματικών του αξιώσεων.

Συνεπώς, και η σωρρευόμενη στο δικόγραφο της υπό στοιχείο 2 αγωγής του ενάγοντος-εναγομένου Δ. Τ. αγωγή, περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως του εναγομένου αυτής Χ. Θ. προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων αυτής από την προσβολή της προσωπικότητας του ένεκα της άνω συμπεριφοράς του εν λόγω εναγομένου πρέπει να απορριφθεί". (Με στοιχ. Ββ (ββ) κεφάλαιο). Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών-με στοιχ. Β ενάγων-με στοιχ. Α εναγόμενος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:

(i) Με στοιχ. Β (α) κεφάλαιο. Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατά παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσεως μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως μπορεί να αναγνωριστεί με αγωγή η ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσεως, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση, σε αντιδιαστολή προς τα απλά γυμνά πραγματικά περιστατικά, θεωρείται η βασική σχέση που ρυθμίζεται από το δίκαιο και αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγμα, δημιουργεί δε δικαίωμα ή μπορεί με τη συνδρομή κατ' άλλων όρων να καταλήξει σε δικαίωμα, για την έννομη προστασία του οποίου παρέχεται με την εν λόγω διάταξη η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής.

Τέλος, η διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, παρά την ένταξη της στο δικονομικό δίκαιο, είναι ουσιαστικού δικαίου και η απόφαση, που εκδίδεται επί της αναγνωριστικής αγωγής τέμνει την διαφορά, όπως και επί της καταψηφιστικής, παράγουσα δεδικασμένο περί της υπάρξεως ή ανυπαρξίας του δικαιώματος με τις συνέπειες του.

Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές ορθώς αξιολογήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η με στοιχ. Β (α) αγωγή, με διατυπούμενο δι' αυτής αίτημα "να αναγνωρισθεί ότι νομίμως και βασίμως καταβλήθηκε στον ενάγοντα από τον εναγόμενο το ποσό των 42700 Ευρώ μέσω της ΕΤΕ" για το εκτελεσθέν τμήμα του έργου, ως μη νόμιμη, ως αναφερόμενη σε απλό πραγματικό περιστατικό, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες με τον έκτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραβιάσεως της ουσιαστικού χαρακτήρα διατάξεως του άρθρου 70 ΚΠολΔ και προσήκουσα εντεύθεν εκείνη από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αρνητικά να αξιολογούνται ως αβάσιμες.

(ii) Με στοιχ. Ββ(αα) κεφάλαιο. Η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 216 § 1, 262 § 1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681, 694, 688-690 ΑΚ του ισχύοντος μετά το ν. 3043/21-8-2002 (άρθρο 1 αυτού) νομικού καθεστώτος, που εφαρμόζονται κατ' επιταγή του άρθρου 24 παρ.1 Εισ.Ν.ΑΚ, προκύπτει ότι Ι. με τη σύμβαση μισθώσεως έργου, ο μεν εργολάβος υποχρεούται να εκτελέσει το έργο, ο δε εργοδότης να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή, η οποία, δυναμένη να συμφωνηθεί κατ' αποκοπή ή κατά μονάδα εργασίας, είναι καταβλητέα κατά την παράδοση του έργου (ΑΚ 694).

II. Ο εργολάβος που ενάγει τον εργοδότη προς καταβολή της συμφωνημένης εφάπαξ αμοιβής, ενόψει του ότι είναι υποχρεωμένος σε προεκπλήρωση, αρκεί να επικαλεσθεί και, στην περίπτωση αμφισβητήσεως, αποδείξει την σύναψη της εργολαβικής συμβάσεως, το συμφωνημένο έργο, την συμφωνημένη αμοιβή, την εκτέλεση του έργου, καθώς και την παράδοση του ή τουλάχιστον, την πραγματική προσφορά του προς τον εργοδότη.

III. Στην περίπτωση ελλείψεων του έργου, στις οποίες περιλαμβάνονται τόσο τα ουσιώδη και επουσιώδη αυτού ελαττώματα, όσο και η έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, ο εργοδότης, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία το εκτελεσθέν και παραδοθέν έργο είναι άχρηστο, δεν έχει κατά του εργολάβου που ζητεί την καταβολή συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής την ένσταση της μη εκπληρώσεως ή της μη προσηκούσης εκτελέσεως της συμβάσεως, ούτε και μπορεί να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ' αυτόν ελαττωματικό έργο, καθιστώντας έτσι ανενεργό το δικαίωμα του εργολάβου για την καταβολή της αμοιβής του κατά την διάταξη του άρθρου 694 ΑΚ, περιοριζόμενος μόνο στην άσκηση των υπό των διατάξεων των άρθρων 688 έως 690 ΑΚ περιοριστικώς προβλεπομένων αξιώσεων προς μείωση της αμοιβής, υπαναχώρηση ή καταβολή αποζημιώσεως.

Άρνηση καταβολής της συμφωνημένης αμοιβής μπορεί ο εργοδότης να αντιτάξει κατά του εργολάβου μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το εκτελεσθέν έργο που παραδόθηκε ή προσφέρθηκε εξαιτίας των ελλείψεων είναι εντελώς διαφορετικό από το συμφωνηθέν, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει ούτε και μερική εκπλήρωση της παροχής που συμφωνήθηκε, η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση του δικαιώματος του εργολάβου να ζητήσει την συμφωνημένη αμοιβή του και δεν ισχύει η ειδική ρύθμιση των άρθρων 688 έως 690 ΑΚ.

IV. Ο εργοδότης αντί για υπαναχώρηση ή μείωση της αμοιβής έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της συμβάσεις, αν οι ελλείψεις του έργου οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου (άρθρο 690 ΑΚ). Προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημιώσεως κατά την ίδια διάταξη είναι η ύπαρξη υπαιτιότητας από τον εργολάβο, την οποία δεν υποχρεούται να αποδείξει ο ενάγων εργοδότης, αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος, επικαλούμενος την έλλειψη υπαιτιότητας του προς καταβολή αποζημιώσεως εξαιτίας των ελλείψεων του έργου.

Κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική και ανταποκρινόμενη στα πράγματα εκτίμηση του δικογράφου της με στοιχ. Β αγωγής ο δι' αυτής ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν επικαλείται, για τη θεμελίωση από νομική άποψη της φερόμενης δι' αυτής προς διάγνωση με στοιχ. β(αα) αξιώσεως του, ισόποσης, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, με το εργολαβικό κέρδος το οποίο με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε από την εκτέλεση του έργου, την παράδοση αυτού, προϋπόθεση για την εν λόγω απαίτηση του.

Επομένως, ορθώς αξιολογήθηκε κατά τούτο η αγωγή ως νομικώς αόριστη, χωρίς η κρίση αυτή να διαφοροποιείται από τον διατυπούμενο νομικώς αδιάφορο αγωγικό ισχυρισμό ότι ο δι' αυτής ενάγων και ήδη αναιρεσείων εργολάβος κατήγγειλε στις 7-9-2005 τη συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση έργου. Κατά συνέπεια η προβαλλόμενη με τον ένατο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των αμέσως παραπάνω σημειουμένων διατάξεων, ελέγχεται ως αβάσιμη.

Όμοια αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμη η διατυπούμενη με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αντί εκείνης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι κατά την αξιολόγηση της με στοιχ. Β αγωγής κατά την φερόμενη δι' αυτής προς διάγνωση με στοιχ. β (αα) αξίωση ως νομικώς αόριστης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του δικογράφου αυτής, μη λαμβάνοντας υπόψη τον (νομικώς αδιάφορο) αγωγικό ισχυρισμό ότι συμφωνήθηκε η τμηματική καταβολή της συνομολογηθείσης εργολαβικής αμοιβής, εφόσον πρόκειται για αξίωση οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής, που αναφέρεται σε έργο για το οποίο δεν γίνεται επίκληση του απαιτούμενου για την θεμελίωση της από νομική άποψη αγωγικού ισχυρισμού περί παραδόσεως αυτού. (iii) Με στοιχ.

Α και Ββ(ββ) κεφάλαια. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική απολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος, Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 57 παρ. 1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.

Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε μειωτική επέμβαση από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμέλειας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται, όμως, για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 του ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, κατά δε το άρθρο 914 ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει".

Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως ψευδή καταμήνυση, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια και να απέβλεπε με αυτήν την κίνηση ποινικής ή πειθαρχικής αξιώσεως εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του αναληθώς εγκαλούντος, εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361 § 1, 362 και 363 Π.Κ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητάς του.

Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ.

περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως. Έτσι, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ' αρχήν αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις Κατ' εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ,2 του άρθρου 367 ΠΚ, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται, ιδία, (α) ότι με τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων και διατυπούμενη στο από 7-12-2005 ιδιωτικό έγγραφο σύμβαση ο αναιρεσείων, αρχιτέκτονας μηχανικός, ανέλαβε την υποχρέωση ανεγέρσεως οικίας επί ακινήτου του αναιρεσίβλητου, κείμενου στη θέση "Μουτσιάρα" της κτηματικής περιφέρειας του χωρίου Περτουλίου, ΔΔ του Δήμου Αιθήκων Νομού Τρικάλων, σύμφωνα με την εκδοθείσα ήδη από τον πολιτικό μηχανικό Μ.

Μ. 32/2004 οικοδομική άδεια, με υποχρέωση του αναιρεσείοντος τροποποιήσεως της ως προς το ύψος του υπογείου, εργασία για την οποία καταβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο στον αναιρεσείοντα την 1-7-2005 το ποσό των 3.300,00 €, (β)ότι η αμοιβή του αναιρεσείοντος για το έργο κατασκευής της οικίας συμφωνήθηκε στο ποσό των 140.865,00 €, καταβλητέο με την πρόοδο των εργασιών από προϊόν δανείου, το οποίο θα ελάμβανε ο αναιρεσίβλητος από την ΕΤΕ, (γ) ότι περί τα μέσα Ιουλίου του έτους 2005 ο αναιρεσείων, πριν μεριμνήσει για την τροποποίηση της οικοδομικής αδείας και την κατάθεση στην αρμόδια πολεοδομική αρχή της σχετικής δηλώσεως του αναιρεσίβλητου εργοδότη περί αναθέσεως εις εκείνον και της επιβλέψεως της υπό ανέγερση οικοδομής, προέβη σε έναρξη των εργασιών εκτελέσεως του έργου και ειδικότερα στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, στην κατασκευή θεμελιώσεως, στη ρίψη μπετόν καθαριότητας και την κατασκευή των περιμετρικών τοίχων του υπογείου από οπλισμένο σκυρόδεμα, (δ) ότι λόγω της δηλώσεως παραιτήσεως του εκδόσαντος την 32/2004 οικοδομική άδεια πολιτικού μηχανικού Μ.

Μ. με το 2395/26-7-2005 έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας Ν.Α. Τρικάλων προς το Α.Τ. Πύλης διατάχθηκε η διακοπή των εργασιών και παράλληλα διενεργήθηκε από αρμόδιο υπάλληλο της πολεοδομίας αυτοψία, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι η οικοδομή είχε θεμελιωθεί σε διάφορη θέση από εκείνη που προβλεπόταν στην 32/2004 οικοδομική άδεια και μάλιστα σε απόσταση από τον άξονα του Εθνικού δρόμου μικρότερη από την επιτρεπόμενη, λόγο για τον οποίο και η οικοδομή κρίθηκε αυθαίρετη και κατεδαφιστέα, (ε) ότι ο αναιρεσείων καίτοι πληροφορήθηκε την διακοπή των εργασιών την 1-8-2005, πρόβλημα για το οποίο απευθύνθηκε και στον διευθυντή του αρμόδιου Πολεοδομικού Γραφείου, ζήτησε την πιστοποίηση της προόδου των εργασιών από τον αρμόδιο προς τούτο μηχανικό της ΕΤΕ και πέτυχε την εκταμίευση της πρώτης δόσεως του δανείου, ποσού 42.700,00 €, το οποίο και εισέπραξε την 1-8-2005, (στ) ότι στη συνέχεια ο αναιρεσείων με την από 29-8-2005 εξώδικη δήλωση του κατήγγειλε τη συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση και εγκατέλειψε το έργο, ημιτελές, μετά την κατεδάφιση του οποίου εκδόθηκε η 189/2006 οικοδομική άδεια της αρχιτέκτονος μηχανικού Γ.

Χ., με αναθεώρηση της αρχικής 32/2004 του πολιτικού μηχανικού Μ. Μ., (ζ) ότι λόγω των ελαττωμάτων αυτών του έργου από υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος εργολάβου ο αναιρεσίβλητος ζημιώθηκε κατά το ποσό των (αα) των 3300,00 €, το οποίο εισέπραξε ο αναιρεσείων από τον αναιρεσίβλητο για την τροποποίηση της αρχικής 32/2004 οικοδομικής αδείας ως προς το ύψος του υπογείου, συμβατική του υποχρέωση στην οποία δεν ανταποκρίθηκε, (ββ) των 42.700,00 €, που εκταμίευσε από το δάνειο της ΕΤΕ για το εκτελεσθέν μέρος του έργου, κατά το οποίο κρίθηκε η οικοδομή αυθαίρετη και κατεδαφιστέα και (γγ) των 5.759,60 €, το οποίο δαπάνησε για την καθαίρεση του αυθαιρέτου κτίσματος και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, (η) ότι στη συνέχεια ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε κατά του αναιρεσείοντος (αα) την 288/5-1-2006 αναφορά στο ΤΕΕ, επί της οποίας εκδόθηκε η 10/2006 απόφαση του αρμόδιου πειθαρχικού οργάνου του, με την οποία τιμωρήθηκε για τα προβλεπόμενα από το άρθρο 30 παρ.1 του από 27/11.14-12-1926 β.δ.

πειθαρχικά αδικήματα με την ποινή της επιπλήξεως, με την αιτιολογία ότι δεν τοποθέτησε το κτίσμα στην προβλεπόμενη από τη νομοθεσία απόσταση από την εκεί εθνική οδό, κατά τροποποίηση της εσφαλμένης κατά τούτο αρχικής 32/2004 οικοδομικής αδείας, αλλά ούτε και στην προβλεπόμενη από την τελευταία θέση, (ββ) ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Τρικάλων την ΑΟ6-817/13-3-2006 έγκληση, με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, συνισταμένη στην παράσταση του ψευδούς γεγονότος στους υπαλλήλους της ΕΤΕ περί προόδου των εργασιών, παρά την διακοπή τους, πετυχαίνοντας με τον τρόπο αυτό την εκταμίευση της πρώτης δόσεως του δανείου, ποσού 42.700,00 Ευρώ, της οποίας κηρύχθηκε αθώος με την 486/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και (γγ) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων τις 201/2007 και 158/2008 αιτήσεις λήψεως του ασφαλιστικού μέτρου της προσημειώσεως υποθήκης, προς εξασφάλιση των φερόμενων προς διάγνωση με την προηγηθείσα με στοιχ.

Α αγωγή του κατ' αυτού αξιώσεων του και (θ) ότι τα αναφερόμενα στα εν λόγω με στοιχ.η (αα-γγ) έγγραφα πραγματικά περιστατικά δεν ήταν ψευδή, δοθέντος ότι πράγματι δεν ανταποκρίθηκε στη συμβατική του υποχρέωση αναθεωρήσεως της οικοδομικής αδείας ως προς το ύψος του υπογείου, παρά το γεγονός ότι εισέπραξε τη συνομολογηθείσα για την αιτία αυτή εργολαβική αμοιβή, ποσού 3300,00 €, δεν κατέθεσε έγκαιρα την δήλωση αναλήψεως από εκείνον της επιβλέψεως του έργου, θεμελίωσε την οικοδομή βορειότερα της θέσεως της προβλεπόμενης από την αρχική 32/2004 οικοδομικής αδείας, παρά το γεγονός μάλιστα ότι γνώριζε ότι η εν λόγω άδεια δεν τηρούσε την προβλεπόμενη από την πολεοδομική νομοθεσία απόσταση από την εκεί εθνική οδό και πέτυχε την εκταμίευση του ποσού των 42.700,00 €, παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι είχαν διακοπεί οι οικοδομικές εργασίες, προέβη δε ο αναιρεσίβλητος στις εν λόγω ενέργειες προς δικαιολογημένη προστασία των απορρεόντων από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση βάσιμων δικαιωμάτων του, χωρίς παράλληλα να προκύπτει σκοπός του αναιρεσίβλητου κατευθυνόμενος ειδικά στην προσβολή της τιμής και υπολήψεως του αναιρεσείοντος, αιρουμένου εντεύθεν του άδικου αυτών χαρακτήρα.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των παραπάνω σημειούμενων διατάξεων μερική παραδοχή της με στοιχ. Α αγωγής του αναιρεσίβλητου και την κατ' ουσίαν απόρριψη της με στοιχ. Β αγωγής κατ' αυτού του αναιρεσείοντος, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες με τους όγδοο και δέκατο λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, με παράλληλη ανεπίτρεπτη εναντίωση στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αρνητικά να αξιολογούνται, ως αβάσιμες.

Περαιτέρω τα εν λόγω και με στοιχ. (α)-(θ) χαρακτηριζόμενα πραγματικά περιστατικά αποτελούν περιεχόμενο της με στοιχ. Α αγωγής του αναιρεσίβλητου, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του δικογράφου αυτής. Επομένως, υποστηρίζουσα τα αντίθετα η διατυπούμενη με τον έβδομο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια της λήψεως υπόψη των αγωγικών αυτών ισχυρισμών χωρίς να προταθούν, ελέγχεται, ερειδόμενη επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμη.

Όμοια αρνητική αξιολογείται, ως αβάσιμη, η προβαλλόμενη παράλληλα με τον αυτό λόγο αναιρετική αιτίαση, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το ποσό των 42.700,00 € κατατέθηκε από τη σύζυγο του αναιρεσίβλητου στην ΕΤΕ, ο οποίος αρνητικά αξιολογήθηκε ως αβάσιμος με την αντίθετη ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση την παραδοχή της για γνώση του αναιρεσείοντος την 1-8-2005 κατά την εκταμίευση του ποσού των 42.700,00 € περί της διακοπής των οικοδομικών εργασιών δεν συνδέει με την επίδοση του σχετικού περί τούτου 2395/26-7-2005 εγγράφου της Πολεοδομίας Τρικάλων, διαλαμβάνοντας ειδικότερα ότι παρά το γεγονός ότι πληροφορήθηκε τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών, πρόβλημα για το οποίο και απευθύνθηκε στον διευθυντή του αρμόδιου Πολεοδομικού Γραφείου, παρά ταύτα ζήτησε την πιστοποίηση της προόδου των εργασιών και πέτυχε την εκταμίευση την 1-8-2005.

Επομένως, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί πλαστότητας της υπογραφής του αναλάβοντος υπεργολαβικώς την εκτέλεση του έργου Θ. Μ. στο έγγραφο επιδόσεως του εν λόγω 2393/ 26-7-2005 εγγράφου της Πολεοδομίας Τρικάλων για διακοπή των εργασιών δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, με άμεση δικονομική συνέπεια οι διατυπούμενες με τους απομένοντες προς έρευνα λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 9 (1ος λόγος), 8 (2ος λόγος), 11 (3ος λόγος), 10 (4ος λόγος) ΚΠολΔ, που συνδέονται με την εν λόγω περί πλαστότητας ένσταση, αρνητικά να αξιολογούνται, ως αλυσιτελείς και άρα απαράδεκτες.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με 0παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που δεν κατέθεσε προτάσεις τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 55/14-6-2010 αίτηση για αναίρεση της 314/18-5-2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ